Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court properly rejected substantive trust arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding the administration of a testamentary trust. The appellant argued the lower court failed to consider his claim to manage the estate for the trust's benefit, but the court found this argument had been substantively examined and rejected in the original judgment. Consequently, the appeal was deemed unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the intervening parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 95(1) Law 2039/1939; Art. 96(1) Law 2039/1939; Art. 559(8) Civil Procedure Code: An appeal based on the failure to consider a submitted argument is inadmissible if the lower court explicitly examined and rejected the argument on its merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 726 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 726/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., εκτελεστού της διαθήκης της διαθέτιδος ΑΑ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Λασπονίκου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΠΗΛΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Ε.Σ.Ε.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικόπουλο, που ανακάλεσε την από 18/12/2008 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις, 2) Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, υπό την ιδιότητα του εποπτεύοντος τις υπέρ κοινοφελών σκοπών και ιδρυμάτων γενικά, καταλειπόμενες περιουσίες, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευφροσύνη Μπερνικόλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/9/2007 αίτηση του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, την από 4/9/2007 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 4/9/2007 παρέμβαση του δεύτερου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 1617/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/5/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 9/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 95 παρ.1 του α.ν. 2039/1939 "περιουσία διατιθεμένη δια πράξεως εν ζωή ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως προς εκπλήρωσιν εις το διηνεκές ή εφ' ορισμένην διάρκειαν χρόνου κοινωφελούς σκοπού εκ των εν άρθρω 1 του παρόντος, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται δια της συστατικής πράξεως εις φυσικά πρόσωπα (κληρονόμους, κληροδόχους ή εκτελεστάς) ή συνιστώμενα το πρώτον νομικά πρόσωπα ή υφιστάμενα τοιαύτα, οριζομένου όμως κατά την τελευταία περίπτωσιν ιδίου τρόπου διοικήσεως, συνιστά ίδρυμα διοικούμενον κατά τα εν τη συστατική πράξη οριζόμενα".
Κατά δε το άρθρο 96§ 1 του ιδίου νόμου, "παρόμοια περιουσία διατιθέμενη κατά τα εν τω ανωτέρω άρθρω προς εκλήρωσιν ειδικού κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται διά της συστατικής πράξεως εις υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, πάσης φύσεως οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικά πρόσωπα κλπ, άνευ ειδικωτέρου καθορισμού τρόπου διοικήσεως, αποτελεί κεφάλαιον αυτοτελούς διαχειρίσεως διακεκριμένης της λοιπής περιουσίας αυτών".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι όταν κατελείφθηκε περιουσία χάριν κοινωφελούς σκοπού σε υφιστάμενο νομικό πρόσωπο, χωρίς να γίνει καθορισμός ιδιαίτερου τρόπου διοικήσεως αποτελεί αυτή υποτελές ίδρυμα, ήτοι χωριστή ομάδα περιουσίας, την οποία διαχειρίζεται το βεβαρημένο νομικό πρόσωπο και μόνο αν έχει καθοριστεί ιδιαίτερος τρόπος διοικήσεως συνιστάται αυτοτελές ίδρυμα.
