Legislator Case Law & Legislation
726/2017 AI generated

Appeal dismissed; court found no violation of substantive law regarding 'ungratefulness' in divorce proceedings.

Case Number 726/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a divorce judgment, ruling that the lower court correctly applied the law regarding the concept of 'ungratefulness'. The appellant argued that the respondent's refusal to photograph her and other conduct constituted ungrateful behavior, but the court found these actions justified or insufficient to meet the legal threshold. Consequently, the court determined that the substantive law was properly applied and the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The concept of 'ungratefulness' in divorce proceedings requires objective social unacceptability, and isolated acts like refusing a photograph or simple greetings do not constitute such ungratefulness absent other aggravating circumstances.

Keywords

AI generated
divorce proceedings ungratefulness appeal dismissal substantive law violation social unacceptability Code of Civil Procedure family law

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 505 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 726 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 726/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Ι., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τανταρούδα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σακαλόγλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1562/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6753/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/3/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 25/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε-με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νομό, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1060/14).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 179, 495/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και, ιδίως, αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά υπαίτια αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία.

Η αντικοινωνική συμπεριφορά του δωρεοδόχου, η οποία μπορεί να προκύπτει και από συνδυασμό περισσοτέρων πράξεων ή παραλείψεων, έστω και αν κάθε μία χωριστά δεν συνιστά βαρύ παράπτωμα (ΑΠ 941/2012), πρέπει να στρέφεται κατά του δωρητή, του συζύγου του ή στενού συγγενούς του. Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο.

Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος, από αντικειμενική άποψη, είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή (Α.Π. 109/2010, 1361/2007, 497/1977).

Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητος του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ’ αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση, βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπειαν δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 Α.Κ. (ΑΠ 655/2014, ΑΠ 941/2012, ΑΠ 1714/2007, ΑΠ 109/2010, Α.Π.1719/2009).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 505 ΑΚ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ’ αποδοχή της από την αναιρεσίβλητη ασκηθείσας κατά της αντιθέτως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (1562/2012 Πολ.Πρωτ.Αθηνών) εφέσεως, την κατά της τελευταίας, περι ανακλήσεως δωρεάς, ένδικη αγωγή αυτής, δεχθείσα, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας ως άνω διατάξεως, ότι τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα και έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης καταδεικνύοντα πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστούν την κατά την ως άνω διάταξη (505 ΑΚ) απαιτουμένη, ως προϋπόθεση ανακλήσεως της από το δωρητή γενομένης δωρεάς, έννοια της αχαριστίας και του βαρέος παραπτώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, ως άνω ζήτημα τα παρακάτω: "Με την .../4.9.92 πράξη δωρεάς εν ζωή της συμβ/φου Αθηνών, Αθανασίας Στακάκη - Καπέλλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, όπως αυτή διορθώθηκε με την ...27.10.97 πράξη της συμβ/φου Κορίνθου Ευγενίας Σώκου - Τέσση, που επίσης νόμιμα μεταγράφηκε, η εφεσίβλητη - ενάγουσα (αναιρεσείουσα) μεταβίβασε στις θυγατέρες της αδελφής της Β.

Β., δηλαδή στην εκκαλούσα - εναγομένη (αναιρεσίβλητη) και στην Ε. - Β. Β., την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία εφ’ όρου ζωής, ενός οικοπέδου, πρώην αγροτεμαχίου, το οποίο κατά νεότερη καταμέτρηση ανέρχεται σε 3.434,20 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "...", εντός του ομώνυμου οικισμού της πρώην κοινότητας ...

και ήδη διαμερίσματος ... του Δήμου ... και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι σχέσεις της εφεσίβλητης - ενάγουσας με την αδελφή της και τις θυγατέρες αυτής ήταν αρμονικές, μάλιστα δε η εφεσίβλητη - ενάγουσα, που δεν είχε δικά της τέκνα, πριν ακόμη παντρευτεί, είχε εκδηλώσει την επιθυμία να παραμείνει το δωρηθέν ακίνητο στην οικογένεια και ειδικά στις ανιψιές της, που αγαπούσε και ειδικά στην εκκαλούσα-εναγομένη, που είχε ήδη δηλώσει ότι θα γίνει γιατρός, πράγμα που την ενθουσίασε, αφού και η ίδια είναι ιατρός βιοπαθολόγος-ανοσολόγος.

