Legislator Case Law & Legislation
726/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's finding of will forgery based on expert evidence.

Case Number 726/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by three appellants against the Athens Court of Appeal's decision. The appellate court had accepted the plaintiff's claim that a 2000 will was altered by a third party, relying on expert handwriting analysis which concluded the document was forged. The Supreme Court found no error in the lower court's evaluation of the evidence or its refusal to admit unsubmitted proof, thus upholding the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 335, 338-340, 561(1) of the Code of Civil Procedure; The court of first instance must consider all evidence presented by parties without re-evaluating witness credibility unless specific appeal grounds are met, and appellate courts may accept findings of fact from lower courts if they do not worsen the appellant's position.

Keywords

AI generated
will forgery handwriting analysis appeal admissibility evidence evaluation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(1), 335, 338-340, 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 270(2) paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 524(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 534 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 726 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 726/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Κ. Λ. του Δ. κατοίκου ..., 3) 1, κατοίκου ..., που παραστάθηκαν μετά οι 1ος και 3ος και δια ο 2ος των πληρεξούσιων δικηγόρων Σπυρίδωνος Φλογαϊτη και Αικατερίνης Άνθιμου.

Της αναιρεσίβλητης Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Ιωάννου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και από 22-4-2009 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2982/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1785/2015 του Εφετείου Αθηνών Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-10-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 10-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 1785/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Με το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔικ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔικ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη.

Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομότυπης ή μη νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ (Ολ. ΑΠ 30/2002, Ολ. ΑΠ 2/2008). Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔικ, το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία επίσης εφαρμόζεται κατ' άρθρο 524 ΚΠολΔικ, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επί έφεσης κατ' απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε με διαδικασία στην οποία έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔΙΚ, όπως ισχύει, λαμβάνονται μεν υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, όπως έγγραφα άκυρα (μη χαρτοσημασμένα ή μη επικυρωμένα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους), όχι όμως και έγγραφα ανυπόστατα, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την 53821/3-5-2010 ένορκη βεβαίωση Ι. Γ. ενώπιον του Προξένου της Ελλάδος στο ..., την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν προσκομίσει νόμιμα και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και ενώπιόν του [Εφετείου], κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπονούμενοι για τη μη λήψη της υπόψη με συναφή λόγο έφεσης, γιατί έκρινε αυτή ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο <<λόγω μη εμπρόθεσμης (οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή) κλήτευσης της αντιδίκου τους>>.

Δεν επρόκειτο δε για απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, το οποίο υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 529 ΚΠολΔικ, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, αλλά για ανυπόστατο και ορθώς το τελευταίο δεν την έλαβε υπόψη. Επομένως, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.

γ ΚΠολΔικ πλημμέλεια και ο συναφής πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 1721 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο, που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν. Η χρονολογία, από την οποία προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται, για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βούλησής του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης, όταν υπάρχουν και άλλες [διαθήκες] ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά.

Η έλλειψη συνεπώς κάποιου από τους ανωτέρω βασικούς όρους συνεπάγεται την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Με έλλειψη δε της χρονολογίας αυτής ισοδυναμεί και η πλαστογραφημένη χρονολογία, εκείνη δηλαδή που έχει τεθεί στο σώμα της διαθήκης από τρίτο πρόσωπο, κατ' απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα του διαθέτη, ενώ η ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται, από μόνη της, ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης.

Αν ελλείπει κάποιο από τα στοιχεία αυτά είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 1718 ΑΚ.

Συνεπώς, η αναγνώριση ή η απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής δεν αρκεί για να ισχύσει το τεκμήριο της γνησιότητας του περιεχομένου ιδιόγραφης διαθήκης. Απαιτείται και η αναγνώριση ή απόδειξη της γνησιότητας του περιεχομένου και της χρονολογίας της. Το βάρος απόδειξης της γνησιότητας, έχει αυτός που επικαλείται τη γνησιότητα.

Η διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης, δεν μπορεί δηλαδή η ιδιωτική βούληση να παραμερίσει έστω και κατά το ελάχιστο, τις διατυπώσεις σύνταξης που ορίζει ο νόμος εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.

Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για την έγερση αναγνωστικής αγωγής είναι να έχει ο ενάγων έννομο προς τούτο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο υπό την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα, δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση.

Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον για έγερση αναγνωριστικής αγωγής για την αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτη, ως και οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμοι ή κληροδόχοι. Εξάλλου κατά το άρθρο 460 του ΚΠολΔικ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια.

Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο της απόδειξης και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔικ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας.