Κατά δε το άρθρο 97 του ιδίου Αναγκαστικού Νόμου ή ως άνω περιουσία, εκκαθαρίζεται κατά τα άρθρα 63 επ του νόμου αυτού και υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών (ΑΠ 1542/1998, ΑΠ 807/1991). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 88 του α.ν. 2039/1939, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν.δ. 520/1941, η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ή έργου ανήκει στον αρμόδιο για την εκκαθάριση της κληρονομίας εκτελεστή της διαθήκης, εφόσον τούτο ορίζεται ή προκύπτει σαφώς απ'αυτήν. 'Όταν, όμως, η διαθήκη σιωπά, η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ή έργου ανατίθεται είτε στον εκτελεστή αυτής, με πράξη του Υπουργού των Οικονομικών και του ως εκ του σκοπού αρμοδίου Υπουργού, είτε στο Κράτος, εκτός εάν η περιουσία καταλείπεται σε υφιστάμενο ίδρυμα, οπότε τούτο είναι αρμόδιο για την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς, αφενός μεν ότι η εκτέλεση του ορισθέντος με τη διαθήκη κοινωφελούς σκοπού ανήκει, κατ'αρχήν, στον αρμόδιο για την εκκαθάριση της κληρονομίας εκτελεστή αυτής, και αν η κληρονομία καταλείφθηκε σε υφιστάμενο ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τούτο ορίζεται στη διαθήκη ή προκύπτει σαφώς απ'αυτήν, αφετέρου δε ότι, σε περίπτωση που σιωπά η διαθήκη για τον εκτελεστή του κοινωφελούς σκοπού, εάν μεν η περιουσία καταλείφθηκε σε υφιστάμενο ίδρυμα, τούτο είναι μόνο αρμόδιο για την εκτέλεση αυτού, σε αντίθετη δε περίπτωση η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ανατίθεται με πράξη του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμόδιου ως εκ του σκοπού του Υπουργού, είτε στον εκτελεστή των διατάξεων της διαθήκης είτε στο Κράτος (ΑΠ 598/1997).
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ν. 2039/1939 και οι τροποποιήσαντες αυτόν νόμοι, καθώς και τα εκτελεστικά διατάγματα ρύθμισαν λεπτομερώς τα του θεσμού των εκτελεστών διαθήκης. Γι'αυτό, ειδικά στην περίπτωση εκτελεστή διαθήκης υπέρ κοινωφελών σκοπών, δεν εφαρμόζονται οι ορισμοί του Αστικού Κώδικα, αλλά οι διατάξεις του α.ν. 2039/1939 (άρθρο 63 επ.) όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το ν. 2386/1996 "ρυθμίσεις θεμάτων κληροδοτημάτων, δημοσίων και ανταλλαξίμων κτημάτων και άλλες διατάξεις.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Πάντως, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα περιεχομένου εγγράφου όπως είναι η διαθήκη, δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., από τους αριθμούς 19 και 20.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Έτσι η αντίφαση πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της αποφάσεως, ενώ η αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού μπορεί να συνιστά την ανωτέρω πλημμέλεια μόνο εφόσον έχει την μορφή ανεπαρκούς αιτιολογίας. Εξάλλου για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς, αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεις των αιτιολογιών ποιά επιπλέον στοιχεία πρέπει να διαλαμβάνονται στην απόφαση για να είναι πλήρης η αιτιολογίας της ή σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποιές αιτιολογίες προκύπτει, αντίστοιχα, β) ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθηκσαν τα εξής: " Η αποβιώσασα στις 13-2-2001 στην ... ΑΑ, συνιδρύτρια το έτος 1950 με τον προαποβιώσαντα σύζυγό της ΒΒ της αιτούσας μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΠΗΛΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ε.Σ.Ε), της οποίας αποτελούσε ισόβιο επίτιμο πρόεδρό της (με την από 20-9-1992 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία με τις υπ' αρ. 2332/2001 και 2058/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όρισε τα εξής: " Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ "Εγώ η ΑΑ, κάτοικος ...
και επί της οδού ... αρ. ..., έχουσα σώας τας φρένας και υγιή τον νουν, επιθυμούσα να διαθέσω μετά θάνατον την περιουσίαν μου συντάσσω ιδιοχείρως την διαθήκην μου και διατάσσω τα κατωτέρω. Εκτελεστήν της διαθήκης μου διορίζω τον δικηγόρον Χ, ... ... . ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1 Εγκαθιστώ ως κληρονόμον μου την Ελληνικήν Σπηλαιολογικήν Εταιρείαν εδρεύουσαν επί της οδού ...