Ζήτησε δε η ίδια από τη συμβολαιογράφο Αθανασία Στακάκη- Καπέλλου, όπως η τελευταία εκθέτει στην 3123/2010 ένορκη βεβαίωση, να υπογραφεί το σχετικό συμβόλαιο δωρεάς πριν το γάμο της με τον σύζυγό της, παρά την πρόταση της συμβολαιογράφου να αναβάλει την απόφαση της αυτή σε εύθετο χρόνο μετά το γάμο, πράγμα που τελικά συνέβη και την παραμονή του γάμου της συντάχθηκε το σχετικό συμβόλαιο.

Στη συνέχεια, όπως και η ίδια η εφεσίβλητη- ενάγουσα με την αγωγή της συνομολογεί, υπήρξαν συζητήσεις σχετικά με την αξιοποίηση του ακινήτου, προκειμένου να κτισθούν κατοικίες επ’ αυτού, μάλιστα δε στην αρχή, συμφώνησαν να κτισθεί και μία εξοχική κατοικία της εφεσίβλητης - ενάγουσας και του συζύγου της, με χρήματα του συζύγου της επί του ακινήτου, πράγμα που ναυάγησε, αφού ο σύζυγος της αγόρασε οικόπεδο σε άλλη περιοχή για να κτίσει εκεί την εξοχική κατοικία, με σκοπό μετά το θάνατο του να περιέλθει στις κόρες του, που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο.

Έτσι, μετά την εξέλιξη αυτή η εφεσίβλητη- ενάγουσα συμφώνησε δια λόγου με την αδελφή της και τις ανιψιές της, να τους επιτρέψει να προβούν στην ανοικοδόμηση του ακινήτου και ότι στην περίπτωση που θα έκτιζαν οι ανιψιές της με δικά τους χρήματα κτίριο κατοικιών στο δωρηθέν, ακίνητο, θα διέθεταν στο ακίνητο αυτό ένα ανεξάρτητο μικρό διαμέρισμα ισογείου, έτσι ώστε να περιορισθεί το δικαίωμα επικαρπίας της στο διαμέρισμα αυτό, με σκοπό να έχει αυτή (εφεσίβλητη - ενάγουσα) το δικαίωμα στο μέλλον να το χρησιμοποιήσει για μόνιμη κατοικία.

Κατόπιν αυτών και με δεδομένο ότι η Ε.- Β., που παντρεύτηκε το έτος 1997, αποφάσισε με το σύζυγο της να κατοικήσει μόνιμα στο ... και να κατασκευάσει κατοικία επί του ακινήτου, οι ανιψιές της εφεσίβλητης - ενάγουσας προέβησαν χωρίς όμως τη συναίνεση της ίδιας (εφεσίβλητης - ενάγουσας), με την .../5.11.97 πράξη της συμβ/φου Κορίνθου Ευγενίας Σώκου - Τέσση, που νόμιμα μεταγράφηκε, σε μερική διανομή της ψιλής κυριότητάς τους επί του ακινήτου.

Έτσι η μεν Ε.- Β. απέκτησε κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, το ανατολικό τμήμα του οικοπέδου, η δε εκκαλούσα- εναγομένη το δυτικό τμήμα, έκτασης 1.717,15 τ.μ.. Εκ του γεγονότος αυτού, δηλαδή στην χωρίς τη συναίνεση της εφεσίβλητης, διανομή του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας στο ακίνητο αλλά και της άρνησης της ίδιας της εφεσίβλητης - ενάγουσας στην πρόταση της αδελφής της αλλά και της ίδιας της εκκαλούσας - εναγομένης να παραχωρήσει την επικαρπία του ακινήτου, οι σχέσεις των διαδίκων ψυχράθηκαν.

Ειδικότερα, γεγονός που επέτεινε την ψυχρότητα ήταν όταν, τέλος του έτους 1998, στον αρραβώνα της εκκαλούσας-εναγομένης, όπου ήταν καλεσμένη και η εφεσίβλητη - ενάγουσα μετά του συζύγου της, ο τελευταίος μετά του πατέρα της εκκαλούσας-εναγομένης πήραν το αυτοκίνητο και καθυστέρησαν πάρα πολύ να γυρίσουν, επέστρεψαν δε όταν ειδοποιήθηκαν από τη μητέρα της εκκαλούσας να επιστρέψουν, αφού ήταν σημαντική ημέρα για την εκκαλούσα και ήθελε όλη την οικογένεια κοντά της, ενώ ο σύζυγος της εφεσίβλητης- ενάγουσας δεν ζήτησε συγγνώμη για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Για το λόγο δε αυτό η μητέρα της εκκαλούσας, αλλά και η ίδια, ζήτησαν από την εφεσίβλητη και το σύζυγό της να μην παραβρεθούν στο γάμο της (εκκαλούσας), Η εφεσίβλητη, θεωρώντας υπερβολική την παραπάνω αντίδραση της ανιψιάς της, συνοδευομένη από το σύζυγό της, παραβρέθηκε στον γάμο, ωστόσο, λόγω φραστικού επεισοδίου μεταξύ της εφεσίβλητης και του συζύγου της, η εκκαλούσα αρνήθηκε να φωτογραφηθεί με την εφεσίβλητη.

