Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the statute of limitations claim was never raised in lower courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the statute of limitations to a claim for moral damages based on non-conformity, but this specific claim had never been formally raised in the first or second instance proceedings. The court held that since the limitation defense was not presented to the lower courts, it cannot be introduced for the first time in the appeal, rendering the appeal inadmissible under procedural law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a statute of limitations defense that was not raised in the lower courts is inadmissible as it violates the principle of contradiction and procedural economy.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 727 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 727/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Θ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Ευσταθίου. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βαβανού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-5-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του ΑΚ, "ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα". Συνομολογημένη ιδιότητα είναι τα φυσικά γνωρίσματα ή πλεονεκτήματα του πράγματος, ακόμη δε και οποιαδήποτε σχέση, η οποία λόγω του είδους και της διάρκειάς της επιδρά κατά τις συναλλαγές στην αξία ή τη χρησιμότητά του.
Τέτοια είναι και η ιδιότητα ενός ακινήτου ως οικοδομήσιμου. Πότε ο πωλητής δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του ορίζεται στο άρθρο 535 του ΑΚ, όπου αναφέρεται ότι αυτό συμβαίνει αν το πράγμα που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, ενώ ακολούθως απαριθμούνται ενδεικτικά μόνον ορισμένα κριτήρια που συνιστούν προϋποθέσεις εννοιολογικού προσδιορισμού της ελαττωματικότητας του πράγματος.
Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή, χωρίς τις άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα, είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους είτε για πώληση είδους, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, κατά το άρθρο 540 παρ.1 περ. 3 ΑΚ, διότι μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, ήτοι μετά την παράδοση σ' αυτόν του πράγματος και τη διαπίστωση της ελαττωματικότητάς του, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 επ.
ΑΚ και όχι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ. Η ευθύνη του πωλητή, στην περίπτωση αυτή είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από την γνώση ή την έστω ανυπαίτια άγνοια αυτού περί της υπάρξεώς του ελατώματος (ΑΠ 420/2016). Από τα δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ η υπαναχώρηση, με την άσκηση της οποίας καταλύεται εξ ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή της διαπλάθεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία είναι υπόχρεοι να αποδώσουν ο μεν αγοραστής το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος που αποκόμισε ο δε πωλητής το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης.
Ειδικότερα, οι αξιώσεις που απορρέουν για τα μέρη σε περίπτωση υπαναχώρησης από την πώληση ρυθμίζονται από το άρθρο 547 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3043/2002, ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε από το πράγμα, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα.
Το δικαίωμα υπαναχώρησης της πώλησης ενδέχεται να έχει ασκηθεί εξώδικα και αρκεί προς τούτο η άτυπη δήλωση του αγοραστή από την περιέλευση της οποίας στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης, το γεγονός δε αυτό, δηλαδή της εξώδικης υπαναχώρησης από την πώληση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρ. 70 ΚΠολΔ.
Επίσης μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα, και παραδεκτά μπορούν να σωρευθούν σ' αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση της πώλησης (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 733/2001). Σε κάθε όμως περίπτωση, το δικαίωμα της υπαναχώρησης πρέπει να ασκηθεί πριν τη συμπλήρωση της προθεσμίας του άρθρου 554 του ΑΚ, όπως ισχύει, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα του αγοραστή (για υπαναχώρηση ή μείωση του τιμήματος ή για αποζημίωση λόγω ελαττώματος) παραγράφονται μετά την πάροδο δύο ετών για τα κινητά και πέντε ετών για τα ακίνητα, με έναρξη της παραγραφής, όπως το άρθρο 555 του ίδιου Κώδικα ορίζει, από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή (ΑΠ 1596/2014).
Δηλαδή στην προθεσμία αυτή (η οποία ως προς τα διαπλαστικά δικαιώματα της μείωσης του τιμήματος και της υπαναχώρησης έχει -από καθαρά δογματική άποψη- χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας), υπόκειται το ανωτέρω, πρωτογενές, δικαίωμα του αγοραστή για υπαναχώρηση, λόγω της ύπαρξης των πραγματικών ελαττωμάτων ή ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας, και όχι και οι δευτερογενείς αξιώσεις του εκ του άρθρου 547 ΑΚ, που απορρέουν από την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης (όπως η απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος).