αρ. ... 1ος όροφος, μόνον επί των κάτωθι αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών μου, ήτοι α) των οκτώ (8) διαμερισμάτων μου μετά των εις αυτά αναλογούντων ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί των κοινόκτητων μερών της πολυκατοικίας κειμένων, των μεν υπ αριθ. Α2 και Α4 εις τον πρώτον υπέρ το ισόγειον χώρον όροφον, των δε υπ' αριθμ, ΓΙ, Γ2, Γ3, και Γ4 κειμένων εις τον τρίτον (3ον) όροφον, του δε υπ'αριθ.
Ε3 κειμένου εις τον (5ον) πέμπτον όροφον και το μοναδικόν (ρετιρέ) όπερ κείται εις την ταράτσαν της εν ..., επί της οδού ... αρ. ... πολυκατοικίας, προς ίδρυσιν, εκ των 2/3 των εσόδων των ανωτέρω διαμερισμάτων, ... Ιδρύματος-Κληροδοτήματος υποτροφιών. Β) Το εν διαμέρισμα κείμενον εις την παραθαλάσσιαν περιοχήν "..." των ..., εντός της πολυκατοικίας "..." όροφος 2ος αρ. 3 μετά των επίπλων και μουσιακών αναμνηστικών σκευών (εξαιρούνται τα σκεύη οικιακής χρήσεως και ο ρουχισμός).
Τα ακίνητα και όλα όσα αφήνω ως περιουσία στην ΕΣΕ, επιθυμώ να αποτελέσουν τα ίδια αυτά χωρίς την δυνατότητα εκποιήσεως, την βάσιν δια την ίδρυση ενός ιδρύματος εις μνήμην και του ιδρυτού της Σπηλαιολογίας και της ΕΣΕ, εις την Ελλάδα, "με επωνυμίαν " ... ΙΔΡΥΜΑ ".
Σκοπός του ΠΕΤΡΟΧΕΙΛΕΙΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ πρέπει να είναι α) η εξοικονόμησης των απαιτουμένων χρηματικών μέσων και διαδικασιών δια την αποστολήν υποτρόφων διά μεταπανεπιστημιακάς σπουδάς εις την σπηλαιολογίαν. β) Η προσπάθεια να ιδρυθεί έδρα σπηλαιολογίας εις τα Ελληνικά Πανεπιστήμια και να επανδρωθεί με τους αποφοίτους-υποτρόφους του ιδρύματος και γ) και η ενίσχυσις κάθε προσπάθειας δια την ανύψωσιν της σπηλαιολογικής έρευνας και μελέτης.
Η διαδικασία και αι προϋποθέσεις χορηγήσεως της υποτροφίας θα πρέπει να διέπεται από τους κατωτέρω όρους που επιθυμώ να γίνουν σεβαστά.
Πρώτον: Ο υπότροφος δέον να είναι προ της επιλογής του μέλος της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.
Τα 2/3 καθαρών εσόδων της ανωτέρω ομάδος περιουσίας θα καταβάλλονται υπό του εκτελεστού της διαθήκης εντός του Ιανουαρίου εις την ΕΣΕ, η οποία υποχρεούται να δαπανά ταύτα δια την δι υποτροφίας αποστολήν εις το εξωτερικόν Έλληνος ή Ελληνίδος την ιθαγένειαν ή φυλετικήν καταγωγήν, δια σπουδάς διαρκείας ενός τουλάχιστον έτους εις επιστήμην συναφή προς την σπηλαιολογία.
Δεύτερον: Ο υπότροφος θα αναδεικνύεται κατόπιν διαγωνισμού τελουμένου κατά τον εκάστοτε κανονισμόν της ΕΣΕ μεταξύ πτυχιούχων Ελληνικής η αλλοδαπού ανωτάτης Σχολής, συναφούς προς την Σπηλαιολογίαν.
