Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment, ruling interest from filing is lawful.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Single Judge Court of Appeal's decision. The appellant argued that interest should only run from the judgment date because the case involved the return of property, not unjust enrichment. The court rejected this, noting the underlying claim was based on unjust enrichment under Article 904 of the Civil Code, which legally warrants interest from the filing of the lawsuit. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 346, 910, 904 of the Civil Code; Article 562 of the Code of Civil Procedure: Interest on unjust enrichment claims runs from the filing of the lawsuit, not from the judgment date, unless the claim is for the return of property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 726 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 726/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Γεώργιο Σχοινοχωριτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζύγου Ε. Γ., το γένος Μ. Π., κατοίκου δημοτικού διαμερίσματος ... δήμου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Καρανικόλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. του Ι., 2) Ν. Γ. του Ι. και 3) Σ. χήρας Δ. Γ., το γένος Ν. Μ., απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριέττα Βενετσιάνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2008 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2009 μη οριστική και 120/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2014 του Μονομελούς Εφετείου .... Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1524/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 91/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 190/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-12-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων Ι. Γ., ο οποίος απεβίωσε την 22.2.2010 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ήδη αναιρεσίβλητους, τέκνα και σύζυγο, οι οποίοι και συνέχισαν τη δίκη, με την από 12.2.2008 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εξέθετε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.
Χ.. Ε. Κ. Σ. Ε.Ε.", στην οποία o ίδιος ήταν ετερόρρυθμος εταίρος, την με αριθ. κατάθεσης 212/2002 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της .... Ότι επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία εργατικών, η με αριθμό 56/2003 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή και υποχρέωνε την προαναφερθείσα εταιρεία να καταβάλει στην εναγόμενη για οφειλόμενη αποζημίωση λόγω απολύσεώς της το ποσό των 16.406,00 ευρώ.
Ότι με την από 30.1.2004 επιταγή προς εκτέλεση, κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της με αριθμό 56/2003 απόφασης, η εναγομένη επέτασσε παράνομα αυτόν, που ήταν ετερόρρυθμο μέλος της άνω εταιρίας, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.778,87 ευρώ, αντιμετωπίζοντάς τον ως ομόρρυθμο εταίρο. Ότι κατ' αυτής άσκησε την από 3.2.2004 ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 105/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατ' αυτής δε άσκησε την από 21.9.2005 έφεση, πριν τη συζήτηση της οποίας η εναγομένη προέβη σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου της προσωπικής του περιουσίας για να ικανοποιήσει την απαίτησή της και δη στα χέρια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ...
για απαίτηση που είχε εις βάρος της για δημόσιο έργο και δη ασφαλτόστρωση δρόμου, για ποσό 24.170,80 ευρώ. Ότι στη συνέχεια η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... εξέδωσε την ισόποση με αριθμό ... τραπεζική επιταγή και την παρέδωσε την 4.8.2006 στον πληρεξούσιο Δικηγόρο της εναγομένης. Ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ...
ζήτησε, σε περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και την καταβολή σε αυτόν του καταβληθέντος ποσού. Ότι με την με αριθμό 268/2007 απόφαση του Εφετείου ... έγινε δεκτή η έφεσή του, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη υπ` αριθ. 105/2005 πρωτόδικη απόφαση και ακυρώθηκε τελεσίδικα η από 30.1.2004 επιταγή προς εκτέλεση, αλλά εκ παραδρομής το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί της υποβληθείσης με τις προτάσεις αιτήσεως επαναφοράς.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, κυρίως μεν να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, λόγω της αδικοπραξίας της εναγόμενης, και να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, επικουρικά δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη στην καταβολή του ίδιου ποσού για το λόγο ότι κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 142/2009 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 10.10.2007 αίτησης αναιρέσεως, την οποία είχε ασκήσει η εναγομένη κατά της άνω με αριθμό 268/2007 απόφασης του Εφετείου ....
