Legislator Case Law & Legislation
727/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lawyer's jurisdiction and substantive grounds regarding claim scope.

Case Number 727/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court distorted the original complaint by failing to account for additional inheritance distribution claims, while the respondents contended the lawyer lacked jurisdiction to file the appeal. The court rejected both arguments, ruling that the lawyer's appointment at a lower court did not bar filing at a higher court and that the lower court correctly limited its scope to the specific claim for legal fees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 28(3) of the Lawyers Code; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: A lawyer appointed at a lower court may file appeals at higher courts, and a court's failure to consider ancillary claims not explicitly sought in the original complaint does not constitute a distortion of the case file.

Keywords

AI generated
lawyer jurisdiction appeal distortion of case file scope of legal fees claim cassation dismissal inheritance distribution claim

Cited Legislation

AI generated
Article 28(3) of the Lawyers Code (Law 4194/2013)
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Articles 107 and 110 of Law 3026/1954

Cited Case Law

AI generated
Case 423/2012
Case 1102/2003
Case 16/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 727 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 727/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τ. Β.-Π. του Δ., κατοίκου ..., δικηγόρου, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Ζαρκαδούλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) Γ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικώς αναιρεσίβλητου, Ε. Χ. του Γ., που παραστάθηκε μετά του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και γνωστοποίησε το θάνατο και τη συνέχιση της δίκης για λογαριασμό του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 208/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1869/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2017 αίτησή της

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.

Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Υπόκειται προς κρίση η από 23-3-2017 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας κατά της 1869/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί ασκηθείσας έφεσης αυτής κατά της 208/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 8-1-2013 αγωγή της. Η αίτηση αναίρεσης συντάχθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, Γεώργιο Πουλή, διορισμένο στο Πρωτοδικείο Αθηνών (βλ. την από 14-9-2017 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσίβλητους) και κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών από τον ίδιο δικηγόρο. Το γεγονός ότι ο ανωτέρω δικηγόρος είναι διορισμένος μόνο στο Πρωτοδικείο, δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ως προς τη σύνταξη και την κατάθεσή της, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν με τις προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι, διότι στο άρθρο 28 παρ.3 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 ) ορίζεται χωρίς διάκριση ότι ο διορισμένος δικηγόρος σε κατώτερο δικαστήριο δύναται να συντάσσει, υπογράφει και καταθέτει ένδικα μέσα και βοηθήματα που απευθύνονται σε ανωτέρα δικαστήρια (ΑΠ 423/ 2012).

Συνεπώς, αφού η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 495 παρ.1 και 2, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1) είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη, και αμοιβή, το ύψος της οποίας, εάν ειδικώς δεν έχει συμφωνηθεί με τον εντολέα του, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τα όρια που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 100 επ.

του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 100 παρ.1 και 2 του Κώδικα αυτού, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου της αμοιβής του δικηγόρου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησής της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο.

Και τούτο, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής και, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού. Περαιτέρω, προκειμένου περί συντάξεως προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοδικείου, ρητώς ορίζεται από το άρθρο 107 παρ.1 του ως άνω Κώδικα ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του μεν εναγομένου είναι ίσο με εκείνο που ορίζεται στα άρθρα 100 και επόμενα για τη σύνταξη της αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος το ήμισυ αυτής, το οποίο είναι καταβλητέο, επίσης, κατά το άρθρο 107 παρ.2 του αυτού Κώδικα, ως αμοιβή των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων για τη σύνταξη προτάσεων των επομένων συζητήσεων ενώπιον του αυτού δικαστηρίου.

Προκειμένου δε για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του εφετείου, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου αμφοτέρων των διαδίκων ορίζεται από το άρθρο 110 παρ.1 του ίδιου Κώδικα για μεν την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο διπλάσιο εκείνου που ορίζεται στο άρθρο 107 παρ.1 αυτού για το δικηγόρο του ενάγοντος, για δε τις επόμενες στο διπλάσιο του οριζόμενου στο άρθρο 107 παρ.2 αυτού ορίου.

Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 107 και 110, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 100 του ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων επί αγωγής, το αίτημα της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, καθορίζεται επίσης με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Συνεπώς, η τυχόν μετά το χρόνο αυτό επερχόμενη αύξηση ή μείωση της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ποσοστιαίας αμοιβής του δικηγόρου για μεταγενέστερες πράξεις του κατά τη διάρκεια της δίκης (ΑΠ 1264/2017, 122/2015, 16/2013). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

3. Με την ένδικη από 8-1-2013 αγωγή η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα, δικηγόρος Αθηνών, εκθέτει ότι το μήνα Δεκέμβριο 1997 οι εναγόμενοι της ανέθεσαν προφορικά, υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρου, την εντολή διενέργειας των αναγκαίων δικαστικών και εξωδίκων πράξεων για τη διεκπεραίωση της από 2-5-1964 εκκρεμούσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής περί κλήρου, την οποία είχε ασκήσει ο αποβιώσας πατέρας τους.

Ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε την ανωτέρω εντολή, με τη συμφωνία καταβολής αμοιβής κατά τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων μετά το πέρας της δίκης και προκαταβολής των αναγκαίων δαπανών για τις επί μέρους ενέργειες. Ότι αυτή ενήργησε τις αναγκαίες πράξεις για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας εντολής και ήδη η δίκη επί της αγωγής περί κλήρου περατώθηκε αμετάκλητα.

Κατόπιν αυτού, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν τα σ’ αυτή ειδικώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά για εξώδικες και δικαστικές ενέργειες, ως αμοιβή σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων. Ειδικότερα, με την ένδικη αγωγή, η ενάγουσα προσδιορίζει την αμοιβή της για σύνταξη προτάσεων επί της από 2-5-1964 αγωγής (στα με αριθμούς 7, 20, 40, 48 και 49 αγωγικά κονδύλια) με βάση τα οριζόμενα ποσοστά στα άρθρα 107 παρ.2 και 110 Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής περί κλήρου, ήτοι επί της αξίας τριών κληρονομιαίων ακινήτων ανερχόμενης, κατά την αναλογία του εκ ποσοστού 1/3 επ’ αυτών μεριδίου των εντολέων της ενάγουσας, σε 269.000 ευρώ.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 208/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε λόγω παραγραφής. Επί ασκηθείσας έφεσης κατ’ αυτής εκδόθηκε η 1869/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση, σχετικά με τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, τα εξής ουσιώδη:

Ότι, κατά το έτος 1997, οι εναγόμενοι ανέθεσαν στην ενάγουσα δικηγόρο να χειριστεί ενώπιον παντός αρμοδίου δικαστηρίου και πάσης αρχής τη διαφορά που είχε προκύψει με την από 2-5-1964 (αρ. κατ. .../1964) αγωγή, την οποία είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο πατέρας τους Γ. Ι. Χ., ο οποίος απεβίωσε την 17-1-1977 και στου οποίου τη δικονομική θέση υπεισήλθαν οι ίδιοι ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι.

Ότι, ως προς την αμοιβή της, συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρα 100 επ. του ν.δ. 3026/1954) μετά το πέρας της δίκης, ενώ ως προς τα αναγκαία έξοδα, στα οποία αυτή θα υποβαλλόταν, συμφωνήθηκε να προκαταβάλλονται. Ότι η ενάγουσα, ενεργώντας στο πλαίσιο της προαναφερόμενης εντολής που της δόθηκε από τους εναγόμενους, προέβη σε σειρά δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών, για τις οποίες της οφείλονται τα ποσά που αναλυτικώς αναφέρονται στην απόφαση.

Ότι όπου η δικηγορική αμοιβή ορίζεται με τον παραπάνω Κώδικα ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, ως τέτοιο, εφόσον δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία είχε το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησής της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο.

Ότι, κατά συνέπεια, δεν θα ληφθεί υπόψη η αξία των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το χρόνο παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας, την οποία αυτή εσφαλμένα χρησιμοποιεί ως βάση υπολογισμού της αμοιβής της, αλλά εκείνη της άσκησης της επίμαχης περί κλήρου αγωγής, εφόσον δεν προβλήθηκε, αλλά ούτε και αποδείχθηκε, διαφοροποίηση της αξίας αυτής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησής της που έλαβε χώρα την 16-2-1970.

Ότι η αξία των κληρονομιαίων ακινήτων με βάση την προαναφερόμενη αγωγή (από 2-5-1964) ανέρχεται α) στο ποσό των 150.000 δραχμών για το επί της οδού ... του δήμου ... ευρισκόμενο οικόπεδο, εμβαδού 245,76 τμ μετά της επ’ αυτού ισογείου οικίας, β) στο ποσό των 5.000 δραχμών για ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, εμβαδού δέκα περίπου στρεμμάτων, κειμένου στη θέση ...

της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ... και γ) στο ποσό των 5.000 δραχμών για ένα αγρό, εμβαδού δύο περίπου στρεμμάτων, κειμένου στη νότια πλευρά της ... .... Ότι με βάση τα παραπάνω, η αξία της κληρονομικής μερίδας του αρχικού ενάγοντος της αγωγής περί κλήρου, που αποτελεί τη βάση υπολογισμού των οφειλόμενων στην ενάγουσα αμοιβών, ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 της συνολικής αξίας των προαναφερόμενων επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων, ποσού 160.000 δραχμών και ήδη 469,55 ευρώ και συγκεκριμένα σε 156,51 ευρώ (469,55 Χ 1/3).

