Legislator Case Law & Legislation
727/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, upholding lower court's finding of valid acquisition.

Case Number 727/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision recognizing the plaintiff's ownership of a property. The State argued that a 1983 provisional cadastral map did not disturb the plaintiff's legal position, but the Court found the lower court's reasoning sufficient and free from contradictions. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision contains full and consistent reasoning that precludes further review, and the alleged failure to consider specific evidence is unfounded when the decision explicitly states all documents were examined.

Keywords

AI generated
property ownership cadastral map legal position appeal admissibility judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 727 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 727/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη -Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚπολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μαργαρίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-06-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13202/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4006/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 31-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4006/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 15-6-2018 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενος πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επ' αυτού, την οποία αμφισβητεί το εναγόμενο.

Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων την υπ' αριθ. 13202/2019 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 10-11-2019 έφεση, επί της οποίας το Εφετείο εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την υπ' αριθ. 4006/2020 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης των δικαστικών εξόδων και δίκασε την ως άνω αγωγή ως προς το ως άνω εκκληθέν κεφάλαιο.

Στο άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει μετά από την τροποποίησή του από την παρ. 11 του άρθρου 154 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27-5- 2016), ορίζονται τα εξής:"1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ,μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.

με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου. Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 Α.Κ..

Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 β' του ίδιου νόμου (Α Π Ολ 11/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 Α. Κ. η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.).

Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 984 του Α.Κ. αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 Α.Κ.. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι μεταξύ άλλων και η κοινοποίηση της πράξης της αρμόδιας Αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημοσίου κτήματος (Ολ 11/2015), επίσης η κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης (Α Π 826/2018), η με οποιοδήποτε τρόπο λήψη υπόψη, από τον ιδιώτη, της δήλωσης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου ότι έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση (Α Π 712/2020), η γνωστοποίηση της απόφασης επί της ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη (Α Π 807/2019).

Δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει υπόψη ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αδιαταρράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο (Α Π 1813/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή και διόρθωση εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ....συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών,....

που έχει μεταγραφεί νόμιμα...., ο Ε. Κ. του Ι. κατέστη πλήρης και αποκλειστικός κύριος, λόγω αγοράς από.... ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 2.700 τ.μ, κειμένου στη θέση "..."..., το οποίο σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο κτήσεως του συνορεύει.... Στο προαναφερόμενο συμβόλαιο αναγράφεται, ότι η Ιερά Μονή "Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης" έχει, από αμνημονεύτων χρόνων, την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή ενός κτήματος, μεγαλύτερης έκτασης, όπου στη θέση "...", βρίσκονταν το εμφαινομενο, στο από 25-8-1958 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου...., υπ'αριθμ, …, μεταξύ άλλων, αγροτεμάχιο (άμπελος), εκτάσεως 2.700 τ.μ., το οποίο ο Ε.

Κ. (μεταξύ άλλων) είχε καταλάβει και είχε στην κατοχή του από ετών πριν τη σύνταξη του συμβολαίου πωλήσεως. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ....../18.12.1965 συμβόλαιο...., οι εκτάσεις της ανωτέρω Μονής, στη θέση "..." είχαν καταληφθεί από τρίτους από ετών και είχαν μεταβληθεί από αυτούς σε αμπέλια και αγρούς.

Στη συνέχεια, το έτος 1975, ο Ε. Κ., αφού κατάτμησε την ανωτέρω αγροτική έκταση σε τέσσερα εδαφικά τμήματα, πώλησε άτυπα και παρέδωσε τη νομή του με στοιχεία ... τμήματος, που εμφαίνεται στο από Ιουνίου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Ν., στον ενάγοντα, χωρίς να συνταχθεί μέχρι και σήμερα οποιοδήποτε συμβολαιογραφικό έγγραφο αγοραπωλησίας.

Κατόπιν νεώτερης καταμετρήσεώς του, το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδό 484,55 τ.μ., εμφαινόμενο με τα στοιχεία ..., στο από Απριλίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ. (που έχει συνταχθεί σύμφωνα με το γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς ΕΣΓΑ '87) και συνορεύει επί πλευράς 1-2 μήκους 26,43 μ. με το γεωτεμάχιο που φέρει τον ΚΑΕΚ ..., νότια επί πλευράς 4-Γ, μήκους 26,03 μ.

