Supreme Court partially allows appeal against bank promotion decision regarding comparative assessment of colleagues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employee promotion at the Bank of Greece. The court found the lower court erred in dismissing a comparative objection by proposing four colleagues instead of the single superior colleague identified by the appellant. Consequently, the judgment was remanded to the Court of Appeal for a new comparative assessment involving the specific colleagues proposed by the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12 of the Internal Organization and Pay Scale of Bank of Greece employees; The comparative assessment for promotion must consider all relevant superior colleagues, and a lower court's dismissal of a comparative objection based on an insufficient number of proposed candidates is reversible if the appellant demonstrates superiority over the specific superior colleague proposed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 728 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 728/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Τ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής Κουτσούκου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2911/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2470/2013 του Εφετείου Αθηνών και η 1872/2014 του ιδίου δικαστηρίου με την οποία διορθώθηκε η 2470/2013. Η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2014 αίτησή της ζητεί την αναίρεση της 2470/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 6-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι αυτοί, καθώς και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρώθηκε με το Ν. 3234/1927) προκύπτει, ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Εσωτερικό Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 του συμβατικής ισχύος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με τις από 22-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου στον βαθμό του Υποδιευθυντή, που είναι ο καταληκτικός βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων της εν λόγω Τράπεζας, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτή, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά από πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον προηγούμενο βαθμό (του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου), γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέση, δ) να έχει επιδείξει ο υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα και ε) να έχει επιδείξει ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στην διάθεση αυτού και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή.
Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού αυτής και θεσπίσθηκαν, για τους κρινόμενους με τον βαθμό του Λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν, εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα ασκήσεως ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών ασκήσεως αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, και στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνηθείσες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της παραπάνω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από τον εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ).
Κατάφωρα δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στην συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την παραπάνω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.
Εξάλλου, ο εναγόμενος εργοδότης, αμυνόμενος κατά της αγωγής, μπορεί να προτείνει την "διακωλυτική ένσταση", δηλαδή να προβάλει ότι, όχι ο ενάγων, αλλά άλλος, υπερτερών, έστω και απλώς, αυτού ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και επίσης παραλειφθείς στις επίμαχες προαγωγές συνάδελφός του, είναι ο με τις προαγωγικές αυτές κρίσεις προσβληθείς, με συνέπεια να καταλύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς άσκηση της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερα από έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και αντέφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθμ. 2911/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τον προαγάγει στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-2002, άλλως από 1-12-2003 και να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε (το Εφετείο) ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2470/2013 απόφασή του (όπως διορθώθηκε ως προς το όνομα του ενάγοντος με την υπ' αριθμ. 1872/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) τα εξής πραγματικά περιστατικά :
Ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στις 6-10-1970, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος αυτής και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο, με τον βαθμό του δοκίμου. Μετά από ευδόκιμη Υπηρεσία και διαδοχικές προαγωγές, εξελίχθηκε έως τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, στον οποίο προήχθη από 1-1-1997.
Είναι πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας (1965), του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Πάντειου Πανεπιστημίου (1975) και του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Πάντειου Πανεπιστημίου (1981). Από τις εκθέσεις αξιολογήσεώς του προκύπτει ότι γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "καλά", όμως από το από 12-2-1994 έγγραφο του Ινστιτούτου Αγγλικών "Μ.
Π." προκύπτει ότι έχει παρακολουθήσει μαθήματα στο τμήμα προχωρημένων, με ποσοστό αξιολογήσεως 94/100. Παρακολούθησε δέκα (10) επιμορφωτικά σεμινάρια. Στις 3-10-1974 ανατέθηκαν στον ενάγοντα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Υποκαταστήματος της εναγόμενης Τράπεζας στα Ιωάννινα (υπηρεσία εργασιών εσωτερικού).
Στις 20-10-1983 ορίστηκε Προϊστάμενος της υπηρεσίας Λογιστηρίου. Στις 4-3-1988 μετατάχθηκε στη διαβάθμιση του ελεγκτή και του χορηγήθηκε ειδικό μηνιαίο επίδομα 17.400 δραχμών για την άσκηση πιστωτικών ελέγχων στις τράπεζες και στις επιχειρήσεις και με την υπ' αριθμ. 425 εγκύκλιο της εναγομένης τοποθετήθηκε ως Διευθυντής του υποκαταστήματος Ιωαννίνων.