Το Σεπτέμβριο 1999, στα βαφτίσια της κόρης της αδελφής της εκκαλούσας- εναγομένης, τα οποία έγιναν στην Τήνο και παραβρέθηκε και η εφεσίβλητη, που ήταν προσκεκλημένη, η εκκαλούσα - εναγομένη χαιρέτησε απλώς την εφεσίβλητη και δεν την αγκάλιασε, όπως επιθυμούσε η τελευταία. Στη συνέχεια, η εκκαλούσα - εναγομένη απομακρύνθηκε και δεν προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την εφεσίβλητη - ενάγουσα.

Βέβαια, η διαμονή της εκκαλούσας - εναγομένης, μετά το γάμο της, στην Πάτρα, όπου εκπαιδεύτηκε στην ειδικότητα της γενικής ιατρικής, κατά το έτος 2001, παράλληλα δε με τη απόκτηση, το ίδιο έτος, του τέκνου της, που φρόντιζε καθημερινά, δικαιολογούν κατά ένα μέρος την έλλειψη επικοινωνίας της με την εφεσίβλητη - ενάγουσα.

Πλην, όμως, δεν παύει η συμπεριφορά της αυτή να είναι ανάρμοστη, δεδομένου ότι, παρά τα ανωτέρω συμβάντα, μπορούσε να επικοινωνήσει και να ενδιαφερθεί για τη δωρεοδόχο θεία της. Ακολούθως, και στα βαφτίσια του γιου της αδελφής της εκκαλούσας, Δεκέμβριο 2002, στο Κιάτο Κορινθίας, στα οποία επίσης ήταν προσκεκλημένη η εφεσίβλητη και παραβρέθηκε, η τελευταία δεν πλησίασε την εκκαλούσα, περιμένοντας να έλθει αυτή να την χαιρετήσει και να της παρουσιάσει το τέκνο της, με το οποίο είχε προσέλθει στα βαφτίσια, πλην όμως η τελευταία δεν το έπραξε.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι έως το έτος 2001 η μητέρα της εφεσίβλητης δωρήτριας διέμενε στο Κιάτο, όπου συνήθως την φρόντιζε η αδελφή της (εφεσίβλητης). Το έτος 2001, λόγω προβλημάτων υγείας της χρειάστηκε να μεταφερθεί στην Αθήνα, αφού πλέον δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί ούτε με την παρουσία βοηθού και διέμενε στην οικία της εφεσίβλητης, μέχρι που απεβίωσε το έτος 2003.

Η εκκαλούσα δεν επισκέφθηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα τη γιαγιά της. Προσήλθε, όμως, στην κηδεία της και συλλυπήθηκε την εφεσίβλητη, όχι βέβαια με τον εγκάρδιο τρόπο που ανέμενε η εφεσίβλητη, δηλαδή να σκύψει και να τη φιλήσει. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η αδελφή της εκκαλούσας μετά του συζύγου της ξεκίνησαν εργασίες ανοικοδόμησης επί του τμήματος του ακινήτου, που μετά τη μερική διανομή, περιήλθε σ’ αυτήν.

Κτίστηκε δε, μετά την έκδοση των 27/98 και 285/99 αδειών οικοδομής της Πολεοδομίας Ξυλοκάστρου, τριώροφη οικοδομή, με ισόγειο διαμέρισμα και διαμέρισμα - μεζονέτα πρώτου και δεύτερου πάνω από το ισόγειο. Το έτος 2003 όταν η οικοδομή βρισκόταν το στάδιο της τοποθέτησης δαπέδων, αρχικά με το .../29.12.2003 συμβόλαιο της συμβ/φου Κορίνθου Ευγενία Σώκου - Τέσση, που νόμιμα μεταγράφηκε, η Ε.- Β.

