Appeal against divorce judgment dismissed on inadmissibility grounds regarding unraised appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the divorce judgment on the grounds that the appellant's arguments were inadmissible because they relied on a claim not raised in the appeal. However, the court partially allowed the appeal regarding a separate appeal against a different first-instance decision. Consequently, the case was remanded for further trial before a newly constituted panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2) and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument not raised in the appeal is inadmissible, but a separate appeal against a different judgment may be allowed if the error concerns a distinct legal issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 727 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 727/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πέππα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. χήρας Ν. Φ., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργαρίτα Καραλή με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποίηση: 1) Κ. Φ., 2) Κ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/4/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28/1/2011 πρόσθετη παρέμβαση τυο ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάστηκαν.
Επί των ανωτέρω εκδόθηκε η 80/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Επιπλέον η ως άνω αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου και την από 6/7/2009 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2012 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 110/2013 μη οριστική του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, το ως άνω δικαστήριο συνεκδίκασε λόγω συνάφειας τις παραπάνω υποθέσεις και εξέδωσε την 79/2014 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/12/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 27/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 79/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου) κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) με την από 8/4/1998 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, κατά του αρχικώς εναγομένου, ήδη, αποβιώσαντος συζύγου της, Ν. Φ., ισχυρίσθηκε, ότι ο εναγόμενος, από την τέλεση του γάμου τους μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάστασή τους, απέκτησε τα αναφερόμενα στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία, συνολικής αξίας 363.903,15 ευρώ (124.000.000 δραχμών) στο χρόνο άσκησης της αγωγής της, καθώς και ότι αυτή συνέβαλε στην απόκτησή τους κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, κατά το ποσό των 145.179,75 ευρώ (49.470.000δρχ.), ζήτησε δε, κατόπιν αυτών, μετά τη νόμιμη μετατροπή του αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει (για τη συμβολή στην αύξηση των αποκτημάτων του), τα ακόλουθα, κατά τη διάκριση των αγωγικών βάσεων, ποσά, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας μέχρις εξοφλήσεως:
α) ποσόν 145.179,75 ευρώ (49.470.000δρχ.) κατά την κύρια βάση της αγωγής της που θεμελίωσε στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της, β) άλλως, το ποσό των 145.561,26 ευρώ (49.600.000 δρχ.), που αντιστοιχεί σε ποσοστό 40% της αύξησης της περιουσίας του συζύγου της, άλλως γ) το ποσό των 121.301,05 ευρώ (41.333.333), που αντιστοιχεί στο 1/3 της αξίας της άνω αύξησης της περιουσίας του συζύγου της (τεκμαρτή συμβολή).
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 76/507/18/2000 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε, ως αόριστες, την κύρια και την πρώτη επικουρική βάσεις της αγωγής και έκρινε νόμιμη μόνο την επικουρική βάση της, που στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή της ενάγουσας, ενώ, κατά τα λοιπά, λόγω αμφισβητήσεως εκ μέρους του εναγομένου, ως προς την αύξηση της περιουσίας του κατά την διάρκεια του γάμου, καθώς και του ισχυρισμού του περί μηδενικής συμβολής της τελευταίας στην όποια αύξηση της περιουσίας του, υποχρέωσε τους διαδίκους να αποδείξουν τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή θέματα αποδείξεως.
Οι αποδείξεις άρχισαν να διεξάγονται, στις 28/1/2009, κατά τη διάρκεια δε αυτών και δη στις 26/10/2010 απεβίωσε ο εναγόμενος και κληρονομήθηκε, δυνάμει της εξ αδιαθέτου διαδοχής, από την ενάγουσα, που αποποιήθηκε την κληρονομία του και από τα τέκνα του Κ. και Κ. Φ., που αποδέχθηκαν την κληρονομία επ’ ωφελεία απογραφής.
Οι τελευταίοι αυτοί κληρονόμοι εμφανίσθηκαν, νομίμως, ενώπιον του διεξάγοντος τις αποδείξεις εισηγητή δικαστή και δήλωσαν την βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου του εναγομένου πατέρα τους, καθώς και ότι αυτοί συνεχίζουν τη δίκη, ως καθολικοί διάδοχοί του, παραιτήθηκαν δε από την περαιτέρω προθεσμία αποδείξεων και κηρύχθηκε περαιωμένη η εξέταση των μαρτύρων.
Η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο με την 80/2012 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή, ως προς την βάση της αγωγής που είχε κριθεί νόμιμη (τεκμαρτή συμβολή της ενάγουσας), κατόπιν αποδοχής της (άρθρα 297, 298 ΚΠολΔ) εκ μέρους των υπεισελθόντων στη δικονομική θέση του αρχικού εναγομένου κληρονόμων του.
Έτσι, αναγνωρίσθηκε ότι οι τελευταίοι, υποχρεούνται να καταβάλουν στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, το ποσό των 121.301,05 ευρώ. Στη δίκη αυτή (κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση) είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ των κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος ο ήδη αναιρεσείων, με την από 28/1/2011 πρόσθετη παρέμβασή του, χαρακτηριζόμενη από τον ίδιο, ως "αυτοτελή", με αίτημα να απορριφθεί η αγωγή, επικαλούμενος έννομο συμφέρον του και δη, το γεγονός ότι ο αποβιώσας εναγόμενος σύζυγος, κατά το έτος 2008 του είχε μεταβιβάσει ένα από τα ακίνητα της περιουσίας του, τη διάρρηξη, δε, της δικαιοπραξίας αυτής, ως καταδολιευτικής, ζητούσε η ενάγουσα με την από 6/7/2009 αγωγή της.
Το πρωτόδικο δικαστήριο, με την 80/2012 απόφασή του, απέρριψε την ανωτέρω παρέμβαση του αναιρεσείοντος που χαρακτήρισε απλή πρόσθετη παρέμβαση, λόγω αποδοχής της αγωγής από τους εναγόμενους, κληρονόμους του αρχικώς εναγομένου. Κατόπιν αυτών, ο αναιρεσείων άσκησε την από 5/10/2012 έφεσή του κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Εφετείου Βορείου Αιγαίου την οποία απηύθυνε αφενός κατά των ομοδίκων του στην πρωτόδικη δίκη Κ.
Φ. και Κ. Φ. (κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς εναγομένου Ν. Φ.) και αφετέρου κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Ε. Φ., παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από την πρωτόδικη απόφαση, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκείμενου να γίνει δεκτή η "αυτοτελής" πρόσθετη παρέμβασή του και ακολούθως να απορριφθεί η ως άνω αγωγή.
Στο μεταξύ επί της 6/7/2009 αγωγής της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η 7/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία απήγγειλε τη διάρρηξη της άνω αγοραπωλησίας, δεχόμενη ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ενάγουσας κατά του Ν. Φ. από τα αποκτήματα του γάμου και διατροφές, υπερέβαινε, κατά κεφάλαιο και τόκους το ποσόν των 300.000 ευρώ, τα δε λοιπά περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου δεν επαρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησής της.
Και κατά της ως άνω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 23/2/2012 έφεσή του, ενώπιον του ίδιου Εφετείου, επί της εφέσεως δε αυτής εκδόθηκε η 110/2013 μη οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η αναβολή της συζήτησης της έφεσης αυτής προκειμένου να συνεκδικαστεί με την από 5/10/2012 έφεσή του κατά της 80/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Ακολούθως, το Εφετείο συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις και με την προσβαλλόμενη 79/2014 απόφασή του, απέρριψε, ως απαράδεκτη, την από 5/10/2012 έφεση του αναιρεσείοντος, που αφορούσε την αγωγή για τα αποκτήματα του γάμου, κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά των υπερών η πρόσθετη παρέμβαση πρώτης και δεύτερου από τους εφεσιβλήτους (Κ.
