Legislator Case Law & Legislation
726/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on misapplication of law regarding debt assumption and contract validity.

Case Number 726/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court judgment regarding debt assumption and contract validity. The appellant argued that the lower court erred by enforcing debts from voided sales contracts without proper authority, citing specific articles of the Civil Code. The Court agreed that the lower court misapplied the law by treating the debt as valid despite the lack of consent, but remanded the case for further examination of the plaintiff's claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 211, 229, 230, 477 of the Civil Code; The court established that a debt assumed from voided sales contracts without explicit consent by the represented parties is not legally binding, and the lower court erred in applying substantive provisions to enforce such a debt.

Keywords

AI generated
debt assumption contract validity misapplication of law voided sales representation authority remittal to court civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 211, 229, 230, 477 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 8 and 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1114/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 726 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 726/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Γαβουνέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Α., κατοίκου ... και 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-7-2013 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 18-7-2014 δύο προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσες αγωγές των Α. Ρ., Ό. Θ. και Α. - Σ. Ρ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-11-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπ' όψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1114/2018).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα διότι ,παρά την προβληθείσα ένσταση αοριστίας με τις προτάσεις του τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, παρά το νόμο δεν απέρριψε τις ένδικες αγωγές ως απαράδεκτες, καθόσον αφορούν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ως πρώτου εναγομένου, καίτοι αυτές εμπεριέχουν διαζευκτική εναγωγή, καθώς δεν προσδίδεται σ'αυτόν, ως ένα από τα πρόσωπα των τεσσάρων εναγομένων, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό η ιδιότητα του εναγομένου και υπόχρεου από την έννομη σχέση της δίκης.

Από την επισκόπηση των δικογράφων των δύο συνεκδικαζόμενων αγωγών, και ιδίως του περιεχομένου της κυρίας βάσεως αυτών, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σε αυτές τα ακόλουθα : '' Στη συνέχεια ... ο πρώτος των εναγομένων, κατά το χρονικό διάστημα ..., ενεργώντας ως αντιπρόσωπος των λοιπών και προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ανέγερση της οικοδομής τους, προέβη στην κατάρτιση μετ' εμού συμβάσεων πώλησης των απαιτουμένων προς τούτο οικοδομικών υλικών της εμπορίας μου.

Συγκεκριμένα λοιπόν μεταξύ εμού και του ενεργούντος ως αντιπροσώπου των λοιπών, πρώτου των εναγομένων, καταρτίσθηκαν, στη ..., οι εξής συμβάσεις πωλήσεως σ' αυτούς ειδών της εμπορίας μου... αντιληφθέντες, ή προσποιούμενοι ότι αντιλαμβάνονται, την σοβαρότητα της καταστάσεως, ο α' εναγόμενος, καθώς και ο πατέρας του Ι.

Φ. του Σ., πολιτικός μηχανικός, κάτοικος ...υ, ο τελευταίος επενέβη τότε, εν γνώσει φυσικά του α' εναγομένου, ενεργών, τρόπον τινά, ως ο "Πατριάρχης" της οικογένειας, προκειμένου να γίνει εκ μέρους του αποδοχή και σωρευτική αναδοχή του χρέους, ο οποίος (πατέρας Ι. Φ.) άλλωστε τελούσε σε πλήρη γνώση των ενεργειών του α ' εναγομένου-υιού του Και ούτω πως επήλθε πράγματι, τον Αύγουστο του 2012, μεταξύ μας συμφωνία και ειδικότερα συμφωνήσαμε ο α' εναγόμενος, ο πατέρας του Ι.

Σ. Φ. και ο θείος μου, από πατέρα, Ι. Τ. του Σ., που εκπροσωπούσε και εμένα λόγω και του οικογενειακού χαρακτήρα της επιχειρήσεώς μου, αλλά ενεργούσε και ως εκπρόσωπος της εταιρείας ... Ο.Ε, ότι το σύνολο των πάσης φύσεως οφειλών του α ' εναγομένου, αλλά και των λοιπών μελών της οικογένειας του- συνεργαζόμενων στο ίδιο τεχνικό γραφείο, προς τις συνολικές οικογενειακές μας επιχειρήσεις, ανήρχετο στο ποσόν των 103.019,77 ευρώ και συμφωνήθηκε ότι η συνολική αυτή οφειλή προέκυπτε ως εξής :...".

