Supreme Court annuls lower court decision for insufficient reasoning on credit limits and commission rates under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision due to insufficient reasoning regarding credit limits and commission calculations. The appellant argued the lower court failed to explain how specific financial figures were derived or if debts existed, violating the requirement for detailed justification. Consequently, the case was remitted to the same court for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure; A decision lacking specific and comprehensive reasoning on material facts or containing contradictory arguments is legally flawed and must be annulled, requiring the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 725 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 725/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Ε. Λ., 2) Β. Κ. και 3) Σ. Τ.. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία ... ΕΠΕ, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σκούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1304/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2628/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-12-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 319/2017).
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη(ΑΠ1909/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσείουσα) αποτελεί μέλος του πολυεθνικού βρετανοολλανδικού Ομίλου "... με έδρα το …. και το …της …και έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την παραγωγή-τυποποίηση -εισαγωγή-εμπορία παγωτών, τροφίμων, ποτών, καλλυντικών και γενικά ειδών διατροφής και οικιακής κατανάλωσης.
Μεταξύ των προϊόντων που εισάγει και διαθέτει στην ελληνική αγορά, συγκαταλέγονται διάφορα παγωτά, καθώς και τα γνωστά διεθνώς παγωτά-γλυκίσματα με το σήμα-ομπρέλα "..." και ένας τύπος παγωτού (soft ice) με την ονομασία "…..". Η εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την εμπορία-διανομή του παγωτού "...".
Μεταξύ της εκκαλούσας και της εφεσίβλητης καταρτίστηκε το από 15.11.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό μη αποκλειστικής αντιπροσώπευσης ετήσιας διάρκειας, το οποίο και ανανεωνόταν κάθε φορά στη λήξη του για έναν ακόμη χρόνο, εφόσον δεν θα υπήρχε έγγραφη ειδοποίηση από οποιονδήποτε από τους συμβαλλόμενους ότι επιθυμούσαν τη λήξη της σύμβασης στο τέλος της εκάστοτε διάρκειάς της (άρθρο 6.1).
Το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ανανεώθηκε με τις από....... 01.04.2011 και 02.04.2012 παρατάσεις του και αποτελεί τη σύμβαση μεταξύ της εκκαλούσας και της εφεσίβλητης δυνάμει της οποίας η εκκαλούσα ανέλαβε τη διάθεση και διανομή των παγωτών "..." της εφεσίβλητης. Η γεωγραφική περιοχή δραστηριοποιήσεως της εκκαλούσας περιελάμβανε....περιοχές του Νομού …........σύμφωνα με το Παράρτημα Α' της από 6.4.2010 τροποποιητικής σύμβασης.
Για την αποτελεσματικότερη οργάνωσή της μεταφέρθηκε στην ..., μίσθωσε αποθήκη 600 τ.μ., κατασκεύασε γραφεία και ψυκτικό θάλαμο 600 κυβικών μέτρων, ο οποίος εξυπηρετούσε και την εφεσίβλητη, η δε σχετική επένδυση κόστισε περί τα 150.000 ευρώ. Παράλληλα, αγόρασε με δικά της έξοδα ψυγεία και καταψύκτες, τα οποία διέθεσε στους πελάτες της.
Παρά το αυξημένο λειτουργικό κόστος και τον έντονο ανταγωνισμό, αυξήθηκαν οι πωλήσεις λόγω της οργάνωσης και της δραστηριότητας της εκκαλούσας, κατακτώντας έτσι μερίδιο της αγοράς 45% περίπου και ο ετήσιος κύκλος εργασιών (τζίρος) έφθασε στη χρήση 2009 στο ποσό των 2.007.375Ευρώ. Στο συμφωνητικό της 6ης Απριλίου 2010, που αποτελεί κωδικοποίησή και όλων των προηγούμενων, προβλέπεται ο παραπάνω γεωγραφικός χώρος ως "περιοχή δραστηριότητας του Αντιπροσώπου, χωρίς να υποχρεώνει με οποιονδήποτε τρόπο τον τελευταίο να δραστηριοποιείται αποκλειστικά και μόνο στην περιοχή αυτή.
Περαιτέρω ρητά συμφωνείται ότι στην παραπάνω περιοχή έχουν δικαίωμα να δραστηριοποιούνται και άλλοι συνεργάτες της ..., καθώς και η ίδια η ..., σε περίπτωση που δεν τηρείται από τον αντιπρόσωπο οποιοσδήποτε από τους αναγραφόμενους στο παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό όρος συνεργασίας, (π.χ. καθυστέρηση πληρωμών από τον αντιπρόσωπο) με αποτέλεσμα τον ελλιπή ή κακό εφοδιασμό με προϊόντα των σημείων πώλησης που αυτός εξυπηρετεί ".
Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα από την αρχή της συνεργασίας της μέχρι τα Χριστούγεννα του 2012, παραβίασε τα συμφωνηθέντα και ουδέποτε η εφεσίβλητη ή τρίτοι συνεργάτες της δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή αυτή. Όμως το γεγονός τούτο από μόνο του δεν μεταβάλει τη σύμβαση σε αποκλειστική αντιπροσωπεία όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εκκαλούσα.
Α) Από το έτος 1991 που η αυτή (εκκαλούσα) ανέλαβε, κατ' αποκλειστικότητα εν τούτοις εν τοις πράγμασιν, τη διάθεση των προϊόντων της εφεσίβλητης, αυτή στη συγκεκριμένη περιοχή είχε μόνον λίγους πελάτες με μικρό κύκλο εργασιών. Το έτος 2012 η εκκαλούσα είχε καταφέρει να αυξήσει σημαντικά το πελατολόγιο της, όπως αναλυτικά παρατίθεται κατωτέρω :
Έτος Ετήσιος Τζίρoς Πελάτες 2005 1.892.936 668 2006 1908027 650 2007 1.925.850 605 2008 1.661.692 491 2009 2.007.375 426 2010 2.026.881 418 2011 1401634 343 2012 1898239 322 Σύνολο:
14772634 Δηλαδή την τελευταία οκταετία (2005-2012) ο συνολικός κύκλος εργασιών ανήλθε στο ποσό των 14.772.634 Ευρώ. Αποδείχθηκε και δεν αμφισβητήθηκε, ότι η επιτυχημένη αυτή ανάπτυξη του πελατολογίου και η κατ' ακολουθία αύξηση του ετήσιου κύκλου εργασιών, οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην επιτυχημένη εμπορική πολιτική της εκκαλούσας, στην προσωπική εργασία των στελεχών της, στην άρτια υλικοτεχνική της υποδομή και στα καινούρια μέσα μεταφοράς, δαπανώντας προς τούτο σημαντικά ποσά για να μπορεί να εκπληρώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
Η επιτυχής αυτή ανοδική πορεία των πωλήσεων απετέλεσε το πιο βασικό στοιχείο για τη μακρόχρονη συνεργασία της εκκαλούσας με την εφεσίβλητη. Στα πλαίσια της μακροχρόνιας και άριστης αυτής συνεργασίας τους, είχαν διαμορφωθεί οι ακόλουθες πρακτικές που εξυπηρετούσαν και τις δυο πλευρές. Σύμφωνα με το Παράρτημα II της από 6.04.2010 τροποποιητικής σύμβασης , η εφεσίβλητη θα παραδίδει στην εκκαλούσα στην έναρξη της σεζόν το "πρώτο γέμισμα" που , αφορά ανάγκες για το σύνολο της αγοράς και δημιουργία stock ανά περιοχή ευθύνης.
Η εκκαλούσα πωλούσε στα super market της περιοχής της, καθώς και σε άλλους μαζικούς φορείς (στρατό κ.λπ.) προϊόντα και έδινε εξουσιοδότηση στην εφεσίβλητη να παραλαμβάνει τις αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές και να τις εισπράττει για λογαριασμό της. Στα πλαίσια αυτά η εκκαλούσε εξέδιδε στις 20 Δεκεμβρίου εκάστου έτους και παρέδιδε στην εφεσίβλητη, επιταγή ποσού ανάλογου με τη αξία του stock και την αξία των προϊόντων προς τους άνω μαζικούς φορείς, με υποκείμενη αιτία την παροχή εγγύησης στην περίπτωση που η εκκαλούσα δεν καταβάλει την αξία του stock και δεν εισπραχθούν οι επιταγές που δίδονταν στην εφεσίβλητη από τα super market, στρατό κ.λπ.