Με τις υπ' αριθμ. 96/2980/8-11-1985 και 52/2028/22-8-1986 διαταγές της εναγομένης δόθηκε στον ενάγοντα εντολή να διενεργήσει έλεγχο του χρηματικού αποθέματος και των διαφόρων αξιών των πρακτορείων της εναγομένης και των διαφόρων ταμείων αυτής στην Άρτα, Πρέβεζα και Λευκάδα, καθώς και του χρηματικού αποθέματος και των σχετικών με αυτό λογαριασμών των υποκαταστημάτων της εναγομένης στην Άρτα, Πρέβεζα και Λευκάδα, επίσης του δόθηκε εντολή να διενεργήσει έλεγχο της Διευθύνσεως Γενικής Επιθεωρήσεως.
Με τις υπ' αριθμ. 2931/8-7-1986, 3616/11-8-1986, 6003/3-12-1986, 4576/18-8-1988, 4102/2-8-1990, 3879/6-8-1991, 3901/4-8-1993, 4923/20-8-1993 και 4088/4-8-1994 διαταγές της εναγομένης αναπλήρωσε τον Διευθυντή του υποκαταστήματος Ιωαννίνων. Με την υπ' αριθμ. 497/30-10-1994 εγκύκλιο του δόθηκε δικαίωμα υπογραφής από κοινού με άλλους υπαλλήλους, ώστε να δεσμεύουν την εναγομένη και με την υπ' αριθμ. 425/17-6-1997 εγκύκλιο τοποθετήθηκε Διευθυντής στο Κατάστημα Ιωαννίνων.
Έλαβε μέρος στο περιφερειακό συμβούλιο εθνικών κληροδοτημάτων περιφέρειας Ηπείρου, με τριετή θητεία. Υπέβαλε προτάσεις, κατόπιν σχετικών μελετών, για την αναβάθμιση του υποκαταστήματος Ιωαννίνων, από την ομάδα των μικρών στην ομάδα των μεσαίων υποκαταστημάτων. Υπέβαλε επίσης προτάσεις για τον δασικό πλούτο, τα μάρμαρα, τους υδάτινους πόρους και την ενίσχυση της κτηνοτροφίας, για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, για να αυξηθεί ο αριθμός των υπαλλήλων στην περιφέρεια, για να παρασχεθεί η δυνατότητα ελέγχου των περιουσιακών στοιχείων κάθε κληροδοτήματος, να ανατεθεί στους δήμους η παραχώρηση χώρου στέγασης όλων των κληροδοτημάτων της περιοχής και να ορισθεί υπάλληλος για τη διοικητική και οικονομική εξυπηρέτηση των κληροδοτημάτων.
Ακόμη, με ενέργειες του ενάγοντος, η εναγομένη επιχορήγησε 1) την Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών με 500.000 ευρώ, για την εκπλήρωση των σκοπών της, 2) το δημοτικό σχολείο Σταυρακίου με 200.000 δραχμές για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του, 3) τον πατριωτικό σύνδεσμο Καλαρρυτών με 1.000 ευρώ για την εκπλήρωση των σκοπών του, 4) το παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με 500 ευρώ για την εκπλήρωση των σκοπών του και 5) τον σύλλογο μεταχειρίσεως νερού "Μπιστρίτσα".
Στις Εκθέσεις Αξιολογήσεως των ετών 2001, 2002 χαρακτηρίζεται "εξαίρετος" και από τους δύο κριτές, με εξαιρετικά θετικές παρατηρήσεις για την επιστημονική και την επαγγελματική του κατάρτιση, την προθυμία του και το ενδιαφέρον για την εργασία του, το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και για την ικανότητά του να αναλάβει ανώτερες θέσεις.
Δεν έχει δε τιμωρηθεί πειθαρχικά. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-5-2002, για την προαγωγή υπαλλήλων της εναγομένης από τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη στον βαθμό του Υποδιευθυντη, το Γενικό Συμβούλιο αυτής (εναγομένης) παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, ενώ προήγαγε, στον βαθμό του Υποδιευθυντή, τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, που ο ίδιος προτείνει προς σύγκριση, ήτοι τους: 1) Ν.
