Legislator Case Law & Legislation
727/2020 AI generated

Supreme Court overturns lower court ruling on fixed-term contract status, finding continuous employment relationship existed before new laws. The court ruled that the nature of the employment relationship was established as indefinite before the relevant laws came into force. The court found that the lower court incorrectly applied the law and failed to recognize the continuous nature of the employment relationship. The court ruled that the lower court incorrectly applied the law and failed to recognize the continuous nature of the employment relationship. The court ruled that the lower court incorrectly applied the law and failed to recognize the continuous nature of the employment relationship.

Case Number 727/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Thessaloniki's decision regarding the nature of the employment contract. The plaintiff argued that a continuous employment relationship existed from 1997, predating the 2004 regulations that restricted indefinite-term contracts. The court held that the lower court erred by applying the 2004 regulations to a relationship that began before their enactment, thereby incorrectly characterizing the contract as fixed-term. Consequently, the court found the employment relationship to be indefinite from the start and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 5 of Presidential Decree 164/2004; Article 21 of Law 2190/1994; Article 103 of the Constitution; Article 1999/70/EC Directive; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court must determine the nature of the employment relationship based on the actual facts and the timing of the relevant laws, and cannot apply restrictive regulations to relationships that commenced before their enactment.

Keywords

AI generated
employment contract indefinite term continuous employment relationship presidential decree 164 2004 law 2190 1994 constitutional employment rights remand for further examination civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 5 of Presidential Decree 164/2004
Article 21 of Law 2190/1994
Article 103 of the Constitution
Article 1999/70/EC Directive
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 727 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 727/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Ζάπρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Υπηρεσιών Νεάπολης Συκεών" και το διακριτικό τίτλο "Κ.Ε.Υ.Ν.Σ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μακρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν η 5581/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1795/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ ΑΠ 7/2011, 19/2007,18/2006). Κατά το άρθρο 21§1 ν.2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρ. 14§1 του ίδιου νόμου, όλοι δηλαδή οι φορείς του δημόσιου τομέα, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο Σμηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατά της ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρη.

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όταν πρόκειται για προσωπικό που προσλήφθηκε για εκτέλεση προγραμμάτων η έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς ή ερευνητικών προγραμμάτων ή προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς, επιτρέπεται οι σχετικές συμβάσεις να είναι διάρκειας ενός έτους και να παρατείνονται μέχρι το τέλος του προγράμματος ή του έργου ή την εκπλήρωση της ανειλημμένης υποχρέωσης.

Στη συνέχεια, στην παράγραφο, 4 του ίδιου άρθρου^ ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και; τέλος, ότι οι f προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του αρθρ. 103 παρ. 2 του Συντάγματος επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη . πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που • προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και τις διαφάνειας στις προσλήψεις στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, όπως καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής όπως ο νόμος ορίζει.

Επίσης, στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε και παρ. 8, με την οποία στα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη, είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2...

Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα.

Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του αρ. 1 του π.δ. 410/1988 και στη συνέχεια του ν. 2190/1994 και του ν. 2527/1997και οι οποίες ήδη κατέστησαν συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβανόταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά και της κοινής νομοθεσίας (άρθρα 55 έως 82 του π.δ. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστωνόταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον ως άνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων, που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των παγίων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.

Έτσι, μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τ-η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ν ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς αυτών που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ.

γ' της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους υπόλοιπους φορείς, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.

Στις συμβάσεις αυτές (υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 21 του ν. 2190/1994 και 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 8 του ν. 2112/1920. (Ολ. ΑΠ 19 και 20/2007).

2. Περαιτέρω, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1998 (που δημοσιεύτηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσότερων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚC-212/2002). Η οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004 που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τις 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Ειδικότερα, στο άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ. ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, πού καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ιδίους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου ΠΔ η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως , ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: 1 περ.

α' "1 Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστον χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση", 2. "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κειμένη νομοθεσία...", 3. "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" και 5 του ίδιου άρθρου του ως άνω Π.Δ. "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος".

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. αυτού (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007).

Αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των μεταβατικής ισχύος διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, η μετατροπή ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όπως από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 αυτού προκύπτει.

Ανεξάρτητα, όμως, από την πιο πάνω οδηγία και την προς εφαρμογή αυτής ρυθμίσεων του π.δ. 164/2004, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8§1 και 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α'85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από τον νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, του Δημοσίου και των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος των ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά των τυχόν απαγόρευση από τονόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠολ 13/2017, 7/2011, ΑΠ 598/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός, δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 1/2016, 7/2014, 2/2013).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη (ΑΠ 870/2018, ΑΠ 422/2017, ΑΠ 21/2015, ΑΠ 220/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από επισκόπηση του δικογράφου της από 10.6.2009 ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθμ. 1795/2017 Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) η ενάγουσα - αναιρεσείουσα εκθέτει ότι προσφλήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ ως γυμνάστρια και δη προκειμένου να απασχοληθεί στα διάφορα γυμναστήρια του Δήμου Συκεών που λειτουργεί το ως άνω εναγόμενο.

Ότι από την πρόσληψή της (8.12.1997) παρείχε τις υπηρεσίες της και συνεχίζει να τις προσφέρει στο εναγόμενο έως την άσκηση της αγωγής συνεχώς και αδιαλείπτως, έχοντας συμπληρώσει συνολικό χρόνο υπηρεσίας άνω των δώδεκα (12) ετών, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες στο εναγόμενο κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτήν.

