Legislator Case Law & Legislation
727/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's error in applying res judicata to a second claim with different factual basis.

Case Number 727/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to dismiss a second claim based on unjust enrichment. The appellant argued that the first claim and the second claim had different factual foundations, specifically regarding the dissolution of marriage, which invalidated the doctrine of res judicata. The Court agreed that the lower court erred by applying the principle of res judicata to a claim with distinct historical grounds that were not examined in the prior judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 322 § 1 and 324 of the Code of Civil Procedure; res judicata applies only to rights and historical facts explicitly pleaded and examined in the prior judgment, excluding alternative factual bases not raised in the original suit.

Keywords

AI generated
res judicata unjust enrichment Code of Civil Procedure factual basis appeal admissibility dissolution of marriage legal res judicata

Cited Legislation

AI generated
Article 559 number 16 letter a of the Code of Civil Procedure
Article 322 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 324 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
A.P. Georgiadis, Obligations Law, Volume A, § 21, p. 292
P. Kornelakis, Special Obligations Law, Volume A, p. 270

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 727 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 727/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χαραλαμπόπουλο, που ανακάλεσε την από 8-11-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοκκονό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2240/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεση του ήδη προαχθέντος Αντιπροέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται αν το δικαστήριο κατά παράβαση νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ.

πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχόμενου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 § 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 § 1 και 324 Κ.πολΔ., το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία.

Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατόν να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε. Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία.

Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε, καθώς και ο λόγος της απόρριψης, κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση. Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ'αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης.

Προκειμένου, επομένως, να εξεταστεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.ΑΠ 15/98, ΑΠ 166/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ιστορούσε με την από 5-11-1999 αγωγή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας ότι κατά το έτος 1994, "ενθουσιασμένος από την ευτυχή προοπτική του γάμου" της θυγατέρας του με τον εναγόμενο, κατέβαλε σε αυτόν συνολικώς το χρηματικό ποσόν των 8.524.000 δρχ.

Ότι ο γάμος του εναγομένου με την θυγατέρα του ενάγοντος τελέσθηκε την 28-10-1995, αλλά ακολούθως "διαλύθηκε" από τον Δεκέμβριο του έτους 1998, καθόσον από τότε οι σύζυγοι τελούν σε διάσταση. Ισχυριζόμενος δε εν τέλει ο ενάγων ότι ο εναγόμενος κατέστη κατ' αυτόν τον τρόπο αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας εκείνου κατά το ποσόν των 8.524.000 δρχ., ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσόν αυτό.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 37.2001 απόφαση, με την οποία το ως άνω δικαστήριο απέρριψε την αγωγή με τις ακόλουθες σκέψεις: "Η αγωγή ... παρίσταται μη νόμιμη διότι υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, προκύπτει μόνο η μία εκ των δύο αναγκαίων προϋποθέσεων για τη γέννηση της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού ήτοι η περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων, συνιστάμενη σε πλουτισμό του εναγομένου εις βάρος της περιουσίας του ενάγοντος χωρίς όμως να συνάγεται και η έλλειψη τη νόμιμης αιτίας (δεύτερη αναγκαία προϋπόθεση) για την οριστική διατήρηση του πλουτισμού αυτού.

Ειδικότερα και σύμφωνα πάντα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς η περιουσιακή επίδοση εν προκειμένω έγινε υπό την έγκυρη βούληση του ενάγοντος- δότη έχοντας ως ενοχικό υπόβαθρο μία σύμβαση δωρεάς καθ' όλα έγκυρη και ισχυρή, η οποία, όσο δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί και εξακολουθεί να υφίσταται δεν αποτελεί αιτία λήξασα υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, που να στερεί τη βούληση του δότη από τη δικαιολογία για την οριστική διατήρηση του πλουτισμού.

Πολύ δε περισσότερο, δοθέντος ότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή επηκολούθησε ο γάμος της θυγατέρας του ενάγοντος με τον εναγόμενο, δεν μπορεί να γίνει λόγος και για αιτία μη επακολουθήσασα, υπό τη διαλαμβανόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια, που να στερεί ομοίως τη βούληση του δότη από τη δύναμη να δικαιολογήσει τη διατήρηση του πλουτισμού.

