Legislator Case Law & Legislation
726/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on construction contract dispute regarding third phase work valuation and billing errors.

Case Number 726/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting a claim for construction contract remuneration. The appellant argued that the lower court misinterpreted the contract documents regarding the third phase of underground excavation and failed to recognize new work requiring a new unit price. The court found these arguments baseless because the lower court correctly identified that the third phase work was described in the project study and properly billed in the contract, negating the claim of omission or misinterpretation. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court did not distort the document's content by accepting facts clearly different from those stated, as the court correctly interpreted the contract regarding the third phase work and its billing.

Keywords

AI generated
construction contract dispute third phase work valuation unit price determination misinterpretation of documents appeal dismissal legal costs allocation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 20 of the Code of Civil Procedure
Articles 432 and following of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 726 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 726/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "… " και διακριτικό τίτλο "… " που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως πρώην μέλους της Κατασκευαστικής Κοινοπραξίας με την επωνυμία "… - … " και ως διαδόχου του πρώην μέλους της ίδιας κοινοπραξίας "… ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Κοκκίνη και Φωτεινή Κολοβού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "… ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Γεωργιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2008 προσφυγή της ως άνω Κοινοπραξίας μέλος της οποίας αποτελούσε η ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2011 προδικαστική και 3/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/6/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3/2014 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (Πενταμελούς), η οποία απέρριψε την 19/13-3-2008 προσφυγή της αναφερόμενης Κοινοπραξίας "… - … ", για καταβολή εργολαβικού ανταλλάγματος με βάση την αναφερόμενη σύμβαση έργου, Η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκείται από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "… ", που υποκατέστησε την ως άνω ανάδοχο, λόγω της απορρόφησης της τελευταίας, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των άρθρων Β - 55 και Β - 56 του συμβατικού τιμολογίου (τιμολόγιο δημοπράτησης) τα οποία αφορούν, αντίστοιχα, τις εργασίες εκσκαφής των δίδυμων σηράγγων "… " και "… " της Εγνατίας Οδού, δεχόμενο ότι: "στα άρθρα Β55 και Β-56 που αφορούν στη σήραγγα … και … αντιστοίχως, ρητώς αναφέρεται ότι "στην τιμή του άρθρου αυτού περιλαμβάνονται οι κύριες εργασίες που περιγράφονται στους πίνακες του Παραρτήματος … των … ως ακολούθως:

η δαπάνη εκσκαφής με οποιαδήποτε μέθοδο... εκσκαφή ολόκληρης της διατομής σε μία ή περισσότερες φάσεις κλπ... Η ως άνω εργασία δεν συνιστά αυτοτελή εργασία... αλλά εργασία συνδεόμενη με την έντεχνη και πλήρη εκτέλεση της εργασίας υπόγεια εκσκαφή με διάτρηση περιλαμβάνεται στην τιμή μονάδος της προσφοράς της αναδόχου και τιμολογήθηκε στα ως άνω συμβατικά άρθρα", ενώ τα τιμολόγια αυτά αναφέρουν ότι "Σε περίπτωση διάνοιξης σήραγγας σε δύο φάσεις (άνω ημιδιατομή και βαθμίδα) η ποσόστοση επιμερισμού της πλήρους περάτωσης ορίζεται σε εβδομήντα τοις εκατό (70%) για την α' φάση (άνω διατομή) και τριάντα τοις εκατό (30%) για τη β' φάση βαθμίδας".