με το γεωτεμάχιο που φέρει τον ΚΑΕΚ ..., δυτικά εν μέρει επί πλευράς 2-3 μήκους 16,56 μ. και εν μέρει επί πλευράς 3-4 μήκους 1,55 μ. με το γεωτεμάχιο που φέρει τον ΚΑΕΚ ... και ανατολικά επί πλευράς 1'-1 μήκους 18,64 μ. με δημοτική οδό που φέρει τον ΚΑΕΚ .... Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και εντός ορίων του οικισμού "..." του Δήμου Πεντέλης του νομού Αττικής και νυν της δημοτικής ενότητας Πεντέλης του Δήμου Πεντέλης της περιφερειακής ενότητας βορείου τομέα Αθηνών, επί της οδού ..., περιλαμβάνεται εντός περιοχής ειδικής προστασίας του "..." και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, καθόσον έχει επιφάνεια ανώτερη των 400 τ.μ.

και ελάχιστο πρόσωπο επί δημοτικής οδού 15 μ. (κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του π.δ 26-8-1988, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 755/Δ/1988, βλ. και τα προσκομισθέντα από τον ενάγοντα, εφεσίβλητο με αριθμ.πρωτ..../6.3,2018 και .../20.4.2018 έγγραφα της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος-Πολεοδομίας και Λειτουργιών Πόλεως του Δήμου Πεντέλης). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, από το έτος 1975 και μέχρι σήμερα, ο ενάγων νέμεται το επίδικο ακίνητο, καλλιεργώντας τα υφιστάμενα επ' αυτού ελαιόδεντρα, συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο αυτών, επιτηρώντας τα σύνορά του και τοποθετώντας γύρωθεν αυτού περίφραξη, ενώ πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου διενεργούσαν τόσο ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, εφεσιβλήτου, Ε.

Κ. του Ι., όσο και η απώτερη δικαιοπάροχος αυτών, Ιερό Μονή "Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης", οι οποίοι καλλιεργούσαν την ευρύτερη έκταση επιφάνειας 2.700 τ.μ. και επέβλεπαν συνεχώς τα όριά του. Συγκεκριμένα, από το έτος 1970, το ανωτέρω γεωτεμάχιο απώλεσε το χαρακτήρα του αμπελώνα και φυτεύτηκαν σε αυτό 25 ρίζες ελιές, που στη συνέχεια καλλιεργήθηκαν επιμελώς από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, ο οποίος, από το έτος 1975 και εντεύθεν νέμεται την επίδικη έκταση 484,55 τ.μ.

διανοία κυρίου, ασκώντας επ' αυτής πράξεις νομής, ήτοι με συνεχή επίβλεψη, συλλογή καρπών, καθαρισμό, καλλωπισμό, χαρτογράφηση, πληρωμή φόρων και τελών κ.λπ. Επομένως, προκύπτει ότι ο ενάγων από την κτήση της νομής του εν λόγω ακινήτου, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο (1975) και εφεξής νέμεται συνεχώς και αδιαλείπτως το προπεριγραφέν ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού με διάνοια κυρίου τις ως άνω προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του από οποιονδήποτε, ενώ τις ίδιες πράξεις νομής διενεργούσαν στο επίδικο ακίνητο τόσο ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Ε.

Κ. του Ι., κατά τα έτη 1965-1975, έχοντας νόμιμο τίτλο και καλή πίστη ότι απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, όσο και η απώτερη δικαιοπάροχος τους, Ιερά Μονή "Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης", η οποία δια των μοναχών αυτής ασκούσε πράξεις νομής επί ευρύτερης εκτάσεως, κατά τα προεκτεθέντα. Ουδεμία όχληση, διατάραξη ή αμφισβήτηση της νομής του υπήρξε και ο ενάγων είχε την ειλικρινή πεποίθηση ότι αγόρασε ένα ακίνητο, το οποίο ουδείς διεκδικούσε.

Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι το εκκαλούν εναγόμενο ουδέποτε όχλησε, με δικαστική ή άλλη ενέργεια τον ενάγοντα στην άσκηση της νομής του επί του επιδίκου ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επ' αυτού, ούτε το ίδιο, εξάλλου, επικαλείται το αντίθετο.

Συνεπώς, ο ενάγων, ασκεί συνεχώς και αδιαλείπτως τη νομή του επιδίκου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και έχει εμβαδό μικρότερο από 2.000 τ.μ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας (μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003), προσμετρουμένου στο χρόνο νομής του και αυτούτων δικαιοπαρόχων του, ήτοι από το έτος 1975 και εντεύθεν ο ίδιος, τουλάχιστον από το έτος 1965 έως και 1975 ο δικαιοπάροχος του και πριν από αυτόν η απώτερη δικαιοπάροχός τους Ιερά Μονή, έχοντας καλή πίστη και χωρίς κατά το χρονικό αυτό διάστημα να προβληθεί δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους τρίτων ή του εκκαλούντος, εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου.

Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο ενάγων, εφεσίβλητος, κατά την κτήση της νομής του εν λόγω οικοπέδου το 1975, είχε την πεποίθηση, η οποία δεν οφειλόταν σε βαριά αμέλεια, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν, ότι απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του πιο πάνω οικοπέδου. Η καλή του πίστη κατά τον χρόνο κτήσης καταδεικνύεται ιδίως από το γεγονός ότι ο ενάγων κατέβαλε το σύνολο του συμφωνηθέντος με τον Ε.

Κ. τιμήματος, αφού ο τελευταίος δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε καμία οικονομική διεκδίκηση σε βάρος του, εντούτοις συνομολογεί τον τρόπο και τις ειδικότερες συνθήκες, από τον ίδιο, κτήσης του ενάγοντος (βλ. από 16-7-2013 συνεδρίαση και με αρ. .../.../15 απόφασης Επιτροπής Εθνικού Κτηματολογίου, όπου κατέθεσε υπέρ του ενιστάμενού ενάγοντος, εφεσιβλήτου καθώς και την με αρ. 6155/11-9-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβ/φου....).

Άρα, τα όσα αντίθετα διατείνεται το εκκαλούν με τους αντίστοιχους λόγους έφεσης (υπό στοιχεία α, γ, και ε) τυγχάνουν αβάσιμα και οι σχετικοί λόγοι απορριπτέοι. Περαιτέρω, η τελευταία ως άνω παραδοχή δεν ανατρέπεται από την επίκληση εκ μέρους του εκκαλούντος, ότι με την ανάρτηση, στις 17-8-1983, του Προσωρινού Κτηματικού Χάρτη και του Προσωρινού Κτηματολογικού Πίνακα της Κτηματικής Μονάδας ...

δηλώθηκε το δικαίωμά του για το επίδικο ακίνητο, διαταράσσοντας με αυτό τον τρόπο τη νομή του ενάγοντος, εφεσιβλήτου. Επ' αυτού λεκτέα τα εξής: Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ.

Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του Νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το Νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο...Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19-03-2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ' αυτής....

Εν προκειμένω, ο επικαλούμενος από το εκκαλούν Προσωρινός Κτηματικός Χάρτης και Προσωρινός Κτηματολογικός Πίνακας της Κτηματικής Μονάδας ..., που αναρτήθηκε στις 17-8-1983, βάσει του Ν. 248/1976, δεν έχει ακόμα κυρωθεί. Σχετική δήλωση (Ν. 2308/1995) της Δ/νσης Δασών Ανατολικής Αττικής, κατόπιν του με αριθμ. οικ .../6-4-2011 εγγράφου της, όπως προκύπτει από το με αρ.

πρωτ. .../30-8-2018 έγγραφο της, υποβλήθηκε από την Υπηρεσία αυτή με το υπ' αριθμ. .../25-5-2012 έγγραφο. Επιπλέον, κατόπιν των υπ' αριθμ. .../19-5-2011 αντιρρήσεων του ενάγοντος, εφεσιβλήτου, η αρμόδια Επιτροπή Εξέτασης Αντιρρήσεων Δασικού Χάρτη Τοπικής/Δημοτικής Κοινότητας Πεντέλης εξέδωσε την υπ' αριθμ. 45/2019 απόφαση, με την οποία δεν εξετάσθηκαν οι αντιρρήσεις του, διότι η έκταση εμπίπτει στο σύνολο της στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2α' του άρθρου 23 Ν. 3889/2010, καθόσον βρίσκεται στα όρια των οικισμών, όπως αυτά έχουν εγκριθεί με πράξεις της Διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των π.δ.

της 21,11-1.12.1979 (Δ'693), της 2.3.- 13.3.1981 (Δ' 138) ή της 24.4-3,5.1985 (Δ'Ι81), καθώς και τα όρια των εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών ή ρυμοτομικών σχεδίων και όπως τα όρια αυτό έχουν εφαρμοστεί στο έδαφος. Από το σύνολο των ανωτέρω, προκύπτει ότι δεν υφίσταται πράξη διαταρακτική της νομής του εφεσίβλητου προγενέστερη του κρίσιμου χρονικού σημείου της 19- 03-2003, καθόσον για την απόκτηση από ιδιώτη ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, πρέπει, εκτός των λοιπών προϋποθέσεων, να αποδειχθεί συνεχής αδιατάρακτη τριακονταετής νομή και όχι κακή πίστη από τους διαδόχους νομής μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 (19-03-2003) και όχι μεταγενέστερα..., όπως εν προκειμένω επισυνέβη με το υπ' αριθμ. .../25-5-2012 έγγραφο.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο υπό στοιχείο β' λόγος έφεσης. Στη συνέχεια, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο επίδικο εμπίπτει σε ευρύτερη δασική έκταση, με κωδικό αριθμό ..., η οποία περιλαμβάνεται στις Δημόσιες Δασικές εκτάσεις του Δασικού Χάρτη Ο.Τ.Α. Πεντέλης. Όμως, ανεξαρτήτως της ως άνω απόφασης Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων, που σαφώς ενέταξε το επίδικο γεωτεμάχιο εντός των ορίων του οικισμού, η επίδικη εδαφική έκταση δεν αποδείχθηκε ότι είχε την μορφή δάσους.