Ο πατέρας ... του α ' εναγομένου, Ι. Σ. Φ., που ενεργούσε και κατ' εντολή, εν γνώσει και κατ' εξουσιοδότηση της θυγατέρας του Σ. Φ., και ο α ' εναγόμενος, απεδέχθησαν την ως άνω οφειλή συνολικά και συμφωνήθηκε μετά του ως άνω θείου μου και ενεργούντος τόσο κατ' εντολή μου όσο και ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ...

Ο.Ε, ο τρόπος εξόφλησής μας ως εξής: Ειδικότερα συμφωνήθηκε, ο πατέρας του πρώτου εναγομένου, αναγνωρίζοντας βέβαια πλήρως την οφειλή του υιού του - α ' εναγομένου. όπως και ο ίδιος φυσικά ο α' εναγόμενος, προς εμένα για τις αξιώσεις μου από την προμήθεια υλικών τόσο στην οικοδομή των β'. γ'και δ' των εναγομένων, θα μεταβίβαζε, ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του....κατ' αρχάς όλοι οι εναγόμενοι ενέχονται, εις ολόκληρον ο καθένας, να μου καταβάλουν, κατά τις περί πώλησης διατάξεις του Α.Κ, το άνω ποσόν των ...

ευρώ, που αποτελεί το υπόλοιπο του τιμήματος των κατά τα άνω εκ μέρους μου πωληθέντων και παραδοθέντων στην οικοδομή των δεύτερου, τρίτης και τέταρτου των εναγομένων οικοδομικών υλικών...'' Με το περιεχόμενο αυτό οι ένδικες αγωγές είναι πλήρως ορισμένες, καθ' όσον στο δικόγραφο αυτών εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση των αναιρεσιβλήτων πραγματικά περιστατικά.

Ειδικότερα, ήταν αρκετό, και εκτίθεται και στις δύο αγωγές, ότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος των λοιπών εναγομένων, προέβη στην κατάρτιση με τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως με αντικείμενο την αγορά των απαιτούμενων οικοδομικών υλικών της εμπορίας τους, προκειμένου να ανεγείρει οικοδομή σε ακίνητο ιδιοκτησίας, των λοιπών.

Έτσι, που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, όχι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις εν λόγω αγωγές λόγω αοριστίας, αφού δεν αρκέσθηκε για το ορισμένο αυτών σε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος. Επίσης, ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου-αναιρεσείοντος περί διαζευκτικής εναγωγής των εναγομένων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.

Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρώς, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνωρίσεως χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά αναλήψεώς του, εφ' όσον αυτό πραγματικά υπάρχει, δύναται δε να αφορά και σε μελλοντικό χρέος, ως τοιούτου νοουμένου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.

Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ` επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 230/2014).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 211, 229, 230, 231 και 238 ΑΚ συνάγεται, ότι αν σύμβαση καταρτίσθηκε στο όνομα άλλου, χωρίς ο εμφανισθείς ως αντιπρόσωπος να διαθέτει εξουσία αντιπροσωπεύσεως, η ενέργεια (ισχύς) της συμβατικής σχέσεως που δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό μεταξύ του τρίτου αντισυμβαλλόμενου και αυτού που εκπροσωπήθηκε χωρίς εξουσία, εξαρτάται από την έγκριση του τελευταίου, εφ' όσον σε αυτόν αφορά η σχέση.

