Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence and lack of reasoning regarding lost rental income.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding lost rental income. The appellant argued the lower court failed to consider submitted invoices and lacked reasoning for its 30% profit calculation. The court found the lower court's reasoning sufficient and the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)(c) CPolD; Art. 335, 338, 339, 341, 346 CPolD: An appeal for non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's reasoning is clear and sufficient, and the appellant fails to prove the evidence was decisive for the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 726 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 726/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Της ομορρύθμου εταιρείας που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" όπως νόμιμα εκπροσωπείται η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Αποσκίτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, κατ. ..., 2) Χ2, κατ. ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στάθη Λ. Γιώτα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3) Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πεσματζόγλου ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο την μετονομασία της εταιρείας σε "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ AΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ EΤΑΙΡΕΙΑ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 618/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5606/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 28/3/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 2-1-2008 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε τη καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδ γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρία με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που είχε προσκομίσει στη δίκη με νόμιμη επίκληση. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) το 224/30-11-2001 επίσημο θεωρημένο τιμολόγιο, β) το 225/20-12-2001 επίσημο θεωρημένο τιμολόγιο, γ) την 199/20-12-2001 επίσημη θεωρημένη απόδειξη παροχής υπηρεσιών, που έχουν εκδοθεί όλα από τη ...
και αποδεικνύουν τη ζημία της από τις φθορές του αυτοκινήτου της, καθώς και φωτογραφίες που είχε επίσης προσκομίσει με νόμιμη επίκληση. Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης όμως, στην οποία βεβαιώνεται και ότι το δικαστήριο για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη του και "όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται ου διάδικοι", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα.
Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ.- Από το άρθρο 671 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει, ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, και το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία που εφαρμόζεται για τις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα, του άρθρου 340 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ότι δεν προσέδωσε την πρέπουσα αποδεικτική δύναμη στα τιμολόγια και την απόδειξη παροχής υπηρεσιών που αναφέρονται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, τα οποία αποδείκνυαν το ύψος της ζημίας της. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι κατά τη διαδικασία αυτή των διαφορών, για ζημιές από αυτοκίνητο κ.λ.π., που εκδικάσθηκε η υπόθεση, το δικαστήριο συνεκτίμησε ελεύθερα, κατα τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
ΙΙΙ.- Κατά τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος "επιδίκασε" στην πρώτη περίπτωση νοείται υπό ευρεία έννοια, ήτοι εάν το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα που δεν υποβλήθηκε ή περισσότερα από όσα περιελάμβανε το αίτημα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι, κατά την επιδίκαση των κονδυλίων της αγωγής της που αφορούσαν τη ζημία της και αποδεικνύονταν από τα αναφερόμενα στους προηγηθέντες λόγους έγγραφα, περιόρισε αυθαίρετα τα προκύπτοντα από αυτά ποσά, χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα των εναγομένων-εφεσιβλήτων, οι οποίοι απλώς ζήτησαν την προσκομιδή των παραστατικών, στην οποία αυτή προέβη, και έτσι προέβησαν τάχα σε αποδοχή των κονδυλίων.
Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν συνέτρεξε εδώ περίπτωση αποδοχής κάποιου αιτήματος που υποβλήθηκε υπό μορφή ενστάσεως, αλλά πρόκειται για αρνητικούς ισχυρισμούς των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), ενώ στην πραγματικότητα η αναιρεσείουσα, με πρόσχημα την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη για πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).
IV.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Στον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εκθέτει, ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) δεν είχαν παραπονεθεί για το ύψος των κονδυλίων αγοράς ανταλλακτικών και εργασιών επισκευής, ζήτησαν μόνο την προσκομιδή των δικαιολογητικών του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο αίτημα των οποίων ανταποκρίθηκε αυτή και άρα υπήρξε απόλυτη αποδοχή για τα ανωτέρω κονδύλια, έτσι ώστε το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ανωτέρω δεν μπορούν να ιδρύσουν τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, αφού δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν πράγματι επιχειρήματα που αντλεί η αναιρεσείουσα από την εκτιθέμενη συμπεριφορά (αρνητική των αγωγικών αιτημάτων κυρίως) των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, ο λόγος, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
V.- Σύμφωνα με το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ.