κατ' εξουσιοδότηση της εκκαλούσας. Των επιταγών αυτών ουδέποτε η εφεσίβλητη έκανε χρήση και στο τέλος του κάθε χρόνου τις επέστρεφε στην εκκαλούσα, η οποία και της παρέδιδε νέα επιταγή με την ίδια υποκείμενη αιτία. Δηλαδή η επιταγή αυτή της εγγύησης ανανεωνόταν ενιαύσια. Ενδεικτικά, εκδόθηκαν από την εκκαλούσα και επεστράφησαν σ'αυτήν επιταγές...Το Εφετείο παραθέτει στη συνέχεια σειρά επιταγών κατ'αριθμό, ημερομηνία εκδόσεως και ποσό και συνεχίζει: "Ομοίως επιταγή εγγυήσεως αποτελεί και η υπ'αριθ. ...168-2 επιταγή της ..., ονομαστικής αξίας ποσού 554.586,33 ευρώ, που εκδόθηκε από την εκκαλούσα στις 20-12-2012 σε χρέωση του υπ' αριθ. ...823 λογαριασμού της στην ΕΤΕ, σε διαταγή της εφεσίβλητης, η οποία εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα και νόμιμα για πληρωμή στις 28-12-2012 στην ...
σε πίστωση του τηρούμενου σε αυτήν λογαριασμού της εφεσίβλητης με αριθ. ...382-00 και δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως τούτο βεβαιώθηκε με την από 28-12-2012 σημείωση της πληρώτριας τράπεζας στο σώμα της επιταγής. Η εφεσίβλητη είχε συμβατική υποχρέωση σύμφωνα με το Παράρτημα II να παραδώσει στην αρχή της σεζόν "πρώτο γέμισμα" (= Προϊόντα) για το σύνολο της αγοράς και δημιουργία stock (ανά περιοχή ευθύνης (δημιουργία stock).
Στο Παράρτημα II καθορίζεται το πιστωτικό όριο του Αντιπροσώπου στο ποσό των 1.687.680 Ευρώ. Η εφεσίβλητη, παρά την απρόσκοπτη μεταξύ τους μέχρι τότε συνεργασία, αφού εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρωτρια τράπεζα στις 28.12.2012 την κρίσιμη επιταγή, η οποία ήταν ακάλυπτη, κοινοποίησε στην εκκαλούσα την από 3.1.2013 εξώδικη δήλωσή της με την οποία συγκοινοποίησε τα υπ' αριθ. ...26 και ...19 πιστωτικά τιμολόγια ποσών 654,48 και 356.141,57 Ευρώ, αντίστοιχα, που αφορούσαν την χρήση του 2012, γνωστοποίησε στην εκκαλούσα το κλείσιμο του λογαριασμού του 2012 και την προσκάλεσε να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού ποσού 755.104,94 Ευρώ μέσα σε τέσσερις εργάσιμες ημέρες.
Η εκκαλούσααπάντησε με την από 7.1.2013 εξώδικη δήλωσή της, εκφράζοντας την έκπληξη της και την θλίψη της για την συμπεριφορά της εφεσίβλητης, ενώ δεν αναγνώρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο των 755.104,94 Ευρώ και χαρακτήρισε ανακριβή τον υπολογισμό των ως άνω πιστωτικών τιμολογίων. Προσκάλεσε δε παράλληλα την εφεσίβλητη να της κοινοποιήσει επίσημο αντίγραφο της λογιστικής καρτέλας της, που τηρούσε για τα έτη 2008, 2009, 2010, 2011 και2012 και να της γνωστοποιήσει τον ακριβή υπολογισμό των ως άνω πιστωτικών τιμολογίων.
Η εφεσίβλητη απάντησε με την από 8.1.2013 εξώδικη δήλωση της με την οποία διόρθωσε το αρχικό οφειλόμενο υπόλοιπο,, προσθέτοντας "εκ παραδρομής" οφειλόμενα ποσά ύψους 700.000,00 Ευρώ περίπου και διαμαρτυρήθηκε για την άρνηση της εκκαλούσας να της αποστείλει το ευρισκόμενο στην κατοχή της stock εμπορευμάτων. Η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η εγγυοδοσία κατέπεσε εξαιτίας της άρνησης της εκκαλούσας να επιστρέψει τα προϊόντα stock εντός τεσσάρων εργασίμων ημερών, των οποίων το τίμημα δεν είχε εξοφλήσει έως τις 24-12-2012.
Αποδείχθηκε πλήρως ότι η υποκείμενη αιτία (βασική σχέση) της κρίσιμης επιταγής είναι η εγγύηση της εκκαλούσας για την κάλυψη του αποθέματος (stock) των εμπορευμάτων, του υπολοίπου ανοικτού λογαριασμού και των παροχών. Το απόθεμα στο τέλος του 2012 ανερχόταν σε 313.100 ευρώ. Το απόθεμα αυτό, σύμφωνα με τον όρο 3.7 της συμβάσεως, η εκκαλούσα είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να το επιστρέφει στην εφεσίβλητη, όπως της επέβαλε η τελευταία με το προεκτεθέν εξώδικό της, διετίθετο δε αυτό από τους διανομείς στους πελάτες της εφεσίβλητης.
