Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing parties and inadmissible evidence arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence and relied on inadmissible witness testimonies, but the court found these arguments procedurally flawed. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not properly notify the absent respondent, and the specific evidence claims failed to meet the legal requirements for raising such arguments on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 § 1 K.Pol.D.; Art. 561 K.Pol.D.; Art. 562 § 2 K.Pol.D.; Art. 559 K.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the appellant fails to notify absent parties, and specific grounds regarding evidence inadmissibility are inadmissible if the appellant did not legally propose the underlying facts in the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 727 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 727/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δάσκα.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Σ. Κ., το γένος Σ., κατοίκου ... ενεργούσας γαι τον εαυτό της ατομικά και προσωπικά αλλά και για λογαριασμό, ως νόμιμος εκπρόσωπος και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Ε. Σ. και Μ. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-200 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 608/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 4 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. 4635 Γ/13-10-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνης Ε. Κ. αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως με την πάνω σ'αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν οι διάδικοι αυτοί παρόντες (αρθρ. 576 § 1 Κ.Πολ.Δ).
Πταίσμα με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του π.δ.778/1980 " περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. Ειδικότερα στο άρθρο 1 του εν λόγω π.δ.
ορίζονται τα εξής: "Επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, τηρούνται υπό των κατά Νόμον υπευθύνων τού έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων" και στο άρθρο 20: "Φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύωνται είτε περιμετρικώς δι` ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1.00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) τού μέτρου, είτε διά τής πλήρους καλύψεώς των δι` αμετακινήτου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών (0,025) τού μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξυλίνων λατακίων, είτε διά τής τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός τής πλακός κατά την κατασκευήν της".
Εξάλλου, ο ν.1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει: α)στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ` έναν εργολάβο και γ)στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1.
Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2.
Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4.
Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980και του ν. 1396/1983 συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ` έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι και 2) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο)για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι και τα προβλεπόμενα από τη ν ως άνω διάταξη του άρθρου 20 του π.δ.778/1980.
Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου, στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου, η κατάρτιση της οποίας δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο. Το αντίθετο δεν προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 7 του ν.1396/1983 που ορίζει: "Επιβλέπων:
Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης" και του άρθρου 338 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ. 14/1999) που ορίζει: "1.'Οποιος εκτελεί τα προβλεπόμενα από την οικοδομική άδεια έργα οφείλει να ορίζει τον αναλαμβάνοντα την επίβλεψη της εκτέλεσής τους, ο οποίος, πριν από οποιαδήποτε έναρξη του έργου, πρέπει να υποβάλει στην κατά το άρθρο 330 αρμόδια για τη χορήγηση της άδειας υπηρεσία έγγραφη δήλωση ότι αποδέχεται την επίβλεψη αυτή. 2.
Σε περίπτωση αποχής του επιβλέποντος, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, απαιτείται η άμεση αντικατάστασή του που εκτελείται κατά τον ίδιο, όπως παραπάνω, τρόπο. 3. Δεν επιτρέπεται σε οποιαδήποτε περίπτωση η εκτέλεση έργου από τα προβλεπόμενα στο παρόν κεφάλαιο χωρίς προηγουμένως να οριστεί ο επιβλέπων εκτέλεσης του έργου ή ο αντικαταστάτης του, σε περίπτωση αποχής του.
Παράβαση της διάταξης αυτής συνεπάγεται, εκτός των άλλων, την αναγκαστική διακοπή των εργασιών, εκτός εάν η αρμόδια υπηρεσία κρίνει σκόπιμο το διορισμό επιβλέποντα εκτέλεσης του έργου. Στην τελευταία περίπτωση η αμοιβή του επιβλέποντος καθορίζεται από την υπηρεσία σε βάρος του εκτελούντος τα έργα, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης για την παρέμβαση αυτή της υπηρεσίας.>> καθόσον με τις διατάξεις αυτές δεν ορίζεται τύπος για τη σχετική σύμβαση αλλά με τις προβλεπόμενες διατυπώσεις επιδιώκεται η εξασφάλιση ορισμού επιβλέποντος μηχανικού.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ τα εξής: << Το έτος 1999 ο πρώτος εναγόμενος (μη διάδικος στη παρούσα δίκη) αποφάσισε να κατασκευάσει μια έκθεση μοτοποδηλάτων σε ένα νέο κτίριο που θα κατασκεύαζε σε ιδιόκτητο οικόπεδο, απευθύνθηκε αρχικά στον τρίτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος είναι αρχιτέκτονας μηχανικός και ασχολείται με τη σύνταξη αρχιτεκτονικών μελετών και σύνταξη σχεδίων διακόσμησης εσωτερικών χώρων, στον οποίο ανέθεσε έναντι αμοιβής το σχεδιασμό του κτιρίου από πλευράς ογκοπλαστικής διαμορφώσεως.