Ισχυρίζεται, δε, ότι από το εκτεθέν περιεχόμενο των εγγράφων τούτων, τα οποία προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο, προκύπτει ότι το σύνολο της εργασίας στην οποία αυτά αναφέρονται και την οποία τιμολογούν, άρα και το σύνολο της τιμολογούμενης αξίας, εξαντλείται σε δύο φάσεις εργασιών και όχι σε τρεις, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της δέχθηκε εσφαλμένα ως πραγματικό γεγονός ότι τα τιμολόγια αυτά περιλαμβάνουν και τιμολογούν τρεις φάσεις εκσκαφής στις προαναφερόμενες σήραγγες και ότι το πραγματικό αυτό γεγονός προκύπτει από το παρατιθέμενο περιεχόμενο των τιμολογίων αυτών.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, με την προβαλλόμενη αιτίαση, δεν προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για λαθεμένη ανάγνωση του περιεχομένου των εν λόγω τιμολογίων, καθόσον μάλιστα η αναιρεσείουσα δεν διατείνεται ότι, τα αναγραφόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως περιεχόμενο των κρίσιμων εγγράφων, δεν καταχωρούνται ως έχουν στα έγγραφα, η οποία (λαθεμένη ανάγνωση) και μόνο, κατά τα προεκτεθέντα, θεμελιώνει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, ούτε ότι το Εφετείο δεν ανέγνωσε τμήμα των εγγράφων αυτών.

Με το λόγο της αναίρεσης προσβάλλεται η συναχθείσα, από την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίση αυτής ότι, με βάση το εκτεθέν, πραγματικό, περιεχόμενο, τα συμβατικά τιμολόγια Β-55και Β-56 περιλαμβάνουν στην τιμολόγησή τους και την επίδικη τρίτη φάση εκσκαφής των δύο σηράγγων, ήτοι αποδίδει αποδεικτικό πόρισμα λαθεμένο, σε σχέση με το θεωρούμενο από αυτήν ορθό, το οποίο συνάγεται και με βάση την παρατιθέμενη από την ίδια περικοπή από το περιεχόμενο των ίδιων τιμολογίων.

Η σχετική κρίση, όμως, του Εφετείου, αναφερόμενη σε εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον προβαλλόμενο εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016).Οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 184/2017, ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).

Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 700/1986). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η καθής η προσφυγή διενήργησε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό την 31-1-2005 για την ανάδειξη αναδόχου του έργου "… :

ΤΜΗΜΑ … ΕΩΣ … ", προϋπολογισμού 158.000.000 ευρώ, στην οποία μειοδότρια αναδείχθηκε η εδρεύουσα στην Κάτω … (… ) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "… " με μέση τεκμαρτή έκπτωση 25,31%. Με την από 27-5-2005 σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου που υπεγράφη στη … μεταξύ της καθής η προσφυγή και της ως άνω εταιρίας (… ), η τελευταία ανέλαβε την εκτέλεση του παραπάνω έργου αντί εργολαβικού ανταλλάγματος 100.928.898 ευρώ, πλέον του ποσού των 19.176.491 ευρώ για ΦΠΑ, το οποίο (εργολαβικό αντάλλαγμα) περιελάμβανε ειδικότερα α) ποσό 86.264.892, 49 ευρώ για την αξία των εργασιών μαζί με το εργολαβικό όφελος και τα γενικά έξοδα, β) ποσό 7.763.840,32 ευρώ για απρόβλεπτα, γ) ποσό 250.000 ευρώ για μελέτες, δ) ποσό 150.000 ευρώ για απολογιστικές εργασίες και ε) ποσό 6.500.165,19 ευρώ για αναθεώρηση.

Η προθεσμία περαιώσεως του έργου, εξοπλισμένου και έτοιμου προς λειτουργία, σύμφωνα με τα τεύχη δημοπρατήσεως, ορίσθηκε σε τριάντα έξι (36) μήνες από την ημέρα υπογραφής της συμβάσεως. Με την υπ'αριθμ. 487/23-8-2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής όμως χορηγήθηκε παράταση της συνολικής προθεσμίας του έργου κατά 126 ημέρες, ήτοι έως την 30-9-2008.

Με το από 30-6-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως κατασκευαστικής κοινοπραξίας η ως άνω ανάδοχος (… ) και η εδρεύουσα στο … (… ) ΑΕ με την επωνυμία "…", συνέστησαν την κοινοπραξία με την επωνυμία "… " και τον διακριτικό τίτλο "… ". Αντικείμενο της ως άνω εργολαβίας ήταν η πλήρης κατασκευή τμήματος … της Εγνατίας οδού από την … μέχρι … , μήκους 8,24 χλμ.