Αυτές υπόκεινται στη συνήθη παραγραφή, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω, το πρωτογενές δικαίωμα της υπαναχώρησης, καθόσον ανατρέπονται τα δικαιοπρακτικά αποτελέσματα της σύμβασης της πώλησης, λόγω λύσης αυτής, εξαιτίας της έγκυρης άσκησης της υπαναχώρησης, ώστε να μην υπάρχει νόμιμη αιτία καταβολής του τιμήματος.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 274 ΑΚ: "όταν παραγραφεί η κύρια αξίωση, συμπαραγράφονται και οι παρεπόμενες από αυτήν αξιώσεις, και αν ακόμη δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή που ισχύει γι` αυτές". Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι αφενός η παραγραφή της κυρίας αξιώσεως και αφετέρου η ύπαρξη παρεπομένων αξιώσεων.
Τέτοιες είναι εκείνες, των οποίων η γένεση προϋποθέτει κυρία αξίωση, η οποία παραγράφηκε, και δεν συμπεριλαμβάνονται σ' αυτές οι εκ του άρθρου 547 ΑΚ δευτερογενείς αξιώσεις που απορρέουν από την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης- όπως η απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος- καθόσον οι τελευταίες αποτελούν την αναγκαία συνέπεια της ενέργειας της υπαναχώρησης και συνιστούν κύρια αξίωση του αγοραστή ως συνέπεια της λύσης της σύμβασης πωλήσεως λόγω της ασκηθείσης εγκύρως από αυτόν της υπαναχώρησης (ΑΠ 663/2016).
Όμως, ο πωλητής, σύμφωνα με το άρθρο 557 ΑΚ, όπως ισχύει, δεν μπορεί να επικαλεστεί τη σύντομη παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ αν απέκρυψε ή αποσιώπησε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας. Στην περίπτωση αυτή η παραγραφή είναι κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 149 ΑΚ εικοσαετής. Δόλια απόκρυψη κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης υπάρχει όταν ο πωλητής, κατά τον χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή (βλ.
άρθρο 522 ΑΚ), αν και γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας (άρθρο 534 ΑΚ), δεν τα γνωστοποιεί στον αγνοούντα αυτά αγοραστή, παρά την υποχρέωσή του προς τούτο από την συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 177/2012). Τέλος, κατά το άρθρο 545 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 16§1 ν. 3853/2010, αν ο αγοραστής παρέλαβε το πράγμα χωρίς επιφύλαξη, γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, λογίζεται ότι το αποδέχθηκε.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση του πωλητή και για την πληρότητά του απαιτείται η επίκληση της ανεπιφύλακτης παραλαβής του πωληθέντος πράγματος και επίκληση ότι η παραλαβή έγινε εν γνώσει του ελαττώματος ή της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας (ΑΠ 205/2015, ΑΠ 975/2011).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέροντην αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Το έτος 2003 ο ενάγων αποφάσισε να προβεί σε αγορά ενός οικοπέδου εντός της πόλης της … για να αναγείρει κατοικία και στα πλαίσια έρευνάς του για την ανεύρεση του κατάλληλου οικοπέδου πληροφορήθηκε ότι η εναγομένη...
διέθετε προς πώληση ένα οικόπεδο στη θέση "..." της πόλης …, εμβαδού 180 τμ. Πράγματι ο ενάγων ήλθε σε διαπραγμάτευση με την εναγομένη για την αγορά του οικοπέδου αυτού και η τελευταία τον διαβεβαίωσε ότι το οικόπεδό της ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, χωρίς να φέρει κανένα νομικό βάρος ή οποιοδήποτε άλλο ελάττωμα που θα καθιστούμε ανέφικτη την ανοικοδόμησή του και ιδίως δεν βρισκόταν σε περιοχή που είχε κηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος.
Έτσι οι διάδικοι συμφώνησαν να προβούν στην αγοραπωλησία του οικοπέδου και στις 19-11-2003 καταρτίστηκε μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό αρραβώνα, με βάση το οποίο η εναγομένη υποσχέθηκε να μεταβιβάσει την κυριότητα, νομή και κατοχή του ιδανικού μεριδίου της (1/2) εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση "..." της Χώρας … εμβαδού 180 τμ, που εμφαίνεται με τα στοιχεία Δ-Ε-Ζ-Η σε σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ.
Κ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 12 μέτρων με ανώνυμη οδό πλάτους 6 μέτρων, νότια σε πλευρά Δ-Ε μήκους 12 μέτρων με ιδιοκτησίες εναγομένης και Λ. Θ., ανατολικά σε πλευρά Ζ-Ε μήκους 15 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. και δυτικά σε πλευρά Η-Δ μήκους 15 μέτρων με ανώνυμη οδό πλάτους 6 μέτρων, αντί συνολικού τιμήματος εξ 65.000 ευρώ, μέρος του οποίου 20.000 καταβλήθηκε ως αρραβώνας...