Τα σχέδια αυτά, που συνέταξε ο τρίτος εναγόμενος, τα παρέδωσε στο δεύτερο εναγόμενο(μη διάδικο στη παρούσα δίκη), ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός και ύστερα από συμφωνία με τον πρώτο εναγόμενο ανέλαβε τη σύνταξη μελέτης για την έκδοση οικοδομικής άδειας καθώς και την επίβλεψη των σχετικών εργασιών προκειμένου να ανεγερθεί το ως άνω κτίριο. 'Υστερα από την κατάθεση της μελέτης και των απαιτούμενων εγγράφων στην Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ρεθύμνου εξεδόθη στις 9-1-2001 η με αριθμό 12/2001 οικοδομική άδεια, σύμφωνα με την οποία τις μελέτες (αρχιτεκτονική, φέροντα οργανισμού, θερμομόνωσης, πυροπροστασίας) συνέταξε ο δεύτερος εναγόμενος και επιβλέπων μηχανικός ( για τη γενική επίβλεψη, επίβλεψη φέροντα οργανισμού, Θερμομόνωσης και πυροπροστασίας) ορίστηκε ο δεύτερος εναγόμενος.
Μελετητής επομένως και επιβλέπων μηχανικός σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 1396/1983 και Π.Δ 14.7/27-7-1999 ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος υπέγραψε τις απαιτούμενες μελέτες (αρχιτεκτονικές, φέροντα οργανισμού, θερμομόνωσης και πυροπροστασίας), τις υπέβαλε στην Πολεοδομία και εγκρίθηκαν απ' αυτήν με την έκδοση της άδειας, η χρησιμοποίηση δε απ' αυτόν των αρχιτεκτονικών σχεδίων του τρίτου εναγομένου δεν αναιρεί την παραπάνω ιδιότητα του μελετητή και επιβλέποντα μηχανικού.
Μετά την ολοκλήρωση του σκελετού της οικοδομής ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε και πάλι στον τρίτο εναγόμενο την εσωτερική διακόσμηση του κτιρίου. 'Ετσι συνέταξε σχέδια για την εσωτερική διακόσμηση του κτιρίου, κάνοντας προτάσεις για το φωτισμό, τις ψευδοροφές και τους χρωματισμούς. Ο τρίτος των εναγομένων αν και προσελήφθη από τον πρώτο τούτων προκειμένου να εκτελέσει τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του υπό ανέγερση κτιρίου, ανέλαβε και την επίβλεψη των εργασιών του έργου στην φάση της εσωτερικής διαμόρφωσης του κτιρίου, δηλαδή μετά την εκτέλεση των μπετών αυτός μάλιστα σύστησε στον πρώτο εναγόμενο τον υπεργολάβο Σ.
Κ., η ιδέα άλλωστε της κατασκευής αίθριου στο ως άνω κτίριο ήταν σχεδιαστικά αποκλειστικά δική του. Ο Σ. Κ. στις 30-6-2001 και περί ώρα 20:30 μαζί με τον εργάτη του, S. Ν., υπήκοο Αλβανίας, τοποθετούσε γυψοσανίδες στην οροφή και τους τοίχους του πρώτου ορόφου της οικοδομής του πρώτου εναγομένου, που βρίσκεται στην οδό Σταμαθιουδάκη αριθμός 37 στην πόλη του Ρεθύμνου.