Επομένως, ο περιορισμός, που τάσσει, δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνον όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Πράγματι ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης. 'Οταν πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή πλαστότητας που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο, και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 ΚΠολΔικ.

Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες των άρθρων 216, 270, 341 ΚΠολΔικ [ολΑΠ 23/1999]. Κατά δε το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔικ.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο και τρίτο, κατά ένα μέρος αυτών, από τους λόγους της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως αόριστη, λόγω μη αναφοράς σε αυτή των στοιχείων που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔικ, ακόμη, γιατί έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού στην αγωγή δεν αναφέρεται η πλήρης περιγραφή των κληρονομιαίων ακινήτων της διαθέτιδας και ο νόμιμος τρόπος, που περιήλθαν σε εκείνη, ο χρόνος και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έγινε η νόθευση της διαθήκης, περιστατικά που τους συνδέουν με τη νόθευση της διαθήκης και τους μάρτυρες και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν τη νόθευση και περιστατικά που να δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η συνδρομή λόγου αναίρεσης από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε α) την κατάρτιση από την Α.

Π. της από 2-3-2001 ιδιόγραφης διαθήκης, με την οποία την εγκαθιστούσε κληρονόμο της σε δύο διαμερίσματα του τετάρτου ορόφου και μιας αποθήκης στο υπόγειο πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ..., σε ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ... και σε ένα ακίνητο επί της οδού ..., που είναι μισθωμένο στον Α.

Μ., β) τη δημοσίευση και κήρυξη κυρίας της εν λόγω διαθήκης, γ) τη με ημερομηνία 25-6-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της ίδιας διαθέτιδας, με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμους της τους αναιρεσείοντες, δ) τη νόθευση παλαιάς διαθήκης της διαθέτιδας, που εγκαθιστούσε κληρονόμους τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους ως προς το έτος σύνταξης και υπογραφής της διαθήκης από 25-6-2000 σε 25-6-2006 και την προσθήκη ολογράφως της λέξης <<εξ>>, ε) την τέλεση της νόθευσης από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους <<ώστε να παρουσιάσουν ταύτην ψευδώς ως την τελευταία χρονολογικώς και να εμφανίσουν εαυτούς ως τελευταίους κληρονόμους, δικαιουμένους άπασαν την περιουσίαν της αποβιωσάσης>>, στ) περιστατικά στη σελίδα 31 της αγωγής για τη γνώση και το δόλο των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων για τη νόθευση της διαθήκης και ζ) έννομο συμφέρον για την ακύρωση της διαθήκης με ημερομηνία 25-6-2006, προκειμένου να ισχύει η από 2-3-2001 ιδιόγραφη διαθήκη της Α.

Π., με την οποία η ίδια είχε εγκατασταθεί μοναδική κληρονόμος της. Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η από 25-6-2006 διαθήκη της Α. Π.. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αναφορικά με τη ακυρότητα της από 25-6-2006 διαθήκης εξαιτίας της νόθευσης αυτής, με την περιγραφή των κληρονομιαίων στοιχείων της διαθέτιδος και με το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής.

Δεν ήταν δε αναγκαία η επίκληση του τρόπου κτήσης των κληρονομιαίων στοιχείων από τη διαθέτιδα, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο της δίκης από τους αναιρεσείοντες, καθόσον αντικείμενο της δίκης είναι η ακυρότητα της διαθήκης και όχι η αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος επί των ακινήτων.

Ακόμη δεν ήταν αναγκαία για το παραδεκτό της προβολής της νόθευσης της διαθήκης της Α. Π. με ημερομηνία 20-6-2006, με την αγωγή, που αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο αυτοτελούς δίκης, η επίκληση ταυτοχρόνως και των αποδεικτικών μέσων της πλαστότητας. Εν όψει τούτων οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος κατά ένα μέρος αυτών, λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και επομένως ορθώς το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, όπως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την έφεσή τους.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011).

Εξ ετέρου κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ερμηνείας της.

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. [ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996]. Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, επί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔικ 561 παρ. 2) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Στις 19.8.2007 πέθανε στην ..., και στο Θεραπευτήριο "...

ΑΕ", σε ηλικία 84 ετών (είχε γεννηθεί το έτος 1923) η Α. χήρα Σ. Π., , κάτοικος, όσο ζούσε, .... Ο θάνατός της, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της, που είχε συντάξει ο ληξίαρχος του Δήμου Αθηναίων, οφειλόταν σε καρδιακή ανακοπή - αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η θανούσα είχε συνάψει νόμιμο γάμο με το Σ. Π. και είχαν αποκτήσει ένα τέκνο τον Ά.