Α., 2) Ν. Δ., 3) Κ. Π., 4) Μ. Σ. και 5) Θ. Σ., οι οποίοι είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα : 1) Ο Ν. Α. προσλήφθηκε στις 7-9-1972 και, μετά από ευδόκιμη υπηρεσία και διαδοχικές προαγωγές, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1-7-1994. Είναι απόφοιτος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, δεν έχει παρακολουθήσει σεμινάρια και δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 23-1-1986 και συγκεκριμένα στο Τμήμα Ελέγχου Διαχείρισης του Ιδρύματος Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών (ΙΕΤΑ) - Νομισματοκοπείου, από 6-9-1995 άσκησε καθήκοντα Υποδιευθυντή στο ίδιο Ίδρυμα (ΙΕΤΑ) και από 1-4-1999 άσκησε καθήκοντα Υποδιευθυντή στο Κατάστημα της εναγομένης στον Πειραιά.
Εκθέσεις Αξιολογήσεως για τα έτη 1999 και 2000 δεν έχουν συνταχθεί, λόγω της συνδικαλιστικής δραστηριότητάς του στο ΣΥΤΕ, για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όμως, θεωρείται ότι είχε ευδόκιμη υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. α' της από 4-8-1982 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών. Δεν προκύπτει ότι συμμετείχε σε επιτροπές. 2) Ο Ν.
Δ. προσλήφθηκε στις 7-2-1972 και, μετά από ευδόκιμη υπηρεσία και διαδοχικές προαγωγές, προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 1-7-1994. Είναι απόφοιτος των Τμημάτων Οικονομικών Επιστημών και Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά. Έχει παρακολουθήσει πέντε (5) σεμινάρια και γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα.
Από 4-8-1986 άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και συγκεκριμένα καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας στο Κατάστημα της εναγομένης στην Καβάλα και από 1-1-1995 άσκησε καθήκοντα Διευθυντή στο ίδιο Κατάστημα. Στις Εκθέσεις Αξιολογήσεως των ετών 1999 και 2000 χαρακτηρίσθηκε και στα 17 κριτήρια "εξαίρετος" και από τους δύο κριτές, με εξαιρετικά θετικές παρατηρήσεις για την γνώση των εργασιών και τον αποτελεσματικό χειρισμό των θεμάτων στη διεύθυνση του Καταστήματος, για την άριστη ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά καθήκοντα, την εξαιρετική έφεση απόκτησης γνώσεων και την άριστη προοπτική εξέλιξης.
Δεν προκύπτει ότι συμμετείχε σε επιτροπές. 3) Ο Κ. Π. προσλήφθηκε στις 5-10-1970 και, μετά από ευδόκιμη υπηρεσία και διαδοχικές προαγωγές, προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 1-1-1997. Είναι απόφοιτος της Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά. Δεν προκύπτει ότι γνωρίζει ξένες γλώσσες και δεν έχει παρακολουθήσει σεμινάρια.
Συμμετείχε, όμως, σε επιτροπές 1) οργάνωσης, 2) κατανομής χώρου, 3) υλοποίησης λειτουργίας των κέντρων διαλογής και καταμέτρησης, 4) σύνταξης νέου λογιστικού σχεδίου, 5) διαπραγμάτευσης με ΕΤΕ για τους όρους συμβάσεως τηρήσεως και ασφαλίσεως του ταμειακού αποθέματος της εναγομένης, 6) διαχείρισης έργου ανάπτυξης και 7) κατάρτισης προδιαγραφών προμήθειας μηχανών ελέγχου γνησιότητας και καταμέτρησης τραπεζογραμματίων.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και συγκεκριμένα καθήκοντα Προϊστάμενου Τμήματος από 19-9-1993 και Προϊστάμενου Τομέα από 20-3-2000. Στις Εκθέσεις Αξιολογήσεως των ετών 1999 και 2000 χαρακτηρίζεται "εξαίρετος" και από τους δύο κριτές, με εξαιρετικά θετικές παρατηρήσεις, στις οποίες αναφέρεται ότι έχει πολύ υψηλή ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά καθήκοντα, σε βάθος γνώση των εργασιών της Τράπεζας, υψηλή αντίληψη και εργατικότητα και προοπτικές εξέλιξης σε μεγάλο βαθμό. 4) Ο Μ.
Σ. προσλήφθηκε στις 11-8-1972 και, μετά από ευδόκιμη υπηρεσία και διαδοχικές προαγωγές, προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο LOWER και έχει παρακολουθήσει επτά (7) σεμινάρια. Υπηρέτησε από το 1972 στο Τμήμα Ενέγγυων Πιστώσεων, από το 1982 στο Τμήμα Επιθεώρησης Υποκαταστημάτων και από το 1989 στο Τμήμα Επιθεώρησης Περιφερειακών Μονάδων ως Προϊστάμενος κλιμακίου επιθεώρησης υπηρεσιακών μονάδων.