Στη συνέχεια οι διάδικοι προέβησαν στην κατάρτιση και του οριστικού συμβολαίου και πράγματι στις 21-1-2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. ...4/21-1-2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Σ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. στον τόμο 74 και αύξοντα αριθμό 508, η εναγόμενη μεταβίβασε στον ενάγοντα το ιδανικό της μερίδιο (1/2) εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω οικοπέδου έναντι αναγραφόμενου για φορολογικούς λόγους και αντιστοιχούντος στην αντικειμενική κατά το χρόνο εκείνο αξία του ακινήτου, τιμήματος ποσού 25.796,10 ευρώ και ο ενάγων κατέβαλε στον άνω λογαριασμό της εναγομένης το πραγματικά συμφωνηθέν υπόλοιπο ποσό του τιμήματος εκ 45.000 ευρώ.
Στο ανωτέρω συμβόλαιο η εναγόμενη ρητά δήλωσε υπεύθυνα ότι το πωλούμενο ακίνητο δεν βρίσκεται σε ρέμα, αιγιαλό, ζώνη παραλίας, βιότοπο, δημόσιο κτήμα ή αρχαιολογικό χώρο (6η σελίδα συμβολαίου), ενώ στο συμβόλαιο προσαρτήθηκε και το από 21-1-2004 τοπογραφικό διάγραμμα του συζύγου της εναγόμενης, αρχιτέκτονα - μηχανικού Χ.
Κ., με σημείωση ότι το πωλούμενο οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Περαιτέρω απεδείχθη ότι μετά την αγορά του ακινήτου, ο ενάγων ανέθεσε στην αρχιτέκτονα μηχανικό Ε. Λ. τη σύνταξη αρχιτεκτονικής μελέτης με σκοπό την έκδοση οικοδομικής άδειας και ακολούθως η άνω μηχανικός υπέβαλε σχετική αίτηση προς την Πολεοδομία και προς την ΚΑ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων συνοδευόμενη από το συνταχθέν άνω τοπογραφικό για τη χορήγηση άδειας εκσκαφής, πλην όμως τέτοια άδεια ουδέποτε χορηγήθηκε στον ενάγοντα, καθόσον διαπιστώθηκε μετά την έρευνα της άνω μηχανικού ότι το πωληθέν σε αυτόν ακίνητο βρισκόταν εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να οικοδομηθεί.
Πράγματι δέκα μήνες μετά την σύναψη της επίδικης σύμβασης και συγκεκριμένα στις 22-11-2004 ο ενάγων υπέβαλε αρχικά την υπβ αριθμ. πρωτ. ….34/22.11.2004 αίτησή του προς την ΚΑ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, με την οποία ζήτησε να του αποσταλεί το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το υπ' αριθμ....2/8-6-1996 έγγραφο της ΚΑ' Εφορείας και αφορά οικόπεδο ιδιοκτησίας του για να προβεί σε έκδοση οικοδομικής άδειας.
Το ανωτέρω υπ' αριθμ. …02/8-6-1996 έγγραφο της άνω Υπηρεσίας έχει ως θέμα έγκριση αρχιτεκτονικής μελέτης, απευθύνεται προς τον Χ. Κ., αρχιτέκτονα μηχανικό και σύζυγο της εναγομένης, καθώς και στον αδελφό της συνιδιοκτήτη του επιδίκου Λ. Θ. και χωρίς να περιγράφει το ακίνητο εγκρίνει την αρχιτεκτονική μελέτη δύο οικοδομών με αριθμ.
πρωτ. αίτησης …85 και …87, αλλά θέτει περιορισμούς για το ακίνητο της υπ' αριθμ.πρωτ. ..85 αίτησης αναγράφοντας ότι η οικοδομή πρέπει να τοποθετηθεί στο νότιο τμήμα, με ποσοστό κάλυψης 70% της συνολικής επιφάνειας, να μη γίνει υπόγειο και η θεμελίωση να γίνει με τη μέθοδο της γενικής κοιτόστρωσης. Η ανωτέρω Υπηρεσία απήντησε στον ενάγοντα με το υπ' αρ.