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται, αφού δεν προσκομίζονται από το εκκαλούν, που έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης της σχετικής ενστάσεώς του, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αντίστοιχες αεροφωτογραφίες, που να ανάγονται κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του β.δ της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών" ή κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του από 3/15- 12-1833 β.δ/τος και να συνοδεύονται από φωτοερμηνεία ή άλλη τεχνική έκθεση, ώστε αποδεδειγμένα να προσδίδεται στο εν λόγω αγροτεμάχιο ο χαρακτήρας δάσους ή δασικής έκτασης, με την έννοια ότι η επίδικη εδαφική έκταση, ως εκ της φυσιογνωμίας της, να θεωρείται ως έχουσα ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), το οποίο μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος.

Επομένως, η επίδικη έκταση δεν προέκυψε ότι μπορεί να θεωρηθεί ως δασική ή χορτολιβαδική, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.998/1979, όπως τροποποιήθηκε από το ν.3208/2003, άλλως βάσει του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17-11/1- 12-1836 περί "ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, άλλως βάσει του άρθρου 1 του από 3/15- 12-1833 β.δ/τος.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ανήκει στις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016, σύμφωνα με την οποία "οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις, που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ...", καθόσον τούτο ουδόλως προέκυψε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα, από το με αρ. πρωτ. .../20-4- 2018 έγγραφο της Δ/νσης Περιβάλλοντος-Πολεοδομίας & Λειτουργιών Πόλης του Δήμου Πεντέλης σαφώς προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός κλειστού οικοδομικού τετραγώνου διανομής γεωργοκτηνοτρόφων και θεωρείται, από τον χρόνο της έγκρισης των ρυμοτομικών σχεδίων οριστικών διανομών του Υπουργείου Γεωργίας (προ του έτους 1975), ως οικόπεδο εντός σχεδίου, με όρους δόμησης, κατά παρέκκλιση άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων, ως εξής: 40% κάλυψη, 0,4 συντελεστή δόμησης και 9 μ.

μέγιστο ύψος (συμπεριλαμβανομένης υποχρεωτικής στέγης).

Συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο υπό στοιχείο δ' λόγος έφεσης. Περαιτέρω, η περιοχή του Δήμου Πεντέλης Αττικής κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και με την με αρ. 51060/31.10.2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 3585/Β'/4 .11.2016, διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Χαλανδρίου για το Δήμο Πεντέλης και ορίστηκε ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 8η-11-2016. Κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης στο δήμο Πεντέλης Αττικής ο ενάγων υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας ως προς το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με το ν. 2308/1995. Όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο έχει λάβει, ως γεωτεμάχιο εμβαδού 282 τ.μ., τον ΚΑΕΚ .../0/0 και μετά την υποβολή ενστάσεων καταχωρήθηκαν οι πρώτες εγγραφές στο αντίστοιχο κτηματολογικά βιβλίο, όπου για το επίδικο ενεγράφη εσφαλμένα ως κύριος το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή του Δήμου Πεντέλης Αττικής το επίδικο γεωτεμάχιο ανήκε στην κυριότητα του ενάγοντος.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε ως κύριο τον ενάγοντα, εφεσίβλητο δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας και διέταξε την διόρθωση της πρώτης εγγραφής, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις....".

Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκανε δεκτό το λόγο έφεσης που αφορούσε τα δικαστικά έξοδα και δέχθηκε την έφεση κατ'ουσίαν, ως προς το μέρος της που βάλλει κατά των δικαστικών εξόδων. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές που δέχθηκε το Εφετείο, έκρινε, ότι το επίδικο οικόπεδο, εκτάσεως 484,55 τ.μ., το οποίο αποτελούσε μέρος ευρύτερου ακινήτου, βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και εντός ορίων του οικισμού "...", του Δήμου Πεντέλης.

