Legislator Case Law & Legislation
726/2015 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to lack of proper summons and procedural error regarding document interpretation.

Case Number 726/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by G. K. against the Court of First Instance of Piraeus. The appellant argued that the lower court misinterpreted a public document issued by the Ombudsman, claiming a diagnostic error rather than an evaluative one. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant failed to appear at the hearing without valid justification, and the lower court's interpretation of the document constituted a permissible exercise of fact-finding discretion, not a reversible error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 226(4)(c)-(d) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether a missing party expedited the hearing; if the summons was not served lawfully, the hearing is declared inadmissible, and the court's interpretation of evidence falls within the realm of fact-finding evaluation rather than diagnostic error.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal lack of proper summons diagnostic vs evaluative error missing party at hearing Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(c)-(d) of the Code of Civil Procedure
Article 575(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 726 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 726/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσαγγελή.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων εμφανίστηκε για τον αναιρεσείοντα ο δικηγόρος Δημήτριος Νίκαινας και ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ.Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία δεν είναι διάδικος στην δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 704/2002 μη οριστική 4931/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ’ και δ’ του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ.β’ του ιδίου Κώδικος, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 11-6-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 57/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως είχε ορισθεί αρχικώς για την δικάσιμο της 24-2-2014, κατά την οποία ανεβλήθη μετά από αίτημα του αναιρεσείοντος για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (13-10-2014) και ενεγράφη στο πινάκιο.

Ειδικότερα, κατά την αρχική ως άνω δικάσιμο ο αναιρεσείων είχε παραστεί δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γρηγορίου Σκουλά (υπογράφοντος και την αίτηση αναιρέσεως), στον οποίο είχε χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...26-6-2013 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Γιαννόπουλου.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο όμως ο αναιρεσειων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξιώσεως προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου απαιτείται προσβολή της προσωπικότητος, η οποία να είναι παράνομος, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, ήσσονος σπουδαιότητος ή ασκουμένου υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, και υπαίτιος, ήτοι οφειλομένη σε δόλο ή αμέλεια και επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωση της (σωματική, πνευματική, ηθική κ.λ.π.). Έτσι η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητός του (Α.Π.1279/2011).

Η προσβολή της προσωπικότητος μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος τελεί εν γνώσει της αναληθείας του διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επί πλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Όμως ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικώς και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτήν την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψη του, προσβάλλοντας παρανόμως την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαιτίως αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει και την ηθική του βλάβη του (ΑΠ 1662/2005).

Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητος. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος, δηλαδή συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατ’ άρθρο 361 Π.Κ. (ΑΠ 109/2012, ΑΠ 1279/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενον της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (Ολ. Α.Π.1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος της τα εξής: "Η πρώτη ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος είναι η δεύτερη (ήδη αναιρεσίβλητη) έχει ως αντικείμενο εργασιών της την αργυροχρυσοχοία και διατηρεί δύο εργαστήρια και ένα κοσμηματοπωλείο, στον Άνω Κορυδαλλό Αττικής...

Διαθέτει... από το έτος 1987... άδεια εγκαταστάσεως και λειτουργίας αορίστου χρονικής διαρκείας, που εξέδωσε...η Διεύθυνση Βιομηχανίας Δυτικής Αττικής. Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων)..κατοικεί... σε όμορη του επί της οδού ......εργαστηρίου οικία, διαχωριζόμενη από αυτό με τοιχοποιία. Από την αρχή σχεδόν της λειτουργίας του...εργαστηρίου,...υπέβαλε επανειλημμένως αιτήσεις, αναφορές και καταγγελίες προς τις διοικητικές και ποινικές αρχές ισχυριζόμενος ότι η λειτουργία του ήταν παράνομη και ότι τα μηχανήματα που υπήρχαν σε αυτό προκαλούσαν όχληση στην απρόσκοπτη χρήση της οικίας του, όπως θόρυβο, δυσοσμία και κραδασμούς.

Ειδικότερα, από το έτος 1990 έως και τον Απρίλιο του έτους 1996, ο εναγόμενος, απευθυνόμενος...σε διάφορες διοικητικές αρχές, έλαβε γνώση...των ακολούθων εγγράφων... Ι.Της από 30-3-1987 εισήγησης προς τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Βιομηχανίας Νομαρχίας Δυτικής Αττικής για την έκδοση της υπ’ αριθμ. ... 1987 άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας του εργαστηρίου χρυσοχοΐας των εναγουσών. 2.

Της υπ’ αριθμ. πρωτ. ...1992 απόφασης του Διευθυντή της Διεύθυνσης Βιομηχανίας Δυτικής Αττικής, με την οποία τροποποιείται η αρχικώς ως άνω εκδοθείσα άδεια λειτουργίας του εργαστηρίου και συμπληρώνεται... με την επιβολή τεχνικής ανασυγκρότησης του εργαστηρίου και λήψης...κατάλληλων ηχομονωτικών μέτρων, που αποσκοπούν στην βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας του... 3.