πρωτ. 9834/26-11-2004 έγγραφό της αποστέλλοντας το τοπογραφικό διάγραμμα που αφορούσε το υπ' αριθμ. πρωτ. 1587 ακίνητο, το οποίο όμως ήταν διαφορετικό ακίνητο από αυτό του ενάγοντος. Έτσι ο ενάγων επανήλθε με νέα υπ' αριθμ. πρωτ. 10162/2-12-2004 αίτησή του προς την άνω Υπηρεσία ζητώντας το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το υπ' αριθμ....2/1996 έγγραφο και αφορά το ακίνητο με αριθμό αίτησης 1585.
Επί της νέας αυτής αιτήσεως η άνω Υπηρεσία απάντησε στον ενάγοντα με το υπ' αριθμ. πρωτ. …62/12-1-2005 έγγραφό της, αποστέλλοντας σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, επισημαίνοντας παράλληλα ότι προκειμένου να εκδοθεί άδεια οικοδομής στο οικόπεδο αυτό πρέπει να τηρηθούν οι όροι που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. πρωτ....2/8-6-1996 έγγραφο της ΚΑ' Εφορείας, ήτοι η οικοδομή να τοποθετηθεί στο νότιο τμήμα, με ποσοστό κάλυψης 70% της συνολικής επιφάνειας, να μη γίνει υπόγειο και η θεμελίωση να γίνει με τη μέθοδο της γενικής κοιτόστρωσης.
Μετά την παραλαβή του τοπογραφικού διαγράμματος από την άνω Υπηρεσία, ο ενάγων διαπίστωσε ότι το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα είχε ημερομηνία 12-11-1988, είχε συνταχθεί από τον ίδιο αρχιτέκτονα μηχανικό σύζυγο της εναγομένης Χ. Κ. και αφορούσε ένα ενιαίο μεγαλύτερο οικόπεδο εμβαδού 382 τμ, τμήμα τον οποίον, ήτοι το βορειότερο, εμβαδού 194 τ.μ.
κατά νεότερη καταμέτρηση, αγόρασε ο ενάγων, ενώ το νοτιότερο τμήμα, εμβαδού 188 τ.μ, παρέμεινε στη συνιδιοκτησία της εναγόμενης και του αδελφού της Λ. Θ., ήτοι ο ενάγων αγόρασε το βόρειο τμήμα ενός αρχικού ακινήτου μετά από κατάτμηση αυτού. Ακολούθως, κατόπιν έρευνας της εντολοδόχου μηχανικού διαπιστώθηκε ότι κατά το θέρος του 1994 περατώθηκε η ανασκαφική έρευνα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στο ανωτέρω αρχικό οικόπεδο συνιδιοκτησίας της εναγόμενης και σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
πρωτ. 163/11-1-1995 γνωμοδότηση του καθηγητή Β. Λ. στο βόρειο τμήμα του ακινήτου αποκαλύφθηκαν φτωχά λείψανα θεμελίων κτισμάτων της ύστερης αρχαιότητας πάνω στο μαλακό βράχο, τα οποία αποτελούσαν τη συνέχεια της οικίας του ψηφιδωτού, η αποκόλληση του οποίου έδωσε την ευκαιρία να ερευνηθεί η κάτω από τα δάπεδά του επίχωση και διαπιστώθηκε ότι διατηρήθηκαν τα λείψανα μιας οικίας.
Με βάση αυτήν τη γνωμοδότηση από πλευράς αρχαιολογικού ενδιαφέροντος το οικόπεδο (αρχικό) μπορεί να οικοδομηθεί με τους εξής όρους: α) να μείνει ελεύθερο το βορειότερο τμήμα μέχρι τη βόρεια οικοδομική γραμμή της όμορης ανατολικά οικίας, όπου ο αρχαίος ορίζων ευρίσκεται αμέσως κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, β) η νέα οικοδομή μπορεί να αναγερθεί στο πολύ μεγαλύτερο νότιο τμήμα, με τον όρο ότι τα θεμέλιά της δεν θα καταστρέψουν τα υφιστάμενα βαθύτερα αρχαία.
Με βάση την ανωτέρω γνωμοδότηση εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. 2045/25.4.1995 απόφαση της ΚΑ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, που απευθύνθηκε στον αδελφό της εναγομένης και αποφασίστηκε να χορηγηθεί άδεια ανέγερσης οικοδομής με τους όρους να μείνει ελεύθερο το βορειότερο τμήμα μέχρι τη βόρεια οικοδομική γραμμή της όμορης ανατολικά οικίας και η οικοδομή μπορεί να αναγερθεί στο νότιο τμήμα.