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως απορρίφθηκε με την με αριθ. 1198/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, ακολούθως δε και αφού την 22.2.2010 απεβίωσε ο άνω αρχικώς ενάγων, συνέχισαν τη δίκη οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ως καθολικοί διάδοχοί του, οι οποίοι και επανέφεραν προς συζήτηση την ένδικη αγωγή, με την από 3.9.2010 κλήση τους. Κατόπιν αυτού συζητήθηκε εκ νέου η ένδικη αγωγή και εκδόθηκε η με αριθ. 120/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία κρίθηκε ότι η αγωγή με το άνω περιεχόμενο είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, την ερειδόμενη στο άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, διότι για την επιδίωξη αποζημίωσης κατά τη διάταξη αυτή προϋπόθεση είναι η αμετάκλητη ακύρωση της εκτέλεσης, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Καθόσον, όμως, αφορά την επικουρική της βάση, κρίθηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, κατ' άρθρο 904 ΑΚ, αφού μετά την ακύρωση της γενόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης ελλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επίδοσης, ακολούθως δε έγινε δεκτή η αγωγή κατά τη βάση αυτή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στους ήδη ενάγοντες το ποσό των 24.170,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε η εναγομένη την από 27.11.2012 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 91/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη και κατά την επικουρική της βάση, διότι δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του αρχικώς ενάγοντος στην περιουσία της εναγομένης, αλλά αυτή πραγματοποιήθηκε με την παρεμβολή τρίτου, δηλαδή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., έγινε δεκτή η έφεση και ως ουσία βάσιμη, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή, η οποία και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος την από 17.5.2016 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1524/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 91/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., για το λόγο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καίτοι τα εκτιθέμενα στην αγωγή δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, και ειδικότερα ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ...
κατέβαλε για λογαριασμό της και από τη δική της περιουσία το ζητούμενο με αυτή ποσό στην εναγομένη, ενώ, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η καταβολή του ποσού αυτού έγινε από την τελευταία όχι για λογαριασμό της, αλλά ως εκ της ιδιότητας της ως τρίτης, στα χέρια της οποίας επέβαλε την ακυρωθείσα στην συνέχεια αναγκαστική κατάσχεση η εναγομένη, για λογαριασμό του καθ' ου η εκτέλεση (δικαιοπαρόχου των ήδη εναγόντων) και όχι από την δική της περιουσία, αλλά από την περιουσία του τελευταίου.
Στη συνέχεια, οι ήδη ενάγοντες με την από 25.4.2018 κλήση τους επανέφεραν προς συζήτηση την ένδικη υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ..., ως δικαστηρίου παραπομπής, το οποίο με την υπ` αριθ. 190/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης κατά της 120/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κάνει δεκτή την αγωγή κατά την επικουρική της βάση.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη με την υπό κρίση από 21.12.2008 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα.
Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 9/2010, ΑΠ 1329/2014).
Συνεπώς, προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι: α) επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, ανεξαρτήτως του είδους του τίτλου βάσει του οποίου επισπεύδεται αυτή, β) αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως μετά από άσκηση ανακοπής, γ) συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, δ) ζημία του καθ` ου η εκτέλεση θετική ή αποθετική ή και μη περιουσιακή (ηθική βλάβη) και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της παράνομης εκτελέσεως (ΑΠ 1437/2012).
Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ και κατ` αντιδιαστολή προς εκείνες των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου, με τις οποίες αναγνωρίζεται (στις περιπτώσεις εξαφανίσεως αντίστοιχα της προσωρινώς εκτελεστής και της τελεσίδικης αποφάσεως με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση) παράλληλα με το δικαίωμα αποζημιώσεως και δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκύπτει ότι επί ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως (σε άλλες, πλην των ανωτέρω, περιπτώσεις) δεν υφίσταται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση ευθέως, αλλά μόνο κατά τους όρους των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, του οποίου συντρέχουν οι όροι εφαρμογής, αφού μετά την ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως εκλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επιδόσεως.
Η συνδρομή των όρων εφαρμογής της διατάξεως αυτής του ουσιαστικού δικαίου μόνο στην περίπτωση της ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, όχι δε και στην περίπτωση της εξαφανίσεως ή μεταρρυθμίσεως της εκτελεσθείσης αποφάσεως, όπου δεν ακυρώνεται η εκτέλεση που αποτελεί την αιτία της περιουσιακής επιδόσεως του καθ` ου αλλά ανατρέπεται η αποτελούσα τον τίτλο αυτής δικαστική απόφαση, δικαιολογεί νομοθετικά την παραπάνω διαφορετική ρύθμιση της παραγράφου 3 σε σχέση με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 940 ΚΠολΔ (ΑΠ 1329/2014, AΠ 1437/2012, ΑΠ 1119/2011, ΑΠ 289/2000).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, η υποχρέωση δε αυτή γεννιέται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε. Παροχή για αιτία που έληξε είναι και η καταβολή σε εκτέλεση απόφασης πολιτικού ή ποινικού Δικαστηρίου, αν η απόφαση αυτή εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει με νέα απόφαση (συνήθως ανώτερου) δικαστηρίου συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου, ή αν η βασιζόμενη σε αυτή εκτέλεση ακυρωθεί (ΑΠ 1524/2017, ΑΠ 286/2005).