Του από 17-5-1992 με αριθμ. πρωτ. ... εγγράφου του Γενικού Διευθυντή της Διεύθυνσης Υποστήριξης Βιομηχανίας του...(Υ.Β.Ε.Τ)...στο οποίο, ρητά αναγράφεται ότι έχουν διενεργηθεί επανειλημμένως έλεγχοι λόγω των συνεχών διαμαρτυριών του εναγομένου, ότι οι διαμαρτυρίες του ερευνήθηκαν εξονυχιστικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ακόμη δε και με ειδική εντολή του Υφυπουργού διενεργήθηκαν δύο περαιτέρω έλεγχοι και ότι από την όλη έρευνα για την οποία έχει ενημερωθεί (ο εναγόμενος) δεν προέκυψε η ύπαρξη οποιασδήποτε όχλησης στην κατοικία του προερχόμενη από τη λειτουργία του εργαστηρίου. 4.

Της... 2555/Φ. 14. 7777/19-6-1992 απόφασης της Δ/νσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Δυτ. Αττικής, σε συνδυασμό με την προγενέστερη ... 1030/Φ. 14.7777/30-3-1992 απόφαση..., με την οποία χορηγήθηκε άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας εργαστηρίου κατασκευής και λάξευσης πολύτιμων μετάλλων και λίθων και στο επί της οδού ... και ... εργαστήριο των εναγουσών. 5.

Του.... ... 24-8-1983 πιστοποιητικού του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Πειραιά... 6. Της από Ιουνίου 1995 μελέτης περιβαλλοντολογικών επιπτώσεων για έργα Β’ κατηγορίας...που αφορά το ... επί της οδού ... και ... 59 εργαστήριο των εναγουσών, που υπέβαλαν αυτές στη Δ/νση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιά, σε συνδυασμό με το από Ιουλίου 1999 τεχνικό συμπληρωματικό υπόμνημα ..., από το οποίο προκύπτει η διαδικασία που ακολουθείται για την κατασκευή των κοσμημάτων...Στο ίδιο υπόμνημα αναφέρεται, εκτός άλλων, ότι για το πιο πάνω εργαστήριο έχει εγκριθεί η με αριθμ. ...

μελέτη πυρασφάλειας και έχει χορηγηθεί το...πιστοποιητικό πυρασφάλειας, και ότι για το λιώσιμο χρυσού χρησιμοποιείται φλόγιστρο το οποίο τροφοδοτείται από μία φιάλη προπανίου 15 κιλών ίδια ακριβώς με αυτές που υπάρχουν στις κουζίνες των κατοικιών και η εν λόγω φιάλη προπανίου αναφέρεται στην εγκεκριμένη μελέτη πυρασφάλειας. 7.

Της υπ’ αριθμ. 3/96/12341/2909/Φ39 ΚΟΡ 45 απόφασης έγκρισης των αναφερομένων σ’ αυτήν περιβαλλοντικών όρων δραστηριότητας Β’ κατηγορίας για το εργαστήριο χρυσοχοΐας... στην οδό ... της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Πειραιά. 8. Της από 6-6-1990 απάντησης της Διευθύντριας της Δ/νσης Υγιεινής της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής, προς τον εναγόμενο, σύμφωνα με την οποία, από αυτοψία που έκαναν υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής στις 29-5-1990 ύστερα από παράπονα του (του εναγομένου) στο εργαστήριο των εναγουσών..., δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις του Υγειονομικού Κανονισμού κατά την ώρα του ελέγχου. 9.

Του από 16-7-1990 εγγράφου του Δ/ντή της Δ/νσης Βιομηχανίας Δυτ. Αττικής προς τον εναγόμενο, μετά...αναφορά εκ μέρους του, για τα αποτελέσματα της διενεργηθείσας...αυτοψίας...στο πιο πάνω εργαστήριο, σύμφωνα με το οποίο... το εργαστήριο λειτουργεί νόμιμα, οι μηχανές του βρίσκονται και λειτουργούν μονίμως εντός κουβουκλίου με υαλοπίνακες, με αποτέλεσμα να μειώνεται αισθητά ο εκπεμπόμενος από τη λειτουργία τους θόρυβος και αυτά (μηχανήματα) έχουν τοποθετηθεί επί του δαπέδου σε αντικραδασμική βάση, ενώ από ηχομέτρηση που έγινε στην οικία του εναγομένου με πλήρη λειτουργία των μηχανημάτων και με λειτουργία του τόρνου στη μεγάλη βαθμίδα λειτουργίας του, μετρήθηκε στάθμη θορύβου 36 dB (Α), ήτοι κάτω από το όριο των 45 dΒ (Α), που ορίζουν οι διατάξεις του Π.Δ 1180/81. 10.