Ακολούθως, η άνω Υπηρεσία με το υπ' αριθμ. πρωτ. 772/14-2-2005 έγγραφό της απήντησε στον ενάγοντα ότι το οικόπεδο Θ. μπορεί να οικοδομηθεί με τους ανωτέρω όρους που είχαν αποφασιστεί με την υπ' αριθμ. …45/25.4.1995 απόφαση. Στη συνέχεια σε νέα αίτηση του ενάγοντος για λήψη σχετικής άδειας, η άνω Υπηρεσία απήντησε με το υπ' αριθμ.
πρωτ. …62/18-12-2006 έγγραφο στο οποίο αναγράφονται τα ακόλουθα: "Σχετικά με το θέμα σας κάνουμε γνωστά τα εξής: Το γήπεδο που αναφέρεται στο θέμα, έκτασης 194 τμ, βρίσκεται στη θέση "..." …, εκτός των ορίων οικισμού και εντός των ορίων κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου και προήλθε από νόμιμη κατάτμηση ενιαίου γηπέδου έκτασης 382,39 τμ φερόμενης ιδιοκτησίας Λ.
Θ.. Ειδικότερα, το υπόψη γήπεδο αντιστοιχεί στο βόρειο ήμισυ (προ κατατμήσεως ενιαίου) γηπέδου Λ. Θ.. Στο βόρειο τμήμα του γηπέδου Λ. Θ. (νυν ιδιοκτησίας Γ. Λ.) αποκαλύφθηκαν με ανασκαφές που διενέργησε η Αρχαιολογική Εταιρεία το 1994 υπό τη διεύθυνση του Καθηγητή Β. Λ. θεμέλια κτισμάτων της ύστερης αρχαιότητας με χρήση μέχρι τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους.
Τα κατάλοιπα αυτά αποτελούσαν κατά πάσα πιθανότητα τη συνέχεια της οικίας του ψηφιδωτού, που είχε αποκαλύψει παλαιότερα ο Κοντολέων. Κάτω από το ψηφιδωτό (που πλέον εκτίθεται μαζί με τις τοιχογραφίες της οικίας στο Αρχαιολογικό Μουσείο Νάξου) διατηρούνταν τα κατάλοιπα μιας παλαιότερης φάσης της ίδιας οικίας.
Στο νότιο τμήμα του γηπέδου δεν βρέθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Για τους παραπάνω λόγους με την ΚΑ' ΕΠΚΑ 25-4-1995 απόφαση χορηγήθηκε άδεια οικοδομής μόνο στο νότιο τμήμα του γηπέδου Α. Θ.. Σε συνέχεια οικοδομικού αιτήματος του Γ. Λ. η Υπηρεσία μας του γνωστοποίησε ότι η ιδιοκτησία του αποτελεί το βόρειο τμήμα της ιδιοκτησίας Λ.
Θ., η οποία σύμφωνα με την προαναφερόμενη απόφαση δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί. Ακολούθως ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε αίτηση απαλλοτρίωσης του ακινήτου". Από το ανωτέρω έγγραφο σε συνδυασμό με τα τοπογραφικά διαγράμματα της 12-11-1988 και 21-1-2004 του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Κ., σαφώς προκύπτει ότι το οικόπεδο που αγόρασε ο ενάγων, προερχόμενο από κατάτμηση του αρχικού οικοπέδου, αποτελεί το βόρειο τμήμα του που βρίσκεται εντός του ανωτέρω αρχαιολογικού χώρου και δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί, ήτοι δεν έχει την ουσιώδη ιδιότητα για την οποία ο ενάγων προέβη στην αγορά του (δυνατότητα οικοδόμησης) και επιδρά, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, στην αξία και χρησιμότητα αυτού, η δε εναγομένη, ως πωλήτρια, προέβη σε δήλωση έχουσα ως περιεχόμενο τη θέση του ακινήτου εκτός αρχαιολογικού χώρου, όπως προκύπτει από το συμβόλαιο και επομένως η ενάγουσα, ως πωλήτρια, ευθύνεται αντικειμενικά (εγγυητική ευθύνη), ήτοι ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος στο πρόσωπό της, με αποτέλεσμα να παρέχεται στον ενάγοντα, ως αγοραστή και λόγω της έλλειψης της παραπάνω συνομολογημένης ιδιότητας, το δικαίωμα της υπαναχώρησης από την πώληση, σύμφωνα με το άρθρο 540 ΑΚ, το οποίο, βάσει του άρθρου 547 ΑΚ, συνεπάγεται την ανατροπή της σύμβασης πώλησης και την ίδρυση σταδίου εκκαθάρισης αυτής, κατά το οποίο οι υπόχρεοι οφείλουν να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν εκατέρωθεν και συγκεκριμένα ο μεν αγοραστής το πράγμα, ο δε πωλητής το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης, ήτοι συμβολαιογραφικά δικαιώματα, έξοδα μεταγραφής, φόρους και τέλη κάθε φύσης, αμοιβές πληρεξουσίων δικηγόρων και μεσιτών κλπ.
