Supreme Court reverses insurance appeal, remanding case to find temporary coverage validity against third party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court reversed the lower appellate court's decision regarding the appellant's claim against the insurance company. The court found the lower court erred in applying substantive law by failing to recognize that a temporary insurance contract existed between the at-fault driver and the insurer, which could not be challenged by a third-party victim. Consequently, the appeal was allowed in part, and the case was remanded for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 1 & 2 of Ministerial Decision 4/585/1978; Art. 5 para. 2 of Law 489/1976: A temporary insurance coverage contract validly established between the insurer and the policyholder creates a binding obligation that cannot be invalidated by fraud to the detriment of a third party victim, requiring the lower court to re-examine the validity of such coverage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 727 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 727/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Χαράλαμπο Παπαηλιού (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παππά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Της ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ-ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ Α.Ε.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα και που νόμιμα εκπροσωπείται η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σφέτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/8/1995 αγωγή των χ1 και χ2 που δεν είναι διάδικοι στην σημερινή δίκη, την από 10/1/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 14/2/1996 και 5/2/1996 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 374/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 401/2001 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 6/3/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 2-1-2008 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 της Κ4/585/5-4-1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΑΥΕ), που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976, "η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως. Δια να παρασχεθεί ασφαλιστική κάλυψη προ της εκδόσεως ασφαλιστηρίου απαιτείται σύμβαση προσωρινής καλύψεως, αποδεικνυόμενη δια του υπό του ασφαλιστού χορηγουμένου προσωρινού σημειώματος καλύψεως ή προκειμένης υποχρεωτικής ασφαλίσεως ευθύνης και εγγράφου βεβαιώσεως, περί της οποίας το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 489/1976.
Το σημείωμα προσωρινής καλύψεως ισχύει μέχρι εκδόσεως του ασφαλιστηρίου, αλλά πάντως όχι πέραν της εν αυτώ αναγραφομένης ημερομηνίας λήξεως". Στην προβλεπόμενη με τη διάταξη αυτή προσωρινή κάλυψη δεν έχει τεθεί καμιά αίρεση και μάλιστα ότι θα ισχύει αν καταρτιστεί η οριστική σύμβαση και ότι ανατρέπεται αναδρομικά, αν δεν καταρτιστεί τέτοια σύμβαση.
Αλλιώς στην περίπτωση που επέρχεται η ασφαλιζόμενη ζημία πριν να καταρτιστεί η οριστική σύμβαση, που δεν καταρτίζεται μετά την επέλευση της ζημίας, θα ματαιωνόταν ο σκοπός της προσωρινής κάλυψης, που επιδιώκεται με την παραπάνω διάταξη ακριβώς γι' αυτήν την περίπτωση, αφού η ασφάλιση της ζημίας που επέρχεται μετά την έκδοση του οριστικού ασφαλιστηρίου καλύπτεται από αυτό.
Έτσι η προσωρινή κάλυψη της αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα, που παρέχει με σύμβαση ο ασφαλιστής πριν εκδοθεί το ασφαλιστήριο, ισχύει για το χρονικό διάστημα ενάρξεως και λήξεως της ασφαλίσεως που συμφωνήθηκε, ισχύει δε και στην περίπτωση που δεν ακολούθησε σύναψη οριστικής ασφαλιστικής σύμβασης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδίαν αξίωση κατά του ασφαλιστή.
Κατά το άρθρο δε 11 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού.
Η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δέκα έξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής. Η ανωτέρω πρώτη παράγραφος του άρθρου 11 θέτει τον κανόνα του απροβλήτου των πιο πάνω ενστάσεων από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος τρίτου, με εξαίρεση την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία ο ασφαλιστής δύναται να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου την ακύρωση, τη λήξη ή την αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μόνο αν τη γνωστοποιήσει στον ασφαλισμένο και παρέλθουν δεκαέξι ημέρες από το ατύχημα.
Σκοπός της καθιερώσεως του παραπάνω κανόνα του απροβλήτου των ενστάσεων, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, και των διατυπώσεων γνωστοποιήσεως είναι η προστασία του ζημιωθέντος τρίτου, ώστε να μη κινδυνεύει η ασφαλιστική του κάλυψη από τυχόν συμπαιγνία μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου ή τυχόν ακυρότητες της ασφαλιστικής σύμβασης που αφορούν τους συμβαλλομένους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 203 ΕΝ, το οποίο ίσχυε πριν από τη θέση σε ισχύ την 17-11-1997 του νόμου 2496/1997, η ασφάλιση είναι άκυρη εάν ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος ή το πρόσωπο που ενήργησε την ασφάλιση γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, δηλαδή και όταν ο ασφαλισμένος αποκρύπτει κατά το χρόνο αίτησης για ασφάλιση την επέλευση του κινδύνου, και δίδεται με τη συμφωνία μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλιζομένου αναδρομική ισχύς στη σύμβαση ασφάλισης σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που συνέβη το ατύχημα και κατά τον οποίο το αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο.
Αλλά και κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν 2496/1997 "κατά τη σύναψη της σύμβαση ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, κατά δε την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου και νόμου "σε περίπτωση παράβασης από δόλο της άνω υποχρέωσης, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης".
Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. β' του ίδιου νόμου 2496/1997, που εφαρμόζεται και στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, γιατί η ρύθμιση που περιέχει δεν είναι ασυμβίβαστη προς το όλο σύστημα του ν. 489/1976 ο οποίος δεν έχει αντίθετους ορισμούς, "αν κατά τη σύναψη της ασφάλισης, ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται σε παροχή και δικαιούται, εφόσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου".
Στην τελευταία αυτή περίπτωση αληθινά πρόκειται για ακυρωσία που στηρίζεται σε απάτη που διέπραξε ο αντισυμβαλλόμενος, αλλά ο νόμος έχει προβεί σε ειδική ρύθμισή της και την αντιμετωπίζει ως μονομερώς ανενεργή, δηλαδή ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται από την ασφάλιση, δικαιούται όμως να απαιτήσει το ασφάλιστρο, εφόσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι κάθε ένσταση που αφορά και θεμελιώνεται στην ασφαλιστική σύμβαση, όπως είναι και εκείνη της ακυρότητας για οποιοδήποτε λόγο, δεν αντιτάσσεται κατά του προσώπου που ζημιώθηκε από αυτοκινητικό ατύχημα και ασκεί την αξίωσή του κατά της ασφαλιστικής εταιρίας κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 489/1976, εκτός αν η ασφαλιστική εταιρία επικαλεστεί και αποδείξει, ότι είχε γνωστοποιήσει την ακυρότητα αυτή 16 ημέρες πριν συμβεί το ατύχημα.
Παρέπεται απ' αυτά, ότι δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου, ούτε η μονομερής ανενέργεια της σύμβασης ασφάλισης που οφείλεται στο ότι ο αντισυμβαλλόμενος, για να γεννηθεί υπέρ αυτού και των ασφαλισμένων προσώπων ασφαλιστική κάλυψη, πέτυχε να εξαπατήσει τον ασφαλιστή και να αποκρύψει κατά τη σύναψη της σύμβασης ότι ήδη είχε επέλθει ατύχημα και ζημία σε τρίτο πρόσωπο.
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος ή μη κανόνα δικαίου, ενώ λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου δημιουργείται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου (Γ1) και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας: "Στις 8-11-1994 και περί ώρα 8.05' ο χ1 έβαινε στο 6,500 χιλ/τρο της ΕΟ .... με κανονική για τις κρατούσες συνθήκες ταχύτητα επί του υπ' αριθ κυκλοφορίας .......ΔΧ (ταξί) αυτοκινήτου του, εργοστασίου κατασκευής ".....", με συνεπιβαίνουσες τις ανήλικες θυγατέρες του ....
και ....... Τον ίδιο χρόνο ο πρώτος των εναγομένων (στην από 10-1-1995 αγωγή του αναιρεσείοντος) Γ1 έβαινε επί της αυτής οδού επί του αντιθέτου όμως ρεύματος κυκλοφορίας και με κατεύθυνση από .... προς ...... με το υπ' αριθ κυκλοφορίας ....... ΙΧ φορτηγό (αγροτικό) αυτοκίνητό του, για το οποίο δεν υπήρχε κατά τον χρόνο επελεύσεως της ενδίκου ζημίας ασφαλιστική σύμβαση μετά της δευτέρας των εναγομένων (αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρίας υπό την επωνυμία "Ευρωπαϊκη 'Ενωση Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών (ΑΕ)", με υπερβολική για τις κρατούσες συνθήκες ταχύτητα και μη τηρώντας την απαιτούμενη κατά το νόμο απόσταση από το προπορευόμενο κατ' εκείνη τη στιγμή αυτοκίνητο υπ' αριθ κυκλοφορίας .....
επιβατηγό ιδιωτικής χρήσεως οδηγούμενο παρά του ( αναιρεσείοντος - ενάγοντος) χ1. Ο τελευταίος προτιθέμενος να στρίψη αριστερά προκειμένου να εισέλθη στην κοινοτική οδό της ..... κατέστησε γνωστή εγκαίρως την πρόθεσή του αυτή δια του αριστερού δείκτου κατευθύνσεως και διέκοψε την πορεία του προκειμένου να παραχωρήση προτεραιότητα εις το ανωτέρω υπ' αριθ .....
ΔΧΕ (ταξί) αυτοκίνητο το οποίο ελέχθη εκινείτο κατά τα άνω. Τότε ο πρώτος των εναγομένων (Γ1) επέπεσε επί του αυτοκινήτου του ( αναιρεσείοντος) χ1 με υπερβολική ταχύτητα με συνέπεια να το μετατοπίση να το ωθήση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθή με το κανονικώς κινούμενο ρηθέν αυτοκίνητο του χ1 με τις αναφερόμενες συνέπειες.
