Supreme Court dismisses appeal as facts were already considered by the appellate court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' final decision. The appellant argued that the appellate court failed to consider evidence regarding the employer's hiring of another therapist, but the court found this claim inadmissible. The court ruled that the appellate court had already examined all evidence and that the appellant's arguments constituted a denial of the original claim rather than a new legal ground.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the substantive facts of a case unless the lower court failed to consider relevant evidence or considered irrelevant evidence, and arguments denying the original claim are inadmissible under Article 559(8)(b).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 726 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 726/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτύχιου-Δημήτριου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου(Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ" (Ε.Σ.Ο.Ε.Α.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αρετής Βλαστού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 421/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2924/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019). Βάσιμος είναι λόγος αναιρέσεως, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αποδεικνύεται δε, το βάσιμο του λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 345/2015).
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. α) είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
β). Νοούνται ως "πράγματα" οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ] ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και κατά νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.
Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι ή τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, αν αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ' όψη και παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. "Πράγματα" υπό την ως άνω έννοια δεν αποτελούν η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 696/2017, ΑΠ 224/2016, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1386/2009).
Για το παραδεκτό (ορισμένο) του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ] πρέπει να γίνεται (και) προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 194/1998). Το άρθρο 240 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Για την επαναφορά ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο".
Η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 240 ΚΠολΔ επιβάλλεται για τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (ενστάσεις, αντενστάσεις), που υποβάλλονται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και όχι για εκείνους, που περιέχονται στην αγωγή και συγκροτούν τη νομική και ιστορική αιτία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 729/2006).
Πάντως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει πως ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ 74/2019).
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346 ΚΠολΔ]. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή (γ).- παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Έτσι, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας (i).- στην περίπτωση (α), έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, που δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα, όπως καθορίζονται περιοριστικώς στο άρθρο 339 ΚΠολΔ ή όταν περιλαμβάνονται σε αυτά, όμως δεν επιτρέπεται η χρήση του στην συγκεκριμένη περίπτωση ή το αυτό, όταν επιτρέπεται η απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, (ii).- στην περίπτωση (β), έλαβε υπ' όψη αποδείξεις των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και (iii).- στην περίπτωση (γ), παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ και στις τρεις περιπτώσεις, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ]. Ειδικότερα, για τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτώσεις (β) και (γ) ΚΠολΔ, νόμιμη δηλ.
σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση ειδικότερα εγγράφου, όταν είναι ειδική και προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου (ΑΠ ολ. 8/2016, ΑΠ ολ. 23/2008, ΑΠ 88/2021). Το ως άνω άρθρο 240 ΚΠολΔ εφαρμόζεται για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ως προς την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1717/2006). Αβάσιμος είναι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, εάν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους.
Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή/και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται όμως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που κατά την ελεύθερη κρίση του έχουν μεγαλύτερη σημασία (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 445/2019).
(
ΙΙ).- Η εφαρμογή του ν. 551/31.12.1914 (ΦΕΚ Α. 11/8.1.1915), ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 (ΦΕΚ Α. 191/25.8.1920) και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. (α) ΕισΝΑΚ, προϋποθέτει "εργατικό ατύχημα", ήτοι ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργαζόμενο, εργάτη ή υπάλληλο, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου [άρθρα 1, 2, 3 ν. 551/1914].
Εργατικό ατύχημα θεωρείται (και) η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζομένου, που είχε ως συνέπεια (μερική ή ολική) ανικανότητα για εργασία, εάν επήλθε από αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός. Τέτοιο (αιφνίδιο και απρόβλεπτο) γεγονός είναι και η νόσος, η οποία προκλήθηκε, εκδηλώθηκε ή και επιδεινώθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή την παροχή της από έκτακτη και αιφνίδια επενέργεια εξωτερικού αιτίου δηλ.
από αίτιο άσχετο προς την ιδιοσυστασία του οργανισμού του παθόντος εργαζομένου και προς τη βαθμιαία και προοδευτική εξασθένιση και φθορά του οργανισμού του, συνεπεία της φύσεως και του είδους της εργασίας και των όρων παροχής της, έστω και δυσμενών, όμως συνηθισμένων και συμφυών προς την παροχή της. Έκτακτη και αιφνίδια επενέργεια εξωτερικού αιτίου υπάρχει, όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της.