Π., που πέθανε αιφνίδια το έτος 1976 σε ηλικία 18 ετών, ενώ ο σύζυγός της πέθανε τον Απρίλιο του έτους 1997. Η θανούσα, κατά το χρόνο του θανάτου της άφησε τρεις ιδιόγραφες διαθήκες, με τις οποίες διακανόνιζε ως εξής την περιουσία της μετά το θάνατό της, Α) τη φερόμενη ότι είχε συνταχθεί στις 25.6.2006 διαθήκη, που νόμιμα δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο ...

με το 6141/9.11.2007 πρακτικό και κηρύχθηκε κύρια με την 2515/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία αφού ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της, εγκατέστησε κληρονόμους της σε ολόκληρη την περιουσία της (κινητή και ακίνητη) τους ήδη εκκαλούντες, και συγκεκριμένα τον Ε. Λ. σε δύο διαμερίσματα του τρίτου και τέταρτου ορόφου, της κειμένης στην ..., επί της οδού ..., πολυκατοικίας και σε ένα διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου [ρετιρέ] της κειμένης στην ..., επί της οδού ...

πολυκατοικίας και Κ. Λ. και Μ. Α., στο ακίνητό της (οικόπεδο με το εντός αυτού κτίσμα), που βρίσκεται επί της οδού ..., στην περιοχή του ..., του οποίου αυτοί ήταν μισθωτές, αναφέροντας ειδικότερα για τους συγγενείς της (εξαδέλφια) ότι "τους αποκλείει από την κληρονομιά γιατί έχει σοβαρά γι' αυτούς παράπονα" και για τους τετιμημένους, για τον μεν πρώτο ότι "τον υπεραγαπά, γιατί της είχε προσφέρει πάρα πολλά" για δε τους λοιπούς ότι είναι "ευχαριστημένη με τη συμπεριφορά τους", Β) την από 2.3.2001 διαθήκη, που νόμιμα δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 6006/9.11.2007 πρακτικό και κηρύχθηκε κύρια με την 54/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο της σε ολόκληρη την ακίνητη περιουσία της, που περιλάμβανε τα αναφερόμενα στην άνω από διαθήκη της ακίνητα (τρία διαμερίσματα και οικόπεδο με κτίσμα) την ήδη εφεσίβλητη Δ.

Κ., αναφέροντας ειδικότερα ότι "αυτά τα αφήνω στην αγαπημένη μου Δ. Α. Μ., για την μεγάλη της συμπαράσταση στη ζωή μου" και Γ) την από 6.8.1997 διαθήκη με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τους ήδη εκκαλούντες, με περιεχόμενο όμοιο με την από 25.6.2006 ως άνω διαθήκη της. Η θανούσα είχε σπουδάσει στην Οδοντιατρική Σχολή της ..., δεν άσκησε, όμως, ποτέ το επάγγελμα της οδοντιάτρου, διέμενε δε με το σύζυγό της, φαρμακοποιό στo επάγγελμα, σε διαμέρισμά της, που βρίσκεται επί της κειμένης στην οδό ...

στην ..., πολυκατοικίας. Με τον πατέρα του πρώτου από τους εκκαλούντες Δ. Λ., ενόψει του κοινού τόπου καταγωγής τους, την ..., από τα φοιτητικά τους χρόνια είχαν αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις, τις οποίες συνέχισαν και όταν ο καθένας τους δημιούργησε τη δική του οικογένεια, αφού, μάλιστα, για αρκετά χρόνια, έμεναν στην ίδια περιοχή (...).

Εξάλλου, στην οικογένεια του πρώτου από τους εκκαλούντες Ε. Λ., η θανούσα βρήκε ηθική συμπαράσταση, μετά το θάνατο των προσφιλών της προσώπων (γιού, συζύγου και αδελφών). Έτσι μετά το θάνατο του συζύγου της, αφού μεταβίβασε "λόγω δωρεάς" το οικογενειακό αυτοκίνητο σε ένα γείτονα, συνέταξε, αρχικά, την από 6.8.1997 ιδιόγραφη διαθήκη της και στη συνέχεια τη φερόμενη, ότι συνετάγη στις 25.6.2006 προσβαλλόμενη από την εφεσίβλητη διαθήκη της, που έδωσε προς φύλαξη στον πρώτο από τους εκκαλούντες.

