Legislator Case Law & Legislation
726/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract invalidity, upholding employer's right to terminate invalid fixed-term contracts.

Case Number 726/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by former employees against the Thessaloniki Water and Sewage Company regarding the termination of their employment contracts. The lower court had ruled that the contracts were invalid due to procedural violations but upheld the employees' right to severance pay. The Supreme Court affirmed this decision, stating that the invalidity of the contracts did not prevent the employer from lawfully terminating them and claiming the statutory severance amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 5, 6, 8, 9 of Law 3198/55; Article 7 of Presidential Decree 164/2004: The invalidity of fixed-term employment contracts due to procedural violations does not preclude the employer from terminating them, entitling the employees to statutory severance pay equivalent to that of indefinite-term employees.

Keywords

AI generated
invalid labor contracts severance pay entitlement fixed-term employment employer termination rights statutory compensation labor law invalidity severance calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 1, paragraph 2 of Law 3198/55
Article 5, paragraph 3 of Law 3198/55
Article 6, paragraph 1 of Law 3198/55
Article 8 of Law 3198/55
Article 9, paragraph 1 of Law 3198/55
Article 7 of Presidential Decree 164/2004
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 726 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 726/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Των αναιρεσειόντων: 1)Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., ……, 87) Μ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 30ος 41ος και 42ο αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν. Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Ζερδελή και Δημητρίου Βασιλείου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΥΑΘ Α.Ε", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Σμυρναίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Β)Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΥΑΘ Α.Ε", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Σμυρναίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., 87) Μ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 41ος και 71ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν. Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Ζερδελή και Δημητρίου Βασιλείου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2018 αγωγή των ήδη Α)αναιρεσειόντων-Β) αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 2623/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1248/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι: Α) αναιρεσείοντες με την από 19-11-2021 αίτησή τους και η Β) αναιρεσείουσα με την από 19-1-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Οι πληρεξούσιοι των Α)αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των Β) αναιρεσίβλητων την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 19/2020).

Εν προκειμένω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 19-11-2021 (υπ' αριθμ. καταθ. 302/2021) αιτήσεως αναιρέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (συνολικά 87) κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, με την επωνυμία "Εταιρεία Υδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης Α.Ε. (ΕΥΑΘ Α.Ε.)" και β) της από 19-1-2022 (υπ' αριθμ.

καταθ. 18/2022) αιτήσεως αναιρέσεως της πρώτης ως άνω εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1248/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 498 παρ.1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ πλέον ισχύει από 22-12-2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201/22-12-2017) προκύπτουν τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο, που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε με τον τύπο που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως.

Αν τη συζήτηση έχει επισπεύσει, εγκύρως ο διάδικος που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο, που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση [κλήση], εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ ολ. 7/2019, ΑΠ 221/2019, 499/2018, 1374/2017).

Επιπλέον, στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται, με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικά για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίδεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, εφ' όσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται πως δεν παρίσταται, δηλαδή θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει τη συζήτηση και, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευσή του, η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν απαράδεκτη.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται (ΑΠ ολ. 39/2005, ΑΠ 18/2020, 1603/2017, 1374/2017, 1312/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η πρώτη πιο πάνω από 19-11-2021 αίτηση αναιρέσεως των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, φέρεται προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, σύμφωνα με, την κάτω από αυτήν, Πράξη του Προέδρου του Β1' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), με επίσπευση των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επέδωσαν στην αναιρεσίβλητο εταιρεία αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση για συζήτηση αυτής για την ως άνω αναφερόμενη δικάσιμο της 20-9-2022 (βλεπ.

υπ' αριθμ. 3523Β'/5-1-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Σ.). Όμως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο, οι 30ος, 41ος και 42ος των αναιρεσειόντων, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Χρύσα Ζερδελή-Μάσσα, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα και από τους απολιπόμενους ως άνω αναιρεσείοντες, για την επίσπευση της συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή ιδιωτικού εγγράφου που να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτού από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή και κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση.

Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κλήτευση των παραπάνω αναιρεσειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, ενόψει του ότι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς.

Περαιτέρω, όσον αφορά τη δεύτερη ως άνω από 19-1-2022 αίτηση αναιρέσεως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (20-9-2022), από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι 41ος και 71ος των αναιρεσιβλήτων, ομοίως, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου.

Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 8839Δ/4-5-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Π. Β., την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη καταθέσεώς του στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και την από 11-4-2022 πράξη της Αντιπροέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία συζήτησης η 20η-9-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χρύσα Ζερδελή-Μάσσα, ως πληρεξουσία δικηγόρο και αντίκλητο των ως άνω αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Μετά ταύτα, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων -αναιρεσιβλήτων στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα στις 22-12-2021 (βλ. την υπ'αριθμ. 2896Δ/22-12-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι.

Κ.) και οι ένδικες αιτήσεις ασκήθηκαν με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η μεν πρώτη στις 19-11-2021, η δε δεύτερη στις 21-1-2022 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (αρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτές λόγων (η πρώτη κατά το μέρος που αφορά τους λοιπούς, πλην των ως άνω 30ου, 41ου και 42ου των αναιρεσειόντων) (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Α. Επί της πρώτης ως άνω από 19-11-2021 αιτήσεως αναιρέσεως: Από τοv συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ., προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια και συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937): "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειάς, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1532/2021, 509/2016).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1α ν. 4765/2021 (ΦΕΚ 6/15.1.2021, τ. Α') και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση λόγω του χρόνου άσκησης της αγωγής, ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχόλησης η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε του ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του και προβλέπονται στα άρθρα 15 και 18, ανάλογα με τα απαιτούμενα από την κείμενη νομοθεσία τυπικά προσόντα κάθε πρόσληψης, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Επίσης ο ίδιος νόμος στο άρθρο 14 παρ.1 αυτού (όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 περ. θ' του ν. 3812/2009) ορίζει ότι : "1. Στις διατάξεις των κεφαλαίων Α`, Β` και Γ`, όπως ισχύουν, υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α) και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α).

Επίσης στον κατά τα πιο πάνω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνο υπάγονται επίσης: α. Η Προεδρία της Δημοκρατίας, ως προς το μόνιμο προσωπικό της. β. Η Βουλή των Ελλήνων, ως προς το προσωπικό της, σύμφωνα με τα όσα ορίζει ο Κανονισμός της. γ. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους.

δ. Οι συνταγματικώς κατοχυρωμένες ή μη Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές. ε. Οι Τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Ε.Δ.Κ.), η Κεντρική 'Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και η 'Ενωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος (Ε.Ν.Α.Ε.).στ........ζ. Οι τράπεζες...... η. Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.

θ. Οι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α). Κατά το τελευταίο δε αυτό άρθρο ήτοι το άρθρο 1 του νόμου 3429/2005, οι δημόσιες αυτές επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες είναι αυτολεξεί οι κάτωθι: " 1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2.

Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:

α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό. 3.

Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 4. Το Κεφάλαιο Α' του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το Κεφάλαιο Β'. 5.

Το Κεφάλαιο Β' του νόμου αυτού εφαρμόζεται: α) στις ανώνυμες εταιρείες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο), εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής, β) στις ανώνυμες εταιρείες που είναι συνδεδεμένες με τις εισηγμένες εταιρείες της προηγούμενης περίπτωσης, κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, γ) στις ανώνυμες εταιρείες ως προς τις οποίες έχει αποφασιστεί η έναρξη διαδικασιών αποκρατικοποίησης δια της εισαγωγής μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002.