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, όταν δηλαδή η περιουσιακή μετακίνηση δεν πραγματοποιείται αμέσως από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, αλλά πραγματοποιείται με την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 858/2020, ΑΠ 51/2016, ΑΠ 1325/2012).
Όταν, όμως το παρεμβαλλόμενο τρίτο πρόσωπο ενήργησε την παροχή όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά, εξαιτίας της ιδιότητας του, από την περιουσία άλλου, την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγή έχει, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί νόμιμοι όροι, εκείνος για λογαριασμό του οποίου ενεργήθηκε και από την περιουσία του οποίου έγινε η καταβολή.
Επομένως, κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, το οποίο επιβάλλει τον αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ' αυτόν που πράγματι έχει πληγεί (ΑΠ 1524/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1438/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 314/2015, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 821/2010).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.
Έτσι, αν από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, για κάποιο λόγο αναίρεσης, έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 744/2019, ΑΠ 989/2014, ΑΠ 1197/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο αρχικώς ενάγων και μετέπειτα κληρονομηθείς από τους ήδη αναιρεσείοντες, Ι.
Γ., με την από 12.2.2008 αγωγή του ζητούσε κυρίως να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εις βάρος του παράνομη εκτέλεση και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το εισπραχθέν ποσό των 24.170,80 ευρώ, επικουρικά δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη στην καταβολή του ίδιου ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που εισέπραξε αχρεωστήτως κατά τη διαδικασία της κατάσχεσης εις χείρας της Νομαρχίας ....
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 120/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η κύρια βάση της ένδικης αγωγής, η οποία κατά την εκτίμηση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ήταν αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως μη νόμιμη, αφού προϋπόθεση για τη δικαστική επιδίωξη της αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι η αμετάκλητη ακύρωση της εκτέλεσης, προϋπόθεση που κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν υφίστατο κατά το χρόνο ασκήσεώς της, και έγινε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη η επικουρική βάση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησε η εναγομένη την από 27.11.2012 έφεση, ισχυριζόμενη ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της στηρίζονταν στην πραγματικότητα στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και όχι στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνακόλουθα δε ήταν μη νόμιμη και κατά την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Μετά την αναίρεση της αρχικά εκδοθείσας επί της εφέσεως με αριθ. 91/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. 190/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσία αβάσιμη. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την απόφαση αυτή, απέρριψε κατ' αρχάς τους σχετικούς λόγους της έφεσης της εναγομένης, τους αφορώντες την κύρια βάση της αγωγής, ως αβάσιμους, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η κύρια βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη καθότι δεν μπορεί να βασιστεί ούτε στη διάταξη του άρθ. 940 ΚΠολΔ, καθότι αυτή τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, γεγονός που δεν ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθ. 914 ΚΠολΔ, το οποίο προϋποθέτει εξαφάνιση της απόφασης που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, προϋπόθεση που επίσης δεν ισχυρίζεται ο ενάγων.
Συνεπώς σωστά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία και οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν...". Στη συνέχεια το Εφετείο ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής, δεχόμενο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη-εκκαλούσα άσκησε κατά της Ετερορρύθμου Εταιρίας με την επωνυμία "Α.
Χ.. Ε. Κ. Σ. Ε.Ε" την με αριθμό καταθέσεως .../2002 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Ομόρρυθμος εταίρος της παραπάνω εταιρίας σύμφωνα με το καταστατικό της, ήταν ο Α. Ε. και ετερόρρυθμος εταίρος ήταν ο αποβιώσας Ι. Γ., πατέρας του πρώτου και δευτέρου και σύζυγος της τρίτης των εναγόντων. Επ` αυτής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ' αριθμό 56/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και υποχρέωνε την Ετερόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "Α. Χ.. Ε. Κ. Σ. Ε.Ε" να καταβάλει στην ενάγουσα για οφειλόμενη αποζημίωση λόγω της από την εν λόγω Εταιρεία στην οποία εργαζόταν από το έτος 1981 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως λογίστρια, το ποσό των ευρώ δεκαέξι χιλιάδων τετρακοσίων έξι ευρώ.