Αποδείχθηκε, όμως, ότι περί τα τέλη του έτους 2000 ο πρώτος από τους εκκαλούντες Ε. Λ. ασθένησε αιφνίδια, από "κοχλιακή ωτοσπογγίωση με έντονα συμπτώματα ιλίγγου λαβυρίνθου και μεγάλη έκπτωση ακοής" αποτέλεσμα να νοσηλευθεί επί μακρόν τόσο στην Ελλάδα όσο και εξωτερικό και να υποχρεωθεί να διακόψει την επαγγελματική του σταδιοδρομία, ως πολιτικός μηχανικός, με συνέπεια οι σχέσεις του ίδιου και της οικογένειάς του με τη θανούσα να περιοριστούν σε σπάνιες, μεταξύ τους, τηλεφωνικές επικοινωνίες.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές η θανούσα ευρισκόμενη στην ηλικία των 78 ετών, ανέπτυξε πιο στενές σχέσεις με την εφεσίβλητη Δ. Κ., η οποία από το έτος 1992 διέμενε με την οικογένειά της (σύζυγο και γιο) σε μισθωμένο διαμέρισμα στον ίδιο, με τη διαθέτιδα, όροφο. Στο πλαίσιο της σχέσης αυτής η εφεσίβλητη της συνόδευε σε γιατρούς, περιπάτους, της μαγείρευε, ενώ πολλές φορές συνέτρωγαν στην οικία της τελευταίας.

Έτσι, ενόψει των σχέσεων που άρχισαν από τα τέλη του έτους 2000 να αναπτύσσονται μεταξύ της οικογένειας της εφεσίβλητης και της διαθέτιδας, κυρίως όμως της προσδοκίας της τελευταίας ότι στο πρόσωπο αυτής (εφεσίβλητης) θα έβρισκε συμπαράσταση και φροντίδα, σχέσεις που πρέπει να επισημανθεί ότι διατηρήθηκαν μέχρι και τον επισυμβάντα στις 19.8.2007 θάνατό της, αυτή (θανούσα) συνέταξε την προσβαλλόμενη από τους εκκαλούντες ως άνω από 2.3.2001 ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία, όπως έχει αναφερθεί, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την εφεσίβλητη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τη φερόμενη ότι έχει συνταχθεί στις 25.6.2006 ιδιόγραφη διαθήκη, που έχει γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από τη διαθέτιδα Α. Π., όπως δεν αμφισβητείται από την ήδη εφεσίβλητη και ενάγουσα στην από 9.5.2008 αγωγή Δ. Κ., πρόσωπο, που δεν διακριβώθηκε η ταυτότητά του, νόθευσε το περιεχόμενό της.

Συγκεκριμένα, σε χρόνο που δεν έχει, επακριβώς, προσδιοριστεί, μετά όμως το θάνατο της διαθέτιδας, οπότε περιήλθε σε γνώση των εκκαλούντων η ύπαρξη και το περιεχόμενο της από 2.3.2001 ιδιόγραφης διαθήκης της θανούσας, με τετιμημένη την εφεσίβλητη, στο κείμενο της επίμαχης από 25-6-2006 διαθήκης, αφενός διορθώθηκε το έτος σύνταξης αυτής από 2000 σε 2006 και ειδικότερα το τελευταίο ψηφίο του αριθμού του έτους <<2000>> από "0" μεταβλήθηκε σε "6" και αφετέρου στο τέλος του γραμμένου, ολογράφως, εντός παρενθέσεων, με το χέρι της διαθέτιδας πραγματικού έτους σύνταξης της διαθήκης αυτής (δύο χιλιάδες), προστέθηκε η λέξη "εξ" και έτσι με την προσθήκη αυτή που έγινε πάνω στην παρένθεση, μεταβλήθηκε το έτος σύνταξης της εν λόγω διαθήκης σε "(δύο χιλιάδες εξ)", προκειμένου, με τη νόθευση αυτή, να επηρεαστεί το κύρος, να καταστεί δηλαδή ανίσχυρη η από 2.3.2001 ιδιόγραφη διαθήκη, που εφέρετο πλέον, χρονικά, προγενέστερη αυτής.

Την πιο πάνω νόθευση διευκόλυνε το ότι η 25η Ιουνίου 2000 και η 25 Ιουνίου 2006 συνέπιπταν σε ημέρα Κυριακή, που ως ημέρα σύνταξης της επίμαχης διαθήκης η διαθέτης αναφέρει. Εξάλλου, στο συμπέρασμα, σε βαθμό βεβαιότητας, ότι η ένδικη διαθήκη, η δημοσίευση και η κήρυξη της οποίας ως κύριας έγινε με επιμέλεια του πρώτου από τους εκκαλούντες, πλαστογραφήθηκε (νοθεύτηκε), κατέληξαν στις σχετικές εκθέσεις τους οι γραφολόγοι Χ.