Κατ' ακολουθίαν και δεδομένης της ύπαρξης εν προκειμένω νόμιμης αιτίας προς διατήρηση του ένδικου πλουτισμού, εφόσον αυτός έλαβε χώρα με την έγκυρη βούληση του δότη στα πλαίσια δωρεάς, χωρίς η βούληση αυτή να στερείται περαιτέρω για τους προαναφερόμενους λόγους τη δύναμη να δικαιολογήσει τον πλουτισμό λόγω αιτίας λήξασας ή μη επακολουθήσασας, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη".

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, ακολούθως δε ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας την από 1-4-2004 αγωγή του, η οποία είχε το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα με την πρώτη αγωγή, με την διαφορά ότι στην δεύτερη αγωγή ο ενάγων προσέθεσε το περιστατικό, ότι εν τω μεταξύ ο γάμος της θυγατέρας του με τον εναγόμενο λύθηκε με δικαστική απόφαση του έτους 2003, η οποία κατέστη αμετάκλητη και "Κατά συνέπεια, μετά την λύση του γάμου, εξέλιπε ( έληξε) πλέον η αιτία της μετακίνησης του πλουτισμού".

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 70/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, ασκηθείσης δε εφέσεως από τον εναγόμενο, το Εφετείο Θεσ/νίκης εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή με τις εξής σκέψεις: "Από τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή προκύπτει ότι το δικαίωμα που εισήχθη με αυτή έχει την ίδια νομική και ιστορική αιτία με αυτό που κρίθηκε αμετάκλητα με την πιο πάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, αφού και οι δύο αγωγές έχουν βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό που επήλθε σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, λόγω λήξης της αιτίας και ειδικότερα της λύσης γάμου.

Κατά συνέπεια το δεδικασμένο που παρήχθη από την επικαλούμενη υπ' αριθμ. 37/ΤΠ/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, καλύπτει και την επίδικη, αφού και με τις δύο αγωγές, όπως συνομολογείται, επιδιώκεται η καταβολή του ίδιου ποσού, το οποίο καταβλήθηκε στον εναγόμενο, στη μεν πρώτη αγωγή ως δωρεά του ενάγοντος προ αυτόν χάριν τελέσεως του μεταξύ αυτού και της θυγατέρας του Μ.

Π. γάμου, στη δε δεύτερη περίπτωση, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της δεύτερης αγωγής, ως δωρεά "επί σκοπώ", η μη επίτευξη του οποίου γεννά αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού του δωρητή (βλ. ΑΠ. Γεωργιάδη, Ενοχ. Δικ. Τόμος Α' § 21 σελ. 292, Π. Κορνηλάκη, Ειδ. Ενοχ. Δικ. Τόμος Α, σελ 270). Ενόψει όλων αυτών η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου, η οποία άλλωστε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ...".

Από την επισκόπηση και την εκτίμηση των ανωτέρω αγωγικών δικογράφων και των επ' αυτών εκδοθεισών αποφάσεων προκύπτουν : α) Ότι οι δύο αγωγές δεν ταυτίζονται κατά τα νομικώς ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, αφού στην μεν πρώτη αναφέρεται, ότι ο γάμος, ο οποίος είχε αποτελέσει το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της επίμαχης παροχής υφίστατο και απλώς οι σύζυγοι είχαν περιέλθει σε διάσταση, στην δε δεύτερη ιστορείται, ότι ο γάμος είχε αμετακλήτως λυθεί στον ενδιάμεσο χρόνο και β) ότι με την απόφαση, δια της οποίας απερρίφθη η πρώτη αγωγή, εκ των πραγμάτων δεν ερευνήθηκε, αφού δεν υφίστατο, η αγωγική βάση της ληξάσης αιτίας του πλουτισμού, η οποία περιείχετο μόνον στην δεύτερη αγωγή.

Εν όψει τούτων και με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε στην προκειμένη περίπτωση την ύπαρξη δεδικασμένου από την πρώτη απόφαση και απέρριψε ως απαράδεκτη την δεύτερη αγωγή και για τον λόγο αυτόν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, η οποία προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 Κ.ΠολΔ., στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2240/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2012 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