Υπάρχει, ακόμη, όταν η απασχόληση του παθόντος εργαζομένου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της. Τούτο διότι ο εργοδότης έχει έναντι του εργαζομένου του την υποχρέωση πρόνοιας ειδικότερα, οφείλει να ρυθμίζει (και) τα σχετικά με την παροχή της εργασίας ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου [άρθρα 288, 662 ΑΚ).
Έτσι, ο εργοδότης δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεως του εργαζομένου, μετά την εκδήλωση της νόσου και, αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, οι συνθήκες παροχής της εργασίας αποβαίνουν εξαιρετικά ασυνήθιστα δυσμενείς και προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος. Βασική προϋπόθεση, κατά ταύτα, για την μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας, σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς, μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζομένου, είναι η παραβίαση της υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη έναντι του εργαζομένου (ΑΠ 981/2015, ΑΠ 1602/2012, ΑΠ 52/2011, ΑΠ 154/2006, ΑΠ 944/2001).
Επί σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας από εργατικό ατύχημα, η αξίωση του παθόντος εργαζομένου για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο με τη συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας [άρθρα 1, 2 ν. 551/1914, 288, 662, 648, 914, 932, 299, 330, 922, 71 ΑΚ], δηλ. αρκεί οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων, που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του (ΑΠ ολ. 18/2008).
Περιεχόμενο της αγωγής, η οποία αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος εργαζομένου και παθόντος από εργατικό ατύχημα έναντι του εναγομένου εργοδότη, είναι η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η οποία (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας) δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της καθώς και πταίσμα του εργοδότη, ήτοι οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προστηθέντων στην υπηρεσία του.
Έτσι, το ότι η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζομένου δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της, δηλ. η (πρόσφορη) αιτιώδης συνάφεια - αιτιώδης σύνδεσμος των περιστάσεων της εργασίας και του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο διαφορετικά εκτός εργασίας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα είχε επέλθει, συγκροτεί την ιστορική και νομική αιτία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ ολ. 1287/1986, ΑΠ 981/2015).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 22.7.2019 [Γ.Α.Κ. 7378/Ε.Α.Κ. 710/30.7.2019 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως. Με αυτή, προσβάλλεται η 2924/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 28.5.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 19.4.2017 εφέσεως της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας κατά του εφεσίβλητου - αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ.
Εκκαλούμενη ήταν η 421/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 20.3.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 21.10.2013 αγωγής της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου - αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ. Με την 421/2017 πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, κατ' ουσία.
Στη συνέχεια, με την 2924/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, έτσι επικυρώθηκε η 421/2017 πρωτόδικη απόφαση. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε ως άνω στις 30.7.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 28.5.2019 -ημερομηνία δημοσιεύσεως της 2924/2019 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της [άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1, 564 παρ.3 144,145 παρ.1, 147 παρ.2 ΚΠολΔ].
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως (τρεις συνολικά) περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα έγγραφα, τα οποία αναφέρονται, προκύπτει η ταυτότητά τους και προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, αν και η αναιρεσείουσα τα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως στο πρωτοδικείο και στο εφετείο, "προκειμένου να αποδείξει ισχυρισμό της, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", ήτοι ότι "οι δύο επιδεινώσεις της καταστάσεως της υγείας της έγιναν εξ αφορμής της εργασίας της, ως φυσικοθεραπεύτριας", στο αναιρεσίβλητο, "συνιστούν εργατικά ατυχήματα" και ότι "υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της καταστάσεως της υγείας της και της επιδεινώσεώς της με την παροχή της εργασίας της αυτής".
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αναφέρει: "Δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, αλλά προκύπτουν τουλάχιστον αμφιβολίες", εάν το εφετείο για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του, "παρά τη γενική αναφορά του ότι έλαβε υπ' όψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι", έλαβε υπ' όψη και τα παρακάτω έγγραφα, που η ίδια νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε, ήτοι (1).- τα από 4.9.2006, 21.10.2006, 26.1.2007, 7.1.2009 και 24.2.2009 πρακτικά Υγειονομικής Επιτροπής του αναιρεσίβλητου "αποτελουμένης από ιατρούς αυτού", (2).- το από 12.7.2011 απόσπασμα πρακτικών της 27ης συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, (3).- την από 12.6.2009 ιατρική βεβαίωση του καθηγητή Ορθοπαιδικής Α.