Των από 6/12/1990 και 14/12/1990 εκθέσεων αυτοψίας των μηχανικών της Δ/νσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Δυτ. Αττικής σχετικά με το ίδιο ως άνω εργαστήριο στις οποίες αναφέρεται ότι μετά από ηχομέτρηση που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι η στάθμη του εκπεμπόμενου από τα μηχανήματα θορύβου δεν υπερβαίνει το επιτρεπόμενο από τις διατάξεις του Π.Δ. 1180/81 όριο και ότι κατά τον ως άνω διενεργηθέντα έλεγχο δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις του Υγειονομικού Κανονισμού. 11.

Του από 6-3-1991 ...εγγράφου του Διευθυντή της Δ/νσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Δ. Αττικής, προς τον εναγόμενο, σύμφωνα με το οποίο, στις 21-2-1991, διενεργήθηκε αυτοψία στο εν λόγω εργαστήριο...και δεν διαπιστώθηκε υπέρβαση του ορίου της στάθμης θορύβου...12. Του από 6-5-1991 εγγράφου του Διευθυντή της ίδιας ως άνω υπηρεσίας, προς τον εναγόμενο, σύμφωνα με το οποίο η άδεια λειτουργίας του άνω εργαστηρίου εξεδόθη νόμιμα..., ενώ...δεν διαπιστώθηκαν υπερβάσεις των ορίων θορύβου ή παραβάσεις των όρων που περιλαμβάνονται στην...άδεια λειτουργίας του εργαστηρίου. 13.

Του από 28-5-1991 εγγράφου του ίδιου ως άνω οργάνου, προς τον εναγόμενο, με όμοιο περιεχόμενο. 14. Των από 21-2-1991 και 16-7-1991 εκθέσεων αυτοψίας μηχανικών της Δ/νσης Βιομηχανίας Νομαρχίας Δυτ. Αττικής ύστερα από διαμαρτυρίες του εναγόμενου, σύμφωνα με τις οποίες...δεν προκύπτει καμία παράβαση των διατάξεων του Π.Δ. 1180/81 ή της άδειας λειτουργίας του πιο πάνω εργαστηρίου. 15.

Του από 4-12-1992 εγγράφου του Γενικού Γραμματέα, με εντολή Υφυπουργού, του Υπουργείου Βιομηχανίας, προς τον εναγόμενο, σύμφωνα με το οποίο η λειτουργία του εργαστηρίου των εναγουσών είναι καθ’ όλα νόμιμη και από τις κατ’ επανάληψη αυτοψίες που έχουν διενεργηθεί ουδεμία παράβαση έχει προκύψει. 16. Του από 30-7-1992 εγγράφου του Γενικού Διευθυντή, με εντολή Υφυπουργού, του Υ.Β.Ε.Τ., προς τον εναγόμενο, περί του ότι η λειτουργία του εργαστηρίου είναι καθ1 όλα νόμιμη. 17.

Του από 6-3-1992 εγγράφου... των Δ/ντή Υ.Β.Ε.Τ. και... Δ/ντή Δ/νσης Βιομηχανίας Δυτ. Αττικής, προς την υπηρεσία αυτή, σχετικά με τα αποτελέσματα δύο αυτοψιών στο εργαστήριο της οδού ... που διηνήργησαν οι ίδιοι...ύστερα από προφορική εντολή του Υφυπουργού, κατά τις οποίες, όπως αναφέρουν (στο σημείωμα αυτό) δεν διαπιστώθηκε υπέρβαση των ορίων θορύβου του Π.Δ. 1180/81 και επειδή ο εναγόμενος αμφισβήτησε το αποτέλεσμα της ηχομέτρησης στην πρώτη ως άνω αυτοψία, αυτή επαναλήφθηκε στις 14-2-1992 κατά την οποία η σχετική ηχομέτρηση πραγματοποιήθηκε στο όριο της ιδιοκτησίας του παραπάνω εργαστηρίου (δηλ.

στο πεζοδρόμιο) αφού ο εναγόμενος... αρνήθηκε την είσοδο των ανωτέρω οργάνων στην οικία του, ώστε να πραγματοποιηθεί και εκεί μέτρηση του θορύβου κατά τη λειτουργία των μηχανημάτων...και βρέθηκε θόρυβος στο όριο της ιδιοκτησίας 54 DB με λειτουργία όλων των μηχανημάτων και το βάθος θορύβου της περιοχής ήταν 51 DB. 18.

Των από 26-11-1992 και 3-1-1993 εγγράφων του ΙΣΤ’ Αστυνομικού Τμήματος Πειραιά (σε απάντηση σχετικής αναφοράς του εναγομένου), στα οποία αναφέρονται αναλυτικά τα μηχανήματα που υπήρχαν στο εργαστήριο, κατά τον έλεγχο που διηνήργησε βαθμοφόρος της πιο πάνω υπηρεσίας, η συνολική δύναμη των οποίων ήταν 15 HP και ότι δεν διαπιστώθηκε υπέρβαση της άδειας λειτουργίας ούτε κάποια παράβαση σχετικά με τη λειτουργία του εργαστηρίου. 19.

