Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling common sense dictates factual possession outweighs theoretical agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the lower court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the appellate court erred by failing to recognize ownership based on factual possession and common sense, rather than relying solely on written agreements. The court rejected this, holding that for possession and usucapion, only actual conduct matters, not theoretical agreements, and the lower court correctly applied this principle.
Legislator headnote
AI generatedArt. 974, 1045, 1051, 559 of the Civil Procedure Code; Possession is established by physical control with intent of owner, and usucapion depends on actual factual state rather than theoretical agreements or negotiated terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 726 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 726/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Στεφανάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Ψ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μαυρουδή Βορίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-6-2008 αίτησή τους και με τους από 19-10-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 16-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης, καθώς και το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο, προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει, χωρίς καμιά αιτιολογία, ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί κτήσης ίδιας συγκυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου τους, συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα ΒΒ στο επίδικο αγροτεμάχιο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, καθώς και των λοιπών συγγενών "της ρίζας ΑΑ", δηλαδή, των ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, αντίστοιχα, με έκτακτη χρησικτησία, συνιστάμενο, ειδικότερα, στο ότι μετά την άτυπη διανομή του μεγαλύτερου, στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας Κοζάνης, κοινού των απώτερων δικαιοπαρόχων τους, αγροτεμαχίου, εμβαδού δέκα πέντε στρεμμάτων, που υλοποιήθηκε το έτος 1945, από την οποία προήλθαν δύο μερικότερα αγροτεμάχια, εμβαδού έξι (6) περίπου στρεμμάτων (και κατά μεταγενέστερη εμβαδομέτρηση, 59.85,25 τετρ.
μέτρων) και εννέα (9) στρεμμάτων (και κατά νεώτερη καταμέτρηση 8.790,08 (ή 8.794) τετρ. μέτρων): "...οι συγγενείς της κάθε ρίζας ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως τη νομή και κατοχή και μάλιστα με διάνοια κυρίου στο τμήμα του αγροτεμαχίου που έλαβαν μετά την άτυπη μεταξύ τους διανομή, δηλαδή οι συγγενείς της ρίζας ΣΤ (ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ) ασκούσαν με διάνοια κυρίου νομή και κατοχή επί του αγροτεμαχίου εμβαδού 6 περίπου στρεμμάτων, ενώ αντίστοιχα οι συγγενείς της ρίζας ΑΑ (ΓΓ, ΔΔ, ΒΒ και ΕΕ) ασκούσαν αρχικώς οι ίδιοι ατομικώς και μετά το θάνατό τους οι κληρονόμοι τους, με διάνοια κυρίου τη νομή και κατοχή κατ' ισομοιρία, δηλαδή σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στο αγροτεμάχιο εμβαδού 9 περίπου στρεμμάτων (επιδίκου).
Ειδικότερα οι συγγενείς της ρίζας ΑΑ από την άτυπη διανομή του έτους 1945 μέχρι και τουλάχιστον το έτος 1990 με διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεως εξεμίσθωναν τον επίδικο αγρό στον ..., ο οποίος το καλλιεργούσε και κατέβαλε μίσθωμα στους εκμισθωτές του (κατ' αναλογία του ιδανικού μεριδίου του καθενός)", παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της και στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθ. .../1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κοζάνης Φωτίου Τσικρίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι Α. 1. ΔΔ, 2. ΒΒ (δικαιοπάροχος των εναγουσών), 3. ΕΕ, 4. ΓΓ, 5. ΗΗ, 6. ΣΤ και 7. ΖΖ και Β.1. ΘΘ, 2. ΚΚ και 3. ΛΛ, διένειμαν τα ακίνητα που περιγράφονται σ' αυτό, τα οποία ανήκαν στην εξ αδιαιρέτου κυριότητά τους.
Όπως προκύπτει από το εν λόγω διανεμητήριο συμβόλαιο, τα ακίνητα που περιγράφονται σ' αυτό περιήλθαν στους προαναφερόμενους, ως εξής: Στους υπό στοιχείο Α συμβαλλόμενους, αρχικώς από κληρονομιά του πατέρα και παππού τους ΩΩ, που πέθανε χωρίς να συντάξει διαθήκη το 1895, έπειτα, από κληρονομιά της θυγατέρας αυτού ΑΑ, που πέθανε χωρίς διαθήκη το 1919, έπειτα, από κληρονομιά του υιού του ΜΜ, που πέθανε χωρίς διαθήκη το 1939, και έπειτα, από κληρονομιά του υιού του ΝΝ, που πέθανε το 1942, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1-6-1942 διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Α.