Η ενάγουσα με την από 30-01-2004 επιταγή προς εκτέλεση κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της υπ` αριθμό 56/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η αντίδικος επέτασσε την Ετερόρρυθμη Εταιρεία και τον ετερόρρυθμο εταίρο της ισχυριζόμενη ότι πρόκειται για ομόρρυθμο εταίρο, να της καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον:
Α) για κεφάλαιο ποσό 16.406,00 ευρώ, β) για τόκους από την 27-08-2002 έως την 30-12-2003 ποσό 2346,97 ευρώ, γ) για δικαστική δαπάνη ποσό 350,00 ευρώ, δ) για τέλη απογράφου ποσό 350,00 ευρώ, ε) για αντίγραφα, σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση παραγγελίας για επίδοση ποσό 200,00 ευρώ και συνολικά ποσό 19.778,97 ευρώ. Περαιτέρω όπως προκύπτει από όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα ήτοι το καταστατικό ίδρυσης της ως άνω εταιρίας αλλά και τις τροποποιήσεις αυτής ο Α.
Ε. είχε οριστεί ως μόνος διαχειριστής και εκπρόσωπος της Εταιρίας, γεγονός που είναι σαφές ότι γνώριζε η εναγόμενη λόγω της εργασίας της ως λογίστριας στην ως άνω εταιρεία. Ο θανών ετερρόρυθμος εταίρος κατά της εναγόμενης και της από 30-01-2004 επιταγής της προς εκτέλεση, άσκησε την από 03-02-2004 και με αριθμό κατάθεσης .../2004 ανακοπή του αναφορικά με την ουσία της απαίτησης κατά του προσώπου του και για ακύρωση της άνω από 30-01-2004 επιταγής, καθώς και την από 04-02-2004 αίτηση αναστολής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Επίσης, η εναγόμενη άσκησε την από 10-02-04 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ιδίου Δικαστηρίου. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1421/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία αφού τις συνεκδίκασε, απέρριψε την αίτηση της εναγόμενης και δέχτηκε την αίτηση του θανόντος και ανέστειλε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύσθηκε σε βάρος του με την ως άνω 30-01-2004 επιταγή προς εκτέλεση, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 03-02-2004 ανακοπής του.
Επί της εν λόγω ανακοπής, εκδόθηκε η υπ` αριθμό 105/02-06-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η οποία απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την ως άνω επιταγή προς εκτέλεση. Ωστόσο, η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε και ακυρώθηκε τελεσίδικα η από 30-01-2004 επιταγή προς εκτέλεση κατά του ετερορρύθμου εταίρου, με την υπ` αριθ. 268/2009 απόφαση του Εφετείου ...
αλλά και αμετάκλητα, δυνάμει της υπ` αριθ. 1198/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Δυνάμει της ως άνω από 30-01-2004 επιταγής προς εκτέλεση η εκκαλούσα, μετά την πάροδο δύο (2) και πλέον ετών από την κοινοποίηση προς τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, ήτοι στις 28-07-2006, του κοινοποίησε το από 27-07-2006 κατασχετήριό της στα χέρια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., για απαίτηση συνολικώς ποσού 24.170,80 ευρώ και κατέσχεσε απαίτηση που είχε ο αρχικώς ενάγων κατά της τελευταίας από την ανάθεση σε αυτόν δημοσίου έργου.
Σε συνέχεια της ως άνω κατάσχεσης και ενώ η ταμειακή υπηρεσία γνωμοδότησε αρνητικά, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση εξέδωσε την τραπεζική επιταγή με αριθ. ... ποσού 24.170,08 ευρώ, την οποία και παρέδωσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγόμενης. Για την παράνομη μάλιστα αυτή ενέργεια ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του πρώην προϊστάμενου της ταμειακής υπηρεσίας, ο οποίος και καταδικάστηκε για παράβαση καθήκοντος.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγόμενη έγινε πλουσιότερη από αιτία που έληξε, με ζημία του αρχικώς ενάγοντος καθότι η καταβολή που έγινε σε αυτή του ποσού των 24.170,08 με βάση την κατάσχεση εις χείρας τρίτου ακυρώθηκε. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η καταβολή του ποσού αυτού έγινε από την Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, όχι για λογαριασμό της, αλλά ως εκ της ιδιότητας της ως τρίτης, στα χέρια της οποίας επέβαλε την ακυρωθείσα στην συνέχεια αναγκαστική κατάσχεση, η εναγόμενη, για λογαριασμό του καθού η εκτέλεση (δικαιοπαρόχου των εναγόντων) και όχι από την δική της περιουσία, αλλά από την περιουσία του τελευταίου, η οποία, με την εν τοις πράγμασι θετική της δήλωση και την καταβολή του επίμαχου ποσού μετά την πάροδο οκτώ ημερών από την κατάσχεση, είχε ήδη εκ του Νόμου αυτοδικαίως εκχωρηθεί στην εναγόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 983 παρ. 3, 984, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ ...