Του από 18-5-1993 ενημερωτικού σημειώματος του Ελεγκτή Δημόσιας Διοίκησης...προς τη Διοικητική Επιτροπή του Σώματος Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, στο οποίο αναφέρει ότι από έλεγχο που έκανε...με αφορμή τις από 13-7-1992, 4-9-1992, 14-9-1992 και 16-10-1992 αιτήσεις-αναφορές του εναγομένου, προέκυψε ότι τόσο η Κεντρική Υπηρεσία του Υ.Β.Ε.Τ., όσο και οι αρμόδιες καθ’ ύλη Υπηρεσίες της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής, ερεύνησαν εξονυχιστικά και με επανειλημμένους ελέγχους στο εργαστήριο χρυσοχοΐας των εναγουσων όλες τις διαμαρτυρίες, που διαχρονικά διατύπωσε ο Γ.

Κ. (εναγόμενος) ενώ παράλληλα τον ενημέρωσαν επί όλων των επί των θιγομένων θεμάτων, ενεργειών τους καθώς και ότι από τις αυτοψίες που διενεργήθηκαν στο εν λόγω εργαστήριο κατ’ επανάληψη, ουδεμία παράβαση προέκυψε και συνεπώς η λειτουργία του ήταν καθ’ όλα νόμιμη, και καταλήγει ότι το αίτημα του εναγομένου για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του εργαστηρίου δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την αρμόδια Δ/νση Βιομηχ.

Δυτ. Αττικής, γιατί όπως επανειλημμένα διαπιστώθηκε, η λειτουργία του εργαστηρίου είναι καθ’ όλα νόμιμη. 20. Του από 26-4-1993... εγγράφου του Γενικού Διευθυντή της Δ/νσης υποστήριξης βιομηχανιών του Υ.Β.Ε.Τ., με εντολή Υφυπουργού, προς τον εναγόμενο, σύμφωνα με το οποίο, διαπιστώθηκε ότι, μετά από νεώτερη μελέτη των στοιχείων που διαθέτει η εν λόγω Υπηρεσία, οι καταγγελίες του εναγομένου είναι αβάσιμες, δοθέντος ότι η Βιοτεχνία της Ο.Ε. "Σ.

Β. και Σία" λειτουργεί μέσα στα πλαίσια των κειμένων διατάξεων και καταλήγει ότι το παραπάνω θέμα για την Υπηρεσία, αυτή, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί. 21. Του από 22-6-1993 εγγράφου του Διευθυντή της Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής, προς τον εναγόμενο, στο οποίο αναγράφονται επί λέξει τα εξής : "Σε απάντηση των από 30-4-93 και 11-5-93 αιτήσεων σας, που μας διαβιβάσθηκαν από το Γραφείο του κ.

Νομάρχη Δ.Α. και με τις οποίες ζητάτε την αφαίρεση αδείας λειτουργίας του εργαστηρίου της "ΟΕ. Σ. Β. και Σία"..., σας γνωρίζουμε τα εξής : α) Η Υπηρεσία μας ερεύνησε εξονυχιστικά και με επανειλημμένους ελέγχους το εργαστήριο αυτό και από τις διενεργηθείσες αυτοψίες Τεχνικών Υπαλλήλων της καθώς και υπαλλήλων συναρμόδιων Υπηρεσιών της Νομαρχίας, ουδεμία παράβαση προέκυψε σε βάρος της κατόχου Ο.Ε.

του εργαστηρίου αυτού και συνεπώς η λειτουργία του είναι νόμιμη, β) Για τις πειθαρχικές ευθύνες Υπαλλήλων και λοιπών προσώπων που αναφέρεσθε στις σχετικές καταγγελίες σας, σύμφωνα με την από 25-2-1993 Έκθεση Ελέγχου Ελεγκτού Δημόσιας Διοίκησης που ορίσθηκε προς τούτο ύστερα από καταγγελίες σας στο Υπ. Προεδρίας της Κυβέρνησης, συμπερασματικά αναφέρεται ότι ουδεμία παράβαση προέκυψε (...).

Ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα σας δεν δύναται να ικανοποιηθεί". Παρά ταύτα, ο εναγόμενος, εμμένοντας στον ισχυρισμό ότι το προαναφερόμενο εργαστήριο λειτουργούσε παράνομα και δημιουργούσε οχλήσεις, υπέβαλε την υπ' αριθ. 810/10-4-1996 προσφυγή του στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής καθώς και τις από 21-5-1996 και 5-6-1996 συμπληρωματικές προσφυγές του, με τις οποίες, μεταξύ των άλλων, ισχυριζόταν ότι σε αυτό (εργαστήριο) υπήρχαν παράνομα μηχανήματα, ότι λειτουργούσε χυτήριο που είχε χαρακτηρισθεί παράνομο από την αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Βιομηχανίας και ότι η όλη επιχείρηση ήταν παράνομη και ως εκ τούτου έπρεπε να διακοπούν οι εργασίες της και να αφαιρεθεί η άδεια λειτουργίας της.