Χαλκιά και δημοσιεύθηκε νόμιμα. Στους δε υπό στοιχείο Β συμβαλλόμενους, στο μεν ΘΘ λόγω προίκας από την ΞΞ, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1956 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Κοζάνης Εμμ. Γκατζιούρα, που μεταγράφηκε νόμιμα, στο ΚΚ από αγορά από τη μητέρα του ΠΠ, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κοζάνης Φωτίου Τσικρίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα και στη ΛΛ από δωρεά από τη θεία της ΞΞ, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1963 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Κοζάνης Φωτίου Τσικρίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Στη δε δικαιοπάροχο των ανωτέρω, ΞΞ, από κληρονομιά από το σύζυγό της, ΜΜ, που πέθανε το 1939 και στη ΠΠ από κληρονομιά της αδελφής της, ΞΞ, που πέθανε χωρίς διαθήκη, στις 10-1-1965, την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../1965 δήλωσή της, ενώπιον του συμβολαιογράφου Κοζάνης Φωτίου Τσικρίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Από την ως άνω διανομή περιήλθε στη συγκυριότητα των υπό στοιχείο Α συμβαλλομένων και ένας αγρός εκτάσεως εννέα (9) στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "...", ο οποίος συνορεύει ανατολικά με αγρούς ... και ..., βόρεια με αγρό αδελφών ..., δυτικά με δρόμο και νότια με .... Δηλαδή, οι προαναφερόμενοι (υπό στοιχείο Α συμβαλλόμενοι), και συγκεκριμένα οι εξ αίματος συγγενείς του ΜΜ, μεταξύ αυτών ο ΒΒ (σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης ενάγουσας) και ο ΖΖ (σύζυγος της πέμπτης και πατέρας των έκτου και έβδομου εναγομένων), απέκτησαν τον ως άνω αγρό κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Με την υπ' αριθμ. 5/1989 και τη διορθωτική αυτής υπ' αριθμ. 2/1999 πράξεις εφαρμογής του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Κοζάνης, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2887/1999 απόφαση του Νομάρχη Κοζάνης και μεταγράφηκε νόμιμα, τμήμα εμβαδού 5.437,10 τ.μ. του ως άνω αγροτεμαχίου εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο της ...
και στην πολεοδομική ενότητα "...-...". Από το ακίνητο αυτό προέκυψαν δύο αυτοτελή οικόπεδα, α) ένα οικόπεδο που βρίσκεται στο 873 Ο.Τ., εμβαδού 3.287, 94 τ.μ., με αριθμό κτηματογραφήσεως ... και β) ένα οικόπεδο που βρίσκεται στο 903 Ο.Τ., εμβαδού 1.025,93 τ.μ., με αριθμό κτηματογραφήσεως ... . Στη συνέχεια, στις 6-11-1977, πέθανε ο ΒΒ, χωρίς να συντάξει διαθήκη και άφησε ως μοναδικούς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τις ενάγουσες (σύζυγο και θυγατέρα του).
Οι τελευταίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους με την υπ' αριθμ. .../1979 δήλωση τους, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου - Σεβεντικίδου και μεταγράφηκε νόμιμα. Μεταξύ των ακινήτων που περιήλθαν στις ενάγουσες περιλαμβάνονται και 13/100 εξ αδιαιρέτου ποσοστά του παραπάνω ακινήτου, εμβαδού 9.000 τ.μ.
περίπου, το οποίο περιήλθε στο δικαιοπάροχο τους με το πιο πάνω διανεμητήριο συμβόλαιο. Κατόπιν, οι ενάγουσες, με το υπ' αριθμ. .../1997 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Γ. Πάλλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, διόρθωσαν την προηγούμενη δήλωση αποδοχής (.../1979) αναφορικά με το ποσοστό και το εμβαδόν του επιδίκου ακινήτου.
Έτσι αντί του ποσοστού 13/100 εξ αδιαιρέτου ανεγράφη το ορθό 1/7 αδιαιρέτου, το δε εμβαδόν από 9.000 τ.μ. το ορθό 8.794,60 τ.μ. Με το υπ' αριθμ. .../1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κοζάνης Κωνσταντίνου Πήττα, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ΕΕ, πώλησε στις τρίτη και τέταρτη εναγόμενες το 1/7 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της, επί του ως άνω ακινήτου, εμβαδού κατά νεώτερη καταμέτρηση 8.790,08 τ.μ., που περιήλθε σ' αυτήν με το ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο.