Ως προς το κονδύλιο των 225.658,59 ευρώ, που αφορούσε τις παροχές προς πελάτες για τα έτη 2008- 2010, δέχθηκε η εκκαλουμένη ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό δεν έχει περιληφθεί στις εκπτώσεις τιμολογίων ή σε πιστωτικά σημειώματα εκπτώσεων, δεδομένου ότι η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία είχε εξελιχθεί ομαλά και έτσι δεν καταλείπεται (στην εκκαλουμένη) αμφιβολία ότι οι εν λόγω παροχές είχαν συνυπολογιστεί.
Επειδή ως παροχή προς πελάτες εννοείτο η καταβολή μετρητών στον κάθε πελάτη που γινόταν κατόπιν συμφωνίας της εκκαλούσας εταιρίας με τον πελάτη, τα οποία (μετρητά) καταβάλλονταν από την εφεσίβλητη μέσω της εκκαλούσας στους πελάτες και χρεωνόταν αντίστοιχα η τελευταία, αλλά καταβάλλονταν και από την ίδια την εκκαλούσα.
Από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις επιταγών εκδόσεως της εκκαλούσας σε διαταγή των πελατών της από 2008 μέχρι 30.10.2010, συνολικού ποσού1.247.621.37 Ευρώ, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα έδωσε δικές της επιταγές μεταχρονολογημένες, συνολικού ποσού 1.247.626,37 Ευρώ. Από τις παροχές αυτές υπάρχει πιστωτικό υπέρ αυτής υπόλοιπο 225.658,59 Ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη καρτέλλα υπό τον τίτλο "Υπόλοιπα Παροχών".
Οι χρηματικές αυτές παροχές είχαν την έννοια ότι δίδονταν στους πελάτες ως προκαταβολή για να πετύχουν τον ετήσιο κύκλο εργασιών (στόχο) που είχαν υποσχεθεί. Στην περίπτωση που δεν επιτυγχανόταν ο ετήσιος κύκλος εργασιών (στόχος), ο πελάτης θα όφειλε να επιστρέψει το αντίστοιχο ποσό της προκαταβολής.
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση καρτέλες συμφωνιών και καταστάσεις παροχών ανά πελάτη για τα έτη 2008 έως 2012 αποδεικνύεται ότι τα υπόλοιπα των παροχών (οφειλόμενα) για τα έτη 2008 μέχρι και 2012 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 225.658,59 Ευρώ και δεν είχαν συνυπολογιστεί στις οφειλόμενες παροχές, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη.
Περαιτέρω, από τις ίδιες προσκομιζόμενες με επίκληση λογιστικές καταστάσεις αποδεικνύεται ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο σε σούπερ μάρκετ και μαζικούς φορείς ανερχόταν στο ποσό των 31.245,30 και 112.790,41 ευρώ, τα οποία έπρεπε να αφαιρεθούν από το υπόλοιπο του 1.403.263,24 ευρώ. Αναφορικά με το ποσό των 558.047,70 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε πιστωτικό υπέρ της εκκαλούσης τιμολόγιο και το οποίο, όπως έκρινε η εκκαλουμένη, η εφεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση έκδοσής του, πρέπει να λεχθεί ότι η εφεσίβλητη για τη χρήση του 2012 έχει εκδώσει και κοινοποιήσει μόνο δυο πιστωτικά τιμολόγια το υπ' αριθ. ...26 ποσού 654,48 Ευρώ και το υπ' αριθ. ...19 ποσού 35641,57 Ευρώ, ενώ αρνήθηκε να εκδώσει το τρίτο πιστωτικό τιμολόγιο για ποσό 558.047,7 Ευρώ, παρόλο που είχε προσκληθεί προς τούτο με την από 3.1.2013 εξώδικη δήλωση της εκκαλούσας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ως πιστωτικό τιμολόγιο νοείται η ποσοστιαία έκπτωση επί του ετησίου κύκλου εργασιών, που αποτελεί και το όφελος του διανομέα. Από τον κατωτέρω παρατιθέμενο πίνακα αποδεικνύεται ότι η έκπτωση αυτή για το 2008 ήταν 44,28%, για το 2009 60,53%, για το 2010 77,20%, για το 2011 75,82%, και για το 2012 έπρεπε με την έκδοση του ως άνω τρίτου πιστωτικού τιμολογίου να ήταν 74,92%, όπως και για το 2012 και όχι 51,53%, όπως εσφαλμένα και χωρίς την έκδοση του τρίτου πιστωτικού αυτού τιμολογίου υπολογίζει η εφεσίβλητη και δέχθηκε και η εκκαλουμένη, όπως τούτο (η απόδειξη των ετήσιων ποσοστιαίων εκπτώσεων) προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση καρτέλα των ετών 2008-2012.