Το εν λόγω δικαίωμα υπαναχώρησης άσκησε ο ενάγων με σχετική δήλωσή του στην υπό κρίση αγωγή, με αποτέλεσμα η εναγομένη να υποχρεούται να αποδώσει σε αυτόν το καταβληθέν τίμημα και όλες τις λοιπές δαπάνες, στις οποίες με αφορμή τη σχετική σύμβαση πώλησης υποβλήθηκε ο τελευταίος. Εξάλλου, από την ίδια παραπάνω σειρά πραγματικών περιστατικών, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη γνώριζε ήδη από το έτος 1995, οπότε και είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ.
…45/1995 απόφαση της Εφορείας Αρχαιοτήτων, ότι το βόρειο τμήμα του αρχικού ακινήτου δεν είχε δυνατότητα οικοδόμησης, δεδομένου ότι τόσο η υπ' αριθμ. …45/1995 απόφαση, όσο και η μεταγενέστερη υπ' αριθμ. …02/1996 απόφαση, που αποφαίνονται ότι το βόρειο τμήμα του ακινήτου δεν είναι οικοδομήσιμο, αλλά η όποια οικοδομή πρέπει να γίνει μόνο στο νότιο τμήμα, κοινοποιήθηκαν στον συνιδιοκτήτη αδελφό της Λ.
Θ., ενώ η υπ' αριθμ. …02/1996 απόφαση και στο σύζυγό της Χ. Κ., ο οποίος ήταν ο συντάξας τα αρχιτεκτονικά σχέδια αρχιτέκτων μηχανικός και προφανώς συνέταξε τα σχέδια αυτά του οικοπέδου κατόπιν εντολής της εναγόμενης συζύγου του, η οποία ήταν ενήμερη των περιορισμών δόμησης του αρχικού ακινήτου και παρά τη γνώση της για την θέση του βόρειου τμήματος του ακινήτου συνιδιοκτησίας της εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, προέβη σε κατάτμηση αυτού, αποφασίζοντας να πωλήσει το βόρειο τμήμα, παρέστησε ψευδώς στον ενάγοντα ότι το πωληθέν από αυτήν ακίνητο (βόρειο τμήμα του αρχικού ακινήτου) δεν βρισκόταν σε αρχαιολογικό χώρο, αποσιωπώντας την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας περί δυνατότητας οικοδόμησης του πωληθέντος και έπεισε αυτόν να προβεί σε αγορά του, έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι το τίμημα της αγοραπωλησίας εξ 65.000 ευρώ, βλάπτοντας την περιουσία του ενάγοντος κατά το ίδιο ποσό.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων, ως κάτοικος Νάξου, γνώριζε ότι το ακίνητο βρισκόταν εντός αρχαιολογικού χώρου, αφού η ίδια κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων του είχε χορηγήσει την υπ' αριθμ. …02/1996 απόφαση της ΚΑ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων και παρά τη γνώση του προέβη στην αγορά του.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγόμενης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν είναι λογικό κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο ενάγων να προβεί στην αγορά ακινήτου, το οποίο είναι ουσιαστικά άχρηστο, αφού δεν μπορεί να οικοδομηθεί και δεν θα υπήρχε κανένας σκοπός για την αγορά του, επιπλέον δε ουδόλως αποδεικνύεται ότι η εναγομένη είχε χορηγήσει σ' αυτόν την άνω υπ' αριθμ. ...2/1996 απόφαση της άνω Υπηρεσίας, η οποία σημειωτέον δεν περιγράφει καν το ακίνητο για το οποίο αναγράφει τους περιορισμούς δόμησης, αλλά αναφέρει μόνο τον αριθμό αίτησης για το επίδικο ακίνητο.