Κατόπιν, με το υπ' αριθμ. .../1995 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κοζάνης Άννας Νανοπούλου, οι 1. ΗΗ, 2. ΡΡ-1, 3. ΡΡ-2, 4. ΡΡ-3, 5. ΖΖ-1 (πέμπτη εναγόμενη), 6. ΖΖ-2 (έκτος εναγόμενος) και 7. ΖΖ-3 (έβδομος εναγόμενος), συμφώνησαν να πωλήσουν στους πρώτο και δεύτερο εναγόμενους συνολικά ποσοστό 8/14 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού κατά νεώτερη καταμέτρηση 8.790,08 τ.μ.
Ειδικότερα, α) η πρώτη από αυτούς προσυμφώνησε να πωλήσει ποσοστό 3/14 εξ αδιαιρέτου, β) οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος ποσοστό 2/14 εξ αδιαιρέτου (όλοι μαζί) και γ) η πέμπτη, έκτος και έβδομος ποσοστό 3/14 εξ αδιαιρέτου (όλοι μαζί). Περιήλθε δε σ' αυτούς (πωλητές) ως εξής: Στη ΗΗ, κατά ποσοστό 2/14 (1/7) εξ αδιαιρέτου από την πιο πάνω διανομή, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1966 συμβολαίου και κατά ποσοστό 1/14 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας της, ΣΤ, που πέθανε το 1982, στην οποία ανήκε κατά ποσοστό 2/14 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ιδίου συμβολαίου διανομής.
Στους ΡΡ-1, ΡΡ-2 και ΡΡ-3 κατά ποσοστό 2/14 (1/7) εξ αδιαιρέτου (για όλους μαζί) από την κληρονομιά της μητέρας τους ΓΓ, που πέθανε το 1972 χωρίς διαθήκη, στην οποία περιήλθε με το ως άνω υπ' αριθμ. .../1966 διανεμητήριο συμβόλαιο. Αυτοί αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά της μητέρας τους με την υπ' αριθμ. .../1979 δήλωσή τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου - Σεβεντικίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Και στους ΖΖ-1, ΖΖ-2 και ΖΖ-3 κατά ποσοστό 3/14 εξ αδιαιρέτου (για όλους μαζί) από κληρονομιά του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, ΖΖ, που πέθανε το 1989 χωρίς να συντάξει διαθήκη. Στον τελευταίο περιήλθε κατά ποσοστό 2/14 εξ αδιαιρέτου με το αυτό ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο και κατά ποσοστό 1/14 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας του ΣΤ, που πέθανε το 1982, στην οποία ανήκε κατά ποσοστό 2/14 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ως άνω διανεμητηρίου συμβολαίου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκαν ακόμη και τα παρακάτω. Μετά την ένταξη του επιδίκου ακίνητου στο σχέδιο πόλης, και με το υπ' αριθμ. .../1999 προσύμφωνο διανομής οικοπέδων της συμβολαιογράφου Κοζάνης Ελένης Παπαγεωργίου, οι ενάγουσες (Χ1 και Χ2), η ΣΣ - κληρονόμος εκ διαθήκης της ΤΤ, που πέθανε το 1996, την οποία και αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../1999 δήλωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Ελένης Παπαγεωργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα - και οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι (Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4), προέβησαν στη διανομή των οικοπέδων που προέκυψαν από την ένταξη του επιδίκου στο σχέδιο πόλης.
Με βάση το ως άνω προσύμφωνο διανομής, τα ιδανικά μερίδια στα παραπάνω ακίνητα - οικόπεδα δηλώθηκαν από τους συμβαλλόμενους ως εξής: Οι ενάγουσες ποσοστό 1/7 ή 2/14 εξ αδιαιρέτου, η ΣΣ ποσοστό 1/7 ή 2/14 εξ αδιαιρέτου, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ποσοστό 8/14 εξ αδιαιρέτου και οι τρίτη και τέταρτη εναγόμενες ποσοστό 2/14 εξ αδιαιρέτου, τα οποία περιήλθαν σ1 αυτούς σύμφωνα με τα παραπάνω.
Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγουσών, ότι το επίδικο αγροτεμάχιο, εμβαδού 9 στρεμμάτων και κατά νεώτερη καταμέτρηση 8.790,08 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου συνολικού εμβαδού 15 στρεμμάτων, το οποίο το έτος 1945 διένειμαν ατύπως οι μετά από κληρονομικές διαδοχές εξ αίματος συγγενείς του αρχικού κυρίου, ΩΩ, έτσι ώστε οι μεν ΣΤ, ΖΖ, και ΗΗ να γίνουν αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι διαιρετού τμήματος τούτου, εμβαδού 6 στρεμμάτων, οι δε ΓΓ, ΔΔ, ΒΒ και ΕΕ να γίνουν αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι διαιρετού τμήματος τούτου, εμβαδού 9 στρεμμάτων, δηλαδή του επιδίκου και ότι, παρά το γεγονός ότι από σφάλμα δεν ελήφθη υπόψη η άτυπη διανομή του 1945 στο υπ' αριθμ. .../1966 συμβόλαιο διανομής, του συμβολαιογράφου Κοζάνης Φωτίου Τσικρίκη, οι προαναφερόμενοι συνέχισαν να νέμονται και να κατέχουν τα διαιρετά και αυτοτελή τμήματα του αγροτεμαχίου, όπως αυτά προέκυψαν από τη μεταξύ τους διανομή, με συνέπεια οι τέσσερις τελευταίοι, μεταξύ αυτών και ο ΒΒ (δικαιοπάροχος των εναγουσών) να καταστούν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δεν αποδείχθηκε.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τα παρακάτω: Κατ' αρχή, εάν ήταν αληθινός ο ως άνω ισχυρισμός τους, δηλαδή έγινε άτυπη διανομή το 1945, μεταξύ των εξ αίματος συγγενών του ΩΩ, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο δικαιοπάροχος των εναγουσών ΒΒ, οι τελευταίοι δεν θα προχωρούσαν το 1966, από κοινού με τους δικαιοδόχους της ΞΞ, στη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου διανομής (.../1966), σύμφωνα με το οποίο το επίδικο αγροτεμάχιο περιήλθε στη συγκυριότητα αυτών (εξ αίματος συγγενών του ΩΩ), κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, εφοριακός το επάγγελμα, ήταν ηλικίας 38 ετών το 1945 (γεννήθηκε το 1907) και συνεπώς θα γνώριζε εάν προηγήθηκε η διανομή που επικαλούνται σήμερα οι κληρονόμοι του, και έτσι, θα μπορούσε τόσο αυτός όσο και οι λοιποί συγγενείς του να την επικαλεστούν κατά το χρόνο της ενώπιον του συμβολαιογράφου διανομής, καθόσον με την επικαλούμενη άτυπη διανομή αυτός και οι ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ αποκτούσαν μεγαλύτερο ποσοστό (1/4 εξ αδιαιρέτου), επί του επιδίκου ακινήτου.
Εκτός τούτου, τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, μέχρι το χρόνο του θανάτου του στις 6-11-1977, όσο και οι λοιποί συγγενείς του, ουδέποτε αμφισβήτησαν το ως άνω ποσοστό συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου, όπως διαμορφώθηκε με το ως άνω συμβόλαιο διανομής. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγουσες, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, προχώρησαν το 1979 στην αποδοχή της κληρονομιάς αυτού και το 1997 στη διόρθωση της (πρώτης) δηλώσεως αποδοχής, ως προς το ποσοστό συγκυριότητας, από το εσφαλμένο 13/100 εξ αδιαιρέτου στο ορθό 1/7 εξ αδιαιρέτου, αλλά και το εμβαδόν του, από το εσφαλμένο 9.000 τ.μ.
στο ορθό 8.794 τ.μ. (βλ. τα παραπάνω υπ' αριθμ. .../1979 και .../ 1997 συμβόλαια), χωρίς ποτέ να θέσουν θέμα άτυπης διανομής και διαφορετικών ποσοστών συγκυριότητας. Περαιτέρω, μετά την ένταξη του επιδίκου ακινήτου στο σχέδιο πόλης, οι ίδιες (ενάγουσες), με το παραπάνω προσύμφωνο διανομής ακινήτων (.../1999), συμφώνησαν με τους υπόλοιπους να προχωρήσουν στη διανομή των οικοπέδων που προέκυψαν από την ένταξή του στο σχέδιο πόλης, δηλώνοντας ότι είναι συγκύριες τούτου κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου.