Επομένως, υπήρξε άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού της εναγόμενης και της παροχής του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ο τελευταίος είναι ο ζημιωθείς, εφόσον το αδικαιολόγητο όφελος της εναγόμενης, τη δική του περιουσία έπληξε και όχι αυτή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... που, σε κάθε περίπτωση, του όφειλε το κατασχεθέν στα χέρια της ποσό, που στο πλαίσιο της μεταγενέστερα ακυρωθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης, πλούτισε αδικαιολόγητα την περιουσία της εναγόμενης.
Συνεπώς η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στους ενάγοντες το ανωτέρω ποσό. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής, απορριπτομένου του ισχυρισμού περί αοριστίας αυτής, έστω και με διαφορετική αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθά ερμήνευσε το νόμο και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής. Ήδη η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση και ζητεί να αναιρεθεί αυτή, διότι, όπως ισχυρίζεται, παρά το ότι ορθά δέχθηκε ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της είναι μη νόμιμη, ελλείψει επίκλησης αμετάκλητης ακύρωσης της εκτέλεσης, οι σχετικές με το ζήτημα αυτό παραδοχές της επηρέασαν κρίσιμα και ουσιωδώς κατ' αποτέλεσμα το διατακτικό της σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής που κρίθηκε νόμιμη και έγινε δεκτή, διότι με την απόλυτα εσφαλμένη αιτιολογία της ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της είναι αγωγή αποζημίωσης, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατέστη δυνατό να στηριχθεί καταρχήν η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία δεν θα ήταν δυνατό σε καμία άλλη περίπτωση να γίνει δεκτή.
Με τον συναφή δε δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ασκείται αξίωση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση κατάσταση, είναι μη νόμιμη, καθώς στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν υφίσταται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση κατάσταση ευθέως, αλλά μόνο επικουρικά κατά τους όρους των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. Οι λόγοι όμως αυτοί αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτοι για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού τέτοιο έννομο συμφέρον δεν προκύπτει ούτε από τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, ούτε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό ότι η κύρια βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη, καθόσον δεν μπορεί να βασιστεί ούτε στη διάταξη του άρθ. 940 ΚΠολΔ, αφού αυτή τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει εξαφάνιση της απόφασης που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο.
Οι αιτιολογίες αυτές δεν συνδέονται με δυσμενείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες, που να αποδέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και να επικύρωσε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενόψει του ότι η κύρια βάση της ένδικης αγωγής ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, είτε θεωρούνταν ότι αυτή στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, είτε στη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση δε αυτή, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 904 ΑΚ, αφού μετά την ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως εκλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επιδόσεως. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον για την αναιρεσείουσα από την επιδιωκόμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους συγκεκριμένους λόγους, δεδομένου ότι η απόρριψη ακριβώς της κύριας βάσης της αγωγής, ως μη νόμιμης, καθιστά σε κάθε περίπτωση δυνατή τη στήριξη της επικουρικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στην αναιρεσείουσα προς άσκηση των προκείμενων πρώτου και δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει οι λόγοι αυτοί να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ο Άρειος Πάγος παραπέμψει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αυτό δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος.
Αν ασκηθεί δε αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος αυτοδεσμεύεται από την προηγούμενη απόφασή του (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1200/2020, ΑΠ 1297/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την από 12-2-2008 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ο αρχικός ενάγων (στη θέση του οποίου είχαν υπεισέλθει ήδη πριν την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω του θανάτου του, οι νόμιμοι κληρονόμου του και ήδη αναιρεσείοντες) ιστορούσε, α) ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο εκτέλεσης της 56/2003 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και υποχρέωνε την ετερόρρυθμη εταιρία "Α.
