Legislator Case Law & Legislation
725/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for inadmissibility and lack of legal basis.

Case Number 725/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to address his claim regarding his general representative authority as administrator, but the court found this argument inadmissible as it did not constitute a distinct subject of the proceedings. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the advance deposit and legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1, 577 para.1, 216 para.1, 561 para.2, 559, 495 para.4, 176, 183, 189, 191 para.2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds raised do not constitute a distinct subject of the proceedings or if the lower court has already addressed and rejected the argument.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds distinct subject of proceedings legal costs advance deposit Code of Civil Procedure representative authority

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 725 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 725/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεοφάνη Σαξώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2) Ε. Α. του Μ., κατοίκου ..., 3) Κ. Α. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Απόστολου Γεροντίδη και Αικατερίνης Σάλαρη και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/1996 αγωγή των υπό στοιχεία 1-3 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 9/10/1997 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της υπό στοιχείο 4 ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9801/1998 μη οριστική και 8632/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/4/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 6/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18/4/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 96/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς συζήτηση η από 18-4-2015 αίτηση του εναγομένου-εκκαλούντος για αναίρεση της υπ’ αριθ. 96/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει: α)σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ)ορισμένο αίτημα.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, δεν μπορεί να θεραπευτεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.

Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά, κυριαρχικά, το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1650/2012).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται σαφώς, ότι για να παραχθεί αδικοπραξία κατά την έννοια της διάταξης αυτής και υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος, απαιτείται, α)η επέλευση ζημίας, β)η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ), γ)η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και δ)να υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της επίμαχης αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν σ’ αυτή, ότι ήταν νόμιμοι κύριοι των αναφερομένων σ’ αυτή ονομαστικών τραπεζικών μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών, ότι τις μετοχές αυτές τις κατείχε ο πρώτος των εναγομένων (αδελφός τους) και ήδη αναιρεσείων, ως θεματοφύλακας, χωρίς αμοιβή, δυνάμει σύμβασης παρακαταθήκης αορίστου χρόνου, ότι αυτός, εν αγνοία τους, εκποίησε σε τρίτους χρηματιστηριακά, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, μέσω της δεύτερης εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρείας, τις άνω μετοχές, αντί ομοίως του αναφερομένου τιμήματος, αφού υπέγραψε τις σχετικές εντολές προς αυτή, εμφανιζόμενος με το όνομα αυτών, εν γνώσει της χρηματιστηριακής εταιρείας, αφού βεβαίωσε δια του νομίμου εκπροσώπου της το γνήσιο της υπογραφής, που έθεσε επί των μετοχών ο πρώτος κατ’ απομίμηση των υπογραφών τους, ότι αυτοί από τις παραπάνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις των εναγομένων υπέστησαν ζημία, που ισούται με τη χρηματιστηριακή αξία των μετοχών τους, ήτοι με το τίμημα που εισέπραξε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος το ιδιοποιήθηκε και ουδέποτε τους το κατέβαλε παρά τις οχλήσεις τους και ζήτησαν, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής:

α) στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 37.644.098 δραχμών, β) στο δεύτερο των εναγόντων το ποσό των 33.231.888 δραχμών και γ) στον τρίτο των εναγόντων το ποσό των 38.554.738 δραχμών. Υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, στηριζόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον αναφέρονται όλα τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία και, συγκεκριμένα, η επελθούσα σε βάρος των εναγόντων ζημία, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης και της επελθούσας ζημίας.

Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία η εξειδίκευση της προέλευσης των χρημάτων για την απόκτηση των μετοχών υπό των αναιρεσίβλητων, ο τρόπος κτήσεως τούτων υπ’ αυτών, ο χρόνος και ο τόπος της διάθεσης χρημάτων στον αναιρεσείοντα για την απόκτηση των μετοχών, ο προσδιορισμός του χρόνου ανάληψης αυτών εκ μέρους του, εάν κατά την πώληση τους ενήργησε με γραπτή ή προφορική εντολή αυτών, ποια η τύχη του τιμήματος και, συγκεκριμένα, εάν το ενθυλάκωσε αυτός ή εάν κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό ή για την απόκτηση ή ανακαίνιση περιουσιακών στοιχείων των οποίων έγιναν κύριοι μετά τη διανομή της κοινής περιουσίας.