Φ. και Κ. Φ.), ομοδίκων του στην πρωτοβάθμια δίκη και έκρινε περαιτέρω, αποδεχόμενο σχετικό λόγο της έφεσης που αφορούσε τα αποκτήματα του γάμου, ότι η καθόλα παραδεκτή και νόμιμη αποδοχή της αγωγής αποκτημάτων εκ μέρους των υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, κληρονόμων (τέκνων) του αρχικώς εναγομένου συζύγου, δεν δεσμεύει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, εκκαλούντα, του οποίου την παρέμβαση χαρακτήρισε "αυτοτελή" και εκτιμάται ελεύθερα, ούτε και είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο ερευνά, τόσο το ορισμένο, όσο και τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.
Στη συνέχεια, έκρινε ορισμένη και νόμιμη τη βάση της αγωγής που είχε έρεισμα το εκ του νόμου τεκμήριο του 1/3 της αύξησης της περιουσίας του συζύγου και την ερεύνησε κατ’ ουσίαν, δεχόμενο ότι η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου των αρχικώς διαδίκων ανερχόταν σε 223.000 ευρώ και ότι η συμβολή της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) ανερχόταν σε ποσοστό 1/3, δηλαδή 74.333 ευρώ, απορρίπτοντας συγχρόνως την σχετική ένσταση του εναγομένου περί μηδενικής συμμετοχής.
Περαιτέρω, μετά την άνω κρίση του, ερευνώντας, ακολούθως, την έφεση που αφορούσε την αγωγή διάρρηξης της άνω δικαιοπραξίας, αφού δέχθηκε, ότι η ενάγουσα διατηρούσε κατά του συζύγου της αξίωση από αποκτήματα 76.000 ευρώ και από διατροφή 10.800 ευρώ, ήτοι για κεφάλαιο 86.800 ευρώ και ότι οι τόκοι του κεφαλαίου των αποκτημάτων από 10/4/1998 που ασκήθηκε η αγωγή γιαυτά μέχρι 31/7/2009 που ασκήθηκε η αγωγή διάρρηξης της άνω δικαιοπραξίας, ανέρχονται σε 128.208 ευρώ, ώστε η συνολική απαίτησή της ενάγουσας από τον αρχικά εναγόμενο σύζυγό της να διαμορφώνεται σε 215.000 ευρώ, έκρινε, τελικώς, ότι πρέπει να απαγγελθεί η διάρρηξη της προσβληθείσας δικαιοπραξίας.
Ενόψει δε των ανωτέρω, δεχόμενο, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και έκανε δεκτές τις άνω αγωγές, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, καταλήγοντας όμως σε ορθό αποτέλεσμα, απέρριψε τις εφέσεις, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες. Κατά της τελευταίας αυτής εφετειακής απόφασης εναντιώνεται ο ηττηθείς προσθέτως παρεμβαίνων στην αγωγή των αποκτημάτων και εναγόμενος στην αγωγή διάρρηξης της άνω δικαιοπραξίας (ήδη αναιρεσείων).
Στην προκείμενη συζήτηση της υποθέσεως έχουν κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως οι Κ. Φ. και Κ. Φ., υπεισελθόντες στη δικονομική θέση του αρχικού εναγομένου της αγωγής αποκτημάτων, υπέρ των οποίων άσκησε πρόσθετη παρέμβαση ο αναιρεσείων (βλ. τις .../4.6.2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Χίου Α.
Κ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 82 εδ.α’ και β’ και 83 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα: Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους διαδίκους, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν.
Το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος μπορεί να στηρίζεται, είτε στο γεγονός ότι η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού, οπότε πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία των άρθρων 76, 77 και 78 Κ.Πολ.Δ., είτε απλώς στο γεγονός, ότι ο παρεμβαίνων έχει κάποια ουσιαστική συνάρτηση με το αντικείμενο της κύριας δίκης και επηρεάζεται από την έκβασή της, χωρίς όμως ο ίδιος και ο αντίδικος του υπερού η παρέμβαση να συνδέονται με οποιαδήποτε έννομη σχέση, έτσι ώστε η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη να μην εκτείνεται στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε την πρόσθετη παρέμβαση, οπότε πρόκειται για απλή (μη αυτοτελή) πρόσθετη παρέμβαση.
Αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης, ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητος και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας (ΑΠ 1485/2006).
Σε περίπτωση απλής πρόσθετης παρεμβάσεως, ο παρεμβαίνων έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις επιτρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις προς το συμφέρον του υπερού η παρέμβαση. Οι πράξεις του, όμως, είναι ισχυρές, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις πράξεις του υπερού η παρέμβαση, ο οποίος ειδικότερα, έχει δικαίωμα να δηλώσει αντίρρηση προς ορισμένη πράξη εκείνου και να την καταστήσει ανίσχυρη.
Έτσι, αν ο υπερού η παρέμβαση αποδεχτεί την αγωγή, οπότε εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με αυτήν (άρθρο 298 ΚΠολΔ), η αναίρεση που ασκεί ή έχει ήδη ασκήσει ο προσθέτως παρεμβάς είναι ή καθίσταται, αντίστοιχα, απαράδεκτη, εφόσον δεν υφίσταται πλέον έννομο συμφέρον του. Τούτο, διότι το έννομο συμφέρον του που εξαντλείται στην αποτροπή της ήττας του υπερού η παρέμβαση, μετά την αποδοχή από τον τελευταίο της αγωγής, έχει πλέον εκλείψει, ενώ η άσκηση εκ μέρους του προσθέτως παρεμβάντος αναιρέσεως κατά της σύμφωνης με την αποδοχή αποφάσεως ή η παραμονή, για οποιοδήποτε λόγο, σε εκκρεμότητα του ένδικου αυτού μέσου έρχεται σε αντίθεση με την πράξη του υπερού η παρέμβαση.
Δηλαδή, με την από αυτόν αποδοχή της αγωγής, πράγμα το οποίο, παρόλη την αδιάκριτη διατύπωση του άρθρου 556 παρ.1 ΚΠολΔ, που παρέχει δικαίωμα αναιρέσεως, υπό τις σ’ αυτό προϋποθέσεις, και σε εκείνον που είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, δεν επιτρέπεται από το άρθρο 82 του ίδιου Κώδικα (πρβλ. ΑΠ 776/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως άσκησε υπό την ιδιότητά του, ως προσθέτως παρεμβάντος, υπέρ των υπεισελθόντων στη θέση του αρχικού εναγομένου στην αγωγή αποκτημάτων κληρονόμων του.
Η πρόσθετη, όμως, παρέμβασή του ήταν απλή και όχι αυτοτελής. Τούτο, γιατί το έννομο συμφέρον του προς άσκηση της παρεμβάσεως στηριζόταν στις επικαλούμενες έννομες συνέπειες της απόφασης επί της αγωγής αποκτημάτων στη δίκη επί της αγωγής διάρρηξης. Οι συνέπειες, όμως, αυτές είναι απλώς αντανακλαστικές, εφόσον, ούτε οι προϋποθέσεις των συντεταγμένων του δεδικασμένου συντρέχουν μεταξύ των δύο με διαφορετικούς διαδίκους δικών, αλλ’ ούτε εκείνες της εκτελεστότητος ή της διαπλαστικής ενέργειας της απόφασης επί της αγωγής των αποκτημάτων, ήτοι δεν συνάπτονται με τις ουσιαστικές σχέσεις του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης (αντιδίκου του αρχικού εναγομένου της αγωγής αποκτημάτων).