Στην τελευταία περίπτωση ο ψευδαντιπρόσωπος έχει την υποχρέωση κατ'επιλογή του αντισυμβαλλομένου ή να εκτελέσει τη σύμβαση ή να καταβάλει αποζημίωση. Η σύμβαση μέχρι της εγκρίσεως ή αποποιήσεως εκ μέρους του αντιπροσωπευομένου (ή της υπαναχωρήσεως του αντισυμβαλλόμενου κατά το άρθ. 230 ΑΚ ή της παρόδου της κατά το άρθ. 229 εδ. 2 ΑΚ προθεσμίας προς έγκριση, που ο τελευταίος έχει δικαίωμα να τάξει) δεν είναι άκυρη, αλλά εκκρεμής, τελεί δε υπό την νομική αίρεση της εγκρίσεως του αντιπροσωπευομένου.

Κατά τη διάρκεια της μετέωρης αυτής κατάστασεως, κατά την οποία, μολονότι δεν επέρχονται τα αποτελέσματα της συμβάσεως, δημιουργείται, εν τούτοις ήδη με την κατάρτιση της ορισμένη προσδοκία επελεύσεως των αποτελεσμάτων που σκοπήθηκαν με αυτή, ο ως αντιπρόσωπος εμφανισθείς δεν μπορεί πλέον να επέμβει, διότι μόνοι αρμόδιοι είναι αυτοί στους οποίους η σύμβαση αφορά (δηλ.

ο αντιπροσωπευόμενος και ο αντισυμβαλλόμενος). Εάν ο αντιπροσωπευόμενος αποκρούσει ή δεν εγκρίνει τη σύμβαση, δεν υπάρχει, καθ' όσον αφορά σ' αυτόν καμία υποχρέωση από αυτή, με εξαίρεση τις από το νόμο προβλεπόμενες περιπτώσεις. Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι, σε περίπτωση συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής, για να καταστεί ενεργός η εις βάρος του αναδεχθέντος αλλότριο χρέος αξίωση, πρέπει το χρέος αυτό - εάν απορρέει από σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε στο όνομα άλλου, χωρίς ο εμφανισθείς ως αντιπρόσωπος να διαθέτει εξουσία αντιπροσωπεύσεως και η οποία τελεί υπό τη νομική αίρεση της εγκρίσεως του αντιπροσωπευομένου - να καταστή οριστικό μόλις ενεργηθεί η απαιτουμένη πράξη( έγκριση) για να πληρωθεί η αίρεση και να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα της συμβάσεως, βάσει της οποίας δημιουργήθηκε το χρέος.

Άλλως, εάν ματαιωθεί η αίρεση αποσβέννυται κάθε δικαίωμα προσδοκίας του υπό αίρεση δικαιούχου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το αναδεχθέν αλλότριο χρέος δεν υφίσταται, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται τα έννομα αποτελέσματα από τη σύμβαση αναδοχής χρέους.

Εν προκειμένω, με το πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδαφ. α' αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις διατάξεις των άρθρων 211, 229, 230, 477 ΑΚ, καθ' όσον έκρινε, ότι εγκύρως ο αναιρεσείων αναδέχθηκε το χρέος των συνεναγομένων του από συμβάσεις πωλήσεως, το κύρος των οποίων ήταν κατά τη στιγμή της αναδοχής μετέωρο και εξαρτιόταν από την μετέπειτα έγκρισή τους, και είναι υπόχρεως προς καταβολή τούτου, καίτοι η έγκριση δεν επισυνέβη, εντεύθεν οι συμβάσεις αυτές δεν δημιούργησαν χρέος εις βάρος των συνεναγομένων, φερομένων ως αγοραστών δι' αντιπροσωπεύσεως, το οποίο ηδύνατο να αναδεχθεί ο αναιρεσείων.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: ''...Αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος αμφοτέρων των αγωγών συνήψε τις επίδικες συμβάσεις πώλησης εμφανιζόμενος ως εργολάβος της συγκεκριμένης οικοδομής και ως άμεσος αντιπρόσωπος των λοιπών εναγομένων, χωρίς όμως να έχει εξουσία αντιπροσώπευσης.

