Supreme Court allows appeal against employer's termination due to alleged employee hostility and failure to pay social security contributions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's decision upholding an employer's termination of an indefinite-term contract. The employer argued the dismissal was valid due to the employee's hostility and failure to report social security contributions, while the employee contested the causal link between these actions and the termination. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the specific hostility and the employee's failure to appear in payrolls, leading to a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5(3) Law 3198/1955; Art. 6(2) Decree-Law 16/18 July 1920; Art. 5(1) Law 2112/1920: An employer's termination of an indefinite-term contract is valid only if the full severance pay is paid or if a criminal prosecution is filed prior to termination; the lower court must explicitly establish the causal link between the employee's conduct and the employer's hostile reaction justifying dismissal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 725 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 725/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία " ... & ΣΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΡΕΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "... & ΣΙΑ Α.Ε", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην .... ,και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Δημόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Π. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε της πληρεξουσίας δικηγόρου Ουρανίας Ζερβομπεάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3129/2009 μη οριστική και η 1206/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5691/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι έγκυρη η καταγγελία αν δεν καταβληθεί ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση στον απολυόμενο μισθωτό.
Εξάλλου κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μηνύσεως ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ' αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής αποφάσεως, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης.
Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955 ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο(ΑΠ1230/2018, ΑΠ930/2017, ΑΠ444/2016, ΑΠ991/2015, Α.Π.2234/2013,ΑΠ 965/2013).Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ και 7 εδ.
α` του ν. 2112/ 1920, συνάγεται ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι` αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί, όμως, άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, είναι απαγορευμένη, όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις, οι οποίες στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Σε μία τέτοια περίπτωση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να δεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 315/2014).
Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016), διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική, διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη ( ΑΠ258/2019, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ1584/2018, ΑΠ729/2018, ΑΠ166/2018, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016).
2. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ` επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το παραδεκτό του οποίου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται οι πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 2/2013, 20/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006,ΑΠ258/2019, ΑΠ681/2014).
3.Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης( άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ,δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τον αναιρετικό έλεγχο : Ο ενάγων (εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος), από τις 2-1-1998, δυνάμει προφορικής συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη (εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα), η οποία διατηρεί επιχείρηση εισαγωγής, εμπορίας και επεξεργασίας κρεάτων, ως διευθυντής πωλήσεων.
Στις αρμοδιότητές του ανήκε η ανεύρεση νέων πελατών για τη σύναψη συμβάσεων χονδρικής πωλήσεως. Ο μισθός του συμφωνήθηκε στο ύψος των 179.400 δραχμών, καθώς και σε ποσοστό 3%, επί των πωλήσεων. Επίσης, η εναγομένη, λόγω της θέσεώς του, ως διευθυντή, του παρείχε εταιρικό κινητό τηλέφωνο και αυτοκίνητο μάρκας εργοστασίου κατασκευής FORD MONDEO, 2000 κυβικών.
Ο ενάγων παρείχε με επιμέλεια τις υπηρεσίες του και, λόγω των ικανοτήτων του στον τομέα των πωλήσεων, είχε επιτύχει τη σύναψη συμβάσεων της εναγομένης με μεγάλες επιχειρήσεις, των οποίων οι παραγγελίες ανέρχονταν σε μεγάλα ποσά. Ειδικότερα, το έτος 2000 συνήφθη σύμβαση χονδρικής πωλήσεως με την εταιρεία "ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.", και, ακολούθως, το έτος 2007 με την εταιρεία "ΚΑΡΦΟΥΡ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.", οι οποίες διέθεταν αλυσίδα υπεραγορών.
Οι ως άνω συνεργασίες ήταν ιδιαίτερα επικερδείς για την εναγομένη είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθεί ο κύκλος εργασιών της και το ποσό που εισέπραττε από τις αντίστοιχες πωλήσεις. Δεδομένου ότι, μετά τη σύναψη των ως άνω συμβάσεων χονδρικής πωλήσεως, αυξήθηκαν οι πωλήσεις της εναγομένης, αύξηση που οφειλόταν στις προσπάθειες του ενάγοντα, αυξήθηκε και το ποσό που όφειλε η εναγομένη να καταβάλλει σε αυτόν, βάσει του ποσοστού του 3% που, όπως προαναφέρθηκε, αυτός εδικαιούτο.