και διατομής κλειστού αυτοκινητόδρομου διαχωρισμένων κλάδων κυκλοφορίας με δύο λωρίδες και μια ΛΕΑ συνολικού πλάτους 10,50 μ. ανά κλάδο, στο οποίο (τμήμα) περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων, και πέντε δίδυμες σήραγγες (… , … , … και … ), συνολικού μήκους 6,04 χλμ. (σε μονό κλάδο). Για την κατασκευή των σηράγγων του έργου, λόγω διαφορετικών γεωλογικών συνθηκών στις περιοχές κατασκευής τους, παραδόθηκαν στην ως άνω κοινοπραξία δύο οριστικές μελέτες, μία για τα τρία πρώτα ζεύγη των σηράγγων (… , … και … ) και μία για τα ζεύγη των σηράγγων … και …. .

Για τις σήραγγες …. , …. και …. η οριστική μελέτη προέβλεπε δύο φάσεις εκσκαφής (Α και Β φάση), ενώ η οριστική μελέτη για τις σήραγγες … και … προέβλεπε και μία επιπλέον φάση εκσκαφής (Α, Β και Γ φάση). Η ως άνω Γ φάση εκσκαφής που προβλέπει η οριστική μελέτη των σηράγγων … και … συνίσταται στην ιδιαίτερα προσεκτική και επίπονη εκσκαφή της ζώνης κάτω από το δάπεδο της ολοκληρωμένης Β' φάσεως και εν συνεχεία στην προσεκτική προετοιμασία των επιφανειών εδράσεως των θεμελίων της τελικής επενδύσεως και των επιφανειών υποδοχής των δικτύων αποχετεύσεως, σποστραγγίσεως και λοιπών δικτύων.

Η παραπάνω εργασία προβλέφθηκε από τον μελετητή προκειμένου να υλοποιηθεί με ακρίβεια η απαιτούμενη θεωρητική γραμμή εκσκαφής του δαπέδου, η κατασκευή του συστήματος προσωρινής υποστηρίξεως και για να αποφευχθεί περαιτέρω διατάραξη της εδαφικής μάζας. Σε όλα τα σχέδια της μελέτης που αφορούν στις κατηγορίες βραχόμαζα I, II, Ια και

ΙΙΙ των ως άνω σηράγγων και απεικονίζουν την επίμαχη εργασία εκσκαφής και προετοιμασίας του δαπέδου .ορίζεται ότι "η τελική εκσκαφή για την βαθμίδα, τη θεμελίωση και την τάφρο αποστράγγισης θα εκτελεστεί πριν από την σκυροδέτηση της θεμελίωσης και τις εργασίες αποστράγγισης". Προβλέπεται, δηλαδή, ρητώς και με σαφήνεια ότι η τρίτη φάση πρέπει να κατασκευαστεί λίγο πριν την έναρξη των εργασιών μόνιμης επενδύσεως με σκυρόδεμα, ήτοι σε χρόνο που έπεται της ολοκληρώσεως των φάσεων Α και Β, οι οποίες εκτελούνται σχεδόν ταυτόχρονα με τα ίδια μηχανήματα και το ίδιο προσωπικό. Σημειωτέον ότι οι φάσεις εκσκαφής μιας σήραγγας προσδιορίζονται στις μελέτες από τους συντάκτες μελετητές αφού προηγηθούν προσεκτικές γεωτεχνικές έρευνες διότι εξαρτώνται κυρίως από τα χαρακτηριστικά των πετρωμάτων (είδος, μηχανικά χαρακτηριστικά, διακλάσεις, υπόγειο νερό κλπ). Οι φάσεις εκσκαφής αποτελούν απαραβίαστη διαδικασία, για να προχωρήσει η διάνοιξη μιας σήραγγας χωρίς καμία δυνατότητα παρεκκλίσεως για λόγους ασφαλείας έναντι καταπτώσεων, έως ότου ολοκληρωθεί η κατασκευή του συστήματος προσωρινής υποστηρίξεως, δηλαδή της προσωρινής αντιστηρίξεως του βουνού μετά την εκσκαφή με αγκύρια, μεταλλικά πλαίσια κλπ. έως ότου τοποθετηθεί η τελική επένδυση με σκυρόδεμα.