Τέλος, ούτε η ΕΕ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, πώλησε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του επιδίκου στις τρίτη και τέταρτη εναγόμενες (βλ. το υπ' αριθμ. .../1990 συμβόλαιο), ούτε και προαναφερόμενοι εκ προσυμφώνου πωλητές προς τους πρώτο και δεύτερο εναγόμενους (βλ. το υπ' αριθμ. .../1995 προσύμφωνο συμβόλαιο), αμφισβήτησαν μέχρι το χρόνο συντάξεως των εν λόγω συμβολαίων τα ποσοστά τους επί του επίδικου, όπως αυτά διαμορφώθηκαν με βάση τη διανομή του 1966.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, εάν είχε προηγηθεί η επικαλούμενη από τις ενάγουσες άτυπη διανομή του 1945, οι προαναφερόμενοι δεν είχαν λόγο ούτε και έπρεπε να προχωρήσουν στη σύναψη όλων των παραπάνω πράξεων. Επομένως, ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, κατά το χρόνο του θανάτου του (6-11-1977), είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του ποσοστό 1/7 ή 2/14 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου και όχι 1/4 εξ αδιαιρέτου, όπως ισχυρίζονται αυτές με την αγωγή τους.
Οι δε τρεις τελευταίοι εναγόμενοι, κατά το χρόνο συντάξεως του ως άνω προσυμφώνου συμβολαίου, ήσαν συγκύριοι του επιδίκου, κατά τα παραπάνω ποσοστά, ως κληρονόμοι του ΖΖ, όπως και οι ίδιοι δήλωσαν ενώπιον του συμβολαιογράφου, κατά τη σύνταξη του εν λόγω προσύμφωνου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης των τεσσάρων πρώτων εναγομένων κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειουσών, εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή αυτή, την απέρριψε ως προς τους πιο πάνω εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης ίδιας συγκυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών ΒΒ, συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, στο επίδικο αγροτεμάχιο, κατά ποσοστά 1/4 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία κρίνοντας, ειδικότερα, ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, ότι ο δικαιοπάροχος τους είχε νεμηθεί το επίδικο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου γι' αυτό και οι ήδη εξεταζόμενοι λόγοι (αναίρεσης και πρόσθετος, αντίστοιχα), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων και όχι για την ερμηνεία διάταξης ουσιαστικού δικαίου. Η μη προσφυγή, επομένως, στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, προκειμένου περί ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης.
Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, αφού, για την ερμηνεία της, δεν προσέφυγε, όπως όφειλε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠοΛΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμησή του, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί κτήσης της συγκυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου τους ΒΒ στο επίδικο αγροτεμάχιο, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση της συννομής τους, με διάνοια κυρίου, σ' αυτό, από το έτος 1945, οπότε εχώρησε η άτυπη διανομή του μεγαλύτερου αγροτεμαχίου (εμβαδού 15 στρεμμάτων) μεταξύ των συγγενών της "ρίζας ΣΤ" και των συγγενών της "ρίζας ΑΑ" και μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό του (στις 6-11-1977), δηλαδή για χρονικό διάστημα τριάντα δύο (32) ετών, που υλοποιήθηκε με την εκμίσθωσή του από τον ίδιο και από τους λοιπούς συγκυρίους του (της ρίζας ΑΑ), κατά το ανήκον στον καθένα απ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστό, στον καλλιεργητή του, ..., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο, με την παραδοχή, ότι: "Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγουσών ότι το επίδικο αγροτεμάχιο, εμβαδού 9 στρεμμάτων και κατά νεώτερη καταμέτρηση 8.790,08 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου συνολικού εμβαδού 15 στρεμμάτων, το οποίο το έτος 1945 διένειμαν ατύπως οι μετά από κληρονομικές διαδοχές εξ αίματος συγγενείς του αρχικού κυρίου, ΩΩ, έτσι ώστε οι μεν ΣΤ, ΖΖ, και ΗΗ να γίνουν αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι διαιρετού τμήματος τούτου, εμβαδού 6 στρεμμάτων, οι δε ΓΓ, ΔΔ, ΒΒ και ΕΕ να γίνουν αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι διαιρετού τμήματος τούτου, εμβαδού 9 στρεμμάτων, δηλαδή του επιδίκου και ότι, παρά το γεγονός ότι από σφάλμα δεν ελήφθη υπόψη η άτυπη διανομή του 1945 στο υπ' αριθμ. .../1966 συμβόλαιο διανομής, του συμβολαιογράφου Κοζάνης Φωτίου Τσικρίκη, οι προαναφερόμενοι συνέχισαν να νέμονται και να κατέχουν τα διαιρετά και αυτοτελή τμήματα του αγροτεμαχίου, όπως αυτά προέκυψαν από τη μεταξύ τους διανομή, με συνέπεια οι τέσσερις τελευταίοι, μεταξύ αυτών και ο ΒΒ (δικαιοπάροχος των εναγουσών) να καταστούν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δεν αποδείχτηκε", έλαβε υπόψη τον επίμαχο αυτοτελή ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο και κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αναγνωριστικής ιδανικού μεριδίου ακινήτου αγωγής ως προς τους τέσσερις πρώτους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την ένορκη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ..., την οποία επικαλέστηκαν οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι το επίδικο αγροτεμάχιο, εμβαδού 8.790,08 τετρ.