Β. δώρισε το 1/3 της ψιλής κυριότητας που απέκτησε στο σύζυγό της Δ. Π., ενώ με το .../29.12.2003 συμβόλαιο της ίδιας συμβ/φου, που επίσης νόμιμα μεταγράφηκε, η εφεσίβλητη - ενάγουσα, ως επικαρπωτής και του διαμερίσματος, αντί του τιμήματος των 53.618,10, ποσό που όπως δηλώνεται στο ανωτέρω συμβόλαιο καταβλήθηκε από τους Ε.-Β.

Β. και Δ. Π. στην εφεσίβλητη- ενάγουσα. Πλην, όμως, με βάση την από 24.11.2003 επιστολή της Ε.- Β. Β. προς την εφεσίβλητη, δεν καταβλήθηκε το παραπάνω τίμημα προς την εφεσίβλητη, αλλά δηλώθηκε για φορολογικούς λόγους. Παράλληλα, το ισόγειο διαμέρισμα παραχωρήθηκε στην εφεσίβλητη ενάγουσα, η οποία αρκετές φορές, κυρίως Σαββατοκύριακα διέμενε σ’ αυτό.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα- εναγομένη απέκτησε την ειδικότητα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάζεται στο ΙΚΑ Αθήνας και έχει δικό της ιατρείο. Το έτος 2005 η εφεσίβλητη- ενάγουσα έμαθε ότι η εκκαλούσα - εναγομένη πρόκειται να χωρίσει και αποφάσισε να την επισκεφθεί για να πληροφορηθεί και η ίδια αν είναι καλά και αν χρειάζεται οποιαδήποτε υποστήριξη.

Στη συνάντηση τους, η εκκαλούσα- εναγομένη της δήλωσε ότι ήταν ήδη αποφασισμένη να χωρίσει και ότι δεν χρειάζεται βοήθεια και δεν θα μπορούσε κάποιος να της αλλάξει γνώμη. Επίσης, τον Ιανουάριο 2008, η εφεσίβλητη-ενάγουσα, αφού πρώτα είχε συναντήσει τον πρώην σύζυγο της εκκαλούσας, ο οποίος παραπονιόταν ότι η εκκαλούσα δεν τον άφηνε να επικοινωνεί με το παιδί του, συναντήθηκε με την εκκαλούσα-εναγομένη και της ανέφερε ότι είναι διατιθεμένη να μεσολαβήσει έτσι ώστε να υπάρξει συμφιλίωση μεταξύ τους τουλάχιστον όσον αφορά τις σχέσεις τους με το παιδί, πλην όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά την προσφορά της και αποχώρησε.

Τέλος, στις 24.5.2008, η εφεσίβλητη - ενάγουσα, μετά τις άκαρπες προσπάθειες της να επικοινωνήσει με την εκκαλούσα, ζήτησε από τον Π. Π., ιατρό και φίλο της πατρικής οικογένειας, να μεσολαβήσει για την αποκατάσταση των σχέσεων τους. Όταν δε αυτός της τηλεφώνησε προκειμένου να της μιλήσει για το θέμα αυτό, η εκκαλούσα- εναγομένη τον απέφυγε, λέγοντας του ότι δεν τον γνωρίζει.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικά το γεγονός της αδικαιολόγητης καθυστέρησης του συζύγου της εφεσίβλητης κατά τον αρραβώνα της εκκαλούσας - ενάγουσας, τη συμφωνία μεταξύ της εφεσίβλητης- ενάγουσας αφενός και αφετέρου της αδελφής της, της εκκαλούσας και της αδελφής της εκκαλούσας για περιορισμό της επικαρπίας σε ένα ισόγειο διαμέρισμα επί του ακινήτου, στην περίπτωση που οι ανιψιές της εφεσίβλητης έκτιζαν με δικά τους χρήματα κτίριο κατοικιών,, όπως τους επιτράπηκε με την ίδια συμφωνία από την εφεσίβλητη και η άρνηση της τελευταίας να παραχωρήσει το δικαίωμα επικαρπίας, όταν αυτό της ζητήθηκε από την αδελφή της και τις ανιψιές της και η μερική διανομή του ακινήτου κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, χωρίς τη συναίνεση της εφεσίβλητης, προκύπτει ότι οι έως τότε αρμονικές σχέσεις της εφεσίβλητης μετά της εκκαλούσας διαταράχθηκαν.