Επίσης δέχθηκε ότι τούτο, ως τμήμα ευρύτερου αγροτικού χαρακτήρα ακινήτου, νεμόταν αρχικά η "Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης", η οποία το μεταβίβασε ως τμήμα ευρύτερης έκτασης 2700 τ.μ. από το έτος 1965 στον Ε. Κ. δυνάμει του αναφερομένου αγοραπωλητηρίου, ο οποίος στην συνέχεια το έτος 1975 το μεταβίβασε ατύπως στον ενάγοντα.

Ότι τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοι του,ασκούσαν σ' αυτό πράξεις νομής, με καλή πίστη αδιάλειπτα από το έτος τουλάχιστον 1965, και συνολικά επί τριάντα τουλάχιστον έτη, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (19-3-2003), χωρίς καθόλο το χρονικό αυτό διάστημα, το Ελληνικό Δημόσιο, να προβάλει δικαίωμα ιδιοκτησίας ή να προβεί σε πράξη διαταρακτική της νομής τους, ούτε με την ανάρτηση του Προσωρινού Κτηματικού Χάρτη στις 17- 8-1983 και του Προσωρινού Κτηματικού Χάρτη και του Προσωρινού Κτηματολογικού Πίνακα της Κτηματικής Μονάδας ....

Έτσι ο ενάγων κατέστη κύριος αυτού σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α'του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 968/2018, 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018 ΟλΑΠ 1/1999).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίας πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 649/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν με σαφή και ορισμένο τρόπο και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 27/2021, ΑΠ 110/2020).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμ. 1α' του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1β' του ν. 3127/2003, καθόσον δέχθηκε ότι το επίδικο πριν από το 1975 αποτελούσε τμήμα ευρύτερης έκτασης 2.700 τ.μ,και επομένως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση με αυτά που δέχθηκε δεν παραβίασε ευθέως, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προεκτέθηκε, σύμφωνα με την οποία στο χρόνο της νομής του δικαιούχου προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων του, που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις της περίπτωσης β' του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, δηλαδή της αδιατάρακτης νομής του νομέα χωρίς αυτός να βρίσκεται σε κακή πίστη, ενώ δεν τίθεται ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης καθόλη τη διάρκεια της τριακονταετούς αδιατάρακτης νομής η επιφάνεια του ακινήτου να είναι μέχρι 2.000 τ.μ..

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1β' του Ν. 3127/2003, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και ότι η νομή του δεν ήταν αδιατάρακτη μέχρι τις 19-3-2003.

Επίσης, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.ΠολΔ και ειδικότερα ότι με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο δεν είχε χαρακτήρα δασικό. Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 της περιπτ.

β' του ν. 3127/2003 ως προς το ζήτημα της αδιατάρακτης νομής στο επίδικο, από τον αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους του, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 ετών, από πριν το έτος 1965 έως τις 19/03/2003 και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς μεταξύ τους αιτιολογίες και χωρίς αντιφάσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζητήματα της αδιατάρρακτης εκ μέρους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του νομής επί του επιδίκου, δεχόμενο ότι "..δεν υφίσταται πράξη διαταρακτική της νομής του εφεσιβλήτου προγενέστερη της 19-3-2003", ενόψει του ότι η ανάρτηση στις 17-8-1983 του Προσωρινού Κτηματολογικού Χάρτη και του Προσωρινού Κτηματολογικού Πίνακα Κτηματικής Μονάδας ...

δεν θεωρείται παρενόχληση και ως εκ τούτου δεν συνιστά την απαιτούμενη διατάραξη της νομής, εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη πιο πάνω νομική σκέψη. Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως αγροτικής και όχι δασικής, καθόσον αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς μεταξύ τους αιτιολογίες και χωρίς αντιφάσεις που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το πιο πάνω ζήτημα.

Συνεπώς, ο δεύτερος και τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τ'αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη το φωτοαντίγραφο του αποσπάσματος του Προσωρινού Κτηματικού Χάρτη και Προσωρινού Κτηματολογικού Πίνακα της Κτηματικής Μονάδας ... που αναρτήθηκε στις 17-8-1983 και το Υπόμνημα της Χρήσης Χρωμάτων που συνόδευε το πιο πάνω χάρτη και στο οποίο γινόταν αναφορά στις αεροφωτογραφίες του έτους 1937, σε συνδυασμό με το υπ'αριθ.

πρωτ. .../30-8-2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε το αναιρεσείον, στα οποία μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά (βλ. 24° φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του που υπέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-7-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4006/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