ΕΤΟΣ ΤΖΙΡΟΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΕΚΠΤΩΣΗΣ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΠΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ ΣΥΝΟΛΟ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ
2008 1.797.821,25 559.659,14 235.697,05 795.356,2 44,24%
2009 2.238.804,54 1.133.687,99 221.420,98 1.355,109 60,53%
2010 1.685.680,84 1.227.290,79 174.065,07 1.301,356 77,20%
2011 1.457.773,33 952.470,84 152.835,31 1.105.306 75,82%
2012 2.111.795,72 865.924,96 222.304,84 1.088.230 51,53%
493.847,52 1.582.077 74,92%
Σύνολο 9.291875,68 4.639.033,62 1.006.323,25 5.645.357 60,76% % •ί 5.132.881,14 6.139.204 66,07% * τα στοιχεία αυτά είναι χωρίς Φ.Π.Α.
Στον πίνακα αυτόν αναφέρεται ο ετήσιος κύκλος εργασιών, δηλαδή το σύνολο στην αρχική τους αξία των κατ' έτος αγορών της εκκαλούσας εταιρίας από την εφεσίβλητη, το ύψος των κατ' έτος εκπτώσεων, η έκπτωση επί των τιμολογίων, το σύνολο του οφέλους (προμήθεια) για την ίδια και την ποσοστιαία έκπτωση επί του τζίρου αυτού.
Το σύνολο της ετήσιας προμήθειας που αναφέρεται στην τέταρτη στήλη του ως άνω πίνακα προκύπτει από την πρόσθεση των πιστωτικών έκπτωσης του κάθε χρόνου με την έκπτωση επί του τιμολογίου του κάθε χρόνου. Έτσι για την προμήθεια π.χ. του 2008 προστίθενται (559.659,14 Ευρώ + 235.697,05 Ευρώ =) 795.356,20 Ευρώ. Η ποσοστιαία έκπτωση που αναφέρεται στην τελευταία στήλη του πιο πάνω πίνακα προκύπτει από τη διαίρεση του ετήσιου κατ' έτος τζίρου που αναφέρεται στην πρώτη στήλη με το σύνολο της ετήσιας προμήθειας του αντίστοιχου έτους.
Έτσι π.χ. για το 2008 το ποσοστό προμήθειας (= έκπτωση) είναι: (1.797.821,25 Ευρώ : 795.356,20 Ευρώ = ) 49,24%. Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνεται το ετήσιο ποσοστό της έκπτωσης που αναφέρεται στην τελευταία στήλη του ως άνω πίνακα, δηλαδή για το 2008 44,28%, για το 2009 60,53%, για το 2010 77,20%, για το 2011 75,82%, και για το 2012 με βάση τους υπολογισμούς της εφεσίβλητης 51,53%, αντί του 74,92%, αν προστεθεί και το τρίτο πιστωτικό τιμολόγιο ποσού με το Φ.Π.Α. 558.047,7 Ευρώ, δηλαδή 493.847,52 Ευρώ που αναφέρεται στο τέλος'της δεύτερης στήλης του ως άνω πίνακα συν ΦΠΑ 13% = 558.047,7 Ευρώ.
Στο ποσοστό της προμήθειας και υπό τον όρο αυτό συμπεριλαμβάνεται και το κόστος του διανομέα, το οποίο στον παραγωγό αποτελεί δαπάνη καταβλητέα στον διανομέα είτε αυτή ονομαστεί προμήθεια, είτε δαπάνη για τη λειτουργία της επιχείρησης του διανομέα, όπως και πράγματι είναι, διότι ο διανομέας για τη λειτουργία της επιχείρησής του διαθέτει μεγάλους ψυκτικούς θαλάμους για τη διατήρηση των προϊόντων της επιχείρησης, φορτηγά ψυγεία για την μεταφορά των προϊόντων (παγωτών) της εφεσίβλητης, κ.λπ., αποτελεί δηλ.