δ) στις ανώνυμες εταιρίες των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης της διαχείρισης της επιχείρησης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους που δεν αποτελούν πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002, ''εφόσον το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής." Δηλαδή στο άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου 2190/1994, όπως άνω τροποποιήθηκε, το οποίο όπως προαναφέρθηκε αφορά στο σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και την έκταση εφαρμογής του συστήματος αυτού, εκεί όπου ομιλεί στην περίπτωση θ' ''για δημόσιες επιχειρήσεις και ανώνυμες εταιρείες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3429/2005'', δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ εταιρειών του κεφαλαίου Α και εταιρειών του Κεφαλαίου Β του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, αλλά τις περιλαμβάνει όλες, δηλαδή και τις εταιρείες του κεφαλαίου Α και του δευτέρου Κεφαλαίου Β του άρθρου αυτού, που αναλυτικά ως άνω αναφέρθηκαν (ΑΠ 1532/2021, 1667/2018).

Εξάλλου, με τον α.ν. 1563/1939 (Α` 15) συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης" (ΟΥΘ), με σκοπό τη διοίκηση και διαχείρηση "ιδίας περιουσίας, ήτις... διατίθεται αποκλειστικώς και μόνον δια την εν γένει συντήρησιν, βελτίωσιν, ανακαίνισιν, επέκτασιν και εκμετάλλευσιν του υφισταμένου ή τυχόν επεκταθησομένου δικτύου και των συναφών αυτώ εγκαταστάσεων υδρεύσεως της πόλεως Θεσσαλονίκης και των εν τοις πέριξ συνοικισμών".

Με το ν.δ. 787/1970 (Α` 292) συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Αποχετεύσεως Θεσσαλονίκης" (ΟΑΘ), με σκοπό την κατασκευή, συντήρηση, διοίκηση, λειτουργία και εκμετάλλευση του δικτύου αποχετεύσεως ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων. Με τα π.δ. 156/1997 (Α` 132) και 157/1997 (Α` 133), τα οποία εκδόθηκαν δυνάμει του ν. 2414/1996 (Α` 135), οι ως άνω ΟΥΘ και ΟΑΘ μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρείες και με το άρθρο 20 του ν. 2651/1998 (Α` 248) οι εταιρείες "Οργανισμός Ύδρευσης Θεσσαλονίκης ΑΕ" και "Οργανισμός Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης ΑΕ" συγχωνεύθηκαν και συνεστήθη η "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης ΑΕ" (ΕΥΑΘ ΑΕ), ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργούσα προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος (παρ. 1).

Με το ίδιο άρθρο εγκρίθηκε το Καταστατικό της εταιρείας (παρ. 2), ορίσθηκε δε ότι σκοπός της είναι η ύδρευση, αποχέτευση και αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής αρμοδιότητάς της, η παροχή ομοίων ή συναφούς φύσεως υπηρεσιών και πέραν των ορίων της περιοχής αυτής, "καθώς και κάθε άλλη συναφής εργασία, στο πλαίσιο της διαχείρισης του πλήρους κύκλου εκμετάλλευσης του νερού, από το σύστημα υδροφορίας μέχρι του αποδέκτη των προϊόντων χρήσης του".

Η εταιρεία, διάρκειας 99 ετών, τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον το Δημόσιο: (α) ήταν ο μοναδικός μέτοχος αυτής, (β) όριζε, αμέσως ή εμμέσως, οκτώ εκ των ένδεκα μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, οργάνου διοίκησης της εταιρείας που καταρτίζει το Στρατηγικό και Επιχειρησιακό Σχέδιο και (γ) επόπτευε τη δράση της εταιρείας δια των οικείων Υπουργών.

Ακολούθησε ο ν. 2937/2001 (Α` 169), κατά το άρθρο 18 του οποίου, η ΕΥΑΘ ΑΕ, η οποία συνεστήθη με το άρθρο 20 του Ν. 2651/1998, διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ Α` 37), του άρθρου 22 του ν. 2733/1999 (Α` 155) και, συμπληρωματικά, από τα προαναφερθέντα νομοθετήματα [α.ν. 1563/1939, ν.δ. 787/1970, π.δ. 156/1997 και 157/1997], τελεί δε υπό την εποπτεία των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Μακεδονίας -Θράκης.

Στους σκοπούς της εταιρείας περιλαμβάνονται ιδίως: "(α) Η παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, η μελέτη, κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση, επέκταση και ανανέωση συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης...". Με το άρθρο 19 παρ.4 του ως άνω ως άνω Ν. 2937/2001 ορίστηκε ότι "4. οι διατάξεις του άρθρου 8 του καταστατικού της ΕΥΑΘ Α.Ε., όπως αυτό ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 2651/1988 (ΦΕΚ 248 Α') εξακολουθούν να εφαρμόζονται στους εργαζόμενους της εταιρείας και μετά την ψήφιση του παρόντος νόμου".

Το άρθρο 8 του καταστατικού της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 20 έχει ως εξής: " 1. Το προσωπικό της ΕΥΑΘ Α.Ε. συνδέεται με αυτήν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 2. Το κατά τη δημοσίευση του παρόντος υπηρετούν μόνιμο προσωπικό της Ο.Υ.Θ. Α.Ε και Ο.Α.Θ. Α.Ε. εντάσσεται σε αντίστοιχες προσωποπαγείς μόνιμες θέσεις που ιδρύονται με κανονισμό λειτουργίας προσωπικού στην Ε.Υ.Α.Θ Α.Ε. 3.

Το λοιπό προσωπικό που κατά τη δημοσίευση του παρόντος υπηρετεί στην Ο.Α.Θ. Α.Ε. και Ο.Υ.Θ. Α.Ε. με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εντάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις που θα συσταθούν με τον κανονισμό της προηγούμενης παραγράφου, ανάλογα με τα απαιτούμενα από αυτόν τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, υποκείμενο σε όλες τις απορρέουσες από αυτόν υποχρεώσεις. 4.

Με τον κανονισμό που συντάσσεται με τη σύμφωνη γνώμη των δύο μερών (επιχείρηση-εργαζόμενοι) με τη διαδικασία υπογραφής συλλογικής σύμβασης από την πιο αντιπροσωπευτική οργάνωση, καθορίζονται: α..β...γ.... Η πρόσληψη και το αρμόδιο για το σκοπό αυτό όργανο, τα προσόντα, η εξέλιξη, ο πειθαρχικό έλεγχος, η απόλυση, η αποχώρηση και η υπηρεσιακή εν γένει κατάσταση του προσωπικού της εταιρείας κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα.

Ειδικά, ως προς τον τρόπο πρόσληψης του προσωπικού θα εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του ν. 2190/1994...". Ακολούθως, κατ` εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ν. 2937/2001, με την από 27.7.2001 Γενική Συνέλευση των μετόχων της ΕΥΑΘ ΑΕ αποφασίσθηκε η εισαγωγή των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, με τον τρόπο δε αυτό διετέθη σε ιδιώτες μειοψηφικό ποσοστό 25,98% του μετοχικού κεφαλαίου και διατηρήθηκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου πλειοψηφικό ποσοστό 74,02%.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η ΕΥΑΘ Α.Ε. υπαγόταν στις εταιρείες του Κεφαλαίου Β' του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)" (Α` 314) [με τον οποίο καταργήθηκαν πολλές διατάξεις του προηγουμένως ισχύσαντος για τις δημόσιες επιχειρήσεις και εφαρμοζόμενου, κατά τα ανωτέρω και για την ΕΥΑΘ Α.Ε. ν. 2414/1996], όπως από το άρθρο 1 του Ν. 3429/2005 προκύπτει, αφού πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία, της οποίας οι μετοχές είχαν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) και το Δημόσιο συμμετείχε στο μετοχικό της κεφάλαιο κατά πλειοψηφία και άρα υπαγόταν στις περιοριστικές για τις προσλήψεις διατάξεις του Ν. 2194/1994.