Επομένως, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, μετά την αποδοχή της αγωγής αποκτημάτων από τους υπεισελθόντες στη δικονομική θέση του αρχικού εναγομένου κληρονόμους του, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται κατά της αναιρεσιβαλλομένης κατά το μέρος της που αφορά τη δίκη επί της αγωγής των αποκτημάτων (απόρριψη της εφέσεώς του αναιρεσείοντος κατά της 80/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου) κατέστη απαράδεκτη και γιαυτό πρέπει ν’ απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα έγγραφα της δικογραφίας (άρθρα 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως διαμορφώθηκε με το ν. 1329/1983 : "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσσότερο από τρία χρόνια". Από τις ανωτέρω διατάξεις, που εφαρμόζονται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983, συνάγεται, ότι η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι, κατ’ αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.
ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται, όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ. Από την σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως θα κριθεί, αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετακλήτου λύσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου.
Kατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 1400 ΑΚ, στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται, ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία, κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 ΑΚ, προκύπτει ότι η με αυτές θεσπιζόμενη διάρρηξη των απαλλοτριώσεων, που έγιναν από τους οφειλέτες προς βλάβη των δανειστών τους, επέρχεται κατά τόσο μέρος μόνον, καθόσον ζημιώνεται αυτός που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτριώσεως, δηλαδή κατά το μέρος της που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτησή του, η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί διαφορετικά (ΑΠ 479/2005), ήτοι, όπως και υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, η διάρρηξη διατάσσεται μόνο για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, η δε απαλλοτριωτική πράξη μένει απρόσβλητη για το επί πλέον ποσοστό, ως προς το οποίο ο δανειστής στερείται εννόμου συμφέροντος για τη διάρρηξή του.
Η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαιτήσεως που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε, κατά την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 846/11, 2200/2007). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "Το δικαστήριο ενεργεί ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".
Κατά λογική ακολουθία των ανωτέρω, στην πολιτική δίκη η δικαστική προστασία παρέχεται στην έκταση που ζητείται. Επομένως, αν το δικαστήριο επιδικάσει μη αιτηθέντα ή περισσότερα απ’ όσα ζητήθηκαν, ιδρύεται βάσιμα ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α’ και β’ ΚΠολΔ, ο όρος δε "επιδίκαση" εννοείται υπό ευρεία έννοια και καταλαμβάνει και την αναγνώριση δικαιώματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) και ο αποβιώσας σύζυγός της, Ν. Φ., τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 26-6-1966, στην ...
και έκτοτε, εγκαταστάθηκαν στα .... Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα. Ο γάμος των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά, καθώς η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά το καλοκαίρι του έτους 1995. Ο εναγόμενος, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του, δεν είχε περιουσία. Η περιουσία του εναγομένου, κατά το χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων (καλοκαίρι 1998), αποτελούνταν από τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία: 1) Αγρό κείμενο στη θέση ..., επιφάνειας 1000 τ.μ., που απέκτησε δυνάμει του υπ’ αριθ. .../5-9-1973 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρδαμύλων Ι.
Β., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., αξίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της πρώτης συζήτησης αυτής, 5.000 ευρώ, 2) αγρό, κείμενο στη θέση ..., επιφάνειας 3000 τ.μ., που απέκτησε δυνάμει του υπ’ αριθ. ...24-2-1972 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρδαμύλων Ι. Β., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδαμύλων, αξίας, κατά το χρόνο άσκηση της αγωγής και την πρώτη συζήτησή της, 5.000 ευρώ, 3) αγρό, κείμενο στη θέση ..., επιφάνειας 1000 τ.μ., που απέκτησε με άτυπη αγορά από τον Ε.
Κ. του Σ. με προσόντα έκτακτης χρησικτησίας, αξίας κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο 8.000 ευρώ, 4) αγρό, κείμενο στη θέση ... Καρδαμύλων, επιφάνειας 1500 τ.μ., που απέκτησε με αγορά από το Γ. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...9-7-1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρδαμύλων Ι. Β., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδαμύλων (τόμος ...) αξίας, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο 5.000 ευρώ, 5) αγρό, κείμενο στη θέση ...
Καρδαμύλων, επιφάνειας 1000 τ.μ., που απέκτησε με άτυπη αγορά από το Σ. Φ. του Μ. το έτος 1970, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αξίας κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο 5.000 ευρώ και 6) ακίνητο, κείμενο στη θέση "..." της περιοχής Καρδαμύλων Χίου, έκτασης 8.005,20 τ.μ., με τα επ’ αυτού παλαιά κτίσματα, ήτοι διώροφη αποθήκη εμβαδού 67,74 τ.μ., στο ισόγειο και στον όροφο, ισόγεια οικία εμβαδού 65,14 τ.μ., ισόγεια αποθήκη εμβαδού 26,39 τ.μ., ισόγεια αποθήκη εμβαδού 22,29 τ.μ., καθώς και πηγάδι, όπως εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεί ...
στο από Οκτωβρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Ι., συνορεύοντος βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Θ. Φ. και νυν Δημοσίου και με ιδιοκτησία Ν., νότια με αγροτικό χωματόδρομο, με ιδιοκτησία Ε. Φ., με πρώην ιδιοκτησία Θ. Φ. και νυν Δημοσίου, δυτικά με αγροτικό χωματόδρομο, με ιδιοκτησία Ε. Φ., με ιδιοκτησία Γ.
Κ. και με δίοδο, βόρεια με ιδιοκτησία Π. Τ., με ιδιοκτησία Ε. Σ. και με δίοδο, με ιδιοκτησία Μ. Τ. και με ιδιοκτησία Ν., ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Σ., εν μέρει με ιδιοκτησία Φ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Θ. Φ., βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Τ. και νοτιοανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Θ. Φ. και νυν Δημοσίου, αξίας 200.000 ευρώ.
Σημειώνεται, ότι ο αγρός, κείμενος στη θέση ... Καρδαμύλων, επιφάνειας 1500 τ.μ., που ο εναγόμενος απέκτησε με αγορά από το Γ. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...9-7-1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρδαμύλων Ι. Β., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδαμύλων..., περιλαμβάνονταν στην αρχική περιουσία του εναγομένου συζύγου, καθώς αποκτήθηκε πριν από το γάμο τους, και δη, κατά το έτος 1963 και ως εκ τούτου δε αποτελεί απόκτημα κατά την προεκτεθείσα έννοια του νόμου.
Ο εναγόμενος, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, ήταν ναυτικός, εργάστηκε, επίσης και ως οικονομικός μετανάστης στις ΗΠΑ. Η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της απουσίας του απασχολήθηκε αποκλειστικά με τη φροντίδα του οικογενειακού οίκου και την συναφή ανατροφή των δύο τέκνων τους, τα οποία ανέθρεψε μόνη της, καθώς και με την καλλιέργεια και εκμετάλλευση των προαναφερόμενων αγρών και ακινήτων.