Ότι αρχικά προσλήφθηκε για το χρονικό διάστημα: 1) από 8-12-1997 έως 30.6.1998 και μετά ταύτα, 2) από 16.11.1998 έως 30-6-1999, 3) από 11.10.1999 έως 15.6.2000, 4) από 24.10.2000 έως 28.6.2001, 5) από 3-12-2001 έως 23-7-2002, 6) από 12.9.2002 έως 15-6-2005, 9) από 10-10-2005 έως 30-6-2006, 10) από 14-9-2006 έως 29-6-2007, 11) από 2-5-2008 έως 2-12-2008 και 12) από 13-10-2008 έως 13-6-2009 με αντίστοιχες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αλλά και ότι ως την άσκηση της αγωγής απασχολήθηκε συνεχώς ως γυμνάστρια στα γυμναστήρια του εναγομένου, με τη σημείωση ότι στο κολυμβητήριο του εναγομένου απασχολήθηκε σε διαφορετικά καθήκοντα, ήτοι αυτά της γραμματειακής υποστήριξης.

Ότι αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της καθημερινά, τελώντας σε πλήρη υπηρεσιακή εξάρτηση από τον εναγόμενο ΝΠΙΔ, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, για την εξυπηρέτηση μόνιμων και διαρκών αναγκών στο πλαίσιο της επιδίωξης του σκοπού του, που είναι η παροχή μαθημάτων ενόργανης γυμναστικής, ρυθμικής γυμναστικής και μουσικοκινητικής αγωγής, αεροβικής γυμναστικής κ.λ.π.

των δημοτών του Δήμου Συκεών, με συνέπεια οι συμβάσεις αυτές, κατ' επίφαση να έχουν ονομασθεί συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού δεν εξυπηρετούσαν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες του εναγομένου και συνακόλουθα φέρουν τον χαρακτήρα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρ. 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του π.δ. 164/2007, για τη φύση της σχέσης αυτής με το εναγόμενο ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε με την ένδικη αγωγή να αναγνωρισθεί: 1) ότι η ανωτέρω σχέση εργασίας που την συνδέει με το εναγόμενο είναι σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και 2) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσφερόμενη απ' αυτήν εργασία της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5581/2015 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που την έκανε εν όλω δεκτή.

Κατά της οριστικής αυτής απόφασης άσκησε έφεση το εναγόμενο, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη απόφαση 1795/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που την έκανε δεκτή, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με το ακόλουθο σκεπτικό: "Στην προκειμένη περίπτωση ή με το προδιαληφθέν περιεχόμενο αγωγή είναι μη νόμιμη και εξ αυτού του λόγου απορριπτέα για τον λόγο ότι οι ένδικες συμβάσεις δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τούτο διότι οι άνω αναφερόμενες στην αγωγή επί μέρους διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά, δεν ήταν διαδοχικές, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι συμβάσεις αυτές και ιδίως αυτές που καταρτίσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, οπότε και μόνο λόγω του χρόνου σύναψής τους πριν την ισχύ των διατάξεων αυτών θα μπορούσε, κατά τα προαναφερθέντα, να γίνει υπαγωγή και επιτρεπτή εφαρμογή του άρθρου 8 του ν. 2112/20, αλλά και υπαγωγή στις διατάξεις του π.δ. 164/2004, απείχαν μεταξύ τους κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα μη υφισταμένης της έννοιας της δοαδοχικότητας και δη:

η πρώτη με τη δεύτερη 4 μήνες, η δεύτερη με την τρίτη 3 μήνες και 11 ημέρες, η τρίτη με την τέταρτη 4 μήνες, η τέταρτη με την πέμπτη 5 μήνες, η έκτη με την έβδομη 5 μήνες και η έβδομη με την όγδοη 3 μήνες και 4 ημέρες με αποτέλεσμα να μην υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμον συνοχή μεταξύ αυτών και έτσι δεν είχαν προσλάβει κατά τον κρίσιμο χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση ως την ισχύ των άνω, διατάξεων, ενιαίο χαρακτήρα σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατά την ανωτέρω έννοια".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδ. με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), καθώς και τις διατάξεις του π.δ. 164/2004 που προαναφέρθηκαν, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ενώ αντιθέτως εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των αρ. 21 του ν. 2190/1994, 5 παρ. 1 του π.δ. 164/2004 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, ως καθηγήτρια φυσικής αγωγής στο εναγόμενο ΝΠΙΔ, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου από τις 8-12-1997, οπότε καταρτίστηκε η αρχική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων επτάμηνης περίπου διάρκειας, ήτοι πριν την 18-4-2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις, η δε παροχή της εργασίας αυτής συνεχίσθηκε με τις επόμενες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και μετά την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων, όπως και εκείνων της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του εφαρμοστικού αυτής π.δ. 164/2004, ενώ ο καθορισμός του είδους των ως άνω επί μέρους συμβάσεων ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Κατά συνέπεια, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, η εν λόγω σύμβαση εργασίας είχε προσλάβει ήδη από το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση (8-12-1997) και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από τον νόμο της σύναψης της τέτοιας (αορίστου χρόνου). Ούτε συντρέχει περίπτωση έλλειψης συνοχής και χρονικής ενότητας των επικαλούμενων με την αγωγή διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η ενάγουσα επικαλείται ότι εργαζόταν συνεχώς στο εναγόμενο επί μία 12ετία. Σημειώνεται ότι η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρ. 5 του π.δ. 164/2004, που περιορίζει το δικαίωμα διακοπής σε τρεις το πολύ μήνες, προκειμένου να χαρακτηρισθούν οι συμβάσεις εργασίας διαδοχικές, δεν αφορά στην προκείμενη περίπτωση, όπου η αρχική σύμβαση και οι επόμενες αυτής τέσσερις διαδοχικές μέχρι τις 19-7-2004 είχαν καταρτισθεί πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω π.δ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1795/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