Για το λόγο αυτό η εναγομένη αποφάσισε να μειώσει το ως άνω ποσοστό σε 2%, το έτος 2000 και σε ποσοστό 1,5 %, το έτος 2007. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν καταχωρούσε στις καταστάσεις μισθοδοσίας της, την αμοιβή του ενάγοντος, η οποία συνίστατο στο ποσοστό επί των κερδών της . Όταν ο ενάγων, το έτος 2007 εξέφρασε επίμονα την επιθυμία να εμφανίζονται στις ανωτέρω καταστάσεις και οι, πλέον του παγίου μισθού του, αποδοχές του, η εναγομένη αρνήθηκε και εξακολούθησε την πάγια τακτική της.
Για το λόγο αυτό, από εκείνο το χρονικό σημείο και δεδομένου ότι ο ενάγων συνέχιζε να πιέζει την εναγομένη για εμφάνιση των πλήρων αποδοχών του στις καταστάσεις μισθοδοσίας, οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν. Ο ενάγων εργάστηκε στην εναγομένη, κατέχοντας την ως άνω θέση του, έως τις 5-5-2008, οπότε του κοινοποιήθηκε η από 2-52008 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας του.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο έγγραφο της καταγγελίας, η εναγομένη προέβη σε αυτήν, διότι θεωρούσε ότι ο ενάγων είχε διαπράξει εις βάρος της το αδίκημα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης κατ' εξακολούθηση. Είχε δε, για την πράξη αυτή, υποβάλει κατά του εναγομένου, την από 2-5-2008 και με αριθμό ΑΒΜ Δ 2008/1837 μήνυση, η οποία και αφορούσε στο αδίκημα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης απάτης, σε βαθμό κακουργήματος, συνολικού ποσού 21.625,12 ευρώ, ισχυριζόμενη (η εναγομένη) ότι είχε διαπιστώσει διαφορές στα τιμολόγια αγοράς ειδών μαναβικής από τις πραγματικές ποσότητες, με βάση τα αναφερόμενα στη μήνυσή της τιμολόγια.
Βάσει της ως άνω μηνύσεως, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος, ο οποίος και παραπέμφθηκε στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία προκλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία. Με την 6443/2014 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ.
το 71/9-3-2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου), ο ενάγων αθωώθηκε, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, η μήνυση από την εναγομένη εις βάρος του ενάγοντος, υποβλήθηκε, παρά το αβάσιμο της κατηγορίας, το οποίο γνώριζε αυτή και ήταν ψευδής και προσχηματική.
Σκοπός δε, της εναγομένης ήταν να μην καταβληθεί στον ενάγοντα η αποζημίωση απόλυσης. Η καταγγελία δε, της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας του ενάγοντος, εκ μέρους της εναγομένης, έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως στο πρόσωπό του, συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής σε αυτήν, συμπεριφοράς του, ήτοι της διεκδικήσεως εκ μέρους του εμφανίσεως των πλήρων αποδοχών του στις καταστάσεις μισθοδοσίας της και δεν οφείλεται στη διάπραξη από αυτόν ποινικού αδικήματος, όπως επικαλέστηκε αυτή και εξακολουθεί να ισχυρίζεται.