Σύμφωνα με το άρθρο Σ 1.1.1. του συμβατικού τεύχους Τεχνικές προδιαγραφές σηράγγων "Η επιλογή της μεθόδου διάνοιξης των σηράγγων... πρέπει να βασίζεται στις συστάσεις της οριστικής μελέτης και να έχει την έγκριση της Υπηρεσίας...Ο ανάδοχος σε κάθε περίπτωση θα ακολουθήσει τις φάσας εργασιών που προβλέπονται στην οριστική μελέτη και τυγχάνουν της έγκρισης της Υπηρεσίας...Ο ανάδοχος, με βάση τα διαθέσιμα γεωλογικά και γεωτεχνικά στοιχεία ή άλλα στοιχεία που θα προκύψουν από έρευνες που θα διεξάγει με δική του ευθύνη και ίδιες δαπάνες, τις υφιστάμενες επί τόπου συνθήκες, την εμπειρία που διαθέτει από την εκτέλεση άλλων παρεμφερών έργων και τις εφαρμοζόμενες διεθνώς σύγχρονες τεχνικές, καθώς και τις συστάσεις της οριστικής μελέτης θα υποβάλει στην υπηρεσία για έγκριση πλήρη μεθοδολογία διάνοιξης (method statement) όπου θα γίνεται λεπτομερής παρουσίαση και πλήρης τεκμηρίωση της μεθόδου ή των μεθόδων εκσκαφής που επέλεξε και του εξοπλισμού και των μέσων που προτίθεται να χρησιμοποιήσει.

Σε περίπτωση που ο εξοπλισμός και η μέθοδος εκσκαφής που επιλέχθηκαν από τον ανάδοχο δεν δύνανται να εφαρμοστούν σε όλο μήκος ή σε ορισμένα τμήματα των σηράγγων, ο ανάδοχος δεν δικαιούται καμίας πρόσθετης αποζημίωσης. Επίσης όλες οι δαπάνες που οφείλονται ή συνδέονται γενικά με αλλαγές της μεθόδου εκσκαφής που επέλεξε ο ανάδοχος (απομάκρυνση εξοπλισμού, προσκόμιση νέου εξοπλισμού, καθυστερήσεις, ημιαπασχόληση ή ημεραργίες προσωπικού και μηχανημάτων κλπ) λόγω συνάντησης δυσμενών συνθηκών (ρήγματα, κακή ποιότητα εδάφους, έντονη παρουσία υδάτων κλπ) περιλαμβάνονται στην προσφορά του".

Η ανάδοχος του έργου συμμορφούμενη προς τ' ανωτέρω εκτέλεσε την ως άνω εργασία (Γ' φάση εκσκαφής) η οποία ήταν απαραίτητη προκειμένου να υλοποιηθεί με ακρίβεια η απαιτούμενη θεωρητική γραμμή εκσκαφής του δαπέδου και να αποφευχθεί η περαιτέρω διαταραχή της εδαφικής μάζας, και εντάσσεται αυστηρά στην αλληλουχία των προβλεπομένων από την μελέτη εργασιών.

Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η ως άνω εργασία δεν έχει τιμολογηθεί στα σχετικά συμβατικά άρθρα {Β -55 και Β-56), δηλαδή τα άρθρα που τιμολογούν τις εργασίες υπόγειας εκσκαφής και προσωρινής υποστήριξης των σηράγγων … και … , ούτε και περιγράφεται και τιμολογείται σε άλλο σημείο του συμβατικού τιμολογίου Η αιτίαση της αυτή ελέγχεται ως αβάσιμη, αφού στα άρθρα Β-55 και Β-56, που αφορούν στην σήραγγα … και … αντιστοίχως ρητώς αναφέρεται ότι "στην τιμή του άρθρου αυτού περιλαμβάνονται οι κύριες εργασίες που περιγράφονται στους πίνακες του Παραρτήματος … των … ως ακολούθως:

η δαπάνη εκσκαφής με οποιαδήποτε μέθοδο..., εκσκαφή ολόκληρης της διατομής σε μία ή περισσότερες φάσεις κλπ...". Η ως άνω εργασία δεν συνιστά αυτοτελή εργασία, όπως α βασίμως ο πραγματογνώμων διατείνεται, το περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης του οποίου, σημειωτέον, αποτελεί πιστή αντιγραφή της προσφυγής, αλλά εργασία συνδεόμενη με την έντεχνη και πλήρη εκτέλεση της εργασίας υπόγεια εκσκαφή με διάτρηση, περιλαμβάνεται στην τιμή μονάδος της προσφοράς της αναδόχου και τιμολογήθηκε στα ως άνω συμβατικά άρθρα Άλλωστε από την απλή αντιπαραβολή των άρθρων του τιμολογίου Β-54, που αφορά στις σήραγγες … , … και … , προς τα τιμολόγια Β-55 και Β-56, προκύπτει ότι οι σήραγγες … και … τιμολογήθηκαν ακριβότερα από τις πρώτες.

Εξάλλου, σύμφωνα με τους γενικούς όρους του τιμολογίου μελέτης "οι τιμές μονάδος του παρόντος τιμολογίου αναφέρονται σε μονάδες πλήρως περαιωμένων εργασιών, όπως περιγράφονται αναλυτικά παρακάτω, οι οποίες θα εκτελεστούν στην περιοχή του υπόψη έργου. Οι τιμές μονάδας περιλαμβάνουν όλες τις δαπάνες που περιγράφονται στα αντίστοιχα άρθρα εργασιών, καθώς και τις απαιτούμενες δαπάνες που είναι απαραίτητες για την πλήρη και έντεχνη εκτέλεση των εργασιών, σύμφωνα και με τα λοιπά τεύχη δημοπράτησης...

Σύμφωνα με τα παραπάνω στις τιμές μονάδος του παρόντος τιμολογίου, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά περιλαμβάνονται, όπως θα ισχύσουν κατά την εκτέλεση του έργου τα κάτωθι.,." (1.1), μεταξύ των οποίων "οι δαπάνες διάθεσης, προσκόμισης και λειτουργίας κάθε είδους μηχανήματος ή άλλου εξοπλισμού που απαιτούνται για την έντεχνη κατασκευή του έργου ... "(1.1.11) , "οι δαπάνες από επιβεβλημένες καθυστερήσεις, μειωμένες αποδόσεις και μετακινήσεις μηχανημάτων και προσωπικού ..., από την ανάγκη κατασκευής του έργου κατά φάσεις, λόγω των παραπάνω Εμποδίων ... " (1.1 13), και "οι κάθε είδους δαπάνες μελετών, τοπογραφήσεων οι δαπάνες για την σύνταξη μελετών εφαρμογής, κατασκευαστικών σχεδίων και μελετών συναρμογής με τις συνθήκες κατασκευής για την ακριβή εκτέλεση του έργου ..." (1.1.15).