Εξάλλου, με το ν. 3986/2011 ''Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015'' (ΦΕΚ Α' 152), συστάθηκε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ''Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου ΑΕ (ΤΑΙΠΕΔ)''. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3986/2011, το ΤΑΙΠΕΔ λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Αυτό συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή ως ανώνυμη εταιρεία, με μετοχικό κεφάλαιο που καλύπτεται ολόκληρο από το Ελληνικό Δημόσιο και διαιρείται σε μετοχές μη μεταβιβάσιμες για να αποκτήσει άνευ ανταλλάγματος περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, από την αξιοποίηση των οποίων (δια των συμβάσεων που θα συνάψει το Ταμείο με ενδιαφερόμενους), η Κυβέρνηση αναμένει σημαντικά έσοδα.

Ανεξαρτήτως όμως τη φύσεως του Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. Α.Ε. ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, αυτό λειτουργεί προδήλως προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και η μεταβίβαση στο παραπάνω Ταμείο των περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε μεταβολή στη χρήση ή στον προορισμό αυτών (Α.Π. 934/2019, 998/2017, 227/2016).

Περαιτέρω, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω Ν. 3986/2011 εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 195/2011 (ΦΕΚ Β' τ. 2501/4-11-2011) και 206/2012 (ΦΕΚ Β' τ. 1363/26-4-2012) Αποφάσεις της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (ΔΕΑΑ), με τις οποίες μεταβιβάστηκαν χωρίς αντάλλαγμα από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ, κατά πλήρη κυριότητα και μαζί με τα σχετικά δικαιώματα ψήφου, οι μετοχές της εταιρείας ΕΥΑΘ Α.Ε., που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίες (μετοχές) αντιστοιχούν σε συνολικό ποσοστό 74,02% (40% και 34,017 % αντίστοιχα) επί του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η τελευταία, επομένως, που ήταν εξαρχής επιχείρηση κοινής ωφελείας, αποφασιστικό στοιχείο για το χαρακτηρισμό της οποίας ως τέτοιας, δεν είναι όπως προαναφέρθηκε η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 5 παρ.5 και 21 παρ.3 του Συντάγματος, εξακολούθησε να είναι και κατά τον κρίσιμο χρόνο επιχείρηση κοινής ωφελείας, χαρακτήρα τον οποίο δεν απέβαλε από τη μεταβίβαση των ως άνω μετοχών της στο ΤΑΙΠΕΔ.

Δηλαδή η συγκεκριμένη εταιρεία εξακολούθησε και μετά τη μεταβίβασή της στο Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. Α.Ε., να ικανοποιεί το σκοπό για τον οποίο συστάθηκε και να υπόκειται σε ένα σύστημα δεσμεύσεων, περιορισμών και ελέγχου (κατά νομοθετική πρόβλεψη), τόσο για το προσωπικό της, όσο και για τη γενικότερη λειτουργία της, όμοιο με αυτό των κρατικών δημοσίων επιχειρήσεων, αφού το Ελληνικό Δημόσιο δύναται βάσει των κανόνων που τις διέπουν και μετά τη μεταβίβαση, να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή σ' αυτή.

Υπό τα δεδομένα αυτά η αναιρεσίβλητη, δεν απώλεσε τον χαρακτήρα της ως δημόσια επιχείρηση και για τον τρόπο πρόσληψης του προσωπικού της, υπόκειται στις περιοριστικές για τις προσλήψεις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος παρ.7 και 8 και των άρθρων 14 και 21 του Ν. 2194/1994 (ΑΣΕΠ), όπως άλλωστε προβλέπεται και στο άρθρο 53 του Καταστατικού της.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι στη συνέχεια με το ν. 4389/2016 η ΕΥΑΘ κατέστη θυγατρική της συσταθείσας με τον ανωτέρω νόμο ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ ΑΕ) και ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΑΘ Α.Ε. που είχε μεταβιβαστεί στο ΤΑΙΠΕΔ, μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως στην επίσης θυγατρική της "Ελληνικής Εταιρίας Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.", "Εταιρία Δημοσίων Συμμετοχών", μη υπαγόμενη στο Δημόσιο Τομέα.

Τελικώς, λόγω της εκδόσεως της υπ' αριθμ. 1906/2014 αποφάσεως της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε., με την οποία ακυρώθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 206/25.4.2012 (Β' 1363/26.4.2012) Απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάστηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ Α.Ε. 36.245.240 μετοχές της αντίστοιχης επιχείρησης ύδρευσης και αποχέτευσης της περιοχής της πρωτεύουσας ΕΥΔΑΠ Α.Ε., (ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου) για το λόγο ότι η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ, του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία για να μη μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ.5 και 21 παρ.3 του Συντάγματος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 263/21-2-2018 απόφαση της ως άνω Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, (που δεν ενδιαφέρει την προκείμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων των εναγόντων), με την οποία ανακλήθηκαν εν μέρει οι ως άνω υπ' αριθ. 195/27-10-2011 (Β'754) και 206/25-4-2012 (ΦΕΚ Β' 1363/26.4.2012) αποφάσεις της ίδιας Επιτροπής, κατά το μέρος με το οποίο μεταβιβάστηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε." 14.520.000 και 3.630.001 αντίστοιχα μετοχές της ΕΥΑΘ, με ισχύ από 1-1-2018.

Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 84/17.4.2001, τ. Α) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (η οποία δεν αφορά στην επίδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε η παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπόμενων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Σύμφωνα με τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις, στη Δημόσια Διοίκηση, η οποία, κατά τον κανόνα της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος, στελεχώνεται από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους (ΣτΕ 2686/2005), δηλαδή πρόσωπα συνδεόμενα με το Κράτος ή άλλους φορείς δημόσιας εξουσίας με ειδική νομική σχέση και υπαγόμενα σε ειδικό νομικό καθεστώς δημοσίου δικαίου, είναι δυνατόν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και πρόσωπα συνδεόμενα με τους εν λόγω φορείς με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Όμως η σύναψη συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου μεταξύ φορέων δημόσιας εξουσίας και των προσώπων αυτών, με αντικείμενο την εκ μέρους τους παροχή εργασίας, δεν μπορεί να αποτελεί τον κανόνα για τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης και τελεί υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτουν οι παράγραφοι 2, 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ενώ τα απασχολούμενα για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών των υπηρεσιών της φυσικά πρόσωπα δεν καταλαμβάνουν νομοθετημένες οργανικές θέσεις (Π.Ε. 85/2012 Ολομ., πρβλ.

ΣτΕ 1882/2017 επταμ., Π.Ε. 122/2007 επταμ., 315/2005). Στην περίπτωση σύναψης συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με φυσικά πρόσωπα, οι όροι σύναψης των συμβάσεων, η χρονική τους διάρκεια και τα καθήκοντα που μπορούν να ασκούν τα απασχολούμενα φυσικά πρόσωπα ρυθμίζονται με νόμο, σε συνάρτηση προς τις ανάγκες που εξυπηρετούν, απαγορεύεται δε η μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ή η μονιμοποίηση των παραπάνω προσώπων, προκειμένου να αποτραπεί αφενός η καταστρατήγηση του συνταγματικού κανόνα που απαιτεί την πρόσληψη των υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή βάσει προκαθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων και αφετέρου η "τακτοποίηση" του προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (ΟλΣτΕ 943/2012).