Λόγω, δε, της μόνιμης σχεδόν, απουσίας του εναγομένου συζύγου της από τον τόπο διαμονής τους, είχε αποκλειστικά την ευθύνη για τη διεκπεραίωση όλων των οικογενειακών υποθέσεων, των οικονομικών εκκρεμοτήτων, τη διαχείριση της περιουσίας, καθώς και την ανατροφή των δύο τέκνων τους, σε βαθμό που υπερέβαινε το μέτρο της συνεισφοράς της στις οικογενειακές της ανάγκες, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε μηδενική της συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της.
Η συμβολή της ενάγουσας εκτιμάται ότι ανέρχεται (κατά το νόμιμο τεκμήριο) σε ποσοστό 1/3. Υπολογιζομένης δε της αξίας της περιουσίας του συζύγου της, η οποία ανέρχεται σε ποσό (5.000+8.000+5.000+5.000+200.000=) 223.000 ευρώ, η συμβολή της στην ανωτέρω αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της ανέρχεται στο ποσό των (223.000Χ1/3=) 74.333 ευρώ, το οποίο και πρέπει να της αποδοθεί, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν,...
νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, δηλαδή από 10-4-1998. Σημειώνεται, ότι μετά το θάνατο του οφειλέτη συζύγου της, στις 26-10-2010 και την επελθούσα εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, η ενάγουσα αποποιήθηκε την κληρονομία του, ενώ τα τέκνα του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αποδέχθηκαν αυτήν επ’ ωφελεία απογραφής, συνέχισαν την ανοιγείσα δίκη αποκτημάτων στο στάδιο των διεξαγωγών των αποδείξεων και κατόπιν ολοκλήρωσής τους και κλήσης προσδιορισμού δικασίμου για τη συζήτηση της αγωγής στις 4-4-2012, κοινοποίησαν εξώδικη δήλωση προς την ενάγουσα, ως αντίδικό τους, περί αποδοχής της αγωγής της, κατ’ άρθρο 298 ΚΠολΔ, αναγνωρίζοντας το αγωγικό δικαίωμά της...
Ήδη, δυνάμει της υπ’ αριθ. 8/2010 απόφασης διαζυγίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου λύθηκε ο γάμος των διαδίκων, λόγω υπερδιετούς διάστασης (ΑΚ 1439 παρ. 3). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η ενάγουσα διατηρεί κατά του συζύγου της αξίωση από αποκτήματα που ανέρχεται σε 1) κεφάλαιο 76.000 ευρώ και 2) αξιώσεις από διατροφή ύψους 10.800 ευρώ, δυνάμει των υπ’ αριθ. 369/2007 και 304/2009 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Οι, δε, τόκοι για το χρονικό διάστημα από 10-4-1996 (άσκηση αγωγής αποκτημάτων) μέχρι την άσκηση της αγωγής διάρρηξης της δικαιοπραξίας (31-7-2009) υπολογίζονται σε ποσό των 128.206 ευρώ, ήτοι, συνολικά, 215.006 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο σύζυγος της εναγομένης, οφειλέτης της κατά τις ως άνω αξιώσεις της από αποκτήματα και διατροφή, ενώ εκκρεμούσαν σε βάρος του οι ως άνω αξιώσεις της ενάγουσας, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../6-3-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χίου Καλλιόπης Τριανταφύλλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδαμύλων Χίου..., προέβη σε πώληση του υπό στοιχεία 6 προαναφερόμενου ακινήτου.....(επαναλαμβάνεται η ως άνω περιγραφή του).
Στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αναφέρεται, ως τίμημα, το ποσό των 64.800 ευρώ, το οποίο συμπίπτει με την αντικειμενική του αξία, που εκτιμήθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ στο ποσό των 64.867,22 ευρώ. Το ακίνητο αυτό αποτελούσε το μοναδικό εμφανές και αξιόχρεο πλέον περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη συζύγου, προς ικανοποίηση των εκκρεμών αξιώσεών της, που είχαν καταστεί, ήδη ληξιπρόθεσμες, κατά το χρόνο της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, καθόσον είχαν συντρέξει όλα τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση των κατά νόμο προϋποθέσεων γένεσής τους, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής ευδοκίμησής τους ή μη.
Μ’ αυτήν την απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, ο οφειλέτης σύζυγος περιήλθε σε κατάσταση αφερεγγυότητας και η περιουσία του (ιδίως η ακίνητη), κατέστη αναξιόχρεη πλέον, γεγονός, που αποδίδεται στο ότι είχε ήδη προβεί σε πώληση: α) δυνάμει του υπ’ αριθ. .../18-2-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χίου Ιωάννας Χέλιου τριών (3) διαμερισμάτων, στην περιοχή ...
Αττικής, έναντι τιμήματος 23.000.000 δραχμών, καθώς και β) δυνάμει του υπ’ αριθ. .../22-9-1997 συμβολαίου σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. .../3-10-1997 πράξη επανάληψης συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Αντωνοπούλου-Λίτινα, νομίμως μεταγεγραμένων...της πρώην οικογενειακής στέγης στα ..., έναντι τιμήματος 13.314.000 δραχμών. (Ως προς τις πωλήσεις αυτές, που η ενάγουσα είχε ζητήσει με την αγωγή της να αναγνωρισθεί ότι πλήττουν το δικαίωμά της στα αποκτήματα του συζύγου της, ως αντίθετες στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, το Εφετείο την έκρινε κατά το μέρος αυτό μη νόμιμη, για το λόγο ότι οι παραπάνω μεταβιβάσεις έλαβαν χώρα σε χρόνο προγενέστερο της γέννησης του αγωγικού δικαιώματος, δηλαδή πριν από τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, η οποία κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς έλαβε χώρα το έτος 1995 και συμπληρώθηκε το 1998, ενώ οι παραπάνω μεταβιβάσεις έγιναν το έτος 1997, χρόνο κατά τον οποίο η ενάγουσα είχε απλή προσδοκία κτήσεως μελλοντικού δικαιώματος και δεν είχε γεννηθεί αξίωση για συμμετοχή της στα αποκτήματα του συζύγου της, ώστε να μην έχει απέναντι σ’ αυτόν την ιδιότητα του δανειστή).
Σημειωτέον ότι, το επίδικο ακίνητο, που πωλήθηκε στον εναγόμενο (στην αγωγή διάρρηξης), είχε περιέλθει στον οφειλέτη σύζυγο, κατά κυριότητα, ως εξής: α) εν μέρει και κατά 800 τ.μ. με αγορά από την Κ. χήρα Κ. Φ., το γένος Σ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...24-2-1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Καρδαμύλων Ι.
Β., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδαμύλων (τόμος ...), β) εν μέρει και κατά 1000 τ.μ. με αγορά από τον Α. Φ. του Μ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...26-9-1975 συμβολαίου αγοραπωλησίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμένου στα αυτά βιβλία μεταγραφών (τόμος ...), γ) εν μέρει και κατά 700 τ.μ.
με αγορά από την Ε. συζ. Θ. Π., το γένος Ι. Μ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...2-10-1987 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Καρδαμύλων Χίου Τ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμος ...) και δ) εν μέρει και κατά 5.500 τ.μ. μετά των επί του ακινήτου αυτού κτισμάτων και πηγαδιού με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Κ.
Φ. του Μ. το έτος 1960 και έκτοτε, με άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρόνο άνω των 20 ετών, χωρίς αμφισβήτηση ή να διεκδικηθεί από τρίτο, με προσόντα έκτακτης χρησικτησίας, κατά τον τίτλο κτήσης. Έτσι, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου αποδείχθηκε ότι, η εναπομείνασα ακίνητη περιουσία του οφειλέτη συζύγου αποτελείτο από τα προαναφερόμενα πέντε ακίνητα (αγρούς), συνολικής αξίας κατά τα προεκτεθέντα 228.000 ευρώ.