Τ., Θ. Β. και Μ. Μ., μετά από γραφολογική ανάλυση της γραφής, της ημερομηνίας και της υπογραφής της διαθέτιδας στη διαθήκη αυτή σε σύγκριση με τη γνήσια γραφή και τις γνήσιες υπογραφές της σε γραφολογικό υλικό που τους παραδόθηκε και κρίθηκε ποσοτικά επαρκές και ποιοτικά κατάλληλο και πρόσφορο. Σύμφωνα με το πόρισμα των ανωτέρω γραφολόγων η επίμαχη αλλοίωση (διόρθωση) και προσθήκη δεν έγινε από τη διαθέτιδα αλλά από άλλο πρόσωπο, με καλύτερη γραφική ικανότητα, διαφορετικό γραφικό μέσο (στυλογράφο) και σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνο που συνετάγη (25 Ιουνίου 2000), που δεν μπορεί να προσδιοριστεί γραφολογικά, τα δε γραφολογικά χαρακτηριστικά της λέξης "εξ" είναι εντελώς διαφορετικά από τα αντίστοιχα στο ίδιο κείμενο της ένδικης διαθήκης και στην προγενέστερη και μεταγενέστερη γραφή της θανούσας.

Το αντίθετο συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε η δικαστική γραφολόγος Μ. Κ., που διορίστηκε πραγματογνώμονας από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στη σχετική έκθεσή της, το οποίο, όπως ρητά αναφέρει, διατύπωσε "με τις δέουσες επιστημονικές επιφυλάξεις", σύμφωνα με το οποίο οι υπό έλεγχο, αλλοίωση και προσθήκη, χαράχθηκαν, κάτω από συνθήκες δυσκολίας, σε περιορισμένο γραφικό πεδίο, με έντονα σημεία γραφικής δυσχέρειας και παθολογικότητας, από το χέρι της Α.

Π., καθώς εμφανίζουν κοινά πρωτεύοντα και ιδιάζοντα γραφολογικά γνωρίσματα με τα εξετασθέντα δείγματα γνήσιας γραφής και αριθμογραφής, σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνο που συντάχθηκε η διαθήκη και ότι από τη γραφολογική εξέταση των δειγμάτων γνήσιας αριθμογραφής και γραφής των Ε. Λ., Κ. Λ. και Μ. Α. και τη συγκριτική τους αντιπαραβολή με τις υπό έλεγχο εγγραφές (αλλοίωση και προσθήκη) δεν διαπιστώθηκαν κοινά γραφολογικά γνωρίσματα, ικανά να στηρίξουν την άποψη ότι αυτές έγιναν από το χέρι τους, δεν κρίνεται πειστικό και δεν δύναται να οδηγήσει σε αντίθετη, προς την πιο πάνω, κρίση το Δικαστήριο, και τούτο διότι τόσο το γράμμα "ε" όσο και το γράμμα "ξ" της γραμματικού τύπου αναγραφής του αριθμού "εξ" καταφανώς διαφέρουν τόσο από τα αντίστοιχα γράμματα της ίδιας διαθήκης και της μεταγενέστερης αυτής όσο και από εκείνα της δειγματικής γραφής της Α.

Π.. Επίσης, δεν κρίνονται πειστικές και οι αντίθετες γνωμοδοτήσεις αλλά και οι παρατηρήσεις που διατυπώνουν στις σχετικές εκθέσεις τους οι Μ. - Μ. Κ., Δ. Κ. και Ι. Μ. ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί. Πρέπει ακόμη ν' αναφερθεί ότι η διαθέτης ήταν άτομο με πανεπιστημιακή μόρφωση, μέχρι δε τον επισυμβάντα στις 19.8.2007 θάνατό της βρισκόταν σε διανοητική - ψυχική ισορροπία και καλή, για την ηλικία της, κατάσταση υγείας, ενώ ήταν ενημερωμένη σχετικά με την έννοια της ιδιόγραφης διαθήκης, τις νομικές συνέπειες και τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί για να είναι έγκυρη, αφού στο παρελθόν είχε συντάξει και την από 6.8.1997 διαθήκη της.

Τούτο, άλλωστε, γίνεται φανερό και από τον τρόπο, την επιμέλεια και την τυπικότητα που τηρούσε κατά τη σύνταξη των (τριών) διαθηκών της στις οποίες είχε θέσει όχι μόνο αριθμητικώς αλλά και ολογράφως τη χρονολογία και την ημέρα σύνταξής τους. Μάλιστα την από 2.3.2001 διαθήκη της συνέταξε σε τρία αντίτυπα, τα οποία παρέδωσε προς φύλαξη σε τρία πρόσωπα, σε συμβολαιογράφο, στην τετιμημένη Δ.