Η προσφυγή αυτή απερρίφθη με την υπ1 αριθ. πρωτ.1289.../7-6-1996 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, η οποία, μεταξύ των άλλων αναφέρει επικαλούμενη σωρεία δημοσίων εγγράφων ότι η λειτουργία του εν λόγω εργαστηρίου είναι καθ’ όλα νόμιμη, και ότι η διαφοροποίηση του μηχανολογικού εξοπλισμού από τον αρχικό δεν συνιστά παράβαση γιατί σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 Π.Δ/τος 84/1984 τα επαγγελματικά εργαστήρια που ιδρύονται σε εφαρμογή του, μπορούν να εκσυγχρονίζονται υπό τον όρο ότι η συνολική κινητήρια δύναμη δεν θα υπερβαίνει τους 15 (HP) ίππους και τα 50 (KW) κιλοβάτ.

Η προαναφερθείσα απόφαση κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο τον Ιούνιο του έτους 1996, το Νοέμβριο δε του ίδιου έτους η δεύτερη ενάγουσα με την υπ’ αριθμ. AM 12893/ 1-11-1996 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, αθωώθηκε της κατηγορίας ότι είχε θέσει σε λειτουργία στο παραπάνω εργαστήριο της μηχανήματα ισχύος άνω των 15 HP (ίππων), χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αρχής, ύστερα από μήνυση που είχε υποβάλλει εναντίον της ο εναγόμενος στις 22-9-1993, ο οποίος ως μηνυτής που κατέθεσε στη δίκη εκείνη, έλαβε αμέσως γνώση του αποτελέσματος της κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Στη δίκη αυτή, εκτός άλλων μαρτύρων, κατέθεσαν για την υπόθεση ως μάρτυρες οι : Ν. Κ., Διευθυντής του Υπουργείου Ανάπτυξης, Γ. Α., Διευθυντής Δ/νσης Βιομηχανίας, Π. Τ., αστυνομικός, και Δ. Κ., Ελεγκτής του σώματος ελεγκτών δημόσιας διοίκησης. Παρ’ όλα αυτά όμως, αν και οι ενάγουσες είχαν δικαιωθεί τόσο από τους ελέγχους και αυτοψίες των αρμόδιων οργάνων της διοίκησης, όσο και από τα ποινικά δικαστήρια ως προαναφέρθηκε, σχετικά με τη λειτουργία του εργαστηρίου τους ο εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά την από 27-1-1997 μήνυση του εναντίον των τεσσάρων ως άνω μαρτύρων, αλλά και της δεύτερης ενάγουσας σχετικά με όσα κατέθεσαν αυτοί στην ως άνω ποινική δίκη (κατά την οποία αθωώθηκε η β’ ενάγουσα ως προαναφέρθηκε).

Κατά των τεσσάρων μαρτύρων ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα και κατά της δεύτερης ενάγουσας για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Στη μήνυση του αυτή ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ξανά ότι στο εργαστήριο των εναγουσών λειτουργούσαν παράνομα μηχανήματα, που υπερέβαιναν τους όρους άδειας λειτουργίας, και τους όρους του νόμου για υπερβολικό θόρυβο και εξέπεμπαν δυσοσμία.

Τελικά, εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 349/1999 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, σύμφωνα με το οποίο ούτε οι άνω μάρτυρες τέλεσαν το αδίκημα της ψευδορκίας διότι τα γεγονότα που κατέθεσαν στην παραπάνω ποινική δίκη ήταν αληθινά, ούτε η β’ ενάγουσα τέλεσε ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα δεδομένου ότι δεν υφίσταται ηθική αυτουργία σε ανύπαρκτο έγκλημα.

Στη συνέχεια, με την... 7857/ Ζ558/99/25.6.99 απόφαση Νομάρχη Πειραιά...αποφασίστηκε η ανάκληση της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για το εργαστήριο χρυσοχοΐας των εναγουσών, λόγω μη προσκομιδής των στοιχείων που ζητήθηκαν από την αρμόδια Υπηρεσία, προκειμένου να εξεταστούν τα καταγγελλόμενα τότε από τον εναγόμενο.