Χ. και (4).- την υπ' αριθμ, πρωτ. .../22.3.2011 γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού "του δημοσίου νοσοκομείου ΚΑΤ Α. Κ." (σελίδες 5, 6, 8, 9 αιτήσεως αναιρέσεως). Στον ίδιο λόγο, η αναιρεσείουσα, περαιτέρω, αναφέρει (επί λέξει): " ... το εφετείο δέχθηκε τα εντελώς αντίθετα, δηλαδή ότι δεν προέκυψε πως εξ αιτίας της κατάστασης της υγείας μου αδυνατούσα να συνεχίσω να εκτελώ την εργασία μου, ως φυσικοθεραπεύτρια και ότι δεν προέκυψε αιτιώδης σύνδεσμος της κατάστασης της υγείας μου (και της επιδείνωσής της) με την ως άνω εργασία μου ..." (σελίδες 8, 9 αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη "πράγμα" δηλ. πραγματικό ισχυρισμό, που συγκροτεί την ιστορική βάση και, έτσι, θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, προτάθηκε δε, αυτός ο ισχυρισμός, νομίμως στο εφετείο με λόγο εφέσεως και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται (επί λέξει): "... για να καταδείξω την βαρεία αμέλεια, την οποία επέδειξε έναντι εμού ο αντίδικος, συνεπεία της οποίας επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας μου στην σπονδυλική στήλη και υπέστην δύο χειρουργικές επεμβάσεις, συνιστώσες τα δύο εργατικά ατυχήματα (τα οποία λεπτομερώς αναφέρω στην αγωγή μου) προέβαλα στην αγωγή μου τον αυτοτελή ισχυρισμό (συνιστώντα ''πράγμα'') ότι ο αντίδικος μόλις τον Απρίλιο του έτους 2011 ανέθεσε σε ιδιωτική εταιρία καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας.
Ήτοι προέβαλα στην αγωγή μου (σελίδα 18) ότι μέχρι τότε (μήνα Απρίλιο του έτους 2011) δεν υπήρχε καν στοιχειώδης πρόνοια από τον αντίδικο στο να εντοπισθούν οι κίνδυνοι, που μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε εργαζόμενος κατά την εργασία του στον αντίδικο και οι τρόποι με τους οποίους οι κίνδυνοι αυτοί θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί ...
Η πρωτόδικη απόφαση ουδέν ανέφερε στο σκεπτικό της για τον συνιστώντα ''πράγμα'' ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό μου, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για τον λόγο αυτόν, στην έφεσή μου και στον μοναδικό λόγο της (σελίδα 23 του εφετηρίου δικογράφου) περιέλαβα παράπονο για την μη λήψη υπ' όψη από το πρωτόδικο δικαστήριο του ως άνω ουσιώδους και αυτοτελούς ισχυρισμού μου.
Όμως και η εφετειακή (προσβαλλόμενη) απόφαση ουδέν αναφέρει στον σκεπτικό της για τον ως άνω ουσιώδη και αυτοτελή ισχυρισμό μου ... και απέρριψε την έφεση κατ' ουσία" (σελίδες 2, 10, 11 της αιτήσεως αναιρέσεως). Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (β) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη αποδείξεις των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση δηλ.
έλαβε υπ' όψη ισχυρισμούς, χωρίς νόμιμη επίκληση κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται (επί λέξει): "Ο αντίδικος δεν επανέφερε στην κατ' έφεση δίκη, όπως έπρεπε, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, τους ισχυρισμούς και ενστάσεις, που είχε υποβάλλει πρωτοδίκως ...
Συνεπώς, το εφετείο, που ενώ δεν έπρεπε, έλαβε υπ' όψη τους πρωτόδικους ισχυρισμούς και ενστάσεις του αντιδίκου (όπως ότι τάχα δεν γνωστοποιήθηκε στον αντίδικο ο αιτιώδης σύνδεσμος της κατάστασης της υγείας μου με την εργασία μου στον ΕΔΟΕΑΠ (βλ. σελίδα 8 εφετειακών προτάσεων αντιδίκου) οι οποίες περιέχονταν στις πρωτόδικες προτάσεις του και δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα και παραδεκτά στο εφετείο ...".