Συγκεκριμένα χρησιμοποιούσαν δύο πτυσσόμενες σκάλες από αλουμίνιο καθώς και ένα αναβατόριο, στο οποίο τοποθετούσαν τις γυψοσανίδες για να τις ανεβάσουν στην οροφή και να τις βιδώσουν στις υποδοχές που είχαν κατασκευάσει. Στο μέσο περίπου του δαπέδου του πρώτου ορόφου είχε κατασκευαστεί ένα άνοιγμα (αίθριο) σχήματος παραλληλόγραμμου, διαστάσεων 7Χ4 μέτρων, το οποίο κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν αφύλακτο.
Ο Σ. Κ., ενώ επιχειρούσε να μεταφέρει και να τοποθετήσει, μαζί με τον παραπάνω εργάτη του, στο αναβατόριο, που βρισκόταν στη νοτιοδυτική πλευρά του ορόφου, μία γυψοσανίδα μήκους 3 μέτρων και πλάτους 1,2 μέτρων, την οποία κρατούσε από την πίσω πλευρά ο ίδιος και από την μπροστινή πλευρά ο βοηθός του, κατέπεσε από το ως άνω ακάλυπτο άνοιγμα στο δάπεδο του ισογείου με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο κεφάλι.
Διακομίστηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου και από εκεί στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου μετά από πέντε ημέρες νοσηλείας στη μονάδα εντατικής θεραπείας, στις 5-7-2001 απεβίωσε (βλ. τη με αριθμ. 4486/30-8-2001 ιατροδικαστική έκθεση). Το ατύχημα αυτό οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου, ως ιδιοκτήτη της οικοδομής, του δεύτερου εναγομένου, ως επιβλέποντος μηχανικού γενικώς και του τρίτου εναγομένου, ως επιβλέποντος των εργασιών του έργου στην φάση της εσωτερικής διαμόρφωσης του κτιρίου, διότι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν, καθένας λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, δεν έλαβαν τα επιβαλλόμενα προστατευτικά μέτρα, για την πρόληψη πτώσεως ανθρώπου από το άνοιγμα, όπως τα μέτρα αυτά προσδιορίζονται από το Ν. 1396/1983 και το ΠΔ 1073/1981.
Ο πρώτος εναγόμενος ως κύριος του έργου ήταν υποχρεωμένος να λαμβάνει ο ίδιος τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι, διότι αποδεικνύεται ότι δεν είχε αναθέσει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο (άρθρο 4 N. 1396/1983), αλλά ανέθετε τμήματα αυτού σε διαφόρους εργολάβους. 'Ετσι από κοινού με τον δεύτερο και τρίτο εναγόμενο, επιβλέποντα μηχανικό και αρχιτέκτονα αντίστοιχα, ευθύνεται για το παραπάνω ατύχημα.
H υπαιτιότητα τους συνίσταται στην παράλειψη τους να λάβουν τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφάλειας για την πρόληψη και αποφυγή του κινδύνου, που εγκυμονούσε το παραπάνω αφύλακτο άνοιγμα, στην παράλειψη τους να αναπροσαρμόσουν το σχέδιο ασφάλειας και υγείας, που συνέταξε και υπέβαλε στην πολεοδομία ο δεύτερος απ' αυτούς και το οποίο αποτελεί αναπόσταστο τμήμα της οικοδομικής άδειας, ώστε να συμπεριλάβει τόσο τις εργασίες γυψοσανίδων, όσο και τους κινδύνους μεταφοράς υλικών στον πρώτο όροφο της οικοδομής, που υπήρχε το άνοιγμα, στην παράλειψη τους τήρησης στο εργοτάξιό του σχεδίου και φακέλου ασφάλειας και υγείας, που να είναι προσιτά στον οποιοδήποτε, κατ' άρθρο 2 παρ. 10 Π.Δ 305/1996.