Με τις ανωτέρω διατάξεις ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, η οποία συνίστατο στην πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη, τύποις, απροβλέπτων η επειγουσών η παροδικών αναγκών του Δημοσίου και των νπδδ, στην εκ των υστέρων διαπίστωση ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και, τελικά, στην τακτοποίηση του προσληφθέντος κατά τα ως άνω με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου προσωπικού, με την σύσταση οργανικών θέσεων για την κάλυψη των εν λόγω πάγιων και διαρκών αναγκών και με την πλήρωση των οργανικών αυτών θέσεων από το ίδιο προσωπικό, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού είτε με την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, κατά αποκλεισμό όλων των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.

Η τακτική της προσλήψεως χωρίς διαγωνισμούς και εχέγγυα αντικειμενικότητας, είναι αποδοκιμαστέα και για τον πρόσθετο λόγο ότι ευνοεί την αναξιοκρατία, απολήγοντας εις βάρος άλλων επιθυμούντων να προσληφθούν στον δημόσιο τομέα, οι οποίοι έχουν ενδεχομένως περισσότερα προσόντα και οι οποίοι στερούνται αυτή η δυνατότητα, όταν οι ανανεώσεις των συμβάσεων γίνονται παρανόμως, ερήμην του ΑΣΕΠ.

Για την αποτροπή δε του φαινομένου στο μέλλον, επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, περιλαμβάνοντας τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (δηλαδή από την 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά την 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.

Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Οποιαδήποτε άλλη αντίθετη ερμηνεία συνιστά contra legem ερμηνεία της ως άνω συνταγματικής διάταξης.

Επιπλέον, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, ώστε να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C-197/15).

Η Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα πδ 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003, το πρώτο και 19.7.2004, το δεύτερο.

Η επιλογή των μέτρων που προβλέπονται από το πδ 164/2004 έγινε με γνώμονα την ιδιαιτερότητα του δημόσιου τομέα και τις συνταγματικές επιταγές για τη διαδικασία επιλογής του μόνιμου προσωπικού στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1.

Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του πδ 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19.7.2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10.7.2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.

α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.

α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.

α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Όπως ήδη εκτέθηκε τα μέτρα του πδ κρίθηκαν συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο (βλ. πλην της προαναφερθείσας ΔΕK C- 212/2004 και τις ΔΕΚ C - 378 έως C - 380/2007, Αγγελιδάκη κ.λπ.). Ειδικότερα με την τελευταία ως άνω απόφαση κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το πδ 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρεχόταν υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μπορούν να αντισταθμίζονται με την έκδοση μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επόμ., ιδίως σκέψη 146 της C - 378 έως C - 380/2007), περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα.

Η δε προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που αφενός μεν η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου οι προπαρατεθείσες εφαρμοστικές διατάξεις του πδ 164/2004, που σε συμφωνία με την συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (πρβλ.

ΔΕΚ C-212/2004 υπόθ. Αδενέλερ, C 378 - 380 υπόθ. Αγγελιδάκη ε.α. ). Περαιτέρω, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C-760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει πράγματι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω C -760/18 απόφαση). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της ΣΛΕΕ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αναφέρεται στο περιεχόμενο μιας οδηγίας, όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, έχει ως όρια τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας, και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (C-212/04, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 123, C-282/2019, σκέψη 123).

Όπως προεκτέθηκε, έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης. Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του πδ 164/2004, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, και προβλέπουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις) α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) την δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του πδ 164/2004.

Σημειωτέον ότι το προδικαστικό ερώτημα στο οποίο απαντά η C -760/18 απόφαση του ΔΕΕ αφορά σε συμβάσεις (για τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι με διάταξη νόμου συνεχόμενες παρατάσεις της ίδιας σύμβασης ορισμένου χρόνου εξομοιώνονται, ως προς το επίπεδο προστασίας του εργαζόμενου, με περισσότερες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου) οι οποίες συνήφθησαν πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το πδ 164/2004, καθώς η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω πδ, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.

με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016 και το άρθρο 10 παρ. 4 ν. 4506/2017, δηλαδή με διατάξεις νεότερες, ειδικότερες και αυξημένης τυπικής ισχύος σε σχέση με το πδ 164/2004. Το ζήτημα τίθεται επειδή με τις ως άνω διατάξεις αφενός δεν προβλέπεται ρητά η καταβολή αποζημιώσεως στους απασχοληθέντες, αφετέρου, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 και 3 του ν. 4528/2018, ουσιαστικά αίρεται αναδρομικά η πειθαρχική και ποινική ευθύνη των εκπροσώπων των φορέων που τους απασχόλησαν με τον πιο πάνω τρόπο, ματαιώνοντας τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 πδ 164/2004 ποινικό και δημοσιονομικό καταλογισμό.

Υπό την έννοια αυτή, στις ως άνω συμβάσεις θα μπορούσε, κατ' αρχήν, να υποστηριχθεί ότι ελλείπουν τα "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" που επιβάλλει η ρήτρα 5 σημείο 1 της από 18.3.1999 συμφωνίας - πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP), για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ και ότι, ελλείψει των ισοδύναμων μέτρων, ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 και να χαρακτηρίσει τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, η οποία θεωρείται ότι καταγγέλλεται ατύπως με τη μη ανανέωση της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις και την άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί, έκτοτε, τις υπηρεσίες του μισθωτού, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας και τις υποχρεώσεις που γεννώνται από αυτήν.

Όμως η ως άνω θέση εκκινεί από την άποψη ότι ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να εφαρμόσει αναλογικά τη διάταξη του άρθρου του 7 πδ 164/2004 στις περιπτώσεις εκείνες που η ορισμένου χρόνου εργασία υπερβαίνει τα ανώτατα όρια απασχόλησης, όταν η παράταση της λήξης των συμβάσεων λαμβάνει χώρα δυνάμει ειδικών ρυθμίσεων του νόμου, οι οποίες της στερούν το χαρακτήρα της άκυρης σύμβασης εργασίας.

Τούτο επειδή η ακυρότητα της σύμβασης συνιστά, κατά τη γραμματική διατύπωση του νόμου, προϋπόθεση για την καταβολή αποζημιώσεως, λόγω της μη περαιτέρω ανανέωσης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Η άποψη αυτή είναι τελολογικώς εσφαλμένη, καθώς η πρόβλεψη στην ως άνω διάταξη για καταβολή αποζημίωσης - σε αντίθεση με την πρόβλεψη του καταλογισμού των σχετικών δαπανών στους υπευθύνους των φορέων που συνήψαν τις άκυρες συμβάσεις εργασίας, η οποία έχει αμιγώς αποτρεπτικό χαρακτήρα - συνιστά ταυτόχρονα και μέτρο προστασίας του εργαζόμενου, που αν και απασχολούμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, λαμβάνει την αποζημίωση που θα λάμβανε στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (καταγγελία), εξάλλου, επιτρέπεται κατά το εσωτερικό μας δίκαιο και ουδόλως εξασφαλίζει τη "μονιμοποίηση" εργαζομένου, συνδεόμενου με το Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου.

Με τον όρο "άκυρη σύμβαση" ο νομοθέτης επιθυμεί να στερήσει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που επαναλαμβάνεται παρανόμως, από τη δυνατότητα να μετατραπεί σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ταυτόχρονα να διασφαλίσει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης του μισθωτού, η σχέση εργασίας του οποίου διακόπτεται αιφνιδίως, ως εάν είχε καταγγελθεί, όχι όμως να θέσει την ακυρότητα της σύμβασης που διακόπτεται ως προϋπόθεση για την λήψη της αποζημίωσης, στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η κατ' όνομα σύμβαση ορισμένου χρόνου υποκρύπτει σύμβαση αόριστης διάρκειας.