Περαιτέρω απεδείχθη, ότι την αυτήν ημέραν και περί τις απογευματινές ώρες ο υπαίτιος του ατυχήματος πρώτος των εναγομένων Γ1, πήγε εις τα γραφεία του πρακτορείου της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής ως άνω εταιρίας, εις Ιωάννινα και αποκρύπτων από τον πράκτορα αυτής το προκληθέν ατύχημα εζήτησε την ασφάλιση του αυτοκινήτου του και την χορήγηση προσωρινού σήματος, υπογράψας την από ......
πρόταση ασφαλίσεως προς αυτήν (εταιρία). Παραλλήλως προσεκόμισε την από .... βεβαίωση παροχής εκπτώσεως επιβαρύνσεως (Bonus-Μalus) της ασφαλιστικής εταιρίας "'Ηλιος ΕΑΑΕ" για να τύχη μειώσεως ασφαλίστρου, ζήτησε δε την έναρξη ασφαλίσεως από .... (ημερομηνία) λήξεως της προηγουμένης συμβάσεως ασφαλίσεως από την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία "'Ηλιος".
Έτσι αποκρύπτων ως προελέχθη, το τροχαίο ατύχημα εις το οποίο είχε εμπλακεί υπαιτιότητί του τις πρωϊνές ώρες από τον πράκτορα της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) απέσπασε προσωρινό σήμα-βεβαίωση ασφαλίσεως. Ωστόσο το γεγονός του ατυχήματος έγινε γνωστό την επομένη εις τον πράκτορα της εταιρίας και ο εναγόμενος (Γ1) την 9-11-1994 ειδοποιήθη παρ' αυτού και τηλεφωνικώς και εγγράφως και του εγνωστοποιήθη ότι η εναγομένη αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν δέχεται την πρόταση ασφαλίσεώς του, διότι η βεβαίωση Bonus-Μalus που προσεκόμισε από την ασφαλιστική εταιρία "'Ηλιος ΑΕΕΑ" δεν αφορούσε τον ίδιο αλλά τον πατέρα του ....., του εγνωστοποιήθη λοιπόν ότι το όχημά του δεν εθεωρείτο ασφαλισμένο και ότι δεν ίσχυε συνακόλουθα το προσωρινό σήμα που του εχορηγήθη.
Τα ανωτέρω εγνωστοποιήθηκαν στις 10-11-1994 και στο τμήμα τροχαίας Ιωαννίνων, ακολούθησε παρά της εταιρίας σχετική εξώδικη προς αυτόν διαμαρτυρία και υπεβλήθη παρ' αυτής ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων, μήνυση γι απάτη και αυτού συνισταμένη στην απόκρυψη τροχαίου ατυχήματος προς απόσπαση προσωρινού σήματος ασφαλίσεως.
Ως εκ τούτου τα αντίθετα ειπόν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και υποχρεώσαν την ασφαλιστική ( αναιρεσίβλητη) εταιρία να καταβάλη, εις ολόκληρον, μετά του πρώτου εναγομένου Γ1, εις τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) χ το εν αυτή ποσόν για αποζημίωσή του από ασφαλιστική ευθύνη, εσφαλμένως τον νόμο εφήρμοσε". Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο κατά παραδοχή της από 26-9-1997 έφεσης της αναιρεσίβλητης εταιρίας κατά της 374/1997 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτή απόφαση και απέρριψε την από 10-1-1995 αγωγή του αναιρεσείοντος (τρίτου-παθόντος από το ατύχημα) κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας.
Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού, σύμφωνα με όσα παραπάνω δέχεται ως αποδειχθέντα περιστατικά, μεταξύ του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Γ1 και του πράκτορα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας καταρτίστηκε στις .......
σύμβαση προσωρινής ασφαλιστικής κάλυψης για το χρονικό διάστημα από 15-10-1994 μέχρι 15-10-1995, η τυχόν δε ακυρότητα αυτής λόγω απάτης που διαπράχθηκε από τον ασφαλισμένο δεν μπορούσε να προταθεί κατά του τρίτου ( αναιρεσείοντος) παθόντος. Το Εφετείο επιπλέον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι στην αρχή δέχεται ότι για το ζημιογόνο αυτοκίνητο "δεν υπήρχε κατά το χρόνο επελεύσεως της ενδίκου ζημίας ασφαλιστική σύμβαση", ακολούθως δέχεται ότι ο υπαίτιος οδηγός πέτυχε τη σύναψη προσωρινής ασφαλιστικής σύμβασης με διάρκεια από .....
έως 15-10-1995, χορήγηση σήματος και βεβαίωσης ασφάλισης, στη δε συνέχεια ότι η ασφαλιστική εταιρία και ο πράκτορας αυτής του γνωστοποίησαν ότι δεν δέχονται την πρόταση ασφάλισης και ότι το αυτοκίνητό του δεν θεωρείται ασφαλισμένο, χωρίς να διευκρινίζει αν η ακυρότητα αυτή επεκτείνεται και στις σχέσεις της ασφαλιστικής εταιρίας με του τρίτους - παθόντες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι σαφείς και ορισμένοι πρώτος και δεύτερος σχετικοί λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα χ και την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση για το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο Ιωαννίνων, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 401/2001 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος και τους διαδίκους, που αναφέρονται στο σκεπτικό.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Ιωαννίνων, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και, -
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