Τρίτον: Ο αναδειχθείς υπότροφος, προτού αναχωρήσει δια τας μεταπτυχιακός σπουδάς της υποτροφίας, πρέπει να υπογράψη σύμβασιν μετά της ΕΣΕ, δυνάμει της οποίας αυτός θα υποχρεούται (επί ποινή αποδόσεως εις την ΕΣΕ, των δαπανών της υποτροφίας του, εις ας υπεβλήθη το ίδρυμα, όπως επί μίαν δεκαετίαν από του πέρατος της υποτροφίας του εις το εξωτερικόν παρέχει τας υπηρεσίας του ως αμίσθου επιστημονικού συνεργάτου προς την ΕΣΕ, διά την εξερεύνησιν και μελέτην των τρόπων της τουριστικής αξιοποιήσεως γνωστών η αγνώστων σπηλαίων της Ελλάδος, κατά τους όρους του εκάστοτε ισχύοντος κανονισμού της ΕΣΕ. Επίσης υποχρεούται να προσκομίσει τίτλον σπουδών διά το χρονικόν διάστημα που εχρηματοδοτήθη.
Τέταρτον: Εάν τα 2/3 των οποίων καθαρών εσόδων του ιδρύματος δεν επαρκούν προς κάλυψιν των όποιων δαπανών της υποτροφίας, τότε η διαφορά καλύπτεται υπό των 2/3 των καθαρών εσόδων του επομένου έτους Πέμπτον: Μετά την ολοκλήρωσιν των σπουδών του α. υποτρόφου θα άρχεται η χρηματοδότησις και εφαρμογή της διαδικασίας επιλογής της επομένης υποτροφίας υπό τους ιδίους αναφερόμενους ανωτέρω όρους.
Έκτον: Εάν δεν υποβληθούν αιτήσεις υποψηφίων επί διετίαν, το καθαρόν ποσοστόν των ετησίων εσόδων του "Ιδρύματος" δέον να κατατίθεται εις Τράπεζαν εντόκως προς μελλοντικήν διάθεσιν δια τον ίδιον πάντοτε αναφερόμενον σκοπόν.
'Εβδομον: Εάν επί διετίαν δεν υποβληθούν αιτήματα υποτροφίας ενδιαφερομένων, η ΕΣΕ θα έχει το δικαίωμα να διαθέτει το 1/2 των ετησίων καθαρών εσόδων του "Ιδρύματος" προς κάλυψιν δαπανών εξερευνήσεων μελέτης τουριστικής αξιοποιήσεως Ελληνικών σπηλαίων, προμηθείας σπηλαιολογικού υλικού, εκπροσωπήσεως της εις Διεθνή Σπηλαιολογικά Συνέδρια και λοιπών αναγκών αυτάς, μόνον αφού και εφόσον έχει επαρκώς γίνει γνωστόν εις τους ενδιαφερομένους δια δημοσιεύσεων επισήμων αναλυτικών ανακοινώσεων εις τον Ημερήσιον τύπον καθώς και τον κλάδον των Πανεπιστημίων της ενώσεως φυσικών, της μαθηματικής εταιρείας και γενικώς και την πινακίδων των ανακοινώσεων των Πανεπιστημίων.
Όγδοον: Το υπόλοιπον (1/2) των καθαρών εσόδων της ανωτέρω ομάδος περιουσίας, θα χρησιμοποιείται υπό της ΕΣΕ υπό τους εξής περιορισμούς και όρους: Α) Ότι ο εκάστοτε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΣΕ θα είναι 'Ελλην αιρετός και Πτυχιούχος Πανεπιστημίου, επιστήμης σχετικής προς την Σπηλαιολογίαν (Μαθηματικής, Φυσικής, Γεωλογίας κ.λ, π. Β) Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΣΕ, τα 8 εις τα 11 τουλάχιστον, δέον να είναι επιστήμονες σχετικών με τας ανάγκας της ΕΣΕ ειδικοτήτων.
Ένατον: Απαγορεύεται εις την κληρονόμον (δηλ) εις την ΕΣΕ η επί σκοπώ ρευστοποιήσεως εκποίησις των ως άνω διαμερισμάτων του ιδρύματος κληροδοτήματος.