Η επιλογή αυτή του νομοθέτη επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ που έκρινε ότι με την καταβολή της αποζημίωσης αντισταθμίζονται οι συνέπειες της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (πρβλ. και την C-619/17, σκέψεις 94 και 95). Σημειώνεται δε ότι κατά την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος, επί του οποίου απάντησε η εν λόγω απόφαση (C -760/18), δεν τέθηκε υπόψη του ΔΕΕ -το οποίο επαναλαμβάνει ρητά τη θέση πως δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν να κρίνουν κατά πόσον οι απαιτήσεις τις οποίες θέτει η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου πληρούνται από τις διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας (C-619/17, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18, σκέψη 89) και ότι στα αιτούντα δικαστήρια απόκειται, εν προκειμένω, να εκτιμήσουν εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν κατάλληλο μέτρο για την πρόληψη της καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, αν απαιτείται, για την επιβολή κυρώσεων για την κατάχρηση αυτή (C-103/18, C-429/18, σκέψη 90)- η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 πδ 164/2004, σε αντίθεση με τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, που προτάθηκε ευθέως από το αιτούν δικαστήριο, ως το μοναδικό εφαρμόσιμο ισοδύναμο μέτρο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.

Αλλά, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΕ, καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 στο δημόσιο τομέα, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι συντρέχει η βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της, που είναι η πρόθεσή του εργοδότη να καταστρατηγήσει την προστασία του μισθωτού, η οποία του παρέχεται από τις διατάξεις για την σύμβαση αορίστου χρόνου.

Η καταστρατήγηση θεωρείται ότι τεκμαίρεται από το γεγονός και μόνο ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Το τεκμήριο αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν αποκλειστεί αιτιολογημένα η εκδοχή ότι η νομοθετική επιταγή για την με νόμο παράταση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (όπως συνέβη με τις προμνησθείσες διατάξεις για το ειδικό καθεστώς των οποίων απεφάνθη το ΔΕΕ με την C-760/1918 απόφασή του) δεν εξυπηρετεί υφιστάμενες δημοσιονομικές ανάγκες.

Οι τελευταίες, εξάλλου, μπορεί να προκληθούν αιφνιδίως και από νομοθετήματα άσχετα με την δια νόμου παράταση υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως η διάταξη του άρθρου 63 ν. 4430/2016, η οποία θεσπίστηκε, κατά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του εν λόγω νόμου, λόγω "της ανορθολογικής λειτουργίας των κανόνων ανταγωνισμού", των "εκτεταμένων παθογενειών" και της "ενίσχυσης της εργατικής ανασφάλειας", κατά το σύστημα ανάθεσης των υπηρεσιών καθαριότητας στο δημόσιο τομέα μέσω δημόσιων ανοιχτών διαγωνιστικών διαδικασιών, καθώς και της ανάγκης διασφάλισης του δημοσιονομικού οφέλους και η οποία οδήγησε σε παράταση των συμβάσεων των εργαζομένων στην καθαριότητα σε συγκεκριμένους φορείς του Δημοσίου, δημιουργώντας έκτακτες και απρόβλεπτες καταστάσεις (πρβλ.

ΟλΣτΕ 943/2020).

Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτό ότι, υπό το πρίσμα της οδηγίας, κάμπτεται η αντίθεση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 στις συνταγματικές επιταγές, η τελευταία δεν θα μπορούσε, άνευ ετέρου, να αναχθεί σε ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 του παραρτήματος της Οδηγίας, χωρίς την ταυτόχρονη διαπίστωση της πρόθεσης του εργοδότη (Δημοσίου) να καταστρατηγήσει την αυξημένη εργασιακή ασφάλεια που παρέχεται σε κάθε εργαζόμενο από τη σύμβαση εργασίας αορίστου σε σχέση με της αντίστοιχης διάρκειας διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Επομένως, ούτε υπό την εκδοχή αυτή καταλείπεται πεδίο γενικής και άνευ όρων εφαρμογής της ως άνω διάταξης, ως υποκατάστατης ελλείποντος ισοδύναμου μέτρου. Αντιθέτως, ορατός είναι ο κίνδυνος η υιοθέτηση της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 ως ισοδύναμου προς την Οδηγία 70/1999 μέτρου να οδηγήσει στην παράκαμψη της ειδικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8, καταλείποντας ευρύτατο περιθώριο μη ορθής εφαρμογής της και στο μέλλον, με προφανή βλάβη του σημαντικού δημόσιου σκοπού που υπηρετείται από τη διάταξη αυτή, πριν από τη θεσμοθέτηση της οποίας υπήρχαν πράγματι, στον τομέα αυτό, διαπιστωμένες κατ' επανάληψη παθογένειες.

Σποραδικές δε, πρόσκαιρες και μεμονωμένες, νομοθετικές ή μη επιλογές, που καταστρατηγούν τον ως άνω συνταγματικό κανόνα, δεν είναι ικανές για να χαρακτηρίσουν, στην κρίση του Έλληνα Δικαστή, τις ρυθμίσεις του πδ 164/2004 ως αναποτελεσματικά ισοδύναμα μέτρα της ρήτρας 5 παρ. 1 της ως άνω Οδηγίας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρ. 561 παρ. 2 KΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες με την από 14-12-2018 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ισχυρίστηκαν ότι κατά τις αναφερόμενες ειδικότερα για καθένα από αυτούς ημερομηνίες του έτους 2010 προσλήφθηκαν από την δεύτερη εναγομένη εταιρεία (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) θυγατρική της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες της πρώτης εναγομένης, για λογαριασμό της οποίας εργάστηκαν, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου, καλύπτοντας με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ως άνω εναγομένης, έτσι ώστε η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων να μη δικαιολογείται.

Ότι οι συμβάσεις αυτές κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, ενώ είναι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που μετατράπηκαν πλέον σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η κατάρτιση και η ανανέωση των συμβάσεων του ορισμένου χρόνου αντίκειται στην κοινοτική και εθνική νομοθεσία, και στην πραγματικότητα πρόκειται για ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι επειδή οι ως άνω εναγόμενες αμφισβητούν την μετατροπή των συμβάσεων αυτών, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με τις εναγόμενες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ημέρα της πρόσληψής τους, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 1-7-2017 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία.

Επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, οι δε τελευταίες ως άκυρες εργασιακές συμβάσεις, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η οποία οφείλεται στην καταγγελία των ακύρων συμβάσεων εργασίας, νομιμοτόκως από την ημέρα της καταγγελίας, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2.623/2020 απόφαση του ως άνω Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, ενώ παραλείφθηκε η εξέταση της επικουρικής βάσης. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες με τις από 26-6-2020, 4-11-2020, 1-7-2020 και 14-7-2020 εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1248/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε, όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, ενώ την επικουρική βάση της, την έκρινε νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 7 του Π.Δ. 164/2004 και στη συνέχεια τη δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στους ενάγοντες-εκκαλούντες τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση απόλυσης.

Την απόρριψη της ως άνω κύριας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης, στήριξε το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στις ακόλουθες παραδοχές : α) ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία ΕΥΑΘ Α.Ε. αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, με φύση υπηρεσιών ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου και δη της ύδρευσης, αποχέτευσης και αντιπλημμυρικής προστασίας της περιοχής αρμοδιότητάς της....., υπαγόμενη στις εταιρείες του Κεφαλαίου Β' του Ν. 3429/2005, της οποίας οι μετοχές είχαν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) και το Δημόσιο συμμετείχε στο μετοχικό της κεφάλαιο κατά πλειοψηφία και άρα υπαγόταν στις περιοριστικές για τις προσλήψεις διατάξεις του Ν. 2190/1994, καθώς και ότι η εναγομένη, ως εξαρχής επιχείρηση κοινής ωφελείας, εξακολούθησε και μετά τη μεταβίβαση των ως άνω μετοχών της στο ΤΑΙΠΕΔ να έχει το χαρακτήρα της επιχείρησης κοινής ωφελείας.