Στις Εκθέσεις Αξιολογήσεως των ετών 1999 και 2000 αξιολογείται στα 13 από τα 17 κριτήρια (τα 4 επιπλέον κριτήρια αφορούν υπαλλήλους που κατέχουν θέσεις ευθύνης και επειδή ο Μ. Σ. δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα δεν έχει αξιολογηθεί) και χαρακτηρίζεται "εξαίρετος" και από τους δύο κριτές, εξαίρεται δε το υψηλό επίπεδο γνώσης του, η ποιότητα της εργασίας του, οι διοικητικές ικανότητές του και η ικανότητά του στη γραπτή και προφορική έκφραση, η υπευθυνότητά του και η εποπτική του ικανότητα, επίσης αναφέρεται ότι έχει εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά καθήκοντα και ότι πληροί άριστα όλες τις προϋποθέσεις εξελίξεως.
Συμμετείχε σε επιτροπές 1) για την καθιέρωση συστήματος διοικητικής λογιστικής, 2) για τον προσδιορισμό του απαιτούμενου προσωπικού στις υπηρεσιακές μονάδες της διεύθυνσης ταμείων και 3) για τη μελέτη των υπερβάσεων των ορίων εβδομαδιαίων αναλήψεων από τα ταμειακά αποθέματα της ΕΤΕ και 5) Ο Θ. Σ. προσλήφθηκε στις 6-10-1971 και, μετά από ευδόκιμη υπηρεσία και διαδοχικές προαγωγές, προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1-12-1992.
Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, γνωρίζει την Αγγλική και την Γαλλική γλώσσα σε επίπεδο "καλώς", χωρίς όμως να κατέχει αντίστοιχα διπλώματα και έχει παρακολουθήσει τρία (3) σεμινάρια. Υπηρέτησε στο Τμήμα Ειδικών Λογαριασμών Εξωτερικού από 12-11-1974, στο ΣΥΤΕ από 18-11-1985, στη Γενική Γραμματεία Περιφέρειας Ιονίων Νήσων από 8-6-1990, στο Τμήμα Εξαγωγών από 3-1-1994 και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊστάμενου Τμήματος από 3-1-1994.
Στις Εκθέσεις Αξιολογήσεως των ετών 1999 και 2000 αξιολογείται και στα 17 κριτήρια και χαρακτηρίζεται σε όλα ως "εξαίρετος" και από τους δύο κριτές, εξαίρεται δε το επίπεδο γνώσεών του, ο υψηλός βαθμός διοικητικών και οργανωτικών ικανοτήτων του, το ήθος, η μεθοδικότητα και η έντονη προσωπικότητά του, επίσης αναφέρεται ότι έχει έφεση αποκτήσεως νέων γνώσεων, εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής σε νέα καθήκοντα και εξαιρετική προοπτική εξελίξεως.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι από τη σύγκριση των προαναφερθέντων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) με εκείνα των παραπάνω προαχθέντων συναδέλφων του, που επίσης αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι : Ως προς την Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα, ο ενάγων υπερτερούσε έναντι του Ν.
Α., του Ν. Δ., του Μ. Σ. και του Θ. Σ. και είχε την ίδια Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα με τον Κ. Π.. Ως προς την Ειδική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα, ο ενάγων υστερούσε έναντι του Ν. Α., του Ν. Δ. και του Θ. Σ. και είχε την ίδια Ειδική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα με τον Κ. Π. και τον Μ. Σ.. Ως προς τους τίτλους σπουδών, ο ενάγων υπερείχε σαφώς έναντι όλων και ως προς την γνώση ξένων γλωσσών υπερείχε έναντι του Ν.
Α. και του Κ. Π., ήταν ισάξιος με τον Ν. Δ. και με τον Μ. Σ. και υστερούσε έναντι του Θ. Σ., ενώ ως προς την επιμόρφωση με σεμινάρια υπερείχε έναντι όλων. Ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, ο ενάγων, με δεδομένο ότι άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 30-10-1974 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 20-10-1983, Ελεγκτή από 4-3-1988, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 27-3-1995 και Διευθυντή του Καταστήματος Ιωαννίνων από 17-6-1997, υπερείχε έναντι του Ν.