η επιχείρηση του προέκταση της επιχείρησης του παραγωγού και για τον λόγο αυτό ο παραγωγός αναλαμβάνει το κόστος λειτουργίας της επιχείρησης του διανομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η εφεσίβλητη, για το 2010 το ποσοστό προμήθειας για τον διανομέα ήταν 29,312%, ενώ το συνολικό κόστος της εφεσίβλητης για το έτος αυτό ανήλθε στο 75,27%.
Στο ποσοστό αυτό 75,27% περιλαμβάνεται και το ποσοστό προμήθειας ίδιου χρόνου 29,31%. Η διαφορά μεταξύ των δυο αυτών ποσοστών (75,27%-29,31% =) 45,96 αποτελεί δαπάνη καταβαλλόμενη από την εφεσίβλητη στον διανομέα για τη λειτουργία της επιχείρησής του. Το ίδιο ισχύει και για τα στοιχεία 2011 και 2012. Το συνολικό κόστος της εκκαλούσας για την εφεσίβλητη το 2010 ήταν 75,27%, για το 2011 75,42% και για το έτος 2012 51,60% (στο οποίο περιλαμβάνεται αντίστοιχα το ποσοστό της καθαρής προμήθειας 29,31% για το 2010, 33,564% για το 2011 και 25,62% για το 2012).
Η ίδια πρακτική ακολουθείτο από την εφεσίβλητη ως προς την αφαίρεση από το οφειλόμενο ανοικτό υπόλοιπο των κονδυλίων stock,παροχών, υπολοίπων "Μαζικών", υπολοίπων Σ/Μ, πιστωτικών τιμολογίων, όπως αποδεικνύεται από τους κατωτέρω πίνακες των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί κανένα απολύτως πρόβλημα, καθόσον το οφειλόμενο ανοικτό υπόλοιπο κατά τα έτη αυτά ήταν περίπου το ίδιο.
Συγκεκριμένα από τις προσκομιζόμενες καρτέλες των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011 προκύπτει ότι το υπόλοιπο του τέλους του 2008 ήταν 603.469,31 Ευρώ, το υπόλοιπο του τέλους του 2009 ήταν 812.818,06 Ευρώ, το υπόλοιπο του τέλους του 2010 ήταν 896.661,08 Ευρώ, παρότι αναφέρεται ως υπόλοιπο το ποσό των 494.879,01 Ευρώ, διότι οι χρεώσεις που έγιναν στη χρήση του 2011, αναφέρονται στη χρήση του 2010 και το οφειλόμενο υπόλοιπο του 2011 ανέρχεται στο τέλος του έτους αυτού σε 788.461,44 Ευρώ.
Στο τέλος της καρτέλας αυτής αναφέρονται και οι επιταγές υπ' αριθ. 1550001608 ποσού 272.868,04 Ευρώ και 1550001609 ποσού 515.593,40 Ευρώ ως επιταγές εγγυήσεως. Η αξίωση της εκκαλούσας για υπολογισμό της οφειλόμενης προμήθειας επί του τζίρου του 2012 σε ποσοστό 74,92% αποδεικνύεται από τον πραγματοποιηθέντα τζίρο του 2012 ποσού 2.111.795,72 Ευρώ.
Μάλιστα στη χρήση του 2011, ενώ ο ετήσιος τζίρος ήταν 1.457.773,33 Ευρώ δηλαδή μικρότερος από τη χρήση του 2012, αντίθετα το ποσοστό προμήθειας υπολογίστηκε σε 75,82%. Αν γίνει δεκτό το ποσοστό προμήθειας επί του τζίρου του 2012, δηλαδή το 74,92% - 558.047,7 Ευρώ, το υπόλοιπο της χρήσης του 2012, χωρίς την αφαίρεση του κονδυλίου του stock κ.λπ.
θα ανερχόταν στο ποσό των (1.403.263,24 Ευρώ - 558.047,7 Ευρώ =) 845.215,54 Ευρώ. Θα κυμαινόταν, όπως και τα υπόλοιπα των ετών 2009, 2010 στα ίδια επίπεδα, όπως αποδείχθηκε από τις προσκομισθείσες και πρωτοδίκως καρτέλες των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011. Από τις καρτέλες αυτές προκύπτει ότι το υπόλοιπο του 2008 ανερχόταν στις 603.469,31 Ευρώ, το υπόλοιπο του 2009 ανερχόταν στις 812.818,06 Ευρώ, το υπόλοιπο του 2010 ανερχόταν στις 896.661,08 Ευρώ και το υπόλοιπο του 2011 στις 867.889,2 Ευρώ.