Χ.. Ε. Κ. Σ. Ε.Ε.", της οποίας ο ίδιος ήταν ετερόρρυθμος εταίρος, να της καταβάλει το ποσό των 16.406,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο, επέσπευσε σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση και ειδικότερα, με το από 27-7-2006 κατασχετήριο έγγραφο επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., ως τρίτης, απαίτησης του κατ' αυτής προερχόμενη από αμοιβή του για δημόσιο έργο που του είχε αναθέσει, ύψους 24.170,80 ευρώ, ποσό που η τελευταία της κατέβαλε, με την παράδοση στις 4-8-2006 ισόποσης τραπεζικής επιταγής και β) ότι η προαναφερόμενη αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε τελεσίδικα με την 268/2007 απόφαση του Εφετείου ....
Με βάση τα ανωτέρω, ζητούσε, κατά την ενδιαφέρουσα την αναιρετική διαδικασία, επικουρική της βάση, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του επιστρέψει το εν λόγω ποσό, κατά το οποίο, μετά την ακύρωση της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 120/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία κρίθηκε ότι η αγωγή κατά την επικουρική της βάση είναι νόμιμη, κατ' άρθρο 904 ΑΚ, αφού μετά την ακύρωση της γενόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης ελλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επίδοσης, ακολούθως δε έγινε δεκτή η αγωγή κατά τη βάση αυτή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στους ήδη ενάγοντες το ποσό των 24.170,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε η εναγομένη την από 27.11.2012 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 91/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη και κατά την επικουρική της βάση, διότι δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του αρχικώς ενάγοντος στην περιουσία της εναγομένης, αλλά αυτή πραγματοποιήθηκε με την παρεμβολή τρίτου, δηλαδή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ....
Κατόπιν αυτού έγινε δεκτή η έφεση και ως ουσία βάσιμη, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή, η οποία και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος την από 17.5.2016 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1524/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 91/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., για το λόγο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καίτοι τα εκτιθέμενα στην αγωγή δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.
Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος με την ως άνω απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, ότι η προεκτεθείσα αγωγή είναι μη νόμιμη, "τούτο δε διότι δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του ενάγοντος στην περιουσία της εναγομένης, αλλά η περιουσιακή μετακίνηση πραγματοποιήθηκε από την περιουσία του ενάγοντα στην περιουσία της εναγομένης με την παρεμβολή τρίτου δηλ.
της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., η οποία ενεργώντας για λογαριασμό της κατέβαλε το ανωτέρω ποσό στην εναγομένη από την δική της περιουσία με την έκδοση της τραπεζικής επιταγής". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή.
Με αυτό που δέχθηκε όμως το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΚΠολΔ, καίτοι τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων δικαιολογούσαν την εφαρμογή της. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα δέχθηκε ότι υπό τα ιστορούμενα στην εν λόγω αγωγή, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ...
κατέβαλε για λογαριασμό της και από τη δική της περιουσία το ζητούμενο με αυτή ποσό στην αναιρεσίβλητη. Αντίθετα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η καταβολή του ποσού αυτού έγινε από την τελευταία όχι για λογαριασμό της, αλλά ως εκ της ιδιότητας της ως τρίτης, στα χέρια της οποίας επέβαλε την ακυρωθείσα στην συνέχεια αναγκαστική κατάσχεση, η αναιρεσίβλητη, για λογαριασμό του καθού η εκτέλεση (δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων) και όχι από την δική της περιουσία, αλλά από την περιουσία του τελευταίου, η οποία, με την εν τοις πράγμασι θετική της δήλωση και την καταβολή του επίμαχου ποσού μετά την πάροδο οκτώ ημερών από την κατάσχεση, είχε ήδη εκ του νόμου αυτοδικαίως εκχωρηθεί στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 983 παρ. 3, 984, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 3/1993).