ΚΠολΔ (σχ. ΑΠ 122/2006). Εξάλλου κατά τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί άφησε τάχα αίτησή της αδίκαστη και συγκεκριμένα άφησε αδίκαστο τον τρίτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση επειδή είχε υποπέσει σε αριθμητικό λογιστικό λάθος κατά τον υπολογισμό του εκ ποσοστού 30% καθαρού κέρδους της από την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου της (30% των 11.856.000 δρχ είναι 3.556.800 δρχ και όχι 2.808.000 δρχ που δέχθηκε το εφετείο).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το εφετείο εξέτασε το λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας που αφορούσε το ύψος του κονδυλίου που αναφερόταν στη ζημία της από την απώλεια εισοδήματος από την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου και τον απέρριψε κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει, ότι με τον επικαλούμενο αυτό (τρίτο) λόγο έφεσης η αναιρεσείουσα προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση μόνο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τον υπολογισμό του ποσοστού καθαρού κέρδους, ισχυριζόμενη ότι ήταν τουλάχιστον 60% και όχι 30% που εσφαλμένα και αναπόδεικτα το εφετείο στηριζόμενο "σε μαρτυρία συγγενή" των αναιρεσιβλήτων και δεν ανέφερε τίποτε για ύπαρξη λογιστικού λάθους, το οποίο εντοπίζει για πρώτη φορά με το λόγο αναίρεση.
Με αυτά τα δεδομένα η αναιρεσιβαλλομένη δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ο δε αντίθετος πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
VI.- Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το αναφερόμενο στον πέμπτο λόγο της αναίρεσης λογιστικό λάθος της προσβαλλόμενης απόφασης, προσάπτει σ' αυτήν τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, γιατί δεν έλαβε υπόψη της (αγνόησε εντελώς) τον τρίτο λόγο της έφεσης που αφορούσε τη ζημία της από την απώλεια εισοδήματος από την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου. Ο λόγος είναι αβάσιμος για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στον προηγούμενο λόγο, αφού το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε κατ' ουσίαν τον τρίτο λόγο της έφεσης, το δε λογιστικό λάθος μόνο του δεν μπορεί να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, αλλά προϋποθέσεις για διόρθωση της απόφασης, κατά τη διαδικασία των άρθρων 315 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 122/2006).
VII.- Ο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί, ενώ δέχεται στο αιτιολογικό της ότι το καθαρό της κέρδος "επί των ακαθάριστων εσόδων είναι 30% ..., υποπίπτοντας σε μαθηματικό λάθος, αφού το 30% επί των ακαθάριστων εσόδων 11.856.000 δρχ. είναι το ποσό των 3.556.800 δρχ και όχι το ποσό των 2.808.000 δρχ", προσδιορίζει τελικά στο διατακτικό, ύστερα από αντιφατικές διατάξεις και ανεπαρκείς αιτιολογίες, τη ζημία της στο λανθασμένο αυτό ποσό. Με βάση τα όσα παραπάνω έχουν αναφερθεί, οι επικαλούμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέες προεχόντως ως απαράδεκτες και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμες.