Όλα αυτά τα στοιχεία, με βάση την αδικοπρακτική ευθύνη στην οποία ερείδεται η αγωγή, εντάσσονται στα δικονομικά πλαίσια της ανεπτυγμένης άρνησης της και αποτελούν αντικείμενο ανταπόδειξης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο τον περί ποσοτικής αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.

Με την κρίση του αυτή δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να μη κηρύξει απαράδεκτο παρά το νόμο και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως και τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν συνιστούν "ζήτημα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή, εφόσον προσδιορίζεται, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 16.5.1975 ιδιωτικού συμφωνητικού οι εκ των εναγόντων Γ. Α. και Κ. Α. και ο εναγόμενος Β.

Α. συνέστησαν ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ" διάρκειας αορίστου χρόνου και με σκοπό την εκμετάλλευση ακινήτου δια της εγκατάστασης σε αυτό πρατηρίου υγρών καυσίμων και επιχείρησης εστιατορίου- καφετέριας που βρισκόταν στη θέση "..." Αργολίδος, επί της παλαιάς ΕΟ ...- Τρίπολης. Μετά τις τροποποιήσεις του καταστατικού της εταιρείας που επακολούθησαν, δυνάμει των από 18.3.1980, 10.11.1983 και 31.3.1988 ιδιωτικών συμφωνητικών φέρονταν, για φορολογικούς λόγους, ως μόνοι εταίροι ο εναγόμενος Β.

Α., οι ενάγοντες Γ. Α. και Κ. Α. και οι (μη διάδικοι) Ά. συζ. Ε. Α. (δευτέρου των εναγόντων) και Α. Λ.. Στην πραγματικότητα όμως μόνο όλοι οι διάδικοι αδελφοί ουσιαστικά αναμιγνύονταν στις εταιρικές υποθέσεις και συναποφάσιζαν γι’ αυτές, ενώ διαχειριστής της είχε ορισθεί ο εναγόμενος Β. Α., λόγω των γνώσεων που διέθετε ως απόφοιτος ανώτατης οικονομικής σχολής.

Στις επιχειρήσεις που λειτουργούσε η εταιρεία και ήταν ιδιαίτερα κερδοφόρες απασχολούνταν οι ίδιοι οι διάδικοι και οι σύζυγοι τους και λόγω των καλών σχέσεων που είχαν μεταξύ τους και του οικογενειακού χαρακτήρα της εταιρείας αυτής, ουδέποτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας της διανεμήθηκαν τυπικά μεταξύ τους τα εταιρικά κέρδη, αλλά κατά τακτά χρονικά διαστήματα οι διάδικοι παρακρατούσαν, διάφορα χρηματικά ποσά.

για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών και για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, ενώ τα υπόλοιπα ποσά (μετά την τακτοποίηση των υποχρεώσεων της εταιρείας προς τρίτους) κατατίθεντο σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς που ο καθένας είχε ανοιχθεί στο όνομα εκάστου των εναγόντων με συνδικαιούχο σε όλους τον εναγόμενο.

Έτσι, από τα κατά τον εκτεθέντα τρόπο διανεμηθέντα κέρδη, προς επωφελέστερη απόδοση αυτών, έκαστος των εναγόντων έγινε κύριος, μεταξύ άλλων, 220 μετοχών της Τράπεζας Εργασίας και 2.115 μετοχών της Τράπεζας ..., οι οποίες ήταν ονομαστικές και εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών. Οι μετοχές αυτές εκποιήθηκαν χρηματιστηριακά, μέσω της δεύτερης των εναγομένων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", από τον πρώτο εναγόμενο.

Ειδικότερα, ο τελευταίος εκποίησε μετοχές της Τράπεζας Εργασίας, στις 24.8.1993, α)20 μετοχές του πρώτου ενάγοντος αντί 183.400 δραχμών β)20 μετοχές του δευτέρου ενάγοντος αντί 183.400 δραχμών και γ)20 μετοχές του τρίτου ενάγοντος αντί 183.400 δραχμών και στις 17.1.1994, α)200 μετοχές του πρώτου ενάγοντος αντί 2.079.708 δραχμών, β)200 μετοχές του δεύτερου ενάγοντος αντί 2.079..708 δραχμών και γ)200 μετοχές του τρίτου ενάγοντος αντί 2.079.708 δραχμών.