Κατά της απόφασης αυτής προσέφυγαν οι ενάγουσες, επί της προσφυγής τους δε αυτής, εκδόθηκε η... 45726/ 19-11-1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής με την οποία έγινε τούτη δεκτή. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε την 2/12/1999 και στον εναγόμενο, ο τελευταίος δε, αμέσως μετά ... υπέβαλε την.... 13847/7183/16.12.1999 προσφυγή του ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων με την οποία ζητούσε την ακύρωση της ως άνω 45726/ 19-11-1999 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, με την οποία δικαιώνονταν οι ενάγουσες ως προαναφέρθηκε, σχετικά...

με το ίδιο θέμα της εν γένει λειτουργίας του παραπάνω εργαστηρίου τους. Με την προσφυγή του αυτή ο εναγόμενος πάλι ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι το εργαστήριο των εναγουσών δεν έχει άδεια λειτουργίας, ότι και αν ακόμη υπάρχει άδεια, αυτή είναι παράνομη, ότι στο εργαστήριο λειτουργούν 34 μηχανήματα 26 HP (ίππων), δηλαδή μεγαλύτερης ισχύος της προβλεπόμενης και κατά παράβαση του ΠΔ 84/84 και ότι το εργαστήριο στερείται οικοδομικής άδειας και τα μηχανήματα που υπάρχουν μέσα σ1 αυτό εκπέμπουν θόρυβο, δυσοσμία και δονήσεις.

Επί της προσφυγής αυτής δεν εκδόθηκε απόφαση εντός των νομίμων χρονικών ορίων, με αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή σιωπηρώς απορριφθείσα. Πρόδηλον καθίσταται ότι από τις προαναφερόμενες πράξεις του εναγομένου, η δεύτερη ενάγουσα, ως νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης αλλά και ατομικά ως επαγγελματίας με δραστηριότητα στο αντικείμενο της αργυροχρυσοχοΐας, προσεβλήθη στην προσωπικότητα, την τιμή και την υπόληψη της διότι διασύρθηκε επανειλημμένως ενώπιον των διοικητικών και δικαστικών αρχών ως κατηγορουμένη για άσκηση παράνομης επαγγελματικής δραστηριότητας (δραστηριότητα που με αλλεπάλληλες διοικητικές αποφάσεις και με δικαστική απόφαση κρίθηκε καθόλα νόμιμη) και έτσι κατέστη ύποπτη στον επαγγελματικό της χώρο αλλά και στον κοινωνικό της περίγυρο ότι μετέρχεται ανέντιμες και παράνομες μεθόδους στην άσκηση του επαγγέλματος της και εντεύθεν προκλήθηκε σε αυτή ηθική βλάβη.

Η προσβολή αυτή της δεύτερης ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου ήταν υπαίτια γιατί ο εναγόμενος, τουλάχιστον από το έτος 1996, που του κοινοποιήθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, γνώριζε και πάντως ώφειλε εκ των πραγμάτων να γνωρίζει, ως μέσος συνετός και επιμελής άνθρωπος, ότι οι καταγγελίες του ήταν αβάσιμες και ότι τα σε αυτές αναφερόμενα, ακόμα κι αν τούτος είχε την πεποίθηση ότι ήταν αληθή, (πεποίθηση που σημειωτέον, δεν εδραζόταν πουθενά εφόσον όλα τα περιστατικά που ανέφερε στις καταγγελίες του είχαν γίνει αντικείμενο ελέγχου των αρμοδίων οργάνων και δεν είχαν επαληθευτεί), ήταν ικανά και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της δεύτερης ενάγουσας και να προσβάλουν την προσωπικότητα της ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου...

Η ανωτέρω προσβολή ήταν παράνομη υπό την έννοια ότι έγινε μεν κατά την άσκηση δικαιώματος εκ μέρους του εναγομένου (του δικαιώματος του στην ακώλυτη χρήση της κατοικίας του), όμως, μετά τις προαναφερόμενες διοικητικές και δικαστικές αποφάσεις που έκριναν νόμιμη τη λειτουργία του εν λόγω εργαστηρίου, η εμμονή του εναγομένου στους ανωτέρω ισχυρισμούς του, προσέδωσε καταχρηστικό χαρακτήρα στην άσκηση του ρηθέντος δικαιώματος γιατί η άσκηση αυτή έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης.

Μετά την εκ μέρους του εναγομένου υποβολή της ρηθείσης από 27-1-1997 μηνύσεως κατά της δεύτερης ενάγουσας και των μαρτύρων -δημοσίων υπαλλήλων - που κατέθεσαν στην ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς δίκη κατά την οποία εξεδόθη η αθωωτική για τη δεύτερη ενάγουσα υπ1 αριθ. AM 12893/96 απόφαση, ο εκ των μηνυθέντων μαρτύρων Ν.

Κ. και η δεύτερη ενάγουσα υπέβαλαν μηνύσεις κατά του εναγομένου. Κατ’ αυτού ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση κατ1 εξακολούθηση με βάση την πρώτη εκ των άνω μηνύσεων και για ψευδορκία μάρτυρα και ψευδή καταμήνυση (σε βάρος της δεύτερης ενάγουσας) με βάση τη δεύτερη εκ των ως άνω μηνύσεων.