Α., ο οποίος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Ελεγκτή από το 1986 και Υποδιευθυντή από 1-4-1999, έναντι του Ν. Δ., ο οποίος άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 4-8-1986 και καθήκοντα Διευθυντή του Καταστήματος Καβάλας από 1-1-1995, έναντι του Κ. Π., ο οποίος άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από 19-9-1993 και Προϊσταμένου Τομέα από 20-3-2000, έναντι του Μ.
Σ., ο οποίος δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και έναντι του Θ. Σ., ο οποίος άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από 3-1-1994. Ως προς την βαθμολογική αξιολόγηση, ο ενάγων υπερείχε έναντι του Μ. Σ. και ήταν ισάξιος με όλους τους άλλους, ως προς δε την επιβολή πειθαρχικών ποινών, τόσο ο ενάγων όσο και όλοι οι παραπάνω συνάδελφοί του δεν είχαν τιμωρηθεί πειθαρχικά.
Τέλος, ως προς την συμμετοχή σε επιτροπές και σε ομάδες εργασίας, ο ενάγων υπερείχε έναντι του Ν. Α., του Ν. Δ. και του Θ. Σ. και ήταν ισάξιος με τους Κ. Π. και Μ. Σ.. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι και των πέντε (5) προτεινόμενων προς σύγκριση ως άνω συναδέλφων του, που προήχθησαν στον βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-5-2002.
Επομένως - κατέληξε το Εφετείο - η εναγομένη, που παρέλειψε, διά του αρμοδίου οργάνου της, να προαγάγει τον ενάγοντα στον βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-5-2002, παρεμπόδισε εναντίον της καλής πίστεως την πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος στον βαθμό του Υποδιευθυντή, με αποτέλεσμα η αίρεση αυτή να θεωρείται ότι πληρώθηκε από τότε που προήχθησαν οι παραπάνω συνάδελφοι του (έναντι των οποίων ο ενάγων υπερείχε καταφανώς), δηλαδή από την 1-1-2002 και, κατά συνέπεια, η εναγομένη έπρεπε να προαγάγει τον ενάγοντα στον βαθμό του Υποδιευθυντή από την 1-1-2002.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι, παραλείποντας η εναγομένη να προαγάγει τον ενάγοντα, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-5-2002, παρά την καταφανή υπεροχή του έναντι των παραπάνω προαχθέντων συναδέλφων του, την οποία μπορούσε να διαπιστώσει το αρμόδιο προς τούτο όργανό της, προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητά του και προκάλεσε επαγγελματική και κοινωνική μείωση αυτού.
Αφού δε έλαβε υπόψη του το Εφετείο, το είδος της προσβολής του ενάγοντος, τον βαθμό του πταίσματος του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης, την κοινωνική θέση του ενάγοντος και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ, ως προς την σύγκριση και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου με εκείνα των προαναφερόμενων τεσσάρων (εκ των πέντε) προαχθέντων συναδέλφων του Ν.
Α., Ν. Δ., Κ. Π. και Θ. Σ., που ο ίδιος πρότεινε προς σύγκριση. Διότι, με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα του ενάγοντος και των εν λόγω τεσσάρων συναδέλφων του, συνολικώς εκτιμώμενα, δεν προκύπτει καταφανής, αλλά απλή υπεροχή του ενάγοντος έναντι εκείνων, ενόψει του ότι, ως προς το αυξημένης βαρύτητας και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο - για την προαγωγή ιδίως στον βαθμό του Υποδιευθυντή - της ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων, δεν υπερείχε καταφανώς ο ενάγων, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου, τα υπεύθυνα καθήκοντα που άσκησε αυτός (στο Υποκατάστημα της εναγόμενης Τράπεζας στα Ιωάννινα πάντοτε, που ανήκε στην κατηγορία των μικρών υποκαταστημάτων) ήταν ίδια ή συναφή και πάντως όχι κατά πολύ υπέρτερα από απόψεως ευθύνης σε σχέση με τα καθήκοντα που άσκησαν οι παραπάνω προαχθέντες συνάδελφοί του, Ν.