Ενόψει των προεκτεθέντων το αίτημα της προσφεύγουσας περί συντάξεως Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) και Πρωτοκόλλου Καθορισμού Τιμών Μονάδος Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε) για την επίδικη εργασία είναι αβάσιμο. Σημειωτέον ότι για τις ως άνω σήραγγες (… , … ) συντάχθηκε ΑΠΕ και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. και υπεγράφη συμπληρωματική σύμβαση προκειμένου να περιληφθούν και τιμολογηθούν εργασίες που ήταν αναγκαίο να εκτελεστούν και που οφείλονταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις (αποκατάσταση διατομής σε περιοχές του αριστερού και δεξιού κλάδου των σηράγγων … και … (remining), ανάγκη επιπλέον μέτρων υποστήριξης υπόγειων εκσκαφών κλπ), οι οποίες δεν κατέστη δυνατόν να επισημανθούν και ενταχθούν στο τεχνικό αντικείμενο του αρχικού έργου και τηρήθηκαν οι ισχύουσες διατάξεις για την εκπόνηση των μελετών και την διεξαγωγή των αναγκαίων ερευνών και καταβλήθηκε η ενδεδειγμένη επιμέλεια και προσοχή (βλ.αιτι.έκθεση 3ου ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών και 1ης Συμπληρωματικής Συμβάσεως και υπ'αριθμ.

… και … αποφάσεις ΔΣ της καθής με τις οποίες εγκρίθηκαν ο 3ος ΑΠΕ της αρχικής συμβάσεως σε ισοζύγιο με την αρχική σύμβαση, το 3° ΠΚΤΜΝΕ και η 1η συμπληρωματική σύμβαση συνολικού ποσού 12.480.472,48 ευρώ". Με βάση τις ως άνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απέρριψε την προσφυγή. Το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, και δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα: Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στην κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τιμολόγησης ή μη της προσβλεπόμενης στην οριστική μελέτη διάνοιξης και κατασκευής των δίδυμων σηράγγων "… " και "… " της Εγνατίας Οδού τρίτης φάσης αυτών στα συμβατικά τεύχη Β-55 και Β-56, ότι πραγματικά η εργασία αυτή (Γ' φάση εκσκαφής) έχει τιμολογηθεί στα προαναφερόμενα τεύχη, απορρίπτοντας τον αντίθετο αγωγικό ισχυρισμό, επί του οποίου θεμελιώνεται η αξίωση της προσφεύγουας αναδόχου του έργου.

Το Εφετείο στηρίζει την κρίση του στη φράση των άρθρων Β-55 και Β-56 ότι στην τιμή του κάθε άρθρου περιλαμβάνονται οι κύριες εργασίες που περιγράφονται στους πίνακες του Παραρτήματος Α των ΤΠΣ, όπως η δαπάνη εκσκαφής ολόκληρης της διατομής σε μία ή περισσότερες φάσεις, από την οποία σωστά συνάγει την κρίση ότι περιλαμβάνεται η συνολική δαπάνη για τις τρεις φάσεις διάνοιξης των δύο επίδικων σηράγγων.

Επίσης, την ίδια κρίση στηρίζει σε επιχειρήματα που αντλεί με βάση την παραδοχή ότι η εργασία της τρίτης φάσης δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί εργασία συνδεόμενη με την έντεχνη και πλήρη εκτέλεση της εργασίας υπόγεια εκσκαφή με διάτρηση, περιλαμβανόμενη στην προσφορά της αναδόχου, στο ότι για το λόγο ότι οι δύο επίδικες σήραγγες περιλάμβαναν και την τρίτη φάση, τιμολογήθηκαν ακριβότερα από τις σήραγγες … , … και … , για τις οποίες προβλέπονταν δύο φάσεις εκσκαφής, καθώς και στις καταχωρηθείσες προβλέψεις των γενικών όρων του τιμολογίου μελέτης, σχετικά με τις δαπάνες που καλύπτουν οι τιμές μονάδας του τιμολογίου.