Από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι, το σύνολο της αξίας των πιο πάνω ακινήτων, που αποτελούσαν κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης την εμφανή περιουσία του οφειλέτη συζύγου, μετά και την εκποίηση του επίδικου ακινήτου, ανερχόταν σε ποσό επαρκές για την ικανοποίηση των ως άνω αξιώσεων της ενάγουσας κατά του συζύγου της, που υπολογίστηκαν στο συνολικό ποσό των 215.006 ευρώ, καθόσον δεν υπήρξαν συγκεκριμένα πρόσφορα στοιχεία αποτίμησης της αξίας τους, πρόκειται δε για αγρούς μικρής έκτασης, η αξία των οποίων δεν υπερβαίνει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων, το προαναφερόμενο ποσό.
Δεν αποδείχθηκε δηλαδή, επάρκεια της εναπομείνασας ακίνητης περιουσίας και φερεγγυότητας του οφειλέτη συζύγου της ενάγουσας, δικαιοπαρόχου του εναγομένου, ο δε σχετικός ισχυρισμός του ελέγχεται αβάσιμος. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ακυρώθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου, η οποία εχώρησε δυνάμει του υπ’ αριθ. .../22-9-1997 συμβολαίου, με τον οποίο επιχειρεί να αποδείξει την ένστασή του, ότι υφίσταται επαρκής περιουσία, ικανή για την ικανοποίηση της αξίωσης της ενάγουσας, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθώς κανένα αποδεικτικό στοιχείο (αμετάκλητη δικαστική απόφαση) δεν προσκομίστηκε σχετικά με αυτό.
Το παραπάνω προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, η οποία έχει, ομοίως, αποκτήσει ακίνητα από την περιουσία του ίδιου οφειλέτη σε μεταγενέστερο χρόνο και έναντι της οποίας εκκρεμεί, ήδη, αγωγή διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας με την ίδια νομική και ιστορική βάση, προσβάλλοντας το υπ’ αριθ. .../16-6-2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας αγροτεμαχίων της συμβολαιογράφου Χίου Στυλιανής Κανάριου-Γάνιαρη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδαμύλων (τόμος ...).
Εξάλλου, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, το επίδικο ακίνητο ήταν το τελευταίο αξιόχρεο περιουσιακό στοιχείο του, η αξία του οποίου μπορούσε να ικανοποιήσει σε επαρκή βαθμό τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, ενόψει του ότι η αξία των υπολοίπων αγροτεμαχίων, που ανήκαν στην περιουσία του οφειλέτη, μετά την εκποίηση του επίδικου, δεν επαρκούσε για την ικανοποίησή τους και έτσι, κατέστη εφεξής οικονομικά αφερέγγυος έναντι της ενάγουσας, όπως κατά τρόπο σαφή και πειστικό η ίδια η μάρτυρας κατέθεσε.
Η ανωτέρω κατάθεση δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης. Ήδη, με βάση το από 19-8-2011 πιστοποιητικό ακτημοσύνης σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. .../10-3-2011 έκθεση απογραφής της Μεταγραφοφύλακος Καρδαμύλων Χίου, Χ. Φ.-Τ., προκύπτει ότι, κατά τα ευρετήρια μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδαμύλων, ο Ν.
Φ. στις μερίδες του δεν άφησε κινητή και ακίνητη περιουσία μετά τον θάνατό του, καθότι αυτή είχε, ήδη, εν ζωή εκποιηθεί ολοσχερώς σε τρίτους. Έτσι ελαττώθηκε οριστικά η αξία της περιουσίας του, γεγονός, που απέβη προς βλάβη των συμφερόντων της ενάγουσας, διότι, ήδη, από το χρόνο κατάρτισης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και εφεξής, δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει περιουσιακά τις χρηματικές αξιώσεις της ενάγουσας από διατροφές και αποκτήματα, συνεπεία της ολοσχερούς εκποίησης της σημαντικής ακίνητης περιουσίας του, που σκόπιμα δρομολόγησε, ήδη, πριν από το χρόνο της ένδικης απαλλοτριωτικής πράξης, κατά το χρονικό διάστημα της διάστασης με τη σύζυγό του από το έτος 1995, αλλά και μετά από αυτήν, μέχρι το θάνατό του.
Προέβη, δε, στην παραπάνω μεταβίβαση, εν γνώσει του ότι, θα ματαίωνε με τον τρόπο αυτό την ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων της συζύγου του σε βάρος του, καθότι, η αντιδικία τους ήταν μακρά και σφοδρή και γνώριζε το είδος και την έκταση των αξιώσεών της, είχε δε, ήδη, δεσμευτεί η ακίνητη περιουσία του με την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, δυνάμει της υπ’ αριθ. 23/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία είχε επιδοθεί στις 11-3-1998, είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου και ίσχυε έναντι των τρίτων, κατ’ άρθρο 715 ΚΠολΔ.
Ο οφειλέτης σύζυγος γνώριζε ότι, μετά την εκποίηση των ακινήτων τους το έτος 1997 και ειδικά, του επίδικου ακινήτου το έτος 2009 προς τον ανεψιό του εναγόμενο, εκκαλούντα, το οποίο ήταν σημαντικής έκτασης και μεγάλης αξίας, θα περιερχόταν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απέμενε δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της συζύγου του, ως δανείστριας και επομένως τελούσε σε γνώση της βλάβης, που προκαλούσε στα συμφέροντά της και αποδεχόταν το γεγονός αυτό.
Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι, είχε βάσιμους λόγους, που αφορούσαν οικονομικά προβλήματα και ανάγκες του, να εκποιήσει ολοσχερώς εν ζωή την ακίνητη περιουσία του για την εξεύρεση εσόδων, προκειμένου να καλύψει δαπάνες διατροφής, διαβίωσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε, δεδομένου ότι η οικονομική του κατάσταση δεν το καθιστούσε απαραίτητο.
Ειδικότερα, είχε ασφαλιστική κάλυψη για παροχή ιατρικής περίθαλψης και διέθετε μόνιμο και σταθερό εισόδημα από σύνταξη, που λάμβανε από το Αμερικανικό Δημόσιο, η, δε, εμπορική αξία της, ήδη, εκποιηθείσας ακίνητης περιουσίας του το έτος 1997, με βάση τα άνω συμβόλαια (τριών διαμερισμάτων στην Αθήνα και της οικογενειακής στέγης) έναντι του αναγραφομένου τιμήματος των 36.300.000 δραχμών, ήταν επαρκώς προσοδοφόρα, ώστε να επαρκεί για κάλυψη των ως άνω δαπανών του και να μην υπάρχει ανάγκη για εκποίηση του επίδικου ακινήτου, αυτής της έκτασης και αξίας.
Οι, δε, απαιτήσεις της ενάγουσας, κατά το χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής (2-11-2011), κατά τον οποίο εξετάζεται το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αυτών, ανέρχονταν σε 215.000 ευρώ. Εξάλλου, ο εναγόμενος, ως ανεψιός, υιός της αδελφής του οφειλέτη, καλύπτεται από το τεκμήριο γνώσης του άρθρου 941 παρ. 2 ΑΚ, λόγω της συγγένειάς τους τρίτου βαθμού σε πλάγια γραμμή, δεδομένου ότι, δεν παρήλθε έτος από την απαλλοτρίωση μέχρι την έγερση της αγωγής....