Επομένως, υπήρξε άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού της αναιρεσίβλητης και της παροχής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και ο τελευταίος είναι ο ζημιωθείς, εφόσον το αδικαιολόγητο όφελος της αναιρεσίβλητης, τη δική του περιουσία έπληξε και όχι αυτή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... που, σε κάθε περίπτωση, του όφειλε το κατασχεθέν στα χέρια της ποσό, που στο πλαίσιο της μεταγενέστερα ακυρωθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης, πλούτισε αδικαιολόγητα την περιουσία της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ". Με τις παραδοχές αυτές, αναίρεσε, για τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο, την ανωτέρω εφετειακή απόφαση, ως προς την κρίση περί μη νόμιμης της αγωγής κατά την επικουρική της βάση, την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ και παρέμπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο. Το τελευταίο, δικάσαν ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 190/2019 απόφασή του, με την οποία, συμμορφούμενο ως προς το νομικό ζήτημα που επιλύθηκε δεσμευτικά γι` αυτό από τον Άρειο Πάγο, έκρινε, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμη, ορισμένη και ουσία βάσιμη την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, ερειδόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, και απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Ήδη, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ` εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις α) ότι η ένδικη αγωγή, που στηρίχθηκε σε μη αμετάκλητη ακύρωση αναγκαστικής εκτέλεσης δεν είναι νόμιμη, ο δε δικαιοπάροχος των αντιδίκων είναι μη ζημιωθείς, δεν είναι δικαιούχος του αδικαιολόγητου πλουτισμού και δεν νομιμοποιείται να στραφεί εναντίον της, και β) ότι εσφαλμένα κρίθηκε νόμιμη και ορισμένη η αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, λόγω της ελλείπουσας προϋπόθεσης του αμετακλήτου της ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, εφόσον ο Άρειος Πάγος, με την άνω υπ` αριθ. 1524/2017 απόφασή του, επέλυσε δεσμευτικά και για το Δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, το νομικό ζήτημα της νομικής θεμελίωσης και του ορισμένου της ένδικης αγωγής, κρίνοντας ότι τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων δικαιολογούσαν την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 904 ΚΠολΔ και ότι ο αρχικώς ενάγων είναι ο ζημιωθείς και άρα ο νομιμοποιούμενος στην άσκηση της ένδικης αγωγής, το οποίο ζήτημα ως εκ τούτου δεν επιδέχεται άλλη λύση.
Σε κάθε δε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον η ένδικη αγωγή, με το άνω περιεχόμενο και αίτημα, ήταν, ως προς την επικουρική της βάση, ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αφού δεν συνέτρεχε περίπτωση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, λόγω του ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε εξαφανίσεως προσωρινά εκτελεστής πρωτόδικης απόφασης και επομένως το εισπραχθέν ποσό ήταν αποδοτέο μόνο με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1401/2008).
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 907/2015).
Εξάλλου, οι αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γίνονται τοκοφόρες από την όχληση ή την κοινοποίηση της αγωγής, αφότου δηλαδή γίνεται υπερήμερος ο υπόχρεος προς απόδοση του πλουτισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 346 και 910 ΑΚ (ΑΠ 437/2015, ΑΠ 493/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι τα προβαλλόμενα με την ένδικη αγωγή αιτήματα για τόκους είναι μη νόμιμα και απορριπτέα, δεδομένου ότι σε περίπτωση παραδοχής αίτησης για επαναφορά πραγμάτων, ο υπολογισμός των τόκων θα γίνει μόνο από την επίδοση της απόφασης που διατάσσει την επαναφορά, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού δεν πρόκειται για εξαφάνιση προσωρινά εκτελεστής απόφασης και συνεπώς πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί.
Με το περιεχόμενο αυτό ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε σφάλμα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθ. 120/2012 απόφασής του, επιδίκασε στους ήδη αναιρεσίβλητους το ποσό των 24.170,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της αγωγής, πλην όμως η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ταυτόχρονα ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο Εφετείο από την ίδια, ως ηττηθείσα εναγόμενη, με λόγο έφεσης, ενώ δε συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον το άνω ποσό δεν επιδικάσθηκε στα πλαίσια παραδοχής αίτησης για επαναφορά των πραγμάτων, λόγω εξαφάνισης προσωρινά εκτελεστής απόφασης, αλλά κατόπιν παραδοχής της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, κατά τη διάταξη του αρθρου 904 ΑΚ, λόγω δηλαδή αδικαιολόγητου πλουτισμού της αναιρεσείουσας σε βάρος της περιουσίας του αρχικώς ενάγοντος, οπότε νομίμως επιδικάζονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, κατά τα άρθρα 910 και 346 ΑΚ.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Δεκεμβρίου 2019 αίτηση της Κ. συζ. Ε. Γ., για αναίρεση της με αριθ. 190/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