Κ. και στο δικηγόρο της τελευταίας. Ενόψει, λοιπόν, των ανωτέρω, και ανεξάρτητα απ' όλα (αυτά) - ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΙΑ ΛΕΞΗ- όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί, είναι άξιο απορίας το ότι η διαθέτης προέβη στη διόρθωση της επίμαχης διαθήκης, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, υπολογίζοντας, μάλιστα, η χρονολογία, μετά τη γενομένη διόρθωση, να συμπίπτει με την ημέρα Κυριακή, που αναφέρει, ενώ θα ήταν πιο ορθό αλλά και εύκολο να συντάξει μια νέα διαθήκη, αφού είχε την απαιτούμενη, για την ηλικία της, γραφική ικανότητα όπως αυτό φαίνεται στα πλησιόχρονα του έτους 2006 έγγραφα (αποδείξεις ενοικίου, σημειώσεις κ.λ.π).

Άλλωστε η θανούσα, μετά τη σύνταξη της από 2.3.2001 διαθήκης της και την ανάκληση της επίμαχης διαθήκης, κανένα λόγο δεν είχε να μεταβάλει τη βούλησή της, σχετικά με το πρόσωπο, δηλαδή την εφεσίβλητη, που ήθελε να εγκαταστήσει κληρονόμο της, ώστε να προβεί στη διόρθωση της χρονολογίας της από 25.6.2000 διαθήκης της, προκειμένου με τη νέα, πλέον, χρονολόγησή της (25.6.2006) να καταδείξει την υπέρτερη νομική της ισχύ έναντι της προηγουμένης διαθήκης, καθιστώντας και πάλι κληρονόμους της τους εκκαλούντες, αφού, όπως έχει αναφερθεί, οι σχέσεις της με αυτούς από τις αρχές του έτους 2001 και μέχρι το θάνατό της ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, σε αντίθεση με τις ιδιαίτερα στενές σχέσεις που διατηρούσε με την εφεσίβλητη.

Όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται ενισχύονται από την ανωμοτί κατάθεση της εφεσίβλητης και τις ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Κ., Μ. Κ. και Σ. Β., οι οποίες έχουν άμεση γνώση των όσων βεβαιώνουν, σύμφωνα με τις οποίες από το έτος 2001 και εφεξής οι σχέσεις της διαθέτιδας με την εφεσίβλητη Δ. Κ. άρχισαν να γίνονται ιδιαίτερα στενές και δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος "των εκκαλούντων" Ι.

Γ. ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Λ., Α. Λ., Ε. Κ., Γ. Κ., Δ. Σ. και Ι. Μ., ενόψει όλων όσων έχουν αναφερθεί, από τους οποίους η Σ. Λ., επιβεβαίωσε ότι οι σχέσεις της διαθέτιδας με τον πρώτο από τους εκκαλούντες, Ε. Λ., είχαν διακοπεί από το έτος 2001, αλλά και τις ένορκες βεβαιώσεις των ανωτέρω Ι. Γ., Σ. Λ., Α. Λ. και Ε.

Κ., που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διατάχθηκε, κατόπιν της από 8.5.2005 μήνυσης της εφεσίβλητης εναντίον των εκκαλούντων και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, που οι τελευταίοι επικαλούνται και προσκομίζουν. Με βάση, λοιπόν, όλα όσα προεκτέθηκαν, αποδεικνύεται ότι η ένδικη από 25.6.2006 ιδιόγραφη διαθήκη της Α.

Π., είναι άκυρη, λόγω νόθευσης του γραμμένου, αριθμητικώς και ολογράφως, από το χέρι της διαθέτιδας πραγματικού έτους σύνταξης της από "2000 (δύο χιλιάδες)" σε "2006 (δύο χιλιάδες εξ)" νόθευση που ασκεί επιρροή στο κύρος της, αφού εάν κριθεί ανίσχυρη η διαθήκη αυτή, θα ισχύσει η χρονικά προγενέστερη από 2.3.2001 ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο της την εφεσίβλητη, η οποία, ως εκ του λόγου αυτού, έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητάς της>>.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω από 25-6-2006 ιδιόγραφης διαθήκης της Α. Π.. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων [εκκαλούντων] κατά της 2982/2014 πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες α) ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της ως άνω διαθήκης της Α. Π., εξαιτίας της νόθευσής της ως προς το έτος σύνταξής της , από 2000 σε 2006, από πρόσωπο διαφορετικό από τη διαθέτιδα. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αποδειχθεί και το πρόσωπο, που τέλεσε τη νόθευση και β) ως προς το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της υπό κρίση αγωγής.