Ειδικότερα οι παραπάνω εναγόμενοι, ενώ γνώριζαν την ύπαρξη του παραπάνω ανοίγματος και του κινδύνου, που εγκυμονούσε για οποιονδήποτε εισερχόταν στην οικοδομή, αφού αυτό υπήρχε από τότε που κατασκευάστηκε ο σκελετός της οικοδομής με οπλισμένο σκυρόδεμα, δεν το προστάτευσαν είτε περιμετρικά με αυθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον 1 μέτρου και θωράκων ύψους 0,15 μ.
είτε με την πλήρη κάλυψή του με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα πάχους 0,025 μ. καρφωμένο σε ανθεκτικό πλαίσιο από ξύλινα λατάκια, είτε με την τοποθέτηση σιδερένιου πλέγματος οπλισμού στερεούμενου μέσα στην πλάκα κατά την κατασκευή της. Ακόμα παρέλειψαν να προβλέψουν εξ αρχής και να αποτρέψουν τον ως άνω κίνδυνο με τη τροποποίηση του φακέλου ασφαλείας και υγείας, στον οποίο κανένας κίνδυνος και προληπτικό μέτρο από πτώση στο συγκεκριμένο άνοιγμα προβλεπόταν.
Εφόσον στο σχέδιο ασφάλειας και υγείας, που κατατέθηκε στην Πολεοδομία, ως απαιτούμενο δικαιολογητικό της οικοδομικής άδειας δεν προβλεπόταν εργασίες γυψοσανίδων, όφειλαν να προβούν σε τροποποίηση του αρχικού σχεδίου ασφάλειας και υγείας, κατ' άρθρο 3 παρ. 9 Π.Δ 305/1996, ώστε να προβλεφθούν και να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενοι κίνδυνοι από τις εργασίες τοποθέτησης γυψοσανίδων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι εναγόμενοι καταδικάσθηκαν με την υπ αριθμ. 1110/2007 οριστική απόφαση τον Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης για την ως άνω εξ αμελείας ανθρωποκτονία του Σ. Κ. σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών έκαστος.Σύμφωνα με τα παραπάνω όλοι οι εναγόμενοι είναι κυρίως υπαίτιοι για το παραπάνω ατύχημα κατά ποσοστό 60%.
Κατά δεύτερο λόγο συνυπαίτιος κατά ποσοστό 40% είναι και ο ίδιος ο θανών, διότι από αμέλειά του συνέβαλε και αυτός στην πρόκληση του ατυχήματος και τον τραυματισμό του. Η συνυπαιτιότητά του συνίσταται στο γεγονός ότι, ενώ γνώριζε την ύπαρξη του παραπάνω ανοίγματος και την επικινδυνότητά του, διότι είχε εργαστεί στην υπό ανέγερση αυτή οικοδομή άλλους δύο μήνες περίπου πριν το ατύχημα, πήγε να εργαστεί ημέρα Σάββατο και ώρα 20.30 λίγο πριν τη δύση τον ήλιου, κουρασμένος, χωρίς να λάβει κανένα προστατευτικό μέτρο για τον ίδιο και τον βοηθό του, παρόλο που ήταν και αυτός ως εργολάβος επιμέρους τμήματος του έργου υπεύθυνος για τη λήψη σχετικών προστατευτικών μέτρων ( αρθρ. 5 Ν. 1396 /1983, 20 ΠΔ 778/1980) και ως εκ τούτου όφειλε να προβλέψει ότι η μη λήψη απ' αυτόν των σχετικών προστατευτικών μέτρων μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την πτώση κάποιον εργαζόμενου από το αφύλακτο άνοιγμα.