Επίσης, εκποίησε τις μετοχές της Τράπεζας ... του πρώτου ενάγοντος, α)στις 2.5.1991, 800 μετοχές, αντί 14.820.456 δραχμών, β)στις 28.4.1993, 310 μετοχές αντί 4.226.035 δραχμών, γ)στις 29.4.1993, 5 μετοχές αντί. 66.499 δραχμών, δ)στις 24.8.1993, 500 μετοχές αντί 8.218.000 δραχμών και στις 26.8.1993, 500 μετοχές αντί 8.050.000 δραχμών, του δευτέρου ενάγοντος α)στις 29.8.1991, 1.000 μετοχές αντί 18.004.720 δραχμών, β)στις 11.3.1993, 1.000 μετοχές αντί 11.398.000 δραχμών, γ)στις 28.4.1993, 110 μετοχές αντί 1.499.561 δραχμών και δ)στις 29.4.1993, 5 μετοχές αντί 66.499 δραχμών και του τρίτου ενάγοντος α)στις 2.5.1991, 1.000 μετοχές αντί 18.525.570 δραχμών, β)στις 28.4.1993, 110 μετοχές αντί 1.499.561 δραχμών, γ)στις 29.4. 1993, 5 μετοχές αντί 66.499 δραχμών, δ)στις 24.8.1993, 500 μετοχές αντί 8.150.000.

δραχμών, και ε)στις 26.8.1993, 500 μετοχές αντί 8.050.000 δραχμών. Οι μετοχές αυτές φυλάσσονταν σε θυρίδα που διατηρούσε ο πρώτος εναγόμενος στην Τράπεζα ... (υποκ/μα ...), στη χρήση της οποίας είχε καταστήσει πληρεξούσιο τον πρώτο ενάγοντα, οποίος όμως είχε χρησιμοποιήσει αυτή μόνο δύο φορές και δη στις 7.7.1988 και 12.10.1988, έληξε δε η μίσθωση αυτής στις 11.6.1990, οπότε επεστράφησαν τα κλειδιά (βλ.

τα από 17.7.1995 και 31.5.2007 έγγραφα της παραπάνω Τράπεζας, κατόπιν σχετικής αίτησης του πρώτου ενάγοντος). Αναφορικά με τις μετοχές της Τράπεζας ..., όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από 18.4.1994 επιστολές αυτής προς τους ενάγοντες, έκαστος των τελευταίων είχε αποκτήσει 2.115 μετοχές, ως ακολούθως:

α)600 μετοχές σε αντικατάσταση 400 μετοχών από την αναπροσαρμογή των παγίων που αποφάσισε η ΓΣ των μετόχων στις 7.6.1988, β)400 μετοχές από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που αποφάσισε η ίδια ΓΣ και γ)1.000 μετοχές, μετά από split των μετοχών κατόπιν απόφασης της ΓΣ αυτής στις 19.6.1990 και στην AMΚ με απόφαση της ΓΣ στις 4.9.1990 συμμετείχαν και αγόρασαν 115 μετοχές.

Η πώληση των μετοχών αυτών, όπως και εκείνων της Τράπεζας Εργασίας, έγινε από τον πρώτο των εναγομένων με την προσκομιδή τους στη δεύτερη εξ αυτών ως οπισθογραφημένων από τους πωλητές ενάγοντες, με την εκ μέρους του διαβεβαίωσή της ότι πρόκειται για τις υπογραφές τους. Οι υπογραφές όμως στις προς πώληση μετοχές είχαν τεθεί από τον ίδιο τον πρώτο εναγόμενο, όπως άλλωστε και ο ίδιος συνομολογεί, χωρίς να διαθέτει προς τούτο εντολή πώλησης και σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση, ο οποίος στη συνέχεια εισέπραξε το τίμημα τους, το οποίο δεν απέδωσε στους ενάγοντες.

Του γεγονότος της εκποίησης των μετοχών έλαβαν γνώση οι ενάγοντες το έτος 1994, μετά τη λύση της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας που είχαν συστήσει με τον πρώτο εναγόμενο, η οποία (λύση) τυπικά έγινε στις 31.12.1993, δυνάμει του νομίμως δημοσιευθέντος στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ... υπ’ αριθμ. ...31.12.1993 εγγράφου διαλυτικού αυτής.