Δέκατον: Την εκπλήρωσιν των ως άνω τρόπων και όρων δύναται να απαιτήσει από την ΕΣΕ παν μέλος αυτής, όπως και ο εκτελεστής της Διαθήκης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II ...
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VI Παραχωρώ εις την ΕΣΕ την υπόγειον αποθήκην μου ευρισκομένην εις την επί της οδού ... αριθ. ..., ... πολυκατοικίαν μετά των υπαρχόντων εις αυτήν βιβλίων μου "Σπήλαιον Περάματος Ιωαννίνων" και "τα σπήλαια Δυρού Μάνης Γλυφάδα-Αλιπότρυπα" προς εκποίησιν υπέρ της ΕΣΕ, ως και το δικαίωμα ανατυπώσεως και εκμεταλλεύσεώς των. Τα προκύπτοντα έσοδα θα καλύπτουν τας δαπανάς συντηρήσεως των Γραφείων της.
Όλη η σχετική προς επανεκτύπωσιν ύλη ευρίσκεται εις το Τυπογραφείο-Γραφικές Τέχνες "ΦΩΤΟΛΙΘΟΓΡΑΦΙΚΗ" ... . (Τέρμα οδού ... ... τηλ. ... .
Με την διαθήκην αυτήν επιθυμώ να ακυρωθή κάθε προηγουμένη" .
Από το περιεχόμενο της πιο πάνω διαθήκης συνάγεται μεταξύ άλλων, ότι η διαθέτις εγκατέστησε κληρονόμο της την αιτούσα ΕΣΕ (ήδη πρώτη αναιρεσίβηλτη) σε συγκεκριμένα ακίνητα τα οποία όρισε να είναι διακριτά της υπόλοιπης περιουσίας της και αναπαλλοτρίωτα. Ότι επιθυμία της ήταν να συσταθεί ίδρυμα - κληροδότημα υποτροφιών με ιδία περιουσία συνιστώμενη από τα 2/3 των καθαρών εισοδημάτων (μισθωμάτων) των σε αυτή διαλαμβανομένων οκτώ διαμερισμάτων με -τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σε αυτή.
Ότι υφίσταται αμφιβολία ως προς την αληθή βούλησή της, αναφορικά με τον τρόπο δια του οποίου θέλησε αυτή να επιτύχει τον ταχθέντα σκοπό της και δη δια συστάσεως αυτοτελούς κατ' άρθρο 95§ 1 ΑΝ 2039/1939 ιδρύματος ή υποτελούς (Κεφαλαίου αυτοτελούς διαχειρίσεως) τοιούτου, κατ' άρθρο 96§1 του ιδίου νόμου και την διαχείριση τούτου, αφού δεν προκύπτει σαφώς από τη διαθήκη ότι αυτή ανατέθηκε στον εκτελεστή διαθήκης, μη συναγόμενης ταύτης, ενόψει και των λοιπών τρόπων και όρων αυτής, από μόνη την αναφορά στο κείμενο της (κεφάλαιο 1, όρο πρώτο παράγραφο 2) εκτέλεσης εκ μέρους του πράξης, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητας του ως εκκαθαριστή της κληρονομιάς το στάδιο του οποίου περιλαμβάνει και αναγκαίες διαχειριστικές πράξεις (αρθρ. 63§ 1, 68§3, 69 ΑΝ 2039/1939).
Η αληθής βούληση της διαθέτιδος, ορθώς ερμηνευόμενη (ΑΚ 173), οδηγεί αναντίρρητα στην πεποίθηση ότι επιθυμία της ήταν να διατεθεί η άνω περιουσία για τη σύσταση από την αιτούσα κληρονόμο της "κεφαλαίου αυτοτελούς διαχειρίσεως" ήτοι υποτελούς ιδρύματος διαχειριζόμενου από την ίδια, όπως εξάλλου και όλα:
τα κληρονομιαία ακίνητα τα οποία αυτή απεδέχθη συνταχθείσης προς τούτου της σχετικής ... πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αδαμίδη. Εάν η διαθέτις ήθελε τη σύσταση αυτοτελούς ιδρύματος, όπως υποστηρίζει ο κυρίως παρεμβαίνων (ήδη αναιρεσείων) από της υπογραφής της διαθήκης (1992) μέχρι του θανάτου της (2001) είχε τη δυνατότητα να τροποποιήσει αυτή, καθορίζοντας ιδιαίτερο τρόπο διοικήσεώς του και μάλιστα με όρους προτίμησης ως προς τα πρόσωπα και την ειδικότητα των διοικούντων, στοιχεία που διέλαβε στον όγδοο όρο της διαθήκης της.