Και β) ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και αν ακόμη αυτά είναι αληθή, δεν είναι δυνατή η αναγνώριση των καταρτισθεισών από τους διαδίκους συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως κατά μετατροπή έγκυρων ενιαίων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού και εάν ακόμη οι ενάγοντες κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης εταιρείας, δεν είναι επιτρεπτή η μετατροπή των ως άνω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, διότι οι εκτιθέμενες στην αγωγή συμβάσεις ορισμένου χρόνου των εναγόντων καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, στο οποίο προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8 (2-4-2001), που ορίζουν ότι οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και επιχειρήσεις που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως είναι και η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ΕΥΑΘ ΑΕ, εφόσον δεν είχε ακολουθηθεί η από τον νόμο οριζόμενη διαδικασία για την σύναψή τους, αφενός μεν είναι άκυρες και αφετέρου δεν επιτρέπεται η μετατροπή τους από ορισμένου χρόνου σε αορίστου.

Επιπλέον, ότι επειδή οι συμβάσεις των εναγόντων καταρτίσθηκαν, μετά τις 19-7-2004, δε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής ούτε της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, με την οποία προβλέπονται οι προϋποθέσεις για την μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου ανήκει η αναιρεσίβλητη, σε συμμόρφωση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, εφόσον όμως οι συμβάσεις εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από την 10-7-2002 (ημέρα, που έπρεπε να ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η παραπάνω Οδηγία) έως την 19-7-2004 (ημέρα της έναρξης ισχύος του ΠΔ 164/2004).

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 648, 669 ΑΚ και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, ούτε παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 102 και 103 του Συντάγματος, 5 παρ. 4, 6 παρ. 2 και 7 παρ.1 και 2 του ΠΔ 164/2004.

Και τούτο, διότι, οι επικαλούμενες, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων-αναιρεσειόντων, με χρόνο κατάρτισης, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μετά το έτος 2010, υπό την ισχύ των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (έναρξη ισχύος από 17-4-2001), με την αναιρεσίβλητη, η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο (2010 έως 4-11-2011), με το Δημόσιο να εξακολουθεί να συμμετέχει στο μετοχικό της κεφάλαιο κατά ποσοστό όχι κατώτερο του 51% των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά την κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και η οποία ως εξ' αρχής επιχείρηση κοινής ωφελείας, εξακολούθησε να είναι και κατά τον επίσης κρίσιμο χρόνο, μετά τις 4-11-2011, που έλαβε χώρα η μεταβίβαση των ως άνω μετοχών της στο ΤΑΙΠΕΔ, επιχείρηση κοινής ωφελείας, χωρίς να αποβάλει κατά τα παραπάνω τον εν λόγω χαρακτήρα της από τη μεταβίβαση αυτή (υποκείμενη σε ένα σύστημα δεσμεύσεων και περιορισμών και ελέγχου, τόσο για το προσωπικό της, όσο και για τη γενικότερη λειτουργία της, όμοιο με αυτό των κρατικών δημοσίων επιχειρήσεων), υπόκεινται στη διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού στο δημόσιο τομέα.

Δηλαδή οι ένδικες συμβάσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες και απρόβλεπτες λειτουργικές - υπηρεσιακές ανάγκες της αναιρεσίβλητης, αφού η τελευταία, ως προς το ζήτημα των προσλήψεων του προσωπικού της (τακτικού και εκτάκτου) και τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτού (προσωπικού) από ορισμένου σε αορίστου, δεσμεύεται από τους περιορισμούς των διατάξεων του ν. 2190/1994, καθώς και της επιταγής του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος.

Ενόψει δε των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή, ούτε κατ' εξαίρεση οι διατάξεις του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, τις προϋποθέσεις των οποίων δεν πληρούσαν οι ένδικες συμβάσεις, αφού καταρτίστηκαν μετά από την έναρξη ισχύος αυτού (19-7-2004).

Επίσης, δεν θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν ούτε οι διατάξεις του ΠΔ 81/2003, που εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ίδιας παραπάνω Οδηγίας σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, αφού το τελευταίο αυτό ΠΔ αφορά τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα και δεν εφαρμόζεται κατά τα ως άνω στην περίπτωση της εναγομένης.

Επομένως είναι αβάσιμα τα όσα αντιθέτως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς και τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις, υπό το πρίσμα των όσων δέχθηκε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συναφείς υποθέσεις.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού η προαναφερομένη Οδηγία δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1458/2018). Κατόπιν αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

Β) Επί της δεύτερης των συνεκδικαζομένων ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

Αναφορικά με την καταβολή της αιτούμενης από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους αποζημίωσης του άρθρου 7 του Π.Δ/τος 164/2004, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν στην πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, με βάση τις αναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που χαρακτηρίζονταν από τους συμβαλλόμενους ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ή συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ή έργου, με τις αναφερόμενες ειδικότητες ο καθένας και κατά τα αναφερόμενα αναλυτικά χρονικά διαστήματα, από το έτος 2010 μέχρι τις 30-6-2017 οι ενάγοντες που ανήκαν στο διοικητικό-υπαλληλικό προσωπικό εργάζονταν καθημερινά κατά το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας στα γραφεία και τις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης-αναιρεσείουσας και μάλιστα παρείχαν τις υπηρεσίες τους υπό τις συνθήκες που εργαζόταν και το μόνιμο προσωπικό της εναγομένης αυτής και ειδικότερα υποκείμενοι και στις εντολές των υπευθύνων της εναγομένης αυτής όσον αφορά τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας τους.

Ακολουθούσαν συγκεκριμένο ωράριο κάθε ημέρα, που συνέπιπτε με αυτό των μονίμων υπαλλήλων (7 π.μ-3 μ.μ.), ενώ συνάμα υπόκειντο και στον απαραίτητο έλεγχο για τη συμμόρφωση ως προς την πιστή τήρηση και εφαρμογή του εν λόγω ωραρίου. Παρείχαν την εργασία τους εντός των εγκαταστάσεων της εναγομένης, η οποία μάλιστα τους είχε παραχωρήσει και τον απαραίτητο εξοπλισμό και μέσα, εκτελώντας εργασίες που ανήκαν αποκλειστικά στην κύρια δραστηριότητα της, εργαζόμενοι σε ένα περιβάλλον που ετεροκαθοριζόταν από την τελευταία, μη έχοντας οποιαδήποτε ελευθερία να καθορίσουν αυτοί μονομερώς τους όρους εργασίας τους, για αντάλλαγμα της οποίας αμείβονταν με μηνιαίο μισθό.

Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι και η τελευταία στα σχετικά έγγραφα που εξέδιδε τους αντιμετώπιζε ως μέλη του μόνιμου προσωπικού της χαρακτηρίζοντας τους ως υπαλλήλους της, πολλές δε φορές τους χρησιμοποιούσε ως μέλη για τη συγκρότηση επιτροπών, με σκοπό την παρακολούθηση και παραλαβή των διάφορων έργων ύδρευσης και αποχέτευσης που είχαν αναλάβει εργολάβοι εταιρίες.

Οι εκ των εναγόντων μηχανικοί, συμμετείχαν μαζί με το μόνιμο προσωπικό στις επιτροπές αυτές, ενώ οι ενάγοντες που ανήκαν στην κατηγορία των ηλεκτρολόγων και υδραυλικών, απασχολούνταν μαζί με το μόνιμο προσωπικό και υπό τις οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων τους και στα συνεργεία της εναγομένης εκτελώντας καθήκοντα προσωπικού επιφυλακής όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι της εναγομένης αυτής.