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι γνώριζε το δόλο του οφειλέτη κατά το χρόνο σύναψης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και ότι συνέπραξε εν γνώσει του, όχι προς οικονομική διευκόλυνση του οφειλέτη, αλλά με σκοπό ματαίωσης της δυνατότητας ικανοποίησης των αξιώσεων της ενάγουσας, προς βλάβη των συμφερόντων της και διαφύλαξη της περιουσίας του θείου του....Ως εκ τούτου, πρέπει να απαγγελθεί η διάρρηξη, υπέρ της ενάγουσας, της ένδικης δικαιοπραξίας, δηλαδή του υπ’ αριθ. .../6-3-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χίου Καλλιόπης Τριανταφύλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
Χίου..., ως απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του επίδικου ακινήτου, που καταρτίστηκε καταδολιευτικώς μεταξύ του οφειλέτη της ενάγουσας και του εναγομένου προς βλάβη των συμφερόντων της, λόγω της επελθούσας ανεπάρκειας της εναπομείνασας περιουσίας του οφειλέτη της, για την προστασία των ληξιπρόθεσμων αξιώσεών της από αποκτήματα γάμου και ανεξόφλητες δόσεις διατροφής έναντι αυτού και προκειμένου να καταστεί δυνατή η ικανοποίησή τους σε περίπτωση και κατά την έκταση της δικαστικής ευδοκίμησής τους, ενώ πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη, η παρέμβαση του εκκαλούντος....Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποί έκρινε ομοίως και έκανε δεκτές τις αγωγές, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, οι δε, συναφείς λόγοι των εφέσεων, οι οποίοι αναφέρονται στην εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και ως αβάσιμες πρέπει να απορριφθούν και οι εφέσεις στο σύνολό τους...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και έκανε δεκτές τις άνω αγωγές, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, καταλήγοντας όμως σε ορθό αποτέλεσμα, απέρριψε τις εφέσεις, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, επικυρώνοντας, έτσι, τις αποφάσεις του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι επιδίκασε μη αιτηθέντα και περισσότερα απ’ όσα ζητήθηκαν, κατά τον προσδιορισμό της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από αποκτήματα, προς ικανοποίηση της οποίας, μεταξύ άλλων, ζητήθηκε η διάρρηξη της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας, με το .../6-3-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας.
Σχετικά με τον προκείμενο λόγο, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη, με την από 6/7/2009 αγωγής της για διάρρηξη της επίμαχης δικαιοπραξίας, ισχυρίσθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι ο εναγόμενος, με μηδενική αρχική περιουσία κατά την τέλεση του γάμου τους, από την τέλεση του γάμου μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάστασή τους, απέκτησε περιουσιακά στοιχεία, συνολικής αξίας 363.903,15 ευρώ (124.000.000 δραχμών), στο χρόνο άσκησης της αγωγής της, καθώς και ότι η συμβολή της στην αύξηση αυτή της περιουσίας του συζύγου της, ανέχεται στο εκ του νόμου τεκμήριο του 1/3, δηλαδή σε 121.301,05 ευρώ (41.333.333 δρχ).
Προσδιόρισε δε την αξίωσή της αυτή, επικαλούμενη, ως αποκτήματα του συζύγου της, τα παρακάτω αποκτηθέντα από αυτόν περιουσιακά στοιχεία, κατά τη διάρκεια του γάμου, με την έναντι καθενός τούτων αξία τους που στοιχειοθετεί ισοπόσως την κρίσιμη επαύξηση της περιουσίας του και συγκεκριμένα: 1) Οικία επιφάνειας 70 τ.μ η όσης και αν είναι πλέον η έλαττον ευρισκομένη στην θέση "..." ..., που ο σύζυγός της αγόρασε δυνάμει του ...17-11-1969 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμ/φου ...
Ι. Β., αξίας κατά το χρόνο γενέσεως της αξιώσεώς της 30.000.000 δρχ. ή 88.041 ευρώ, 2)Διαμέρισμα επί της οδού ... Αθήνα με τα στοιχεία... του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 52 τ.μ., που ο σύζυγός της αγόρασε με το .../22.5.1969 συμβόλαιο συμ/φου Αθηνών Ε. Αναγνωστοπούλου αξίας κατά τον χρόνο γενέσεως της αξιώσεώς της 10.000.000 δρχ.
άλλως το τίμημα που εισέπραξε από την πώλησή του με το .../18-2-1997 συμβόλαιο της συμ/φου Χίου Ιωάννας Λουλούδη Χέλιου 10.000.000 ή 29.347 ευρώ, 3) Διαμέρισμα επί της οδού ..., ... Αθήνα με τα στοιχεία … του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 77,40 τ.μ. που ο σύζυγός της αγόρασε με το .../28-2-1975 συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Ελένης Μπορνόβα αξίας κατά τον χρόνο γεννήσεως της αξιώσεώς της 25.000.000 δρχ.
άλλως το τίμημα που εισέπραξε από την πώληση του με το ...-2-1997 συμβόλαιο της συμ/φου Χίου Ιωάννας Λουλούδη Χέλιου 25.000.000 ή 73.367 ευρώ, 4) Διαμέρισμα επί της οδού ..., ... Αθήνα με τα στοιχεία 1-3 του ισόγειου ορόφου επιφάνειας 62,72 τ .μ., μαζί με μια υπόγεια αποθήκη επιφάνειας 5,4 τ. μ" που αγόρασε ο σύζυγός της με το .../5-1-1976 συμβόλαιο συμ/φου Αθηνών Ελένης Μπορνόβα αξίας κατά τον χρόνο γεννήσεως της αξιώσεώς της 15.000.000 δρχ.
ή 44.020 ευρώ, άλλως το τίμημα που εισέπραξε από την πώλησή του με το .../18-2-1997 συμβόλαιο της συμ/φου Χίου Ιωάννας Λουλούδη Χέλιου 15.000.000 δρχ. ή 44.020 ευρώ, 5) Αγορασθέντα κτήματα, με διάφορα ιδιωτικά έγγραφα, στα Καρδάμυλα στη θέση ..., ήτοι: α) περιβόλι επιφάνειας. 1 στρέμματος ή όσον και αν είναι από Ι. Κ., εντός του οποίου κτίστηκε νεόδμητο διώροφος στάβλος, επιφάνειας 90 τ.μ.
περίπου και κοτέτσι 12 τ. μ., αξίας κατά τον χρόνο γεννήσεως της αξιώσεώς της 20.000.000 δρχ. ή 58.694 ευρώ. β) Περιβόλι επιφάνειας ενός στρέμματος ή όσον και αν είναι από Ε. Κ., εντός του οποίου κτίστηκε νεόδμητος οικίσκος 15 τ.μ., αξίας κατά τον χρόνο γεννήσεως της αξιώσεώς της 10.000.000 δρχ. ή 29.347 ευρώ. γ) Χωράφι επιφάνειας ενός στρέμματος ή όσον και αν είναι από Ε.
Π., αξίας κατά τον χρόνο γεννήσεως της αξιώσεώς της 1.000.000 δρχ. ή 2.934 ευρώ. δ) Χωράφι επιφάνειας ενός στρέμματος ή όσον και αν είναι από Ε. Κ., αξίας κατά τον χρόνο γεννήσεως της αξιώσεώς της 1.000.000 δρχ. ή 2.934 ευρώ. ε) Περιβόλι επιφάνειας ενός στρέμματος ή όσον και αν είναι από Α. Φ., αξίας κατά τον χρόνο γεννήσεως της αξιώσεώς της 5.000.000 δρχ.