Η εκκαλούσα - εναγομένη, στη συνέχεια, επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά έναντι της εφεσίβλητης - ενάγουσας, αφού, όπως αποδείχθηκε, α)αρνήθηκε να φωτογραφηθεί με την εφεσίβλητη, μετά την τέλεση του γάμου της, β) στα βαφτίσια των τέκνων της αδελφής της στην Τήνο, Σεπτέμβριο 1999 και στο Κιάτο, Δεκέμβριο 2002, στα μεν πρώτα βαφτίσια δεν επέτρεψε να την αγκαλιάσει η εφεσίβλητη, αλλά απλά τη χαιρέτησε, στα δε δεύτερα, δεν την πλησίασε, για να την χαιρετήσει, γ) δεν επισκέφθηκε τη γιαγιά στην οικία της εφεσίβλητης, παραβρέθηκε όμως στην κηδεία της, δ)δεν δέχθηκε, το 2005, οποιαδήποτε συμπαράσταση και γενικά βοήθεια από την εφεσίβλητη, όταν η τελευταία προσπάθησε να της συμπαρασταθεί για τον επικείμενο χωρισμό της, ε)δεν δέχτηκε, Ιανουάριο 2008, τη συμβολή της εφεσίβλητης για τη διευθέτηση του προβλήματος της επικοινωνίας του τέκνου της με τον πρώην σύζυγο της και στ)απέφυγε οποιαδήποτε συζήτηση με τον Π.

Π., λέγοντάς του ότι δεν τον γνωρίζει. Όλες, όμως, αυτές οι ενέργειες της εκκαλούσας- εναγομένης, που αποτελούν ανάρμοστη συμπεριφορά και υποδηλώνουν την επιθυμία της τελευταίας να μην επικοινωνεί με την εφεσίβλητη, δεν στοιχειοθετούν αντικειμενικά, κατά την έννοια της ΑΚ 505, αχαριστία που να δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς.

Ειδικότερα, η αποδεικνυόμενη διαγωγή της εκκαλούσας να αποφεύγει την δωρήτρια εφεσίβλητη, υποδηλώνει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τη δωρήτρια. Η έλλειψη, όμως αυτή, δεν εκδηλώνεται με βαριά υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή της εκκαλούσας προς τη δωρήτρια- εφεσίβλητη ή το σύζυγο της ή στενό συγγενή της και αντιβαίνει σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.

Σε κάθε συνάντηση και σε κάθε προσπάθεια επικοινωνίας της εφεσίβλητης προς την εκκαλούσα, η τελευταία ανταποκρινόταν και χωρίς να αντιβαίνει τα όρια που επιβάλλουν οι κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, χωρίς, δηλαδή, να χρησιμοποιεί απρεπείς φράσεις ή να υβρίζει, ή να προσβάλει με λόγια ή με έργα την εφεσίβλητη, απέρριπτε κάθε προσπάθεια της τελευταίας (εφεσίβλητης) για βοήθεια η συμπαράσταση, σε ζητήματα, κατά κανόνα, που ανήκαν στην προσωπική σφαίρα της εκκαλούσας, όπως ο χωρισμός της με τον πρώην σύζυγο της και η επικοινωνία του τελευταίου με το τέκνο τους.

Συνεπώς, δεχόμενη η εκκαλούμενη απόφαση ότι η εκκαλούσα- εναγομένη επέδειξε συμπεριφορά και διαγωγή που συνιστά αχαριστία και δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς και συνακόλουθα δεχόμενη την αγωγή της εφεσίβλητης - ενάγουσας για ανάκληση της δωρεάς και αναμεταβίβαση της ψιλής κυριότητας, έσφαλε και ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 505 ΑΚ διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας διατάξεως, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, της μη συνδρομής, δηλαδή, της κατά την ως άνω διάταξη (505 ΑΚ) απαιτουμένης για την ευδοκίμηση της επ’ αυτής (περί ανακλήσεως δωρεάς) στηριζομένης ένδικης αγωγής προϋπόθεσεως της αχαριστίας και του βαρέος παραπτώματος με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία, ότι η σωρευτικώς και ανελέγκτως αναιρετικά κριθείσα ως επιδειχθείσα έναντι της αναιρεσείουσας - δωρήτριας ανάρμοστη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης - δωρεοδόχου, συνισταμένη στο ότι, κατά τη ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης, η τελευταία "α)αρνήθηκε να φωτογραφηθεί με την εφεσίβλητη, μετά την τέλεση του γάμου της, β) στα βαφτίσια των τέκνων της αδελφής της στην Τήνο, Σεπτέμβριο 1999 και στο Κιάτο, Δεκέμβριο 2002, στα μεν πρώτα βαφτίσια δεν επέτρεψε να την αγκαλιάσει η εφεσίβλητη, αλλά απλά τη χαιρέτησε, στα δε δεύτερα, δεν την πλησίασε, για να την χαιρετήσει, γ) δεν επισκέφθηκε τη γιαγιά στην οικία της εφεσίβλητης, παραβρέθηκε όμως στην κηδεία της, δ) δεν δέχθηκε, το 2005, οποιαδήποτε συμπαράσταση και γενικά βοήθεια από την εφεσίβλητη, όταν η τελευταία προσπάθησε να της συμπαρασταθεί για τον επικείμενο χωρισμό της, ε) δεν δέχτηκε, Ιανουάριο 2008, τη συμβολή της εφεσίβλητης για τη διευθέτηση του προβλήματος της επικοινωνίας του τέκνου της με τον πρώην σύζυγο της και στ) απέφυγε οποιαδήποτε συζήτηση με τον Π.