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις υπό στοιχεία (Ι) και (
ΙΙ) νομικές σκέψεις, επί των λόγων αναιρέσεως (για το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών) λεκτέα τα εξής:
Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος διότι η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει στο δικόγραφο της αναιρέσεως ότι το εφετείο απέρριψε την έφεση, τον μοναδικό λόγο της, που αφορά τον ως άνω επικαλούμενο από αυτήν (αναιρεσείουσα) "αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό της" στην ουσία. Η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος "ισχυρισμός" έχει ληφθεί υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και δη, από (Α).- τις με ημερομηνία 11.1.2016 νόμιμες έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) καθώς και τις με ημερομηνία 11.1.2016 νόμιμες έγγραφες προτάσεις του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου) στο πρωτόδικο δικαστήριο, (Β).- την με ημερομηνία 21.10.2013 ένδικη αγωγή, (Γ).- τις με ημερομηνία 19.10.2018 νόμιμες έγγραφες προτάσεις της εκκαλούσας (ενάγουσας - ήδη αναιρεσείουσας και τις με ημερομηνία 12.10.2018 νόμιμες έγγραφες προτάσεις του εφεσίβλητου (εναγομένου - ήδη αναιρεσίβλητου) στο εφετείο και (Δ).- την 2924/2019 απόφαση του εφετείου, τα οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:
-Στις νόμιμες έγγραφες προτάσεις της ήδη αναιρεσείουσας, με ημερομηνία 11.1.2016 στο πρωτοδικείο (σελίδες 3, 4, 5, 6) και με ημερομηνία 19.10.2018 στο εφετείο (σελίδες 41, 42, 43, 45, 46) γίνεται επίκληση όλων των πιο πάνω εγγράφων, που αναφέρονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως. -Στις από 11.1.2016 νόμιμες έγγραφες προτάσεις (σελίδες 7, 8) του ήδη αναιρεσίβλητου στο πρωτοδικείο αναφέρεται (επί λέξει): "Εξ άλλου, η αντίδικος δεν επικαλείται μεταβολή και μάλιστα δυσμενή των εργασιακών καθηκόντων της, ως φυσικοθεραπεύτριας ώστε να δικαιολογείται, κατ' αιτιώδη συνάφεια, επιδείνωση του προβλήματος υγείας της, το οποίο ούτως ή άλλως και πάλι δεν οφείλεται στην εργασία της αυτή καθ' εαυτή της φυσικοθεραπεύτριας στον Οργανισμό μας ...
Ενώ, σε κάθε λήξη της αναρρωτικής αδείας της, αυτή επανήρχετο κανονικά στην εργασία της, ως φυσικοθεραπεύτρια, όχι μόνο αδιαμαρτύρητα από πλευράς της, αλλά και κατόπιν υποδείξεως του θεράποντα ιατρού της, που ανέγραφε ρητώς σε κάθε ιατρική γνωμάτευση ότι η αντίδικος ήταν ''κατάλληλη'' για τη συγκεκριμένη εργασία (σ.σ.
ήτοι της φυσικοθεραπεύτριας)". Περαιτέρω, στις από 12.10.2018 νόμιμες έγγραφες προτάσεις (σελ. 8) του ήδη αναιρεσίβλητου στο εφετείο αναφέρεται (επί λέξει): "Μετά ταύτα, καθίσταται σαφές, αποδείχθηκε πρωτοδίκως και ορθώς το εδέχθη, ως τέτοιο και η προσβαλλόμενη [421/2017 απόφαση] ότι από καμία ιατρική γνωμάτευση, που μας γνωστοποιήθηκε από την αντίδικο, δεν προέκυψε ρητή έστω έμμεση αναφορά σε τυχόν αιτιώδη σύνδεσμο της κατάστασης της υγείας της με την εργασία της στον Οργανισμό μας ή κατά μείζονα λόγο με την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της, που η ίδια περιγράφει".