ή 14.673 ευρώ. στ) Χωράφι επιφάνειας ενός στρέμματος η όσον και αν είναι από Μ. Φ. αξίας κατά τον χρόνο γεννήσεως της αξιώσεώς της 1.000.000 δρχ. ή 2.934 ευρώ. ζ) Ο μηχανολογικός κλ.π. αγροτικός εξοπλισμός, ήτοι 1 μπετονιέρα, αξίας 3.000 ευρώ" 1 χορτοκοπτικό μηχάνημα, αξίας 1000 ευρώ, 1 ραντιστικό μηχάνημα, αξίας 3.000 ευρώ, 2 σκαπτικά μηχανήματα X1000=2000, 1 πατητήρι σταφυλιών αξίας 3.000 ευρώ, μιία καρότσα ελκόμενη, αξίας 3000 ευρώ, ένα αντλητικό ύδατος, αξίας 500 ευρώ, τελάρα, αξία 500 ευρώ, σκάλες, σωλήνες υδρεύσεως, αξίας 600 ευρώ, 4 ΒενζινοπρίοναΧ250=1.000 κ.λ.π., συνολικής αξίας κατά τον χρόνο γεννήσεως της αξιώσεώς της 6.000.000 δρχ.
ή 17.608 ευρώ. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν δέχθηκε αξίωση της αναιρεσίβλητης για συμβολή της στην απόκτηση από το σύζυγό της των αστικών ακινήτων που περιγράφονται στις αγωγές (αποκτημάτων και διάρρηξης) με τους αρ. 1 έως 4 (συζυγική οικία στα ... και διαμερίσματα επί των οδών ..., στην Αθήνα), αλλ’ ούτε και στο μηχανολογικό εξοπλισμό, ενώ δέχτηκε αξίωσή της για τη συμβολή της σε έξι αγροτικά ακίνητα, όπως περιγράφονται στην αναιρεσιβαλλομένη, με αριθμούς 1 έως 6, τη συνολική αξία των οποίων, στη δίκη επί της αγωγής διάρρηξης, προσδιόρισε σε 228.000 ευρώ, τη δε συμβολή της αναιρεσίβλητης σε 76.000 ευρώ (228.000 Χ 1/3), εφόσον κατά τις παραδοχές του, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης του γάμου, δεν υπήρχε αρχική περιουσία του συζύγου της και επί του ποσού αυτού προσδιόρισε τόκους για το χρονικό διάστημα από 10/4/1998 έως 31/7/2009.
Έτσι, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών από κεφάλαιο και τόκους, μεταξύ άλλων (αξιώσεις από διατροφή), απήγγειλε τη διάρρηξη της επίμαχης δικαιοπραξίας. Όμως, σύμφωνα με το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής διάρρηξης που, αναφορικά με τον προσδιορισμό της απαίτησης της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του συζύγου της, είναι ταυτόσημο με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής των αποκτημάτων, η αξία των αγροτικών ακινήτων (περιβολιών και χωραφιών), στα οποία η αναιρεσίβλητη αξίωσε τη συμβολή της και στη συνέχεια, προς ικανοποίησή της, απαγγέλθηκε η αιτούμενη διάρρηξη, ανερχόταν σε 111.516 ευρώ (σύμφωνα με το άθροισμα των αξιών των ακινήτων που περιγράφονται με τα στοιχεία 5α έως 5στ και στις δύο αγωγές), η δε αναλογούσα αιτούμενη συμβολή της ανερχόταν σε 37.172 ευρώ (111.516 Χ 1/3).
Έτσι, το Εφετείο, κατ’ αρχάς, αναγνώρισε απαίτηση της αναιρεσίβλητης από αποκτήματα, για την ικανοποίηση της οποίας απήγγειλε την αιτούμενη διάρρηξη, ποσού μεγαλύτερου από το αιτηθέν γιαυτά, με την αγωγή διάρρηξης, λαμβανομένου υπόψη ότι από τη δίκη των αποκτημάτων δεν παράγεται δεδικασμένο για το ύψος της απαίτησης στη με διαφορετικούς διαδίκους δίκη της διάρρηξης και επί του μεγαλύτερου αυτού ποσού προσδιόρισε τόκους, για την ικανοποίηση δε και της επ’ αυτών αξίωσης, επίσης, απήγγειλε την αιτούμενη διάρρηξη.
Περαιτέρω, από τα αγροτικά ακίνητα, στα οποία το Εφετείο δέχτηκε συμβολή της αναιρεσίβλητης στην απόκτησή τους, τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη με αριθμούς 1 (αγρός στη θέση ...), 2 (αγρός στη θέση ...), 4 (αγρός στη θέση ... αποκτηθείς με το ...1963 συμ/λαιο) και 5 (αγρός στη θέση ... αποκτηθείς με άτυπη δωρεά από τον Σ.
Φ. και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας) δεν περιλαμβάνονται στα αγροτικά ακίνητα στην απόκτηση των οποίων η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε συμβολή της, σύμφωνα με το επισκοπούμενο και ανωτέρω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής διάρρηξης (ταυτόσημο κατά τούτο με το περιεχόμενο της αγωγής αποκτημάτων), αλλά τα ανέφερε μόνον, ως απομένουσα περιουσία του συζύγου της, κατά το χρόνο κατάρτισης της προσβαλλόμενης, ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, συνολικής αξίας 6.000 ευρώ, κατά την αγωγή, που δεν αρκούσε για την ικανοποίηση των επίδικων αξιώσεών της.
Συνεπώς, το Εφετείο, συμπεριλαμβάνοντας την αξία τούτων, κατά τον προσδιορισμό της αξίωσης της αναιρεσίβλητης για τη συμβολή της στα αποκτήματα του συζύγου της, προς ικανοποίηση της οποίας απήγγειλε την αιτούμενη διάρρηξη, αναγνώρισε απαίτηση της αναιρεσίβλητης που δεν ζητήθηκε κατά τα αντίστοιχα ποσά.
Το ίδιο ισχύει και για τα τμήματα 800 τ.μ. και 5.500 τ.μ. του αναφερόμενου στην αναιρεσιβαλλομένη με αρ. 6 ακινήτου, ως περιελθόντα στο σύζυγο της αναιρεσίβλητης από την Κ. Φ., με το ...1972 συμ/λαιο και από τον Κ. Φ., με άτυπη δωρεά, το 1960 και έκτοτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αντιστοίχως, την αξία των οποίων συνυπολόγισε, κατά τον προσδιορισμό της αξίωσης της αναιρεσίβλητης για τη συμβολή της στα αποκτήματα του συζύγου της, προς ικανοποίηση της οποίας απήγγειλε την αιτούμενη διάρρηξη, παρά το ότι αυτά δεν περιλαμβάνονται στα αγροτικά ακίνητα στην απόκτηση των οποίων η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε συμβολή της, σύμφωνα με το επισκοπούμενο και ανωτέρω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής διάρρηξης (ταυτόσημο κατά τούτο με το περιεχόμενο της αγωγής αποκτημάτων).