Αντιφάσεις δε ή ανεπάρκειες δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ως προς το ζήτημα αυτό, τα επιχειρήματα, που, κατά τα ανωτέρω, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση προς στήριξη του πορίσματος της, σχετικά με την εκτίμηση της από 14-3-2013 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ.

Κ., η οποία είχε διοριστεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχε αποφανθεί υπέρ της γνησιότητας της διαθήκης και των γραφολογικών εκθέσεων των Μ. Κ. και Δ. Κ., οι οποίες δέχονται τα ίδια. Επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, κατά ένα μέρος αυτών, λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι .

Οι ίδιοι δε λόγοι κατά το μέρος αυτών, που δεν αιτιώνται παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για το ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά εσφαλμένα δεν υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, αλλά στο ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά, που οι αναιρεσείοντες πρότειναν, τα οποία και πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτοι, γιατί υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική, περί την εκτίμηση των πραγμάτων, κρίση του δικαστηρίου [ΚΠολΔικ 561 παρ. 1].

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. β' ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.

Διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου με τη βοήθεια των γενικών τεχνικών ή επιστημονικών γνώσεων [ολΑΠ 2/2008]. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω, ότι <<<<...είναι άξιο απορίας το ότι η διαθέτης προέβη στη διόρθωση της επίμαχης διαθήκης, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, υπολογίζοντας, μάλιστα, η χρονολογία, μετά τη γενομένη διόρθωση, να συμπίπτει με την ημέρα Κυριακή, που αναφέρει, ενώ θα ήταν πιο ορθό αλλά και εύκολο να συντάξει μια νέα διαθήκη, αφού είχε την απαιτούμενη, για την ηλικία της, γραφική ικανότητα όπως αυτό φαίνεται στα πλησιόχρονα του έτους 2006 έγγραφα (αποδείξεις ενοικίου, σημειώσεις κ.λ.π)...>> και <<Στο πλαίσιο της σχέσης αυτής η εφεσίβλητη της συνόδευε σε γιατρούς, περιπάτους, της μαγείρευε, ενώ πολλές φορές συνέτρωγαν στην οικία της τελευταίας.

Έτσι, ενόψει των σχέσεων που άρχισαν από τα τέλη του έτους 2000 να αναπτύσσονται μεταξύ της οικογένειας της εφεσίβλητης και της διαθέτιδας, κυρίως όμως της προσδοκίας της τελευταίας ότι στο πρόσωπο αυτής (εφεσίβλητης) θα έβρισκε συμπαράσταση και φροντίδα, σχέσεις που πρέπει να επισημανθεί ότι διατηρήθηκαν μέχρι και τον επισυμβάντα στις 19.8.2007 θάνατό της, αυτή (θανούσα) συνέταξε την προσβαλλόμενη από τους εκκαλούντες ως άνω από 2.3.2001 ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία, όπως έχει αναφερθεί, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την εφεσίβλητη>>, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ.

β' ΚΠολΔ για τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία <<ένα άτομο μεγάλης ηλικίας, δεν είναι το πιο εύκολο να συντάξει εξαρχής ολόκληρη και δη ιδιόγραφη διαθήκη. Αντίθετα πιο εύκολο είναι να διορθώσει τα λάθη που παρεισέφρησαν, με τη συμπλήρωση της ορθής χρονολογίας. Κι ενώ δέχεται ότι τη <<νόθευση διευκόλυνε το ότι η 25 η Ιουνίου 2000 και η 25 η 2006 συνέπιπταν σε ημέρα Κυριακή, που ως ημέρα σύνταξης η διαθέτις αναφέρει>>, αγνοεί παντελώς το ενδεχόμενο αυτό να διευκόλυνε τη διαθέτιδα...

η κοινή πείρα και τα διδάγματά της αποκλείουν το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το Εφετείο, συμπέρασμα, το οποίο στηρίζει την κρίση του περί <<νόθευσης>> της ένδικης διαθήκης...>> και <<η κοινή πείρα και τα διδάγματά της εν προκειμένω θα έπρεπε αν μη τι άλλο να δημιουργήσουν στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο την εύλογη απορία πώς και γιατί ένα άτομο της ηλικίας και της παιδείας της θανούσας συντάσσει διαθήκη με τετιμημένο ένα άτομο που γνωρίζει μόλις έξι-επτά μήνες και μάλιστα σε τρία πρωτότυπα...