-Στην από 21.10.2013 ένδικη αγωγή, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ισχυρίσθηκε ότι: Απασχολήθηκε στο εναγόμενο ν.π.ι.δ. - εργοδότη ήδη αναιρεσίβλητο, ως υπάλληλος - φυσικοθεραπεύτρια με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας, αρχικώς ορισμένου χρόνου (με διαδοχικές συμβάσεις από 2.1.1998 μέχρι 31.3.1998 και από 1.4.1998 μέχρι 30.6.1998) και στη συνέχεια αορίστου χρόνου από 1.7.1998 μέχρι 12.10.2011, πλήρους απασχολήσεως.
Στις 12.10.2011, η εργασιακή σχέση έληξε με καταγγελία από το εναγόμενο. Τον Ιούλιο 2006, εκδηλώθηκε νόσος (οσφυαλγία), εν τούτοις, συνέχισε την εργασία της υπό τις ίδιες συνθήκες, με αποτέλεσμα δύο φορές την επιδείνωση της νόσου. Οι δύο επιδεινώσεις της νόσου συνιστούν δύο εργατικά ατυχήματα από πταίσμα (αμέλεια) του εναγομένου.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, μετά την εκδήλωση της νόσου, αξίωσε τη συνέχιση της απασχολήσεώς της υπό τις ίδιες συνθήκες και, έτσι, παραβίασε την υποχρέωσή του πρόνοιας έναντι της ιδίας, ως εργαζομένης. Η βλάβη της υγείας της [δύο επιδεινώσεις της νόσου, που είχαν ως συνέπεια μερική ανικανότητα (50%) για εργασία] δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία της και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της, έτσι, υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος των περιστάσεων της εργασίας της και του τελικού ζημιογόνου (δύο επιδεινώσεων της νόσου) αποτελέσματος, το οποίο διαφορετικά εκτός εργασίας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα είχε επέλθει.
Από τα επίμαχα εργατικά ατυχήματα υπέστη σημαντική ηθική βλάβη. Ζήτησε, ακολούθως, να της επιδικασθεί, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, το ποσό των 200.000 ευρώ. -Στην 2924/2019 απόφαση του εφετείου, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπ' όψη, αναγράφεται (σελ. 12): "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας), που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη (421/2017 απόφαση) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, από τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη όλα ανεξαιρέτως είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου [άρθρα 671 παρ.1 εδ. (α), 674 παρ.2 εδ. (α) του ΚΠολΔ] καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο [άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ] αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά".
Στη συνέχεια, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αναγράφεται (σελίδες 13, 14, 15, 16): "... Υπό την ιδιότητα της φυσικοθεραπεύτριας, προσελήφθη από το εφεσίβλητο ν.π.ι.δ. ... αρχικώς με ορισμένου χρόνου διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ... ήτοι από 2.1.1998 έως 31.3.1998, από 1.4.1998 έως 30.6.1998 και από 1.7.1998, όπου η εργασιακή σχέση της εκκαλούσας μετατράπηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία τελικώς τερματίσθηκε στις 12.10.2011, δυνάμει καταγγελίας από τον εφεσίβλητο ...
Η εκκαλούσα από τον Ιούλιο του έτους 2006, είχε διαγνωσθεί ότι έπασχε από οσφυαλγία, ενώ στις 13.8.2006, λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της, διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στα επείγοντα του Λαϊκού Νοσοκομείου Αθηνών και ακολούθως την επόμενη ημέρα 14.8.2006 διακομίσθηκε εκ νέου με ασθενοφόρο στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου διαγνώσθηκε ρήξη μεσοσπονδύλιου δίσκου (οξεία ρήξη οσφυϊκού δίσκου Ο4 - Ο5).
Αποτέλεσμα δε τούτου ήταν την 16.8.2006 να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση δισκεκτομής επί της σπονδυλικής της στήλης ... Επιπλέον αποδείχθηκε ότι υπήρξε και πάλι επιδείνωση της υγείας της εκκαλούσας, με αποτέλεσμα την 5.12.2008 να εισαχθεί στο νοσοκομείο Nacka Narjukhus - Proxima AB της Σουηδίας, όπου και υπεβλήθη σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση σπονδυλοδεσίας τριών σπονδύλων, δύο επιπέδων Ο3 - Ο4 - Ο5 ...
Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι η εκκαλούσα γνωστοποίησε στον εφεσίβλητο Οργανισμό οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει πως εξ αιτίας της κατάστασης της υγείας της, μετά τις ανωτέρω δύο χειρουργικές επεμβάσεις, αδυνατούσε η εκκαλούσα να συνεχίσει να εκτελεί τα ανατεθειμένα σε αυτή καθήκοντα της φυσικοθεραπεύτριας ούτε πως η συνέχιση αυτών επρόκειτο να επιδεινώσει περαιτέρω την υγεία της.
Από την ανάγνωση δε, των ιατρικών γνωματεύσεων, που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, οι οποίες είχαν γνωστοποιηθεί στον εφεσίβλητο Οργανισμό ουδόλως προκύπτει, ρητώς ή μέσω έμμεσης αναφοράς, τυχόν αιτιώδης σύνδεσμος της κατάστασης της υγείας της εκκαλούσας με την εργασία της, πολύ δε περισσότερο με την επιδείνωση του προβλήματος της υγείας της.
Επιπρόσθετα δε, ούτε από το με αριθμ. πρωτ. .../218/17.10.2006 έγγραφο, που υπέβαλε η εκκαλούσα στον εφεσίβλητο Οργανισμό, προκύπτει ρητή ή έμμεση αναφορά περί συνάφειας της επιδείνωσης της υγείας της από την παροχή εργασίας της στον εφεσίβλητο Οργανισμό ... Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος Οργανισμός, κατά τη διάρκεια των πολύμηνων αναρρωτικών αδειών, που χορηγήθηκαν στην εκκαλούσα, προχώρησε σε σύναψη σύμβασης εργασίας με έτερο φυσικοθεραπευτή, τον Ι.
Λ., προς αναπλήρωση της τελευταίας, την παράταση δε της σύμβασης εργασίας του οποίου αιτήθηκε η εκκαλούσα με την 2009/7807/275.2009 αίτησή της, προκειμένου να της παράσχει βοήθεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό από τον εφεσίβλητο Οργανισμό. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα αιτήθηκε την παράταση της σύμβασης εργασίας του ανωτέρω φυσικοθεραπευτή, ουδόλως όμως αιτήθηκε την αλλαγή ή έστω την διαφοροποίηση των συνθηκών εργασίας της ...".
Εν όψει αυτών, ο π ρ ώ τ ο ς λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος διότι στην 2924/2019 απόφαση περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Από τη διατύπωση αυτή και το όλο περιεχόμενο της 2924/2019 αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι και τα πιο πάνω αναφερόμενα (έγγραφα), που η αναιρεσείουσα νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε.
Όσα περαιτέρω η ίδια (αναιρεσείουσα) αναφέρει στον ίδιο (π ρ ώ τ ο) λόγο, ως άνω, πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου κρίση του εφετείου επί της ουσίας της υποθέσεως [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ] ώστε κατά το μέρος αυτό, ο πρώτος λόγος είναι απαράδεκτος. Ο τρίτος λόγος από το άρθρο 11 περίπτωση (β) ΚΠολΔ για τη μη νόμιμη επαναφορά πρωτόδικου πραγματικού ισχυρισμού στην κατ' έφεση δίκη με την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 240 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Τούτο αφού ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου ότι "τάχα δεν γνωστοποιήθηκε" στο τελευταίο (αναιρεσίβλητο) "ο αιτιώδης σύνδεσμος της κατάστασης της υγείας με την εργασία" της αναιρεσείουσας, ως προς το πιο πάνω περιεχόμενο της από 21.10.2013 ένδικης αγωγής, δεν είναι αυτοτελής. Το άρθρο 240 ΚΠολΔ όμως αναφέρεται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (ενστάσεις, αντενστάσεις), ενώ δεν αναφέρεται σε αγωγικούς ισχυρισμούς.
Αν ο ίδιος (τ ρ ί τ ο ς) λόγος εκτιμηθεί ότι αφορά πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της αγωγής ως προς τον πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο των περιστάσεων της εργασίας και του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος. Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 22.7.2019 αίτηση για αναίρεση της 2924/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου, τα οποία ορίζονται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α π ο ρ ρ ί π τ ε ι την από 22.7.2019 αίτηση για αναίρεση της 2924/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