Επίσης, για τα τμήματα 1.000 τ.μ. και 700 τ.μ. του αναφερόμενου στην αναιρεσιβαλλομένη με αρ. 6 ακινήτου και τον αναφερόμενο στην απόφαση με αρ. 3 αγρό 1.000 τ.μ., περιελθόντα στο σύζυγο της αναιρεσίβλητης από τους Α. Φ., Ε. Π. και Ε. Κ., αντιστοίχως, που περιλαμβάνονται με στοιχεία 5ε, 5γ και 5δ στην αγωγή διάρρηξης μεταξύ των αγροτικών ακινήτων στην απόκτηση των οποίων η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε συμβολή της, ενώ η αναιρεσίβλητη ζήτησε τον προσδιορισμό της απαίτησής της, επικαλούμενη, ως αξία τους 14.673 ευρώ, 2.934 ευρώ και 2.934 ευρώ, αντιστοίχως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε αξία τους 24.980 ευρώ και 17.486 ευρώ, αντιστοίχως, για τα δύο πρώτα, δεδομένου ότι δέχτηκε αξία 200.000 ευρώ του συνολικού ακινήτου των 8.005,20 τ.μ. (200.000 : 8.005,20=24,98 ευρώ ανά τ.μ.) και 8.000 ευρώ για τον τρίτο.
Έτσι, το Εφετείο οδηγήθηκε στην αναγνώριση της ένδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης για τη συμβολή της στα, κατά τη διάρκεια του γάμου, αποκτήματα του συζύγου της, προς ικανοποίηση της οποίας απήγγειλε την αιτούμενη διάρρηξη, σε ποσό μεγαλύτερο από το συναγόμενο, με βάση τις επικληθείσες μικρότερες αξίες των ανωτέρω ακινήτων, για τα οποία η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε συμβολή της στην απόκτησή τους από το σύζυγό της, επί του οποίου μεγαλύτερου ποσού προσδιόρισε και τους τόκους του επίδικου διαστήματος.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλειες από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο περιέλαβε στα αποκτήματα του συζύγου της αναιρεσίβλητης, με βάση την αξία των οποίων προσδιόρισε την από τη συμβολή της αξίωση αυτής, προς ικανοποίηση της οποίας απήγγειλε την αιτούμενη διάρρηξη: 1) τον αγρό στη θέση ..., επιφάνειας 1.500 τ.μ., που ο σύζυγός της είχε αποκτήσει, με αγορά, από το Γ.
Σ., με το ...1963 συμβόλαιο, έχοντας δε αποκτηθεί πριν από το γάμο, δεν αποτελούσε απόκτημα κατά την έννοια του νόμου και 2) ακίνητο 5.500 τ.μ., στη θέση ... Καρδαμύλων, ως τμήμα του ακινήτου των 8.005,20 τ.μ, που αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη με τον αρ. 6 μεταξύ των αποτελούντων την περιουσία του συζύγου της αναιρεσίβλητης περιουσιακών στοιχείων, κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης αυτών (καλοκαίρι 1998), το οποίο τμήμα (5.500 τ.μ.) είχε περιέλθει στο Ν.
Φ. με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Κ. Φ., το 1960 και εφόσον πρόκειται περί δωρεάς δεν περιλαμβάνεται στα αποκτήματα. Περαιτέρω, με τον τέταρτο, λόγο, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς την ύπαρξη περιουσίας του συζύγου της αναιρεσίβλητης, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, καθόσον, ενώ, αρχικώς, δέχτηκε, ότι αυτός δεν είχε περιουσία, ακολούθως, κρίνοντας τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης στη δίκη επί της αγωγής διάρρηξης, υπολόγισε στα αποκτήματά του και το περιελθόν σ’ αυτόν, το έτος 1963, ήτοι πριν το γάμο, με το ...1963 συμ/λαιο ακίνητο των 1.500 τ.μ..
Όμως, εφόσον σχετικά με τα ανωτέρω ακίνητα κρίθηκε, ήδη, βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η έρευνα των ανωτέρω λόγων που κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, παρέλκει. Με το υπόλοιπο μέρος του τέταρτου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, επίσης, η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι, στην αρχική περιουσία του συζύγου της αναιρεσίβλητης, της οικίας στη θέση ..., την οποία είχε επικαλεστεί κατ’ ένσταση ο τελευταίος (Ν.
Φ.), ως εναγόμενος, στη δίκη επί της αγωγής των αποκτημάτων και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο αναιρεσείων, ως εκκαλών-προσθέτως παρεμβάς σε εκείνη τη δίκη. Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του, συναπτόμενος με ισχυρισμό προβληθέντα στη δίκη επί της αγωγής των αποκτημάτων, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά το ίδιο μέρος κρίθηκε απαράδεκτη.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολ.ΑΠ 22/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Προς τούτο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι η αναιρεσίβλητη, με την από 8/4/1998 αγωγής της (αποκτημάτων) είχε πλήξει, ως άκυρη, την από το σύζυγό της πώληση της συζυγικής οικίας στα ... (αναφερόμενη με τον αριθμό 1 στην αγωγή της), καταρτισθείσα χωρίς άδεια της επιτροπής του ν. 1892/1990, ώστε να συμπεριληφθεί στα αποκτήματα του τότε εναγομένου.
Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 76/2000 εν μέρει οριστική απόφασή του δέχτηκε πως ήταν άκυρη, αλλά ελλείψει αγωγικού αιτήματος δεν συνυπολογίζεται στην τελική περιουσία του τότε εναγομένου, παρά το τίμημα που αυτός απέκτησε από την πώλησή της. Ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή των αποκτημάτων, κατά το μέρος που έπληττε την εν λόγω μεταβίβαση, με την αιτιολογία ότι είχε χωρήσει σε χρόνο προγενέστερο της γέννησης του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο με τον τρόπο αυτό, εμμέσως, εγκυρότητα της επίμαχης πώλησης, παρά το ότι ούτε ο ίδιος, ούτε η αναιρεσίβλητη άσκησαν έφεση κατά της εν μέρει οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς το ζήτημα τούτο και εντεύθεν έλαβε υπόψη "πράγμα", ήτοι λόγο εφέσεως που δεν προβλήθηκε.
Ότι συνέπεια της πλημμέλειας αυτής ήταν να απορριφθεί η πρωτοδίκως προταθείσα και επαναφερθείσα, με λόγο εφέσεως, στη δίκη επί της αγωγής διάρρηξης, ένστασή του, περί υπάρξεως επαρκούς και ικανής περιουσίας για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, καθόσον η μεταβίβαση της συζυγικής οικίας στα ...
ήταν άκυρη και η αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει αγωγή ακύρωσης του σχετικού συμβολαίου. Ο λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι συνάπτεται με πλημμέλεια της δίκης επί της αγωγής των αποκτημάτων, ως προς την οποία η αίτηση αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτη, κατά τα παραπάνω αναφερθέντα και σημειουμένου ότι η συνεκδίκαση από το Εφετείο των εφέσεων του αναιρεσείοντος κατά των 80/2012 και 7/2012 αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν αναιρεί την αυτοτέλεια της κάθε δίκης.
Επιπροσθέτως, ο προκείμενος λόγος στηρίζεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι το Εφετείο, στα πλαίσια της δίκης διάρρηξης έλαβε υπόψη ισχυρισμό του ίδιου του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της επίμαχης μεταβίβασης και τον απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και όχι γιατί έλαβε υπόψη μη προταθέντα λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης, στα πλαίσια της ξεχωριστής δίκης επί της αγωγής των αποκτημάτων.
Κατόπιν των ανωτέρω και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως, κατά τις αναφερθείσες διακρίσεις, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που απέρριψε την από 23/2/2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 7/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό και θα διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της προκείμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/12/2012 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Π. κατά της 79/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, κατά το μέρος της που απέρριψε την από 5/10/2012 έφεσή του κατά της 80/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Αναιρεί την 79/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, κατά το μέρος της που απέρριψε την από 23/2/2012 έφεση του αναιρεσείοντος Κ. Π. κατά της 7/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