Ο εναγόμενος με την 19/ 12-1-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς απηλλάγη αμετακλήτως από την κατηγορία της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ’ εξακολούθηση, σε βάρος των υπαλλήλων που είχαν καταθέσει ως μάρτυρες στην προαναφερόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς δίκη, με την αιτιολογία ότι ναι μεν η από 27-1-1997 έγκληση του είχε ψευδές περιεχόμενο, όμως αυτός ... "τελούσε σε δικαιολογημένη άγνοια της αναληθείας αυτού, με την έννοια ότι πίστευε καλόπιστα στην αλήθεια των αποδιδόμενων στους εγκαλούντες αιτιάσεων του...

Στην ενέργεια αυτή προέβη προς διαφύλαξη του δικαιώματος ακώλυτης χρήσεως της οικίας του...". Όμως, όπως προαναφέρεται, σε επανειλημμένους και ενδελεχείς ελέγχους που έγιναν ...η λειτουργία του εργαστηρίου κρίθηκε νόμιμη και από κανένα στοιχείο δεν δικαιολογείται η εμμονή του εναγομένου στις καταγγελίες του.

Περαιτέρω, με το 1602/ 2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, η εναντίον του εναγομένου ποινική δίωξη, που ασκήθηκε μετά από την προαναφερόμενη μήνυση της δεύτερης ενάγουσας, για την ψευδορκία μάρτυρα, κηρύχθηκε απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι για την πράξη αυτή είχε ήδη παραπεμφθεί ο εναγόμενος σε δίκη (κατά των προαναφερόμενων δημοσίων υπαλλήλων).

Με το ίδιο βούλευμα κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει σε βάρος του εναγομένου κατηγορία για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος της μηνύτριας-δεύτερης ενάγουσας, με την αιτιολογία ότι με την από 27-1-1997 μήνυση του δεν είχε εγκαλέσει αυτός τη μηνύτρια για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ότι η αντίστοιχη ποινική δίωξη εναντίον της είχε ασκηθεί εκ παραδρομής και κατά κακή εφαρμογή του νόμου.

Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει απαλλαγεί αμετακλήτως από τις προαναφερόμενες εναντίον του κατηγορίες ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκειμένη δίκη, προεχόντως διότι, κατ’ άρθρο 321 ΚΠολΔ, στην πολιτική δίκη δεν παράγεται δεδικασμένο από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ εξάλλου τα περιστατικά που κρίθηκαν στις ανωτέρω ποινικές διαδικασίες δεν ταυτίζονται απολύτως με τα περιστατικά που κρίνονται στην προκειμένη πολιτική δίκη.

Τέλος, το γεγονός ότι μετά από καταγγελία του εναγομένου, η Ανεξάρτητη Αρχή "Συνήγορος του Πολίτη", με το 156/2000 πόρισμα της, διαπίστωσε, στην περίπτωση της λειτουργίας του εν λόγω εργαστηρίου, την ύπαρξη φαινομένων κακοδιοίκησης και πρότεινε τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι με τις προαναφερόμενες πράξεις του ο εναγόμενος προσέβαλε την προσωπικότητα της δεύτερης ενάγουσας, διότι οποιοδήποτε φαινόμενο κακοδιοίκησης δεν δύναται να προκληθεί από τους διοικούμενους ή να καταλογισθεί σε αυτούς αλλά προκαλείται από τα όργανα και τις αρχές που ασκούν δημόσια διοίκηση κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ιδιότητα που προφανώς δεν έχει η δεύτερη ενάγουσα.....".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη. Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του Α.Κ.

και δεν "στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικες διατυπώσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση, ως εκ του προπαρατεθέντος περιεχομένου της προκύπτει, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της εναγούσης και προσέβαλαν την προσωπικότητα αυτής, καθόσον προκάλεσαν τον επανειλημμένο διασυρμό της ενώπιον του διοικητικών και δικαστικών αρχών για άσκηση παράνομης επαγγελματικής δραστηριότητας και την κατέστησαν ύποπτη στον επαγγελματικό και κοινωνικό της περίγυρο ότι μετέρχεται παράνομες και ανέντιμες μεθόδους κατά την άσκηση του επαγγέλματος της.

