Legislator Case Law & Legislation
726/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for issuing unpaid check, upholding lower court's finding of sufficient reasoning.

Case Number 726/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for issuing an unpaid check, rejecting claims of insufficient reasoning and violation of substantive laws. The lower court found the appellant guilty based on clear evidence that the bank acted as the direct victim's representative, not the check holder, and that the appellant lacked funds at the time of payment. The court ruled that the lower court's decision was fully reasoned, correctly identified the victim as the final holder of the check, and properly applied the relevant statutes without error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 79(1) and 5 of Law 5960/1933; Article 4(1) of Law 2408/1996; Article 118(1) of the Penal Code: The right to prosecute for issuing an unpaid check belongs exclusively to the final holder presenting the check, and a lower court's conviction is valid if it provides specific, detailed reasoning regarding the facts and correct application of the law.

Keywords

AI generated
issuing unpaid check right to prosecute final holder of check insufficient reasoning appeal against conviction bank representative status procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 79(1) of Law 5960/1933
Article 4(1) of Law 2408/1996
Article 118(1) of the Penal Code
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 726 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 726/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη - Εισηγητή, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Λάμπρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκούβα, περί αναιρέσεως της 11425/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.5.2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1035/2005.

Αφού άκουσεΤον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1993 «περί επιταγής», όπως αντικ. με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.

Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπάγγελτα, αλλά μετά την ισχύ (από 4.6.1996) του ν. 2408/1996, με το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α, του οποίου προστέθηκε παρ. 5 στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, με την οποία ορίσθηκε ότι για το προβλεπόμενο από την παρ. 1 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής «η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε».

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δικαιούχος της έγκλησης μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή και όχι οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, καθόσον ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος είναι εκείνος της εμφάνισης της επιταγής και η έγκληση χορηγείται στον παθόντα κομιστή που την εμφανίζει και διαπιστώνεται η αδυναμία ικανοποίησής του, λόγω της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη.

Η λύση αυτή συμπορεύεται με τη γενική διάταξη του άρθρου 118 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι «το δικαίωμα της έγκλησης ανήκει στον άμεσα παθόντα από την αξιόποινη πράξη, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά με ειδική διάταξη». Έτσι στο εν λόγω έγκλημα αμέσως ζημιωθείς, που δικαιούται και αποζημίωση κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, είναι μόνον ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισής της και βεβαίωσης της μη πληρωμής της.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3, 6, 8 και 11 του ν. 5960/1933 και 211 του ΑΚ η δήλωση βούλησης επί της επιταγής μπορεί να γίνει με άμεσο αντιπρόσωπο, ο οποίος επιχειρεί ολόκληρη τη δικαιοπραξία της έκδοσης, οπισθογράφησης, πληρωμής κλπ της επιταγής αντί του αντιπροσωπευόμενου. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει στην πρώτη περίπτωση όταν το δικαστήριο προσδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει και στη δεύτερη περίπτωση όταν δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, δηλαδή, εκτός άλλων, και όταν κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 11425/2005 απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα:

Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, στην Αθήνα στις 30.7.1998, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία «SPOTLIGHT S.A. (AE) Τηλεοπτικές παραγωγές», εξέδωσε σε διαταγή του τις με αριθ. .... και .... τραπεζικές επιταγές, πληρωτέες στην Τράπεζα Κύπρου, ποσού 3.000.000 δρχ. η καθεμιά. Ο μηνυτής, τελευταίος νόμιμος κομιστής των επίδικων επιταγών στις 30.7.1998 πήγε στην Τράπεζα Εργασίας, κατόπιν ρητής (προς την τελευταία) εξουσιοδότησης της πληρώτριας Τράπεζας, προς είσπραξη αυτών (επιταγών) και δεν πληρώθηκε διότι ο κατηγορούμενος δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια (την πληρώτρια Τράπεζα Κύπρου).

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της παράβασης του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 του ν. 5960/1933, όπως η τελευταία παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' του ΠΚ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 του ν. 5960/1933, όπως η τελευταία αυτή διάταξη (της παρ. 5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933) προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ.

α' του ν. 2408/1996, του άρθρου 118 παρ. 1 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6, 8 και 11 του ν. 5960/1933 και το άρθρο 211 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι τελευταίος κομιστής των επίδικων ως άνω ακάλυπτων επιταγών και δικαιούχος εκ τούτου προς υποβολή της σχετικής εγκλήσεως ήταν ο εγκαλών .....

και συνεπώς νομίμως υπέβαλεν αυτός τη σχετική από 20.10.1998 έγκληση κατά του εκδότη των εν λόγω επιταγών αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Επίσης το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι πληρώτρια των επίδικων επιταγών ήταν η Τράπεζα Κύπρου και ότι η Τράπεζα Εργασίας προς την οποία αυτές εμφανίσθηκαν ενήργησε μετά από ρητή προς αυτήν εξουσιοδότηση της πληρώτριας ως άνω Τράπεζας, δηλαδή η Τράπεζα Εργασίας επείχε τη θέση του άμεσου αντιπροσώπου της πληρώτριας Τράπεζας Κύπρου και όχι του κομιστή των επίδικων επιταγών.

Επομένως, ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.5.2005 (και με αριθ. γεν. πρωτ. 4192/13.5.2005 και ποιν. πρωτ. 1401/13.5.2005) αίτηση του ..... , για αναίρεση της με αριθ. 11425/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