Με τη συμπεριφορά της δε, αυτή η εναγομένη, κατά την άσκηση του δικαιώματός της για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εναγομένου, υπερέβη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, η ένδικη καταγγελία, εφ' όσον έγινε από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο του ενάγοντος είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι την εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων εκκαλουμένη 1206/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ,με την οποία, κατά μερική παραδοχή της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα κατ` άρθρο 281 ΑΚ της από 5-5-2008 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (καταγγελία της σύμβασης συνεπεία υποβολής ψευδούς και προσχηματικής μηνύσεως από την εναγομένη εν γνώσει του αβασίμου της σε βάρος του ενάγοντος κατηγορίας με σκοπό να μην καταβληθεί στον ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης ,η οποία(καταγγελία) έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης στο πρόσωπο του ενάγοντος εξ αιτίας της προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στην εναγομένη εργοδότρια συμπεριφοράς του ενάγοντος για διεκδίκηση δικαιώματός του από τη σύμβαση εργασίας) και επιδικάσθηκε στον τελευταίο (ενάγοντα-εφεσίβλητο-αναιρεσίβλητο) το ποσό των 92.839,02 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 6-5-2008 έως 31-12-2009 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτή.
4.Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού εσφαλμένα ερμήνευσε αυτές και υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς,ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας οφειλομένης στην εν γνώσει της εναγομένης υποβολής σε βάρος του ενάγοντος προσχηματικής -αβασίμου μηνύσεως για την αποφυγή καταβολής στον τελευταίο (ενάγοντα) της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως στο πρόσωπό του συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής σε αυτήν συμπεριφοράς του και την εξ αιτίας της καταχρηστικότητας αυτής οφειλής μισθών υπερημερίας από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠΟΛ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του.Ειδικότερα:1)Ενώ δέχεται ότι η μήνυση της εναγομένης κατά του ενάγοντος, για διάπραξη από αυτόν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του σε βάρος της απάτης, ήταν προσχηματική, ότι έγινε εν γνώσει της αβασιμότητας της καταγγελίας για την αποφυγή καταβολής στον τελευταίο (ενάγοντα) της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως στο πρόσωπό του συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής σε αυτήν συμπεριφοράς του ,ήτοι της διεκδικήσεως εκ μέρους του εμφανίσεως των πλήρων αποδοχών του στις καταστάσεις μισθοδοσίας της και δεν οφείλεται στη διάπραξη από αυτόν ποινικού αδικήματος δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές της πραγματικά περιστατικά με βάσει τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η μήνυση της εναγομένης ήταν προσχηματική, υποβλήθηκε εν γνώσει του αβασίμου για την αποφυγή καταβολής στον ενάγοντα της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης στον ενάγοντα.
Δεν είναι δε αρκετή η παραδοχή στην προσβαλλόμενη ότι με την 6443/2014 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. το 71/9-3-2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου), ο ενάγων αθωώθηκε, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε.
