Legislator Case Law & Legislation
727/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability where lower court clearly established comparative fault.

Case Number 727/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a second-instance judgment regarding a traffic collision. The lower court found the plaintiff driver primarily at fault for failing to control speed and enter the opposing lane, while the defendant driver was only partially liable for not moving to the right edge. The court ruled that the appellate court's reasoning regarding comparative fault was clear and sufficient, making the appeal inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 KPolD; Art. 561 no. 1 KPolD: An appeal for lack of legal basis is inadmissible when the appellate court provides clear and sufficient reasoning on the factual circumstances and the application of substantive law regarding liability.

Keywords

AI generated
traffic accident liability comparative fault appeal admissibility legal basis requirement appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 561 no. 1 KPolD
Art. 16 no. 4 KOK
Art. 16 KOK
Art. 297 AK
Art. 298 AK
Art. 300 AK
Art. 330 AK
Art. 914 AK
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 727 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 727/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ2, 3) Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Αθανασόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., 3) Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "Γ.Η. ΣΚΟΥΡΤΗΣ Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραϊσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2004 αγωγή των δεύτερου και τρίτου των ως άνω αναιρεσειόντων, την από 11/4/2005 αγωγή των πρώτης και δεύτερου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 22/4/2005 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/4/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 9/12/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση όλου του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 20 Απριλίου 2003 και περί ώρα 00:10 ο Χ2 οδηγώντας το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο συγκυριότητας του ίδιου και του πατέρα του Χ3 κατά 50% καθένας και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για ζημίες έναντι τρίτων στην ασφαλιστική εταιρεία "Διεθνής Ένωση ΑΕ", ενάγοντες της 163/2004 αγωγής, στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός ο ΑΑ, ενάγων της 125/2004 αγωγής, εκινείτο επί της εθνικής οδού ...-...με κατεύθυνση τη ....

Όταν έφθασε στο 27ο χιλιόμετρο της οδού αυτής και στο ύψος της περιοχής "..." όπου ο δρόμος έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε ρεύμα πορείας πλάτους 3.90 μ για το δικό του ρεύμα και 3.40 μ για τους αντίθετα κινούμενους με αριστερή ανοικτή στροφή και ελαφρά κατωφέρεια και η ταχύτητά του ήταν περίπου 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, αντιλήφθηκε από απόσταση 40-50 μ, και στο αντίθετο ρεύμα πορείας την Ψ1, όπως ο ίδιος κατέθεσε, η οποία οδηγούσε το με αριθμό ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου της Ψ2, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για ζημίες έναντι τρίτων στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Σκούρτης ΑΕΓΑ", ενάγοντες στην 100/2004 αγωγή να κινείται προς το ρεύμα πορείας του. Όμως, αν και αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση την πορεία του άλλου αυτοκινήτου δεν προέβη σε κανένα αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά της πορείας του, αλλά συνέχισε την πορεία του πλησίον της διαχωριστικής γραμμής με αποτέλεσμα το άλλο αυτοκίνητο να εισέλθει στο ρεύμα πορείας του και να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του και να συγκρουστούν σχεδόν μετωπικά, αφού η επιφάνεια σύγκρουσης των οχημάτων ήταν 1.20 μ στο καθένα.

Μετά τη σφοδρή σύγκρουση το πρώτο αυτοκίνητο έκανε στροφή 90 μοιρών προς τα αριστερά, βγήκε από το ρεύμα πορείας του και βρέθηκε τελικά εντός του ρεύματος κυκλοφορίας σε κάθετη θέση με μέτωπο προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Το δεύτερο αυτοκίνητο έκανε αναστροφή κατά 180 μοίρες και βρέθηκε το μέτωπό του προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Με βάση τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα αυτό οφείλεται στην υπαιτιότητα και των δύο οδηγών, οι οποίοι κατά την οδήγηση δεν κατέβαλλαν την επιμέλεια και προσοχή, την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις (330 ΑΚ). Ειδικότερα η αμέλεια της οδηγού του δευτέρου αυτοκινήτου βρίσκεται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν ρύθμισε την ταχύτητά της ενόψει κλειστής δεξιάς προς την πορεία της, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να συγκρουστεί με το άλλο αυτοκίνητο (16 παρ. 4 ΚΟΚ).

Η αμέλεια του άλλου οδηγού βρίσκεται στο ότι δεν οδηγούσε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, αλλά προς τη διαχωριστική γραμμή (άρθρο 16 παρ. ΚΟΚ) και ακόμη αν και αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση τη λανθασμένη πορεία του άλλου οχήματος δεν έκανε κανένα αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση ή έστω να μειώσει το μέγεθος της σύγκρουσης.

Η συνυπαιτιότητα των οδηγών προσδιορίζεται σε ποσοστό 70% για την οδηγό του δευτέρου αυτοκινήτου και σε 30% για τον οδηγό του πρώτου αυτοκινήτου". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν η πρώτη αναιρεσίβλητη και ακολούθως δίκασε και δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, και ειδικότερα της συνυπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσείοντος ώστε είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα, διευκρινίζονται με σαφήνεια και επάρκεια οι συνθήκες σύγκρουσης των οχημάτων και η υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου αναιρεσείοντος που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος και την έκταση των τραυματισμών και ζημιών. Δεν δέχεται το Εφετείο ότι η κίνηση του αυτοκινήτου του δεύτερου αναιρεσείοντος πλησίον της διαχωριστικής γραμμής είχε ως αποτέλεσμα την είσοδο του άλλου αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου, αλλά ότι η είσοδος αυτή οφείλεται στο ότι δεν ρύθμισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου της και στην εξαιτίας της παράλειψης του αυτής απώλεια του ελέγχου αυτού και την εκτροπή του.

Αντίθετα το Εφετείο δέχεται εμμέσως πλην σαφώς ότι υπήρχε επαρκής ελεύθερος χώρος οδοστρώματος προς τα δεξιά του αυτοκινήτου του δεύτερου αναιρεσείοντος, για να πραγματοποιήσει τον κατάλληλο ελιγμό προς την πλευρά αυτή δεν ήταν δε αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας να προσδιορίζεται μετρικά σε πόση απόσταση από τη διαχωριστική γραμμή έλαβε χώρα η σύγκρουση, ούτε η ταχύτητα του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης δεδομένου ότι το Εφετείο δέχεται ότι η απόσταση των 40-50 μ.

από την οποία αντιλήφθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων την κίνηση του άλλου οχήματος, του επέτρεπε να ενεργήσει τον κατάλληλο προς τα δεξιά ελιγμό του αυτοκινήτου του για να την αποφύγει. Ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Απριλίου 2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνής Ένωση ΑΑΕ", κλπ για αναίρεση της 220/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