Έτσι χωρίς να λάβει κανένα προστατευτικό μέτρο, χωρίς να φορά κράνος κατ άρθρο 103 Π.Δ 1073/1981, παρέλειψε, παρόλο που ήταν έμπειρος τεχνίτης, να μετατοπίσει δύο σκάλες αλουμινίου, που ήταν αφημένες στο δάπεδο, πλάτους 4,20 μ. και από το οποίο Θα διερχόταν, ενώ αν τις μετατόπιζε θα εξασφάλιζε την ασφαλή διέλευση του από το μέσο του δαπέδου και δεν Θα αναγκαζόταν να διέλθει από την αριστερή πλευρά και να προχωρήσει στην άκρη πλησίον τον ανοίγματος, χωρίς καμία ορατότητα, αφού μάλιστα κρατούσε την παραπάνω γυψοσανίδα από πίσω, με αποτέλεσμα να πατήσει σ' αυτό και να καταπέσει.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης που ενεργούσε ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ε. Σ. Κ. ως προς τον τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Μ. Ν., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον εναγόμενο αυτό, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και ως προς τον εν λόγω εναγόμενο τον οποίο και υποχρέωσε να καταβάλλει στην ενάγουσα εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση τα εις τη προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 345, 346, 481 επ., 914, 926, 932 ΑΚ και 7 παρ. 2 του ν.1396/1983 και 334, 335, 338, 341 του π.δ 14-7/27-7-1999 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αλλά ούτε και άλλες, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε.
Ειδικότερα με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία ο τρίτος εναγόμενος είχε αναλάβει με άτυπη σύμβαση που συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο (κύριο του έργου) και την ειδικότερη επίβλεψη των εργασιών του έργου στη φάση της εσωτερικής διαμόρφωσης του κτιρίου και με την ιδιότητά του αυτή από αμέλειά του παρέλειψε κατά τα προεκτεθέντα να λάβει από κοινού με τους λοιπούς συνεναγόμενούς του τα ως άνω επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας για τη πρόληψη και αποφυγή του κινδύνου, που εγκυμονούσε το υπάρχον κατά τ'ανωτέρω άνοιγμα στο μέσον περίπου του δαπέδου του πρώτου ορόφου, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και δεν απαλλάσσεται αυτός της σχετικής ευθύνης εκ του γεγονότος ότι με βάση την εκδοθείσα οικοδομική άδεια επιβλέπων μηχανικός της οικοδομής ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και όχι αυτός αλλά ούτε και εκ του γεγονότος ότι δεν υποβλήθηκε στην πολεοδομική αρχή δήλωση ανάθεσης επίβλεψης εκ μέρους του κυρίου του έργου και δήλωση ανάληψης επίβλεψης εκ μέρους αυτού ως αναλαμβάνοντος την επίβλεψη του έργου μηχανικού αφού η τήρηση των τυπικών αυτών προϋποθέσεων απαιτείται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις για την εξασφάλιση ορισμού επιβλέποντος μηχανικού του έργου και όχι για την απόκτηση της ιδιότητας του επιβλέποντος μηχανικού, ιδιότητα την οποία απέκτησε αυτός με την κατάρτιση μεταξύ αυτού και του κυρίου του έργου της ως άνω σύμβασης επίβλεψης η οποία φέρει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου και η κατάρτισή της δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο.
Περαιτέρω δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της απόφασης ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος επιβλέπων των εργασιών της εσωτερικής διαμόρφωσης του έργου ήταν ο τρίτος εναγόμενος και εκείνης (παραδοχής) ότι κατά τον ίδιο χρόνο επιβλέπων του όλου έργου ήταν και ο δεύτερος εναγόμενος καθόσον η τελευταία παραδοχή δεν αναιρεί τη πρώτη.
Συνεπώς ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης αντίστοιχα από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.με τους οποίους υποστηρίζονται τ'αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι δι'αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (αμφισβητείται η συμβατική ανάθεση της επίβλεψης των ως άνω εργασιών στον αναιρεσείοντα) που όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το στρατολογικό έγγραφο που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 απρ. 2 Κ.Πολ.Δ., "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 § 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ.σχ.Ολ.ΑΠ 43/1990).
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 11 § α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την κατάρτιση της σύμβασης ανάθεσης των ανωτέρω εργασιών επίβλεψης από τον εργοδότη στον αναιρεσείοντα, σε καταθέσεις μαρτύρων ήτοι σε ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο ενόψει του ότι η αξία του αντικειμένου της συμβάσεως αυτής υπερέβαινε το ποσό που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 393 § 1 Κ.πολ.Δ. είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα θεμελιούντα το λόγο αυτό πραγματικά περιστατικά προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με τις προτάσεις που κατέθεσε σ'αυτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουλίου 2009 αίτηση του Μ. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 608/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαϊου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