Αντίθετα πλήρως αποδεικνύεται ότι η άνω απόφαση τέθηκε υπόψη του ενάγοντος μόνο μετά την εκ μέρους του ανάθεση της χορήγησης οικοδομικής άδειας στην αρχιτέκτονα μηχανικό Ε. Λ., η οποία κατά την έρευνά της στην ΚΑ' Εφορεία βρήκε την άνω απόφαση και τα λοιπά προσκομισθέντα και επικληθέντα από τον ενάγοντα έγγραφα, όπως η υπ' αριθμ.
πρωτ. …45/1995 απόφαση της άνω Υπηρεσίας και η υπ' αριθμ. πρωτ. 163/11-1-1995 γνωμοδότηση του καθηγητή Β. Λ.... Περαιτέρω, λόγω της δόλιας απόκρυψης της έλλειψης ουσιώδους συμφωνημένης ιδιότητας (δυνατότητα οικοδόμησης), την οποία η εναγομένη δεν γνωστοποίησε στον ενάγοντα κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου, παρά την υποχρέωσή της προς τούτο από τη συναλλακτική καλή πίστη, η αξίωση του ενάγοντος δεν υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 555 ΑΚ, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 557 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 149 ΑΚ περί της γενικής εικοσαετούς παραγραφής.
Επιπλέον ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά, λόγω παρόδου επτά ετών από την πώληση του ακινήτου σε συνδυασμό με τη γνώση του για τη θέση του ακινήτου εντός αρχαιολογικού χώρου λόγω γνωστοποίησής του κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων της υπ' αριθμ. ...2/1996 απόφασης της άνω Υπηρεσίας και τον έλεγχο που διενήργησε από δικηγόρο και μηχανικό, το χαμηλό τίμημα της αγοραπωλησίας και του αιτήματος για απαλλοτρίωση του ακινήτου και ακολούθως τη διανομή του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον απεδείχθη, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ότι η εναγομένη δεν είχε γνωστοποιήσει στον ενάγοντα την άνω υπ' αριθμ. ...2/1996 απόφαση της ΚΑ' Εφορείας, ο έλεγχος που έγινε πριν την υπογραφή του συμβολαίου αφορούσε την ύπαρξη βαρών στο ακίνητο, η παρέλευση επτά ετών από την αγορά δεν καθιστά την αγωγή καταχρηστική, δεδομένου ότι ο ενάγων σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα προσπαθούσε να βρει λύση στην εμπλοκή του με την Αρχαιολογική Υπηρεσία, με απανωτές αιτήσεις για χορήγηση οικοδομικής άδειας και ακολούθως υποβολή αιτήματος απαλλοτριώσεως του επιδίκου, προκειμένου με τη σειρά του να παραδώσει το ακίνητο στο Ελληνικό Δημόσιο, λαμβάνοντας σχετική αποζημίωση, και ακολούθως λόγω μη συναίνεσης του συνιδιοκτήτη στην απαλλοτρίωση, ζήτησε τη διανομή του ακινήτου με το συνιδιοκτήτη, ώστε να μπορεί αυτοβούλως να ζητήσει την απαλλοτρίωση του δικού του τμήματος του ακινήτου, σε κάθε δε περίπτωση το τίμημα που ο ενάγων κατέβαλε για την αγορά του 1/2 εξ αδιαιρέτου δεν είναι μικρό, αλλά είναι μεγαλύτερο από την αντικειμενική αξία (106.804,91 ευρώ αξία όλου ακινήτου), λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν αγόρασε την πλήρη κυριότητα ενός ακινήτου αλλά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και ήταν υποχρεωμένος να συνεννοείται για αυτό με τον άλλο συνιδιοκτήτη." Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμους από ουσιαστική άποψη:
α) Τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε την ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). β) Το δεύτερο λόγο, με τον οποίο επανέφερε την ένστασή της περί παραγραφής των εκ της πωλήσεως αξιώσεων (άρθρο 554 ΑΚ), τον οποίο η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση είχε απορρίψει με την αιτιολογία ότι η εναγομένη πωλήτρια αποσιώπησε με δόλο την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας και επομένως δεν μπορούσε να επικαλεστεί την σύντομη παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ.