Τούτο γιατί η εν λόγω παραδοχή αναφέρεται μόνο στο αποτέλεσμα της σε βάρος του ενάγοντος μήνυσης της εναγομένης με την αμετάκλητη αθώωση του πρώτου (ενάγοντος) και όχι στο αν ήταν προσχηματική η σε βάρος του υποβολή μηνύσεως από την εναγομένη, γενομένη για την αποφυγή καταβολής στον ενάγοντα της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης ή στηριζόταν στην εδραία πεποίθηση της εναγομένης ότι ο ενάγων έχει τελέσει πραγματικά την σε αυτόν αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος της (εναγομένης). 2)Ενώ δέχεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας του ενάγοντος, εκ μέρους της εναγομένης, έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως στο πρόσωπό του καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής σε αυτήν, συμπεριφοράς του, ήτοι της διεκδικήσεως εκ μέρους του εμφανίσεως των πλήρων αποδοχών του (στις οποίες περιλαμβάνεται εκτός από τον πάγιο μεικτό μηνιαίο μισθό από 2.800 ευρώ που εμφανιζόταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις, και το ποσό των 4.500 ευρώ, που αντιπροσωπεύει την συμφωνηθείσα αμοιβή του για τις συμφωνίες χονδρικής πωλήσεως προς τρίτους, που ο ενάγων είχε επιτύχει με τη διαμεσολάβησή του να καταρτίσει η εναγομένη) στις καταστάσεις μισθοδοσίας της και δεν οφείλεται στην διάπραξη από αυτόν ποινικού αδικήματος, δεν διευκρινίζει:
α) αν με την εμφάνιση και των 4.500 ευρώ στις μισθοδοτικές καταστάσεις της εναγομένης θα ελάμβανε ο ενάγων μεγαλύτερη σύνταξη λόγω ένταξης του σε ανώτερη μισθολογική και συνταξιοδοτική κλάση του τότε ασφαλιστικού του φορέα (ΙΚΑ), όπως αυτός ισχυρίζεται με την αγωγή του, καθώς και αν η εναγομένη με την εμφάνιση στις μισθοδοτικές της καταστάσεις μόνο του πάγιου μεικτού μηνιαίου μισθού του ενάγοντος από 2.800 ευρώ κατέβαλε για λογαριασμό του ενάγοντος εισφορές για την ανώτερη μισθολογική και συνταξιοδοτική κλάση αυτού στο ΙΚΑ, κατά το επίδικο διάστημα των ετών 2007 και 2008,όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, ώστε να κριθεί αν υπήρχε οικονομικό κίνητρο για την εναγομένη να μην εμφανίζει στις μισθοδοτικές καταστάσεις της και το ποσό των 4.500 ευρώ καταβάλοντας έτσι για τον ενάγοντα μικρότερες εισφορές, με συνέπεια τη ζημία αυτού από τη λήψη στο μέλλον μικρότερης σύνταξης.
β)ποιος από τους διαδίκους ωφελείται ή ζημιώνεται από την μη εμφάνιση και των 4.500 ευρώ στις μισθοδοτικές καταστάσεις της εναγομένης, λαμβανομένου υπόψη ότι το ποσό των 4.500 ευρώ μηνιαίως η μεν εναγομένη δεν εμφάνιζε στα μισθοδοτικά της έξοδα αν και τα κατέβαλλε στον ενάγοντα, ο οποίος τα εισέπραττε χωρίς να καταβάλει τον αντίστοιχο φόρο εισοδήματος, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν η ενέργεια του ενάγοντος να ζητήσει από το έτος 2007 να εμφανίζεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις της εναγομένης και το ποσό των 4.500 ευρώ ήταν ικανή και πράγματι δημιούργησε εχθρότητα και εμπάθεια στο αρμόδιο όργανο της εναγομένης, ώστε να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας, γ)δεν διευκρινίζει γιατί από το 1998 οπότε προσλήφθηκε ο ενάγων, μέχρι και τις αρχές του 2007,δεν ζητούσε από την εναγομένη στην εμφάνιση των μισθοδοτικών καταστάσεων πλέον του εκάστοτε πάγιου μηνιαίου μισθού του και του ποσού που ελάμβανε για τις συμφωνίες χονδρικής πωλήσεως προς τρίτους, που ο ενάγων είχε επιτύχει με τη διαμεσολάβησή του να καταρτίσει η εναγομένη, δ) ενώ δέχεται ότι διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων από το έτος 2007 δεν διευκρινίζει αν από την διατάραξη αυτή δημιουργήθηκε τέτοια οξύτητα στις σχέσεις τους, η οποία καθιστούσε δυσχερή ή αδύνατη την περαιτέρω συνεργασία αυτών και επί πλέον δεν αναφέρει περιστατικά δηλωτικά εκδικητικής διάθεσης της εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος, από τα οποία να προκύπτει για ποιο λόγο η διατάραξη των σχέσεων τους κατέληξε να αποτελεί και αιτία εχθρότητας και εμπάθειας του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και των μελών του διοικητικού της συμβουλίου προς τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εφόσον μόνο η διατάραξη των σχέσεων τους δεν αποτελεί, χωρίς άλλο γεγονός, και λόγο εχθρότητας και εμπάθειας της εργοδότριας αναιρεσείουσας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του ,όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κατ` άρθρο 562 παρ.4 ΚΠΟΛΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, παρελκούσης λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5691/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