Η προσβολή δε αυτή, κατά την απόφαση, οφείλεται σε προφανή υπέρβαση του δικαιώματος του εναγομένου για ακώλυτη χρήση της οικίας του και συνεπώς είναι παράνομη, αλλά και υπαίτια , αφού ο εναγόμενος εγνώριζε και σε κάθε περίπτωση ώφειλε να γνωρίζει ότι οι καταγγελίες του σε βάρος της ενάγουσας ήταν αβάσιμες.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αντιστοίχως τυγχάνουν αβάσιμοι. Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων και με αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι έλαβε χώρα παράνομη προσβολή της προσωπικότητος της αναιρεσιβλήτου και ότι η τελευταία δικαιούται κατόπιν αυτού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Τούτο δε διότι ο ίδιος, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, έχει απαλλαγεί αμετακλήτως των προσβλητικών της προσωπικότητας της αναιρεσιβλήτου αντιστοίχων αξιοποίνων πράξεων, ενώ οι λοιπές προσβλητικές πράξεις που μνημονεύονται στην απόφαση ανάγονται στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1987-1993 και ως εκ τούτου λόγω της παραγραφής τους, με την παρέλευση πενταετίας, δεν μπορούν να θεμελιώσουν το αγωγικό δικαίωμα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως.

Οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι, η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν αποτελεί δεδικασμένο για την προκειμένη πολιτική δίκη και δεν επηρεάζει την έκβαση αυτής, πολύ δε περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση που οι ποινικές αποφάσεις αφορούν μέρος μόνον των περισσοτέρων πράξεων, οι οποίες κατά την προσβαλλομένη απόφαση προσέβαλαν την προσωπικότητα της αναιρεσιβλήτου.

Εξάλλου ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι οι πράξεις αυτές, ως εκ του χρόνου τελέσεως τους δεν θεμελιώνουν την επίδικη αξίωση λόγω συμπληρώσεως πενταετούς παραγραφής τυγχάνει μη νόμιμος, αφού το μεν δικαίωμα στην προσωπικότητα είναι απαράγραπτο ως απόλυτο, οι δε εξ αυτού πηγάζουσες αξιώσεις, όπως και η επίδικη, υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, η οποία εν προκειμένω δεν συντρέχει (Α.Π. 647/2011).

Επομένως το Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι η προδιαληφθείσα απαλλαγή του αναιρεσείοντος, όπως επίσης και το πόρισμα της Ανεξαρτήτου Αρχής "Συνήγορος του Πολίτη", περί διενεργείας, μετά από καταγγελία του αναιρεσείοντος, ενόρκου διοικητικής εξετάσεως για διαπίστωση φαινομένων κακοδιοικήσεως σχετικά με την λειτουργία του εργαστηρίου της αναιρεσιβλήτου, δεν αναιρούν την κρίση του ότι με τις αναφερόμενες στην απόφαση του πράξεις του αναιρεσείοντος προσεβλήθη η προσωπικότητα της αναιρεσιβλήτου, δεν διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στην απόφαση του και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προειρημένες ουσιαστικές διατάξεις.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που ο αναιρεσείων επεκαλέσθη και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό του ότι δικαιούχος της ενδίκου απαιτήσεως είναι η πρώτη ενάγουσα, ομόρρυθμη Ομόρρυθμος εταιρεία με την επωνυμία "Σ.

Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία και μόνο νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγή), ενώ η αναιρεσίβλητη ως μέλος της εν λόγω εταιρείας απαραδέκτως προέβη στην άσκηση της ιδίας αγωγής: Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως του, έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσειοντος, με την αιτιολογία ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητο ως εκπρόσωπο της ως είρηται εταιρείας της οποίας είναι μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος, αλλά και ατομικώς και ως τοιαύτη υπέστη από τις πράξεις του αναιρεσειοντος προσβολή στην προσωπικότητα της και δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο δημοσίου εγγράφου και δη του υπ’ αριθμ. 156/2000 πορίσματος της Ανεξαρτήτου Αρχής "Συνήγορος του Πολίτη", που εξεδόθη μετά από καταγγελία του και διεπίστωσε παρανομίες των αρμοδίων υπηρεσιών ως προς την χορήγηση της αδείας λειτουργίας του εργαστηρίου της αναιρεσιβλήτου, με το να δεχθεί ότι το πόρισμα αυτό "...δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι με τις προαναφερόμενες πράξεις του ο εναγόμενος προσέβαλε την προσωπικότητα της δεύτερης ενάγουσας, διότι οποιοδήποτε φαινόμενο κακοδιοίκησης δεν δύναται να προκληθεί από τους διοικουμένους ή να καταλογισθεί σ’ αυτούς, αλλά προκαλείται από τα όργανα και τις αρχές που ασκούν δημόσια διοίκηση κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ιδιότητα που προφανώς δεν έχει η ενάγουσα".

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως από το περιεχομενό του και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, το Εφετείο δεν παρεμόρφωσε, το συγκεκριμένο έγγραφο, αλλά απέδωσε σ’ αυτό νόημα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό καθόσον αφορά το αποδεικτέο θέμα, ο αναιρεσείων, ο οποίος έτσι πλήττει απαραδέκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., την κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το επίμαχο έγγραφο.

Κατ’ ακολουθίαν, η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλήτης όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2013 αίτηση του Γ. Ι. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.57/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