Και γ) τον τρίτο λόγο, με τον οποίο επανέφερε την ένστασή της περί ανεπιφύλακτης παραλαβής του ακινήτου (άρθρο 545 ΑΚ, όπως είχε, προτού καταργηθεί με το άρθρο 16 παρ. 1 ν. 3853/2010). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα:
α) της αποσιωπήσεως από την πωλήτρια με δόλο της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας, β) της μη παραλαβής από τον αγοραστή του ακινήτου ανεπιφύλακτα και γ) της μη καταχρηστικότητας της ασκήσεως των ενδίκων δικαιωμάτων από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο. Με τις ανωτέρω παραδοχές της προβαλλόμενης απόφασης καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των κανόνων που εφαρμόσθηκαν, δηλαδή των άρθρων 554, 557, 545 (όπως είχε προτού καταργηθεί) και 281 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Οι παραδοχές, ειδικότερα, της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η εναγομένη πωλήτρια αποσιώπησε με δόλο την έλλειψη της δυνατότητας οικοδομήσεως του πωληθέντος οικοπέδου λόγω -προηγουμένης της πωλήσεως- απαγορεύσεως της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, είναι σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αφού προσδιορίζεται το είδος του ακινήτου, η απαγόρευση ανοικοδομήσεως, η αιτία της, καθώς και η γνώση αυτών από την εναγομένη διά του, αρχιτέκτονος μηχανικού, συζύγου της.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 557 ΑΚ, ο τρίτος λόγος (κατά το δεύτερο σκέλος του), που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο τέταρτος λόγος, που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 545 ΑΚ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα.
Επί πλέον, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο επομένως δεν παραβίασε (δια τη μη εφαρμογής του) το Εφετείο και γι' αυτό ο τρίτος ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος για ευθεία παραβίαση (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και μόνη δεν συνιστά άνευ άλλου και αδικοπραξία, είναι όμως δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με τη οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί (Ολομ ΑΠ 967/1973).
Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση και εξωσυμβατικής ευθύνης από αδικοπραξία του πωλητή θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος κατά το χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή να αποδίδεται σε υπαίτια (δόλια) συμπεριφορά του πωλητή, με την οποία αυτός με πρόθεση επιδιώκει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στον αγοραστή, αναφορικά με την ύπαρξη του ελαττώματος του πράγματος ή την έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την (διαζευκτικά και όχι σωρευτικά) απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον αγοραστή που τα αγνοεί επιβαλλόταν από την καλή πίστη ή την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή.
Οι αξιώσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία είναι δυνατόν να συρρέουν και να ασκηθούν παράλληλα, δεν μπορούν όμως εφόσον αλληλοκαλύπτονται και να ικανοποιηθούν μαζί, αφού η ικανοποίηση της μιας καθιστά χωρίς αντικείμενο την άλλη (ΑΠ 1190/2007), εκτός εάν από την τελευταία παρέχεται πρόσθετη έννομη προστασία, μη παρεχόμενη από τη συρρέουσα αντικειμενικά (ΑΠ 737/2011).
Οι αξιώσεις από την αδικοπραξία, όπως είναι εκείνη της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν υπόκειται στην παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ, η οποία αφορά στις εκ της συμβάσεως πωλήσεως αξιώσεις, αλλά σε εκείνη του άρθρου 937 ΑΚ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προβλήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και αν ακόμη είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο και έτσι δεν έγιναν αντικείμενο έρευνας της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης. Αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο όπως είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και επιπλέον να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως ή επαναφοράς τους στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήσαν παραδεκτοί και νόμιμοι, αλλιώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα της διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ, απέρριψε το λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο είχε επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή της περί παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με την επίκληση ότι από το χρόνο που έλαβε γνώση της ελλείψεως της συνομολογημένης ιδιότητας (14.2.2005) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (12.7.2011) συμπληρώθηκε ο οριζόμενος από το άρθρο 937 ΑΚ χρόνος παραγραφής για τις από αδικοπραξία αξιώσεις.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού τέτοιος ισχυρισμός (ένσταση και αντίστοιχος λόγος εφέσεως), που σημειωτέον δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης, δεν είχε προταθεί ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας ούτε στο Εφετείο με την έφεση.
Τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (από 25.3.2013 προτάσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και από 17.12.2013 εφετήριο), στα οποία ο Άρειος Πάγος προβαίνει για τη διερεύνηση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης. Από την επισκόπηση αυτών προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε προβάλλει μόνο την ένσταση παραγραφής για τις εκ της συμβάσεως πωλήσεως ένδικες αξιώσεις, όχι και για την από αδικοπραξία αξίωση περί χρηματικής ικανοποιήσεως, η οποία είναι διαφορετική και δεν ταυτίζεται ούτε εμπεριέχεται στις πρώτες.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Μαΐου 2017 αίτηση της Α. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.-
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