Από τα υπόλοιπα αυτά των ετών 2008-2011 έχουν αφαιρεθεί τα αντίστοιχα του κάθε έτους κονδύλια του stock, παροχών, υπόλοιπο Σ/Μ. Σημειωτέον δε ότι από τις καρτέλες της εφεσίβλητης αποδεικνύεται ότι σε κάθε χρήση μεταφέρονταν από την προηγούμενη οι παροχές με την ένδειξη "μεταφερόμενες παροχές", στοκ S/Μ και μαζικών φορέων.
Αναφορικά τέλος με το ποσό των 49.186,09 ευρώ, που αφορούσε οφειλή του πελάτη Δ. Γ., αποδείχτηκε και από τις προτάσεις του ίδιου του ως άνω πελάτη που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά της νυν εκκαλούσης προς υποστήριξη τής από 28-1-2014 ανακοπής του για ακύρωση της υπ' αριθ. 4688/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ίδιου Δικαστηρίου, ότι η -εκκαλούσα κατέβαλε στα πλαίσια της παροχής το ως άνω ποσό στην εφεσίβλητη.
Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων δεν έληξε, η εκκαλούσα διανομέας δεν υπερέβη ουδέποτε και καθοιονδήποτε υπολογισμό το ανώτατο πιστωτικό όριο των 1.687.680 ευρώ και παρόλα αυτά η εφεσίβλητη προέβη στην εμφάνιση προς πληρωμή της κρίσιμης επιταγής χωρίς να έχει αποκτήσει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά της εκκαλούσας από τη βασική σχέση.
Επομένως δεν κατέπεσε η "εγγύηση" και συνεπώς η κρίσιμη αυτή επιταγή έπρεπε να επιστραφεί στην εκδότρια εκκαλούσα, όπως και οι προηγούμενες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι "... εφόσον το ύψος της οφειλής της ανακόπτουσας έναντι της καθής για τη χρήση του έτους 2012 ανήλθε στο ποσό των 1.405.010,37 ευρώ και η ανακόπτουσα παρά τι ότι είχε ήδη ειδοποιηθεί με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να προβεί στην εξόφληση αυτού έως 30-12-2012 δεν προέβη σε καμία ενέργεια, κατέπεσε η εγγυοδοσία που είχε συμφωνηθεί μεταξύ της καθής και της ανακόπτουσας, με την παράδοση από την τελευταία στην πρώτη, της επίδικης επιταγής, για την εξασφάλιση της πληρωμής των προϊόντων του "stock" και του υπολοίπου των μεταξύ των διαδίκων λογαριασμού, το ποσό της οποίας, μάλιστα, υπολείπεται πολύ της ως άνω συνολικής οφειλής της ανακόπτουσας, προς εξασφάλιση της οποίας εκδόθηκε, με συνέπεια να μην υφίσταται ζήτημα πρόωρης εξόφλησής της...", εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη..." Υπό τα περιστατικά αυτά όμως το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την παραδοχή ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν έληξε, επειδή η διανομέας δεν υπερέβη ουδέποτε το ανώτατο πιστωτικό όριο των 1.687.680 ευρώ και παρόλο αυτά η εφεσίβλητη προέβη στην εμφάνιση προς πληρωμή της ένδικης επιταγής χωρίς να έχει αποκτήσει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά της εκκαλούσας από τη βασική σχέση, με αποτέλεσμα να μην καταπέσει η εγγύηση και η επιταγή να πρέπει να επιστραφεί στην εκδότρια εκκαλούσα.
Ειδικότερα, αρχικά η προσβαλλομένη δέχεται ότι δυνάμει του Παραρτήματος
ΙΙ της ισχύουσας μεταξύ των διαδίκων από 6-4-2010 τροποποιητικής σύμβασης, η εφεσίβλητη θα παραδίδει στην εκκαλούσα στην έναρξη της σεζόν το "πρώτο γέμισμα", που αφορά ανάγκες για το σύνολο της αγοράς και δημιουργία stock ανά περιοχή ευθύνης, η δε εκκαλούσα θα πωλεί στα super market της περιοχής της, καθώς και σε άλλους μαζικούς φορείς (στρατό κ.λπ.) προϊόντα και θα έδινε εξουσιοδότηση στην εφεσίβλητη να παραλαμβάνει τις αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές και να τις εισπράττει για λογαριασμό της.