Α., Ν. Δ., Κ. Π. και Θ. Σ., ενώ ως προς τα υπόλοιπα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, σε άλλα ήταν ισοδύναμος ο ενάγων με αυτούς, σε άλλα υπερείχε και σε άλλα υστερούσε έναντι αυτών. Επομένως, είναι βάσιμοι, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, καθώς και ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 του ΑΚ, κατά το μέρος που οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι αφορούν την γενόμενη σύγκριση του ενάγοντος με τους ως άνω συναδέλφους του, Ν.
Α., Ν. Δ., Κ. Π. και Θ. Σ.. Αντιθέτως, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς έναντι του ως άνω προαχθέντος συναδέλφου του Μ. Σ., δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες), τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ, αλλά ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 του ίδιου Κώδικα.
Διότι, με βάση πάντοτε τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συγκρινόμενος Μ. Σ., σε αντίθεση με τον ενάγοντα, δεν άσκησε καθόλου υπεύθυνα καθήκοντα, που είναι (η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων), όπως ήδη εκτέθηκε, το πλέον ουσιώδες και αποφασιστικής σημασίας κριτήριο για την προαγωγή στον βαθμό του Υποδιευθυντή και, συνεπώς, η κατά τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις παράλειψη του ενάγοντος και η αντί αυτού προαγωγή του παραπάνω συναδέλφου του Μ.
Σ. παρίσταται προφανώς άδικη και έτσι πράγματι η εναγομένη - αναιρεσείουσα παρεμπόδισε, διά του αρμοδίου οργάνου της, εναντίον της καλής πίστεως την πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος, συνάμα δε, η παράλειψη της προαγωγής του και η εντεύθεν μη πλήρωση της ως άνω αιρέσεως συντελέσθηκε υπό συνθήκες, που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας αυτού.
Επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορούν την γενόμενη σύγκριση του ενάγοντος με τον συνάδελφό του Μ. Σ.. Περαιτέρω, το Εφετείο, εξετάζοντας την παραδεκτώς προβληθείσα από την εναγομένη - αναιρεσείουσα Τράπεζα διακωλυτική ένσταση, σύμφωνα με την οποία, κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις, δεν προήχθησαν και οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου 1) Ε.
Ρ., 2) Α. Τ., 3) Ε. Κ. και 4) Σ. Σ., οι οποίοι υπερείχαν ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα έναντι του ενάγοντος και θα είχαν προαχθεί αντί εκείνου, δέχθηκε ότι η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, διότι και υπό την εκδοχή ότι οι προτεινόμενοι με την διακωλυτική ένσταση τέσσερις (4) συνάδελφοι του ενάγοντος υπερείχαν αυτού και πάλι ο ενάγων εδικαιούτο προαγωγής (στον βαθμό του Υποδιευθυντή), καταλαμβάνοντας τη θέση ενός εκ των ως άνω πέντε (5) προαχθέντων συναδέλφων του, έναντι των οποίων αυτός (ενάγων) υπερείχε καταφανώς.
Ενόψει, όμως, του ότι, όπως ήδη κρίθηκε, ο ενάγων υπερείχε καταφανώς μόνον έναντι ενός (του Μ. Σ.) εκ των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του, που πρότεινε ο ίδιος προς σύγκριση, η προβληθείσα από την εναγομένη εργοδότρια Τράπεζα διακωλυτική ένσταση (με την οποία προτείνονται προς σύγκριση τέσσερις επίσης παραλειφθέντες ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος) δεν στερείται πλέον έννομης επιρροής στην υπόθεση.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ και των άρθρων 12 παρ. 3 και 4 και 9 παρ. 4 του Οργανισμού της εναγομένης - αναιρεσείουσας Τράπεζας, είναι βάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (τέταρτος), κατά το έτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την ένσταση ως αλυσιτελή, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού παρέλκει πλέον η έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2470/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1872/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), κατά το μέρος της που αφορά τη γενόμενη σύγκριση του αναιρεσιβλήτου με τους προτεινόμενους από αυτόν προς τούτο προαχθέντες συνάδελφους του, Ν.
Α., Ν. Δ., Κ. Π. και Θ. Σ., καθώς και κατά το μέρος της (προσβαλλόμενης αποφάσεως) που αφορά την απόρριψη της ως άνω διακωλυτικής ενστάσεως. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, κατά τα αναιρούμενα μέρη, στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013).
Η δικαστική δαπάνη της κατ' αναίρεση δίκης πρέπει να συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής εκατέρωθεν νίκης και ήττας (άρθρα 183, 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2470/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1872/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα μέρη, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Συμψηφίζει την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