Π., λέγοντας του ότι δεν τον γνωρίζει" καταδεικνύει μεν έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης της αναιρεσίβλητης (δωρεοδόχου) προς τη δωρήτρια (αναιρεσείουσα) αντιβαίνουσα στις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις για την ηθική και ευπρέπεια, πλην όμως, αυτή δεν πληροί το πραγματικό της διαλαμβανόμενων στην εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας καθόσον η καταδεικνύουσα την ως άνω έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης συμπεριφορά δεν εκδηλώθηκε με την επίδειξη εκ μέρους της αναιρεσείουσας βαρείας, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, αντικοινωνικής διαγωγής, την οποία, έστω και συνολικά εκτιμώμενη, δεν συνιστά, κατά αντικειμενική κρίση, ούτε η άρνηση της αναιρεσίβλητης να φωτογραφηθεί με την αναιρεσείουσα μετά την τέλεση του γάμου της, ούτε ο απλός χαιρετισμός, αντί του εναγκαλισμού της αναιρεσίβλητης, ενόψει της μη ιδιαιτέρως εντόνου αντιθέσεως των εκδηλώσεων αυτών προς την κοινωνική ηθική και ευπρέπεια, ούτε η απόρριψη από των τελευταία των ατομικών ή δια τρίτου προσπαθειών διαμεσολάβησης της αναιρεσείουσας επί των απασχολούντων, την αναιρεσίβλητη θεμάτων (διάσταση με το σύζυγό της και επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο της) καθόσον αυτή, ενόψει του αυστηρώς προσωπικού χαρακτήρα των εν λόγω ζητημάτων, κρίνεται δικαιολογημένη, ούτε η παράλειψη της τελευταίας να επισκεφθεί τη διαμένουσα στην οικία της αναιρεσείουσας μητέρα αυτής και γιαγιά της ίδιας, ούτε, τέλος, η διανομή, το έτος 1997, μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της αδελφής της δωρηθείσας ψιλής κυριότητας χωρίς να ζητηθεί η συναίνεση της επικαρπώτριας αναιρεσείουσας (συνιστά βαρειά αντικοινωνική διαγωγή), καθόσον η εν λόγω διανομή αποσκοπούσε στην υλοποίηση προηγηθείσας προφορικής συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερομένων ως άνω μερών, δια της οποίας η αναιρεσείουσα παρέσχε τη συναίνεσή της στην ανοικοδόμηση από την αναιρεσίβλητη και την αδελφή της του οικοπέδου στο οποίο αφορά η δωρηθείσα ψιλή κυριότητα, υπό τον όρο της παραχώρησεως σ’ αυτήν (αναιρεσείουσα), αντί του δικαιώματος επικαρπίας, ενός ανεξαρτήτου μικρού διαμερίσματος με σκοπό τη μελλοντική χρησιμοποίησή του από την ίδια, όρος, ο οποίος και τηρήθηκε δια της διαθέσεως στην αναιρεσείουσα από την αδελφή της αναιρεσίβλητης του ισογείου διαμερίσματος της απ’ αυτήν ανεγερθείσας επί του εν λόγω οικοπέδου τριώροφης οικοδομής, η οποία (προηγηθείσα συμφωνία) καθιστούσε περιττή την (εκ νέου) ως άνω συναίνεση της δωρήτριας - αναιρεσείουσας.

Υπό τις ως άνω πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα (της μη συνδρομής λόγου αχαριστίας), οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 17-3-2015 και με αριθμ.καταθ….2015, αίτηση αναιρέσεως της Ε. Χ. κατά της 6753/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