ούτε μόνη η προσδοκία για συμπαράσταση οδηγεί τους μεγάλους ανθρώπους κατά την κοινή πείρα να συντάξουν διαθήκες και μάλιστα εις τριπλούν. Ο φόβος, η ανασφάλεια και η πίεση μόνο τους οδηγούν σε κάτι τέτοιο...>>. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να συγκροτούν την έννοια των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την έννοια που προαναφέρεται, και επιπλέον τα αναφερόμενα δεν αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο ίδιος ως άνω τέταρτος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 1718 και 1721 ΑΚ, πρέπει ν' απορριφθεί, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προέβη σε ερμηνεία της πιο πάνω διαθήκης, καθόσον η κρινόμενη διαφορά δεν αφορά στο κατ' ουσία περιεχόμενο της διαθήκης και τη βούληση της διαθέτιδος, αλλά στα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας της διαθήκης και δη την χρονολογία της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 § 1, 527 αριθ. 1, 534, 535 § και 536 ΚΠολΔικ συνάγεται ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της έφεσης, μπορεί να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες της απόφασης που εκκαλείται, εάν κρίνει πως το διατακτικό της είναι ορθό, υπό τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να χειροτερεύσει, ως προς την ισχύ της πρωτοβάθμιας απόφασης, τη θέση του εκκαλούντος, διότι δεν έχει εξουσία να υπερβεί τα όρια των αιτήσεων των διαδίκων.

Το ζήτημα αν επέρχεται, με την δευτεροβάθμια απόφαση, χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος επιλύεται βάσει των αρχών του δεδικασμένου, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται η αντικατάσταση των αιτιολογιών, όταν άγει σε διάφορο κατ' αποτέλεσμα διατακτικό, που καθιστά το δεδικασμένο από την απόφαση δυσμενέστερο για τον εκκαλούντα διάδικο, είτε ως προς την έκταση είτε ως προς το περιεχόμενο.

Τέτοια όμως μεταβολή του δεδικασμένου δεν επέρχεται, όταν οι λόγοι απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης, τους οποίους δέχεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και εκείνοι στους οποίους στηρίζει το διατακτικό του το πρωτόδικο ανάγονται ομοίως στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, διότι τότε παράγουν ισοδύναμο δεδικασμένο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι με την 2982/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η αγωγή της αναιρεσίβλητης, αφού δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ότι <<...με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αλλοίωση του έτους σύνταξης της επίδικης διαθήκης, έγινε από τρίτο πρόσωπο πλην της διαθέτιδος, σε χρόνο που δεν μπορεί να εξακριβωθεί ούτε από την δικαστική πραγματογνωμοσύνη ούτε από τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων και άρα η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη για το λόγο αυτό>>.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχεται, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του, που κατά λέξη αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη, ότι η από 25-6-2000 διαθήκη και τις παραδοχές, που αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη, έχει υποστεί <<αλλοίωση>>, <<νόθευση>> και <<....στο συμπέρασμα, σε βαθμό βεβαιότητας, ότι η ένδικη διαθήκη, η δημοσίευση και η κήρυξη της οποίας ως κύριας έγινε με επιμέλεια του πρώτου από τους εκκαλούντες, πλαστογραφήθηκε (νοθεύτηκε), κατέληξαν στις σχετικές εκθέσεις τους οι γραφολόγοι Χ.

Τ., Θ. Β. και Μ. Μ....>>. Στη συνέχεια δέχθηκε ότι <<Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη 2982/2014 απόφαση κατέληξε σε όμοια κρίση, αφού, με τη συνεκκαλούμενη 4321/2011 εν μέρει οριστική του απόφαση, απέρριψε ρητά τις ενστάσεις των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής και ελλείψεως έννομου συμφέροντος και σιωπηρά ελλείψεως πληρεξουσιότητας του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.), δεν έσφαλε...>>.

Με τις αιτιολογίες αυτές, το Εφετείο, συμπληρώνοντας και όχι αντικαθιστώντας εκείνες του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες δέχθηκε ως ορθές και απέρριψε την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν κατέστησε χειρότερη την θέση τους, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πλαστογράφησης [νόθευσης] της ένδικης διαθήκης, αφού δεν μετέβαλε επί το δυσμενέστερο γι' αυτούς το δεδικασμένο, που απορρέει, από την πρωτόδικη απόφαση, ώστε να απαιτείτο προς τούτο αντίθετη έφεση ή αντέφεση της ήδη αναιρεσίβλητης.

Επομένως δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που της αποδίδονται από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ούτε και αυτής του αριθμού 9 του ίδιου άρθρου, αφού δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ο δε συναφής πέμπτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 1785/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλίων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