Σύμφωνα, με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται αμοιβή για σύνταξη προτάσεων κατά τα οριζόμενα ποσοστά στις διατάξεις του ν.δ. 30261954 (Κώδικας Δικηγόρων) επί του ανωτέρω ποσού των 156,51 ευρώ και επιδίκασε τα σχετικά ποσά.

4. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο, διότι προσδιόρισε την αιτούμενη από την ενάγουσα αμοιβή για σύνταξη προτάσεων με βάση τα οριζόμενα ποσοστά στις διατάξεις των άρθρων 100, 107 του ν.δ. 3026/1954, οι οποίες είναι εφαρμοστέες λόγω του χρόνου γενέσεως των επίδικων αξιώσεων επί της πραγματικής αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της από 2-5-1964 αγωγής. Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Ακόμη, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας, κατ’ εφαρμογή της αρχής της διάθεσης (ΚΠολΔ 106), με βάση το καθοριζόμενο από την αναιρεσείουσα -ενάγουσα αντικείμενο της ένδικης αγωγής (βλ. τη συνοπτική παράθεση του ιστορικού της ανωτέρω, με αρ.3), διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για το κρίσιμο για την έκβαση της ένδικης δίκης ζήτημα του προσδιορισμού του αντικειμένου αυτής επί της πραγματικής αξίας των ακινήτων της από 2-5-1964 αγωγής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επί της οποίας στη συνέχεια υπολόγισε την αμοιβή για σύνταξη προτάσεων με βάση τα οριζόμενα ποσοστά στις διατάξεις του ν.δ. 3026/1954. Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ’ αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.

Παραμόρφωση με την παραπάνω έννοια είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου υπό την προϋπόθεση ότι το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 1102/2003). Περαιτέρω, έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το διαδικαστικό έγγραφο της αγωγής επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη (ΑΠ16/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωση της από 2-5-1964 αγωγής, διότι δέχθηκε ότι αντικείμενο της με αυτή ανοιγείσας δίκης είναι η αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος επί των τριών επίδικων ακινήτων (των περιγραφόμενων ανωτέρω, αρ.3) επί της αξίας των οποίων και μόνο προσδιόρισε τη δικηγορική αμοιβή, για τα υπολογιζόμενα σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αγωγικά κονδύλια, παραλείποντας να λάβει υπόψη και τα αιτήματα της αγωγής αυτής (από 2-5-1964) για διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας (αξίας 160.000 δραχμών) και συνεισφορά περιουσίας (αξίας 177.000 δραχμών), καταλήγοντας σε εσφαλμένο πόρισμα ως προς το αντικείμενο επί του οποίου προσδιόρισε την αμοιβή της.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το περιεχόμενο της από 2-5-1964 αγωγής, έκρινε ότι η αξία της κληρονομικής μερίδας του αρχικού ενάγοντος της αγωγής περί κλήρου, που αποτελεί βάση υπολογισμού των οφειλόμενων στην ενάγουσα αμοιβών για σύνταξη προτάσεων κατά τα οριζόμενα ποσοστά στις διατάξεις των άρθρων 107, 110 του ν.δ. 3026/1954, ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 της συνολικής αξίας των τριών ακινήτων, ποσού 160.000 δραχμών και ήδη 465,55 ευρώ και επ’ αυτής καθόρισε την αμοιβή της ενάγουσας για σύνταξη προτάσεων, χωρίς να συμπεριλάβει και συνυπολογίσει τα λοιπά αγωγικά αιτήματα.

Η από την αναιρεσείουσα αποδιδόμενη πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας, όμως, να συνυπολογίσει στο αντικείμενο της ένδικης αγωγής της και την αξία των λοιπών αιτημάτων της από 2-5-1964 αγωγής, δεν είναι κρίσιμη αφού το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχή της διάθεσης (ΚΠολΔ 106), δεν τα συμπεριέλαβε ενόψει του ότι με την ένδικη αγωγή δεν επιδιώκεται η καταβολή αμοιβής και επ’ αυτών (βλ.

το εκτιθέμενο ιστορικό και αίτημα αυτής ανωτέρω, με αρ.3) και δεν τίθεται ζήτημα παραμόρφωσης του ανωτέρω εγγράφου. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

6. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, που δεν έχει άλλους λόγους προς εξέταση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-3-2017 αίτηση για αναίρεση της 1869/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