Συνεπώς, η αιτιολογία είναι πλήρης και ο μεν δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος, ο δε τέταρτος λόγος με τον οποίο βάλλεται το επιχείρημα που συνάγει το Εφετείο από την ακριβότερη τιμολόγηση των επίδικων σηράγγων, που προβλέπουν τρεις φάσεις εκσκαφής, σε σχέση με τις περιλαμβάνουσες μόνο δύο φάσεις εκσκαφής, σήραγγες, είναι απαράδεκτος και δεν μπορεί να ιδρύσει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Πέραν του ότι το Εφετείο, σαφώς με την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδει τη διαφοροποίηση αυτή της τιμής, λόγω της πρόβλεψης τρίτης φάσης στην διάνοιξη των δύο επίδικων σηράγγων και όχι σε άλλους παράγοντες, δέχεται, περαιτέρω, για τη στήριξη της σχετικής κρίσης, ότι, για τις σήραγγες αυτές υπογράφηκε συμπληρωματική σύμβαση για να περιληφθούν και τιμολογηθούν εργασίες που έπρεπε να εκτελεστούν, οι οποίες οφείλονταν στις μνημονευόμενες απρόβλεπτες περιστάσεις και οι οποίες δεν είχε γίνει δυνατόν να επισημανθούν και ενταχθούν στο τεχνικό αντικείμενο του αρχικού έργου.

Εξάλλου, το Εφετείο, λεπτομερώς αναφέρεται στις τρεις φάσεις διάνοιξης των δύο επίδικων σηράγγων που προβλέπονται στις μελέτες του έργου και εξειδικεύει την περιγραφή και το σκοπό της τρίτης φάσης, που ακολουθεί την ολοκληρωμένη Β' φάση αυτού, η δε παραδοχή του ότι δεν αποτελεί αυτοτελή εργασία, δεν αντιτίθεται στο περιεχόμενο και αντικείμενο αυτής, αφού, προφανώς, και συνδέεται με την έντεχνη και πλήρη εκτέλεση της εργασίας υπόγεια εκσκαφή με διάτρηση, χωρίς, όμως, η προσβαλλόμενη να ταυτίζει τις εργασίες της τρίτης φάσης του έργου με εκείνες των δύο άλλων φάσεων αυτού, αναφερόμενη σαφώς στο ότι περιλαμβάνεται στην ενιαία τιμολόγηση για την οποία υποβλήθηκε και η τιμή μονάδος προσφοράς της αναδόχου.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος κατά το τρίτο μέρος του στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι οι εργασίες της τρίτης φάσης αποτελούν μέρος της δεύτερης φάσης, τούτο δε, δεν συνιστά η αναφορά ότι η εργασία συνδέεται με την έντεχνη και πλήρη εκτέλεση της εργασίας υπόγεια εκσκαφή με διάτρηση, είναι αβάσιμος.

Τέλος, δεν προκαλείται ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης ως προς το εκτεθέν ουσιώδες ζήτημα, η κρίση της ότι το αίτημα της προσφεύγουσας αναδόχου του έργου για τη σύνταξη Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) και Πρωτόκολλου Καθορισμού Τιμών Μονάδος Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) για την εργασίας της τρίτης φάσης των δύο επίδικων σηράγγων, είναι αβάσιμο, δεδομένου ότι από το παραδεκτά επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσφυγής, προκύπτει ότι στο αιτητικό αυτής, υποβάλλεται το αίτημα της σύνταξη νέας τιμής μονάδος για την εργασία αυτή και η σύνταξη Α.Π.Ε.

που να περιλαμβάνει την αντίστοιχη ποσότητα. Το Εφετείο, δεν χαρακτηρίζει ως νέες εργασίες που προέκυψαν μεταγενέστερα κατά την εκτέλεση του έργου, αφού ρητά αναφέρεται η περιγραφή στη μελέτη της τρίτης φάσης διάνοιξης των δύο επίδικων σηράγγων και απαντά στο αίτημα δεχόμενο ότι οι εργασίες της τρίτης φάσης τιμολογήθηκαν στα άρθρα Β-55 και Β-56 και δεν υπήρξε η παράλειψη τιμολόγησης που επικαλείται η προσφεύγουσα.

Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω, ο πέμπτος, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 27-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 3/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (Πενταμελούς), και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… " για αναίρεση της 3/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (Πενταμελούς). Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