VIII.- Κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια κατά την εκτίμηση του ύψους της θετικής ζημίας της από τις φθορές του αυτοκινήτου.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "χωρίς καμία αιτιολογία και χωρίς καμία αναφορά στα αποδεικτικά μέσα ή στοιχεία, χωρίς να προταθεί από τους νυν αναιρεσίβλητους, και χωρίς να προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο, αντίθετα το ακριβές ποσό αποκατάστασης της ζημίας μου προκύπτει από τα δικαιολογητικά του ΚΦΣ στοιχεία, ήτοι από μη αμφισβητούμενα από κανένα και από προσκομιζόμενα με νόμιμη επίκληση από εμένα έγγραφα, περιόρισε ουσιωδώς και παντελώς αυθαιρέτως τα κονδύλια αγοράς ανταλλακτικών και εργασιών επισκευής στο αναιτιολόγητο, μη προκύπτον από πουθενά, χωρίς μάλιστα παράπονο ή ένσταση των αντιδίκων, ποσό των 7.000.000 δρχ" και έτσι στερείται νόμιμης βάσης, αφού δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία κατά τη μη επιδίκαση και την αυθαίρετη μείωση των αποδεδειγμένων κονδυλίων για αγορά ανταλλακτικών και εργασιών επισκευής από τα αναφερόμενα τιμολόγια.
Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, ποιές από τις υπάρχουσες αιτιολογίες της απόφασης είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ούτε προσδιορίζεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με πρόσχημα την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, στην πραγματικότητα πλήττεται την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).
ΙΧ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων και δικονομική ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους.
Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Εξάλλου, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στη προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με το κρίσιμο θέμα της αποθετικής ζημίας της αναιρεσείουσας από τη μη εκμετάλλευση του αυτοκινήτου της: "Κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, η ενάγουσα εταιρεία είχε εκμισθώσει το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο στην εταιρεία "...
ΕΠΕ", ... αντί μισθώματος 9.500 δρχ ανά ώρα εργασίας, με κατώτατο όριο απασχόλησης 12 ώρες ημερησίως, επί εξ (6) ημέρες εβδομαδιαίως. Ο εργολάβος-μισθωτής εβαρύνετο, σύμφωνα με τη σύμβαση μισθώσεως, με τα καύσιμα του αυτοκινήτου, ενώ όλες οι άλλες επιβαρύνσεις, ..., δηλαδή αμοιβή του χειριστή-οδηγού,, συντήρηση αυτοκινήτου-λιπαντικά, ανταλλακτικά- εβάρυναν την ενάγουσα-εκμισθώτρια και συμπεριλαμβάνονταν στο ως άνω ποσό του μισθώματος, μαζί με την αποζημίωση της ενάγουσας, ως υπεργολάβου.
Το εν λόγω φορτηγό αυτοκίνητο παρέμεινε στο συνεργείο, προς επισκευή, επί χρονικό διάστημα 104 ημερών. Κατά το διάστημα αυτό, η ενάγουσα θα είχε ακαθάριστα έσοδα, εκ συνολικού ποσού 11.856.000 δρχ., εξ αυτού δε ποσοστό 30% αποτελεί το καθαρό κέρδος αυτής, δηλαδή ποσό 2.880.000 δρχ., ποσό, το οποίο απώλεσε και το οποίο, άλλως, μετά πιθανότητος θα αποκέρδαινε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα".
Με τον ένατο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί στερείται νόμιμης βάσης, επειδή δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία πως καταλήγει στην κρίση ότι το καθαρό κέρδος ανέρχεται σε ποσοστό 30%, και χωρίς να αναφέρει αποδεικτικό στοιχείο ή περιστατικό που οδήγησε στην κρίση της αυτή, η οποία είναι αυθαίρετη, λογικά ανακόλουθη και εντελώς αναιτιολόγητη.
Όμως η κρίση αυτή του Εφετείου, ειδικά ως προς τρόπο υπολογισμού και το ύψος της αποθετικής ζημίας της αναιρεσείουσας, δεν είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεκτική αναιρετικού ελέγχου. Εξάλλου η αναιρεσιβαλλομένη έχει αιτιολογίες που είναι σαφείς, επαρκείς και δικαιολογούν το σαφές πόρισμα στο οποίο κατέληξε, αναφορικά με το άνω κέρδος της αναιρεσείουσας.
Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... και Σια ΟΕ", για αναίρεση της 5606/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για κάθε διάδικο που παραστάθηκε ξεχωριστά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
????????726/2008 - σελ.28