μέτρων, ανήκε στον ΔΔ, απώτερο δικαιοπάροχό τους και πάντως στην οικογένεια ..., η οποία και το καλλιεργούσε. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγινα δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την παραπάνω κατάθεση, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την κατάθεση αυτή, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή της.
Η περιλαμβανόμενη, εξάλλου, στον ίδιο πρόσθετο λόγο επικουρική αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε και δεν στάθμισε την προμνημονευόμενη κατάθεση, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όπως είχε υποχρέωση "από την κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., ρύθμιση του νόμου για τα διδάγματα της κοινής πείρας", είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να προσδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα, ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσω που προσκομίστηκαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, πρόσθετο λόγο μέμφονται οι αναιρεσείουσες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. γιατί το Εφετείο "με το να μην αξιολογήσει τη νομή αποκλειστικώς ως πραγματική κατάσταση, όπως, δηλαδή, τη μορφοποιεί το δίκαιο (άρθρο 974 ΑΚ), όχι, δηλαδή, ως νομική συνέπεια απορρέουσα από πραγματική κατάσταση κατάληψης και άσκησης της φυσικής εξουσίας πράγματος με διάνοια κυρίου, αλλά να μην υπολάβει ως δικαίωμα προκύπτον από την συνομολόγηση των δικαιοπραξιών", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την έννοια, ότι: "Είναι δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι όπως εκτέθηκε η διαπραγμάτευση ζητημάτων νομής και της εξ αυτής έννομης συνέπειας της χρησικτησίας συναρτάται στενότατα - και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας - με την διαμορφούμενη πραγματική κατάσταση.
Και είναι προδήλως δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι η έτσι εκ των πραγμάτων κατάσταση εκτιμάται αυτοτελώς ανεξαρτήτως οιωνδήποτε δικαιοπρακτικών ρυθμίσεων. Και αυτό, υπό την ειδικότερη επισήμανση, ότι για τα ζητήματα της νομής δεν έχει σημασία τι θεωρητικώς συμφωνήθηκε. Αποκλειστική αξία έχει τι ο καθένας κατέλαβε και ενέταξε στην εξουσία του με διάνοια κυρίου.
Με άλλες λέξεις, όχι τι συμφωνήθηκε, αλλά τι πράγματι εκτελέσθηκε και ως μεταβολή επιβλήθηκε στον εξωτερικό κόσμο. Και η ελεγχόμενη αδυναμία της ένδικης απόφασης σημειολογικά αποδίδεται στο κείμενο αυτής με την διαρκή επίκληση του όρου της συγκυριότητας, ενώ ερευνητέο ζήτημα, κατά το αγωγικό δικόγραφο υπήρξε η άτυπη διανομή και η δι' αυτής κτήση της νομής άγουσα δια χρησικτησίας σε κυριότητα.
Η κρίσιμη, όμως, αυτή αλληλουχία τονιζόμενη και με την διαρκή χρήση του όρου της συγκυριότητας εξέφυγε του αντικειμένου της δικαστικής έρευνας". Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα σ' αυτόν ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, χρησιμοποιήθηκαν δε από το Εφετείο προς έμμεση απόδειξη, προς διαπίστωση, δηλαδή, της βασιμότητας πραγματικών γεγονότων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2008 αίτηση της Χ1 κ.ά. για αναίρεση της 216/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, καθώς και τους από 28-9-2009 πρόσθετους λόγους της.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