Οι ενάγοντες εργάζονταν συνεχόμενα ακόμη και στα κενά που δεν καλύπτονταν από τα χρονικά διαστήματα των συμβάσεων που υπέγραφαν, οι οποίες για το λόγο αυτό δεν έχαναν τη διαδοχικότητά τους, δεν χάθηκε δε η εν λόγω διαδοχικότητά ούτε και με την εκ του νόμου παράταση των συμβάσεων τους. Επιπλέον, στα καθήκοντα του δεύτερου ενάγοντος περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η παράδοση σε ημερήσια βάση, στους διανομείς των λογαριασμών της ΕΥΑΘ, προς περαιτέρω διανομή στους καταναλωτές - πελάτες των περιοχών ευθύνης της εναγομένης και ο υπολογισμός της αμοιβής των διανομέων σε συνάρτηση με τον αριθμό των παραδοθέντων σε ημερήσια βάση, φακέλων-λογαριασμών.

Ακόμη, αναφορικά με τους λήπτες - υδρομετρητές, επιβεβαίωνε ότι η λήψη ενδείξεων στους τομείς υδροδότησης της ΕΥΑΘ γινόταν με τον προσήκοντα τρόπο και κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που είχε οριστεί με βάση τον προγραμματισμό για κάθε γεωγραφικό τομέα υδροδότησης, αλλά και με βάση το πρόγραμμα διαδρομών με τις προς επίσκεψη κατοικίες και οδούς που είχαν δοθεί στους λήπτες -υδρομετρητές από το Γραφείο Ληπτών της εναγομένης και κατέγραψε σε ημερήσια βάση, τον αριθμό των ενδείξεων που λάμβανε κάθε λήπτης.

Επιπρόσθετα, υπολόγιζε το ποσό της αμοιβής κάθε λήπτη ανάλογα με τον αριθμό των ενδείξεων που ελάμβανε σε καθημερινή βάση, επί του συμφωνημένου αντίτιμου για κάθε ένδειξη, προς περαιτέρω λογιστικοποίηση και έκδοση του εντάλματος πληρωμής για κάθε μήνα. Σε συνέχεια των ανωτέρω οι ενάγοντες που ανήκαν στην κατηγορία των ληπτών, όφειλαν κάθε πρωί να επισκέπτονται το γραφείο "Ληπτών", από το οποίο παραλάμβαναν τους μετρητές που χρησιμοποιούσαν για τη, λήψη των ενδείξεων κατανάλωσης νερού.

Ο κάθε μετρητής προσδιόριζε τις προς επίσκεψη κατοικίες, τις οδούς και τις περιοχές οι οποίες είχαν προκαθοριστεί από το γραφείο "Ληπτών" κατά τρόπο δεσμευτικό για αυτούς, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν περιθώρια να επιλέξουν τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν ή τον αριθμό των ρολογιών που θα μετρούσαν σε ημερήσια βάση, προκειμένου να λάβουν κάποια επιπλέον αμοιβή.

Εργάζονταν υπό αυστηρά καθορισμένο ωράριο μετά τη λήξη του οποίου όφειλαν να επιστρέψουν στο αρμόδιο, γραφείο τους μετρητές, προκειμένου να φορτιστούν, αλλά και να φορτωθεί σε αυτούς το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας, το οποίο καθοριζόταν από το αρμόδιο γραφείο "Ληπτών". Απασχολούνταν με σταθερό ωράριο σε πενθήμερη βάση, από τις 7 π.μ.

έως τις 3μ.μ., μη έχοντας τον χρόνο να εργαστούν παράλληλα στο ίδιο ωράριο και σε άλλο εργοδότη, υπήρχε δε σαφής απαγόρευση να πραγματοποιούνται λήψεις και διανομές κατά τις απογευματινές ώρες. Το πρόγραμμα εργασίας τους καθοριζόταν δεσμευτικά και με μεγάλη λεπτομέρεια από τον προϊστάμενο του αρμόδιου γραφείου, ο οποίος ήταν μόνιμος υπάλληλος της πρώτης εναγομένης.

Σημειώνεται ότι για τον αριθμό των λήψεων υπήρχε κατά το δυνατόν πρόνοια να είναι όμοιος κατά προσέγγιση σε όλους κατά μήνα. Οι ενάγοντες που ανήκαν στην κατηγορία των διανομέων, παραλάμβαναν τους προς διανομή φακέλους με τα τιμολόγια από το Τμήμα Βεβαίωσης και Έκδοσης Λογαριασμών της πρώτης εναγομένης, μέσω του ως άνω συμβασιούχου, ο οποίος μοίραζε κατά το δυνατόν ισομερώς τους φακέλους.

Οι εν λόγω διανομείς, αναφέρονταν άμεσα στον Προϊστάμενο του Τμήματος Βεβαίωσης και Έκδοσης Λογαριασμών της πρώτης εναγομένης και στον αρμόδιο Διευθυντή Καταναλωτών, οι οποίοι ήσαν μόνιμοι υπάλληλοι αυτής. Οι προϊστάμενοι αυτοί ήλεγχαν δειγματοληπτικά εάν εκτελούσαν ορθά, με βάση τις εντολές και τις οδηγίες που τους είχαν δοθεί, τα ειδικότερα καθήκοντα τους.

Η συγκεκριμένη περιοχή, την οποία οφείλανε κάθε φορά να επισκεφθούν, ήταν προκαθορισμένη κατά τρόπο δεσμευτικό. Συνακόλουθα, ο κάθε διανομέας γνώριζε ποια διαδρομή έπρεπε να ακολουθήσει, ποιες οικοδομές όφειλε να επισκεφθεί και σε ποιους πελάτες έπρεπε να μοιράσει τους φακέλους με τους λογαριασμούς κάθε μέρα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα παρέκκλισης από το πρόγραμμα που του είχε ανατεθεί.

Ακόμη, η εργασία όλων των ανωτέρω, παρεχόταν με τον εξοπλισμό που διέθετε σε αυτούς η πρώτη εναγομένη, ενώ για τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους λάμβαναν μηνιαίο μισθό, έστω και εάν λόγους καταστρατήγησης της νομοθεσίας, προκειμένου να μην χαρακτηριστούν ως εργαζόμενοι με εξαρτημένη εργασία, εξέδιδαν κάθε μήνα αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και ασφαλίζονταν ως αυτοαπασχολούμενοι.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, η πρώτη εναγομένη τους είχε επιβάλει να φορούν τις ειδικές στολές και το καρτελάκι με το ονοματεπώνυμο και το λογότυπο της, ενώ στην περίπτωση που προέκυπτε η ανάγκη να απουσιάσουν από την εργασία είχαν υποχρέωση να αιτηθούν αδείας από τον αρμόδιο προϊστάμενο - υπάλληλο της εναγομένης, όπως ακριβώς γινόταν και στο παρελθόν που η ίδια εργασία πραγματοποιούταν από το μόνιμο προσωπικό.

Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά και λαμβανομένου υπόψη ότι όλοι οι ενάγοντες όφειλαν απαρέγκλιτα να τηρούν, χωρίς να έχουν δικαίωμα να αποστούν, τις εντολές των εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης ούτε να αυτενεργήσουν, αναφέρονταν δε πάντα στους υπευθύνους εκπρόσωπους της εναγομένης όπως ακόμη και για να λάβουν άδεια για να απουσιάσουν από την εργασία τους, αφού τούτο έπρατταν μόνο μετά από έγκριση αυτών, οι εν λόγω ενάγοντες είχαν ενταχθεί στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης σε ένα οργανωμένο σύνολο εργασίας, ελεγχόμενο και ετεροκαθοριζόμενο, όχι από τους ίδιους, αλλά από την πρώτη εναγομένη, με μέσα που τους παρείχε η ίδια και στις δικές της εγκαταστάσεις (πλην των κατωτέρω αναφερομένων), χωρίς η παροχή της εργασίας τους να διαφοροποιείται από τους συναδέλφους του, που απασχολούνταν στα ίδια ή παρεμφερή μ' αυτούς καθήκοντα ως μόνιμοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λάμβαναν δε αμοιβή κατά μήνα άσχετα με την παρεχομένη εργασία (πλην των κατωτέρω αναφερομένων) και ασχέτως από το εάν αυτοί εξέδιδαν αποδείξεις - τιμολόγια παροχής υπηρεσιών επιβαρυνόμενοι οι ίδιοι με τις ασφαλιστικές εισφορές τους, η δε εναγομένη με τον αναλογούντα ΦΠΑ, ενώ τους γινόταν και παρακράτηση φόρου ποσοστού 20%, μεγάλο μέρος του οποίου λάμβαναν ως επιστροφή φόρου κάθε επόμενο έτος, οι ενάγοντες δεν διατηρούσαν ίδια επαγγελματική στέγη ούτε και εξυπηρετούσαν περισσότερους πελάτες, αλλά προσέφεραν την εργασία τους αποκλειστικά στην εναγομένη, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση και λαμβανομένου υπόψη του είδους και της φύσης της εργασίας, σε συνδυασμό και με την έντονη εξάρτηση (νομική και προσωπική ) των εναγόντων, ότι οι συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων αποτελούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Τις συμβάσεις αυτές κατά την υπογραφή τους οι συμβαλλόμενοι ονόμαζαν συμβάσεις έργου, ανάθεσης ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, χαρακτηρισμοί, όμως, που δε συνέπλεαν με την πραγματικότητα, αφού επρόκειτο για συμβάσεις εργασίας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι σε πολλές περιπτώσεις την ίδια παροχή εργασίας χαρακτήριζαν στις συμβάσεις είτε ως σύμβαση έργου ή σύμβαση παροχής υπηρεσιών, ακόμη και ως σύμβαση εργασίας.

Η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες μηχανικοί, μηχανολόγοι χημικοί, ως εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, ανέπτυσσαν, ενόψει της επιστημονικής κατάρτισης τους, κάποια πρωτοβουλία στη εκτέλεση της εργασίας που παρείχαν και το γεγονός ότι αυτοί, όπως και οι λοιποί, κατά την πληρωμή τους εξέδιδαν τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και κατέβαλαν οι ίδιοι τις εισφορές τους στο ασφαλιστικό ταμείο, γιατί τα στοιχεία αυτά δεν είναι κρίσιμα για τον χαρακτηρισμό της σχέσης και δεν υπερτερούν με το αποδεδειγμένο γεγονός της έντονης εξάρτησης τους από την εναγομένη.

Εξάλλου, οι συμβάσεις αυτές αν και είχαν ορισμένη διάρκεια τούτο, όμως, δεν δικαιολογείτο από κάποιο αντικειμενικό λόγο και δη, κατ' αρχήν, από τη φύση και το σκοπό της εργασίας. Ειδικότερα, με τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες προσλήφθηκαν για να εργάζονται προκειμένου να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, πέραν δε τούτου για κανένα από τα καθήκοντα τους δεν ήταν δυνατό να προσδιορισθεί, έστω και κατά προσέγγιση, η χρονική διάρκεια της λήξης τους, ενόψει του ότι αφορούσαν διαρκείς ανάγκες αυτής των οποίων ήταν απροσδιόριστος.

Ο χρόνος λήξης των συμβάσεων και επομένως η εργασία τους ήταν απαραίτητη για την άρτια και ολοκληρωμένη συγκρότηση της λειτουργίας της, καθόσον οι ανάγκες αυτές δεν μπορούσαν να καλυφθούν με περιστασιακή ή προσωρινή απασχόληση εργαζομένων. Δεν προέκυψε δε ότι ο ενάγοντες προσλήφθηκαν για να αναπληρώσουν κάποιο εργαζόμενο ή για να εργαστούν παροδικά λόγω κάποιων ιδιαίτερων αναγκών, που ανάγονταν στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της εναγομένης και επομένως αποδεικνύεται ότι με την παροχή της εργασίας τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της τελευταίας.

Το γεγονός ότι η εργασία των υδρομετρητών-ληπτών και των διανομέων, λόγω της φύσης του αντικειμένου της, δεν παρεχόταν εντός των γραφείων της ΕΥΑΘ όπως και το ότι οι υδρομετρητές και οι διανομείς αμείβονταν με βάση τον αριθμό των μετρήσεων που εκτελούσαν ή τον αριθμό των φακέλων που μοίραζαν αντίστοιχα κάθε φορά, ουδόλως αναιρεί τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων τους ως εξαρτημένης εργασίας, αφού σύνηθες είναι και στη σύμβαση εργασίας, πολλές φορές, η αμοιβή να ορίζεται κατ' αποκοπή (εξ ου και ο υπολογισμός της αποζημίωσης απόλυσης για αυτούς κατά τα κατωτέρω γίνεται από το Δικαστήριο με το μέσο όρο των αποδοχών των δύο μηνών πριν την καταγγελία).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων με τη δεύτερη εναγομένη, είχαν τα χαρακτηριστικά ενιαίας σχέσης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ο ορισμένος, δε, χρόνος των συμβάσεων τους, δεν δικαιολογούταν από λόγους αντικειμενικούς, αφού η ορισμένη διάρκεια των συνδεουσών τους διαδίκους σχέσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος, τον σκοπό της εργασίας τους, ούτε επιβάλλεται από τις συνθήκες και τις ανάγκες και τον σκοπό λειτουργίας της εναγομένης.

Πλην όμως οι συμβάσεις αυτές, καταρτίστηκαν κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων και επομένως είναι άκυρες μη δυνάμενες να καταστούν για κάθε ένα ενάγοντα μία έγκυρη ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για την οποία να δικαιούνται τούτοι να ζητήσουν την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων αυτών, διότι μετά την παράταση που έλαβε η τελευταία σύμβαση για τον καθένα με το άρθρο 46 ν. 4440/2016, η άρνηση της εναγομένης να τους απασχολήσει συνιστά πράγματι καταγγελία τούτων.

Πλην όμως, οι ενάγοντες, δικαιούνται τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (άρθρο 1 παρ. 2,5 παρ. 3,6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του Ν. 3198/55, άρθρο 7 ΠΔ 164/2004). Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, αφού δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης των εκκαλούντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 2623/2020 οριστική απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής κατά την παραπάνω βάση της, δέχθηκε αυτή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ως αποζημίωση απόλυσης τα αναφερόμενα ποσά.

Με τις παραπάνω παραδοχές και κρίση του το Εφετείο και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις προαναφερόμενες σκέψεις της παρούσας, κατά την εξέταση της πρώτης ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ουδόλως παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 του Π.Δ. 164/2004, με την οποία προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης στους απολυθέντες (είτε αυτοί απασχολούνται με βάση έγκυρες, είτε με βάση άκυρες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου), ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούνται οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς τους (ν. 2112/1920 και 3198/55), και οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 19-11-2021, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της, υπ' αριθμ. 1248/2021, αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους 30ο, 41ο και 42ο των αναιρεσειόντων.

Διατάσσει κατά τα λοιπά την ένωση και συνεκδίκαση της πιο πάνω, από 19-11-2021 αιτήσεως και β) της από 19-1-2022 αιτήσεως για αναίρεση της ίδιας αποφάσεως.

Απορρίπτει την πρώτη ως άνω από 19-11-2021 αίτηση.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη για τα δικαστικά της έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Απορρίπτει τη δεύτερη ως άνω από 19-1-2022 αίτηση.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να καταβάλει στους παριστάμενους αναιρεσίβλητους για τα δικαστικά τους έξοδα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