Εξάλλου, ο ίδιος ο παρεμβαίνων στην από 22-6-2001 επιστολή του προς τους μισθωτές των διαμερισμάτων που κατέλειπε η διαθέτις ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: ..."Τα ακίνητα διαμερίσματα της οδού ..., ..., τα οποία έχουν μισθωθεί σε εσάς βάσει της δημοσιευθείσης διαθήκης, ανήκουν στην ΕΣΕ, η οποία δια μέρους των εσόδων αυτών θα καλύπτει τους σκοπούς του υπό σύσταση ...
Ιδρύματος, το οποίο θα τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της, σε εκτέλεση της επιθυμίας της αείμνηστης ΑΑ ....". Με τον πιο πάνω τρόπο, θα είναι επωφελέστερος, αλλά και δυνατός να πραγματοποιηθεί ο ειδικός σκοπός της διαθέτιδος (κεφαλ. 1 παρ. 4 της διαθήκης) όπως αυτή ήθελε, αφού η λειτουργία αυτοτελούς ιδρύματος θα προκαλούσε δυσανάλογα μεγάλες δαπάνες λειτουργίας, μη συμβατές με την περιουσιακή κατάσταση του υπό σύσταση ιδρύματος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κύρια παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να γίνουν δεκτές η αίτηση και η παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ως βάσιμες και κατ' ουσίας, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι υφίσταται αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση της διαθέτιδος, αναφορικά με τον τρόπο διαχειρίσεως της καταληφθείσας απ'αυτήν υπέρ κοινωφελούς σκοπού περιουσίας και της εκτελέσεως του σκοπού τούτου. 'Ετσι, ερμηνεύοντας το Εφετείο την προαναφερθείσα διαθήκη, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αληθής βούληση της διαθέτιδος ΑΑ είναι να συσταθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη κληρονόμο "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΠΗΛΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΣΕ)" "Κεφάλαιο αυτοτελούς διαχειρίσεως", ήτοι υποτελές ίδρυμα με ιδία περιουσία, συνιστάμενη από το 2/3 των καθαρών εισοδημάτων (μισθωμάτων) των αναφερομένων στη διαθήκη οκτώ διαμερισμάτων, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σ'αυτή τη διοίκηση και διαχείριση του οποίου θα έχει η ίδια η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΠΗΛΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (όπως και όλων των κληρονομιαίων ακινήτων) για την εκτέλεση του προβλεπομένου από τη διαθήκη ειδικού κοινωφελούς σκοπού.
Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα μέρος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, καθόσον έκρινε ότι υφίσταται αμφιβολία ως προς την αληθή βούληση της διαθέτιδος και ύστερα από ερμηνεία της επίδικης διαθήκης της κατέληξε, στην κρίση ότι η αληθής βούληση της διαθέτιδος ήταν η σύσταση από τον πρώτη αναιρεσίβλητη κληρονόμο της υποτελούς ιδρύματος, διαχειριζόμενου από την ίδια και όχι αυτοτελούς ιδρύματος, παρότι η δήλωση βούλησης της διαθέτιδος ήταν σαφής και αυτή ήθελε την σύσταση αυτοτελούς και όχι υποτελούς ιδρύματος, και τον ίδιο (αναιρεσείοντα) συντελεστή της επιθυμίας της αυτής.
Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας και χωρίς να προβάλλεται παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, κατά ένα μέρος, λόγο αναιρέσεως αποδίδει στο Εφετείο αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα του αρμοδίου για την εκτέλεση του ορισθέντος με τη διαθήκη κοινωφελούς σκοπού.
Όμως, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις και, ως εκ τούτου, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, προεχόντως είναι απορριπτέος ως αόριστος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεχόμενο ότι μόνη αρμόδια για την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού είναι η κληρονόμος πρώτη αναιρεσίβλητη και όχι ο αναιρεσείων, το έργο του οποίου ως εκτελεστή της διαθήκης περιορίζεται στον έλεγχο του έργου της πρώτης αναιρεσίβλητης για την εκτέλεση του προαναφερθέντος σκοπού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια (αρ. 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), διότι περιέχει αντιφάσεις μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού υπό την μορφή ανεπάρκειας των αιτιολογιών της. Στον λόγο αυτόν δεν προσδιορίζονται τα ελλείποντα στοιχεία των αιτιολογιών.
Ενόψει αυτού και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη μόνη η προβαλλόμενη αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού δεν θεμελιώνει την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και, επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, ο ίδιος δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο για μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2020 του ΑΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ναι μεν οι διατάξεις του ΑΚ έχουν, επί κοινωφελών ιδρυμάτων, παράλληλη εφαρμογή με τις διατάξεις του ν. 2039/1939 (Ολ.
ΑΠ 1/1999) πλην όμως ειδικά στην περίπτωση εκτελεστή διαθήκης υπέρ κοινωφελών σκοπών, έχει αποκλειστικά εφαρμογή ο ν. 2039/1939 και οι τροποποιήσαντες αυτόν νόμοι, καθώς και τα εκτελεστικά διατάγματα που ρυθμίζουν λεπτομερώς τα του θεσμού των εκτελεστών της διαθήκης.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όμως, αν από την απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που προβλήθηκε εξετάστηκε από το δικαστήριο και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό του ότι βάσει της διαθήκης έχει δικαίωμα ως εκτελεστής αυτής να ασκεί τη διαχείριση της κληρονομιαίας περιουσίας προκειμένου να αποδίδει τα 2/3 των καθαρών εσόδων για τις ανάγκες εκπληρώσεως των όρων της διαθήκης και της βουλήσεως της διαθέτιδος. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, ιδρύουσα τον αναιρετικό λόγο της περ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ως (οντολογικό) περιεχόμενο εγγράφου πόρισμα καταδήλως διάφορο από εκείνο, το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενο του ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ενός πραγματικού γεγονότος, δηλαδή όταν υπήρξε λανθασμένη "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου και επομένως διαγνωστικό και όχι απλώς εκτιμητικό σφάλμα (Ολ. ΑΠ 1/1999).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως μέμφεται το Εφετείο διότι με το να δεχθεί κατόπιν ερμηνείας της διαθήκης ότι η αληθής βούληση της διαθέτιδος ήταν η σύσταση υποτελούς και όχι αυτοτελούς ιδρύματος και να επικαλεστεί για την ενίσχυση της κρίσης του αυτής το περιεχόμενο της από 22-6-2001 επιστολής που απηύθυνε ο ίδιος προς τους μισθωτές των διαμερισμάτων, τα οποία κατέλιπε η ανωτέρω για τη σύσταση του εν λόγω ιδρύματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επιστολής του αυτής. Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ορθώς και με πληρότητα ανέγνωσε το Εφετείο την επίμαχη επιστολή του αναιρεσείντος, αφού έχει καταχωρίσει το περιεχόμενο της ως άνω επιστολής αυτολεξεί στις παραδοχές του και το οποίο μάλιστα συμπίπτει κατά λέξη με εκείνο που εκτίθεται στο αναιρετήριο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1617/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει, λόγω της χωριστής νομικής εκπροσώπησης τους, σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΠΗΛΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και σε τριακόσια πενήντα (350) Ευρώ για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