Legislator Case Law & Legislation
728/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of co-ownership claim due to inadmissible evidence assessment arguments.

Case Number 728/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the government's appeal against the appellate court's decision rejecting the plaintiffs' claim for co-ownership of a property. The plaintiffs argued that the appellate court erred in accepting the defendants' ownership without proof, while the government contended the court improperly evaluated the evidence. The court ruled that arguments challenging the factual assessment of evidence are inadmissible under Greek civil procedure law and cannot be reviewed on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: Arguments challenging the factual assessment of evidence or the reasoning supporting a decision are inadmissible on appeal and cannot lead to the reversal of the judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal arguments factual assessment review evidence evaluation co-ownership claim appellate court error

Cited Legislation

AI generated
Articles 269, 527, 262 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 8 § 6 of Law 343/1914
Article 21 of Decree-Law 22.4/1928
Article 215 of the Forestry Code (Law 4173/1929)
Article 2 § 1, 3 and 3a of Law 1539/1938

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 728 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 728/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Μπάνο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Των αναιρεσίβλητων: 1) … 2) …., κλπ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Σκούζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 38/1998 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το αναιρεσείον με την από 12-11-1998 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 2067/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο Εφετείο της Κέρκυρας. Μετά τη συζήτηση αυτής εκδόθηκε η 10/2014 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-3-2014 αίτησή του Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 10-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 10/2014 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 259/1995 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 16-6-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του ακινήτου, που περιγράφεται.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269, 527 και 262 § 1 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα (και επομένως, παραδεκτή) ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, εάν δε έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔικ.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔικ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων και όχι του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 12/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον προσάπτει στην απόφαση που προσβάλλεται την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο [ΚΠολΔικ 559 αριθμός 14 με το να δεχθεί <<...Περαιτέρω, το εναγόμενο ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι ήταν και θεωρείται ανέκαθεν κύριος του επιδίκου ακινήτου, ασκώντας επ' αυτού εποπτεία και ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του ΑΝ 1539/1938 <<περί προστασίας δημοσίων κτημάτων>> και τις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 1 ΝΔ 86/1969 <<περί Δασικού Κώδικος>>, επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ' αυτών.

Όμως και πάλι δεν επικαλέστηκε τις προϋποθέσεις που απαιτούνται προς κτήση της κυριότητας με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους, ούτε, εξάλλου, επικαλέστηκε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είναι αδέσποτο, αλλά απλώς μνημόνευσε τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων. Αν δε ήθελε υποτεθεί ότι ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είναι αδέσποτο, δεν ανέφερε πώς αυτό κατέστη αδέσποτο, επικαλούμενο το απαιτούμενα προς τούτο περιστατικά.

Συνεπώς οι ισχυρισμοί του ήταν αόριστοι. Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δεν τους έλαβε υπόψη του, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν. Ωστόσο, το εναγόμενο τους άνω απαραδέκτως προταθέντες λόγω αοριστίας ισχυρισμούς του επιχείρησε να επαναφέρει με την έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αυτή τη φορά κατά τρόπο ορισμένο.

Πιο συγκεκριμένα με τους συναφείς λόγους της έφεσης ισχυρίσθηκε α) ότι από το έτος 1864 που απελευθερώθηκαν τα Ιόνια Νησιά και ενσωματώθηκαν στο Ελληνικό κράτος διαχειρίζεται το επίδικο ως δασική έκταση με τις αρμόδιες Υπηρεσίες της και το περιφρουρεί από τυχόν παράνομες καταλήψεις και εκχερσώσεις, ασκώντας σ' αυτό πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιακόπως, ειρηνικώς, δημοσίως και αναμφιβόλως μέχρι σήμερα, με συνέπεια να αποκτήσει κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία και β) ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, ως δάσος αρχήθεν αδέσποτο, το οποίο δεν υπήρξε ποτέ στην κυριότητα κανενός.

Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί, οι οποίοι είναι νέοι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, απαραδέκτως το πρώτον προτάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, διότι το εκκαλούν δεν επικαλέστηκε τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔικ για την παραδεκτή βραδεία προβολή τους και επομένως πρέπει να απορριφθούν>>.

Ειδικότερα προβάλλει το αναιρεσείον ότι <<...με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Προτάσεις μου είχα αρνηθεί την κυριότητα των αντιδίκων επί της επίδικης έκτασης και τούτο προκειμένου να υποχρεωθούν οι αντίδικοι να αποδείξουν την κυριότητά τους επ' αυτής, βάρος στο οποίο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν ανταποκρίθηκαν, γεγονός το οποίο και το δεύτερο λόγο της παρούσης αιτήσεώς μου.

Ακολούθως και επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή τους, αλλά αντιθέτως έκανε αυτή δεκτή, άσκησα ενώπιον του Εφετείου Κερκύρας έφεση, με την οποία προέβαλα την ίδια κυριότητά μου επί της επίδικης έκτασης, την οποία και απέδειξα με τα επικαλούμενα στην έφεση και στις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου Προτάσεις μου έγγραφα...>>.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει προβολή ένστασης ίδιας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παρά μόνο άρνηση της κυριότητας των εναγόντων, ενώ η ορισμένη επαναφορά των ισχυρισμών του ενώπιον του Εφετείου έγινε χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔικ.

Η μη προβολή ισχυρισμών ίδιας κυριότητας του αναιρεσείοντος συνάγεται σαφώς και από το ως άνω περιεχόμενο του λόγου αναίρεσης, ο οποίος , συνακόλουθα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 του ίδιου Κώδικα, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δε συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι <<δήθεν οι αντίδικοι είναι κύριοι της επίδικης έκτασης, χωρίς αυτοί να αποδείξουν με έναν από τους αναφερόμενους τρόπους την κυριότητά τους, ως όφειλαν, αφού το Ελληνικό Δημόσιο είχε αρνηθεί την κυριότητά τους και οι ενάγοντες έφεραν το βάρος της απόδειξης των αγωγικών ισχυρισμών τους>>.

Οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, που είναι κατά το αναιρεσείον αντίθετο με το αποδεικτικό υλικό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσβάλλεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, λόγος δε αναίρεσης, με τον οποίο προσβάλλεται παραδοχή, (αιτιολογία) της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, στηριζόμενο αυτοτελώς σε άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και γι' αυτό απορριπτέος, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητας, του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται, με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ, λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο με το να δεχθεί <<...ότι δήθεν οι αντίδικοι έγιναν κύριοι της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι αυτοί δεν απέδειξαν, ως όφειλαν, ότι η έκτακτη χρησικτησία είχε συμπληρωθεί κατά το έτος 1883 και ως εκ τούτου με την ανωτέρω κρίση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις νόμου και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 6 του ν. 343/1914, 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1928 <<περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης>>, 215 προϊσχύσαντος Δασικού Κώδικος [ν.4173/1929 και 2 παρ.1, 3 και 3 α.ν. 1539/1938]>>.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου, όπως αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη, το Δικαστήριο δεν διαλαμβάνει παραδοχή κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο [έκτακτη χρησικτησία], δεχόμενο απεναντίας ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2 και 22 ν.3693/1957].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-3-2014 αίτηση για αναίρεση της 10/2014 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