Κατά τη συμφωνία των μερών η ανεύρεση των συνεργείων, των προμηθευτών και των υλικών για την κατασκευή ήταν αποκλειστική υποχρέωση του εργολάβου Ε. Φ., ο οποίος συνήπτε τις αντίστοιχες συμβάσεις και βαρύνετο με τις αντίστοιχες δαπάνες για την εξόφλησή τους. Για το λόγο μάλιστα αυτό, όταν μετά την παράδοση όλων των πωληθέντων πραγμάτων από τους ενάγοντες - πωλητές οι τελευταίοι αξίωσαν από αυτόν το οφειλόμενο σε καθέναν τίμημα και του είπαν ότι θα απευθυνθούν άμεσα απευθείας στους αντιπροσωπευόμενους από αυτόν αγοραστές, ανέλαβε ο ίδιος ρητά την εξόφληση των πωληθέντων και παραδοθέντων υλικών, αναδεχθείς κατά τον τρόπο αυτό το χρέος που ο ίδιος δημιούργησε στο όνομα των λοιπών εναγομένων.

Και ναι μεν κατά την κατάρτιση των συμβάσεων πωλήσεως με τους ενάγοντες δεν αποδείχθηκε ότι δήλωσε ο ίδιος ρητά ότι ενεργεί στο όνομα των λοιπών συνεναγομένων του, πλην όμως από τις περιστάσεις, και δη από την δήλωση ότι ανέλαβε την ανέγερση της οικοδομής τους, ότι το τίμημα θα καταβαλλόταν μέσω του ίδιου και ότι τα υλικά παραδόθηκαν στην συγκεκριμένη οικοδομή συναγόταν σαφώς ότι αυτός ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός τους, κατ' άρθρ. 211 ΑΚ, όπως υπέλαβαν καλόπιστα οι ενάγοντες.

Περαιτέρω, όμως, εφόσον αυτός δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης και οι εναγόμενοι ως αντιπροσωπευόμενοι δεν ενέκριναν ρητά τις επίδικες συμβάσεις, αλλ' αντίθετα αρνήθηκαν και εξακολουθούν να αρνούνται οποιαδήποτε εξουσία αντιπροσώπευσής τους από τον πρώτο εναγόμενο, αυτοί δεν δεσμεύονται από τις εν λόγω συμβάσεις, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ αφενός μεν των εναγόντων ως πωλητών και του πρώτου εναγομένου ως αγοραστή, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από αυτόν και για το οποίο σε συνδυασμό με τη γενική του άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών του συνάγεται ομολογία, κατ' άρθρ. 261 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν τα προαναφερθέντα κινητά πράγματα - υλικά στον Ε. Φ. ως άμεσο αντιπρόσωπο των λοιπών εναγομένων, αγνοώντας καλόπιστα την έλλειψη αντιπροσωπευτικής εξουσίας αυτού, αφού από όλες τις ανωτέρω σημειούμενες περιστάσεις προέκυπτε σαφώς η ιδιότητά του αυτή.

Συνεπώς, ναι μεν οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις πώλησης δεν δεσμεύουν τους λοιπούς εναγομένους, αφού αυτοί μέχρι σήμερα δεν ενέκριναν τις συμβάσεις αυτές, κατά τα ήδη αποδειχθέντα, πλην όμως παραμένει έγκυρη και δεσμευτική για τον Ε. Φ. η σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που συνήψε με τους ενάγοντες, αναλαμβάνοντας ρητά έναντι αυτών την εκ μέρους του καταβολή των οφειλομένων, και, επομένως, υποχρεούται αυτός να καταβάλει το συμφωνηθέν για τις ανωτέρω πωλήσεις τίμημα. Τούτο δε διότι το χρέος που αναδέχθηκε ο Ε. Φ. ήταν κατά τη στιγμή της αναδοχής χρέος των αντισυμβαλλομένων του - εργοδοτών από συμβάσεις πωλήσεως, το κύρος των οποίων ήταν μεν καταρχήν μετέωρο, εξαρτώμενο από την μετέπειτα έγκρισή τους, ωστόσο έγκυρα το αναδέχθηκε αυτός (Ε. Φεργάδης), διότι κατά τη διάρκεια της μετέωρης αυτής κατάστασης, ήτοι μέχρι την έγκριση ή την απόκρουση εκ μέρους των αντιπροσωπευόμενων (ή της υπαναχωρήσεως του πωλητή κατά το άρθρ. 230 ΑΚ ή της παρόδου της κατά το άρθρ. 229 εδ. 2 ΑΚ προθεσμίας προς έγκριση, που ο τελευταίος είχε δικαίωμα να τάξει) οι συμβάσεις δεν ήταν άκυρες, αλλά εκκρεμείς...