Στα πλαίσια δε αυτά η εκκαλούσε εξέδιδε στις 20 Δεκεμβρίου εκάστου έτους και παρέδιδε στην εφεσίβλητη, επιταγή ποσού ανάλογου με τη αξία του stock και την αξία των προϊόντων προς τους άνω μαζικούς φορείς, με υποκείμενη αιτία την παροχή' εγγύησης στην περίπτωση που η εκκαλούσα δεν καταβάλει την αξία του stock και δεν εισπραχθούν οι επιταγές που δίδονταν στην εφεσίβλητη από τα super market, στρατό κ.λπ.
κατ' εξουσιοδότηση της εκκαλούσας. .Στη συνέχεια δε δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι αποδείχθηκε πλήρως ότι η υποκείμενη αιτία (βασική σχέση) της κρίσιμης επιταγής είναι η εγγύηση της εκκαλούσας για την κάλυψη του αποθέματος (stock) των εμπορευμάτων, του υπολοίπου ανοικτού λογαριασμού και των παροχών. Το απόθεμα στο τέλος του 2012 ανερχόταν σε 313.100 ευρώ.
Το απόθεμα αυτό, σύμφωνα με τον όρο 3.7 της συμβάσεως, η εκκαλούσα είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να το επιστρέφει στην εφεσίβλητη, όπως της επέβαλε η τελευταία με το προεκτεθέν εξώδικό της, διετίθετο δε αυτό από τους διανομείς στους πελάτες της εφεσίβλητης.. Από την παραπάνω παραδοχή προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται ότι η άνω επιταγή δινόταν ως εγγύηση για την περίπτωση που η εκκαλούσα δεν καταβάλει την αξία του στοκ και δεν εισπραχθούν οι επιταγές που δίδονταν στην εφεσίβλητη από τα σούπερ μάρκετ κλπ, ενώ στο αποδεικτικό πόρισμά της χωρίς να απαντά στο ερώτημα αν υπήρχαν οφειλές της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, δέχεται ότι η άνω επιταγή δεν έπρεπε να εισπραχθεί γιατί η εκκαλούσα δεν υπερέβη το ανώτατο πιστωτικό της όριο των 1687680 ευρώ, πλήν όμως το Εφετείο παραλείπει να διαλάβει αιτιολογίες: 1)αν το ποσό του στοκ προϊόντων αξίας 313.100 ευρώ έχει εξοφληθεί από την εκκαλούσα ή εξακολουθεί να οφείλεται, 2)πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πιστωτικό όριο υπέρ της εκκαλούσας από τις παροχές προς πελάτες ανερχόταν σε 225.658,59 ευρώ, και ειδικότερα α)ποιά ποσά συμφωνήθηκαν να δοθούν στους πελάτες, ως παροχές, β)ποιά ποσά έδωσε η αναιρεσίβλητη και ποιά κάλυψε η αναιρεσείουσα, γ) πώς προήλθε το οφειλόμενο ποσό σε σούπερ μάρκετ και μαζικούς φορείς που φέρεται ότι ανερχόταν στο ποσό των 31.245,30 και 112.790,41 ευρώ, αντίστοιχα, και αν αυτά τα ποσά οφείλονταν ή είχαν καταβληθεί, και ειδικότερα ενόψει της παραδοχής του Εφετείου ότι η ανακόπτουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ευθύνεται για την είσπραξη χρημάτων για όλα τα κανάλια διανομής.
Τέλος, όσον αφορά το ποσό τα 558.047,70 ευρώ δεν προκύπτει πως υπολογίζεται. Ειδικότερα, ενόψει της παραδοχής του, Εφετείου ότι, οι σχέσεις των διαδίκων ρυθμίζονται από έγγραφη συμφωνία με τα συναφή παραρτήματά της, δεν διέλαβε αιτιολογίες, αν τα αιτούμενα ποσοστά προμήθειας και αμοιβής της αναιρεσίβλητης προβλέπονται στη συμφωνία αυτή, μάλιστα σε τόσο υψηλά ποσοστά, όπως αυτά που αναφέρονται στη σχετική κάρτα των ετών 2008-2012 που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, και ενόψει του ισχυρισμού που πρόβαλε αυτή με τις προτάσεις της ότι τα σχετικά ποσοστά ορίσθηκαν με προφορική συμφωνία με την αντίδικό της.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 22 και 28 ν.5960/1933 "περί επιταγής" και 847, 513, 416 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο παραβίασε όχι ευθέως αλλά εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση. Κατόπιν τούτων γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του οικείου μέρους των πρώτου, δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας της έρευνας των λοιπών λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατόπιν τούτων πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) το οποίο θα συντεθεί από δικαστή άλλον πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να αποδοθεί το παράβολο στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουας λόγω της ήττας της (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2628/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