Συνεπώς, είναι έγκυρη η επίδικη σωρευτική αναδοχή χρέους στην οποία προέβη ο Ε. Φ. (η οποία εν προκειμένω ταυτίζεται κατ' αποτέλεσμα με την υποχρέωσή του προς εκτέλεση της σύμβασης κατ' επιλογή του αντισυμβαλλομένου, κατ' άρθρ. 231 ΑΚ), αφού κατά το χρόνο που αναδέχθηκε το χρέος που ο ίδιος δημιούργησε στο όνομα των εργοδοτών του - κυρίων του έργου, οι συμβάσεις δεν ήταν άκυρες, αλλά εκκρεμείς και το χρέος υφιστάμενο...'' Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τις από 18-7-2016 εφέσεις του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την προσβληθείσα απόφαση, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές, ως προς την κυρία βάση εκ συμβάσεως αναδοχής χρέους, και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα Α. Τ. 40.002.31 ευρώ και στην ενάγουσα "... ΟΕ" 29.919 ευρώ.

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 211, 229, 230, 477 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, οι επίδικες συμβάσεις πωλήσεως - τις οποίες συνήψε ο πρώτος των εναγομένων- αναιρεσείων ως άμεσος αντιπρόσωπός των λοιπών εναγομένων, καίτοι αυτός δεν είχε εξουσία αντιπροσωπεύσεως - τελούσαν υπό τη νομική αίρεση της εγκρίσεως από τους λοιπούς ως αντιπροσωπευόμενους, οι οποίοι δεν τις ενέκριναν ρητώς.

Επομένως, εφ' όσον ματαιώθηκε η αίρεση, δεν δημιουργήθηκε οφειλή (χρέος) εις βάρος τους. Εν τούτοις, το Εφετείο έκρινε ότι το προερχόμενο από τις ματαιωθείσες πωλήσεις προς τους λοιπούς εναγομένους χρέος το αναδέχθηκε σωρευτικώς με σύμβαση αναδοχής ο αναιρεσείων, ότι το χρέος ήταν υπαρκτό και υποχρέωσε τούτον να το καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους.

Κατά ταύτα, τα Εφετείο, δεχθέν προς σχηματισμόν της ελάσσονος προτάσεως στο αιτιολογικό τής αποφάσεως του πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν ταυτίζονται, ούτε ερμηνευτικώς εξομοιώνονται, με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του λόγου των εφαρμοσθεισών διατάξεων, ως μείζονος προτάσεως, οδηγήθηκε ουσιαστικώς εσφαλμένο συμπέρασμα, εντεύθεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, διά του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω,- και παρελκούσης της έρευνας του εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω δεκτού γενομένου δευτέρου τοιούτου - πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση - μόνο ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν στον αναιρεσείοντα Ε. Φ., παραμενούσης κατά τα λοιπά εν ισχύι, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση - προκειμένου να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή (ως προς την επίσης επικαλούμενη σωρευτικώς κυρία βάση της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, την οποία και δεν ερεύνησε το Εφετείο, καθώς και την επικουρική τοιαύτη) του αδικαιολόγητου πλουτισμού) - στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσαν προτάσεις,(άρθρα 183 και 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ κατά το λόγο που αναφέρθηκε στο σκεπτικό την υπ' αριθ. 159/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