Ειδικότερα, κατόπιν αιτήσεων των εναγόντων προς αναζήτηση των μετοχών τους, οι Τράπεζες ... και Εργασίας, δια των αρμοδίων υπαλλήλων τους, απέστειλαν επιστολές, η μεν πρώτη τις προαναφερόμενες από 18.4.1994, η δε δεύτερη τις από 17.10.1994, με τις οποίες τους γνωστοποίησαν την εκποίηση αυτών (μετοχών), κατά τα προαναφερθέντα.

Και ναι μεν αποστέλλονταν στους ενάγοντες ενημερωτικά σημειώματα σχετικά με την κίνηση του χαρτοφυλακίου τους, πλην όμως, ενόψει του ότι ο τόπος εργασίας τους ήταν ο ίδιος με τον τόπο κατοικίας τους (τα δωμάτια που διέμεναν ήταν συνεχόμενα των κτηριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησής τους) της αλληλογραφίας επιλαμβανόταν ο πρώτος εναγόμενος υπεύθυνος των επιχειρήσεων και λόγω του μορφωτικού του επιπέδου (οι λοιποί αδελφοί ήταν απόφοιτοι δημοτικού) και έτσι εκείνοι δεν έλαβαν γνώση των πωλήσεων των τίτλων αυτών κατά το χρόνο που διενεργήθηκαν.

Ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά την πώληση των μετοχών ενήργησε για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας "... Ο.Ε." και στα πλαίσια της διαχείρισης της εταιρικής περιουσίας, αφού η αγορά των μετοχών είχε γίνει από διαθέσιμα χρήματα αυτής, με συνέπεια το εισπραχθέν απ’ αυτόν τίμημα από την πώλησή τους να αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας, υπονοώντας ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής και έτσι να υπαχθεί τούτο (τίμημα) στην κατά τη λύση αυτής (εταιρείας) εκκαθάριση, επί της οποίας συμφώνησαν οι ενάγοντες αδελφοί του, παραιτηθέντες άνευ διατύπωσης όρων ή επιφυλάξεων κάθε άλλης εξ αυτής αξίωσης.

Ο ισχυρισμός, αυτός από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε βάσιμος και εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέος. Και τούτο, διότι, α) δεν προέβη ο πρώτος εναγόμενος μετά την είσπραξη του τιμήματος από την πώληση των μετοχών στην κατάθεση, του σε λογαριασμό, επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας, όπως θα έπραττε αν αυτή ήταν δικαιούχος, β) οι εν λόγω μετοχές ήταν ονομαστικές και ανήκαν σε καθένα από τους ενάγοντες και επομένως, ως διαχειριστής της εταιρείας, δεν συνεπαγόταν ότι εκπροσωπούσε τους ενάγοντες και σε όλες τις συναλλαγές τους, που δεν αφορούσαν την εταιρεία, αλλά προσωπικά περιουσιακά τους στοιχεία και γ) προέβη στην πώληση μετοχών της Τράπεζας Εργασίας και σε μεταγενέστερο της λύσης της εταιρείας χρόνο και δη στις 17.1.1994 (200 μετοχές εκάστου ενάγοντος) αντί συνολικού τιμήματος 6.239.124 δραχμών, αλλά και όταν είχαν ήδη διαταραχθεί οι μεταξύ τους σχέσεις από διάφορους λόγους και δη τόσο από την πώληση οικοπέδου στο ..., κατά την οποία ενεργώντας ως εντολοδόχος τους δεν τους απέδωσε το αναλογούν τίμημα, όσο και εκ του ότι ο εναγόμενος, λόγω λειτουργίας πλέον του αυτοκινητόδρομου Κορίνθου-Τρίπολης που είχε ως συνέπεια τη σταδιακή μείωση των κερδών της εταιρείας, επιχείρησε να αναλάβει ατομικά, χωρίς τη συνεργασία των αδελφών του, την κατασκευή και λειτουργία σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων επί της παραπάνω νέας οδού (σήραγγα Αρτεμισίου), έτσι ώστε να μη νοείται η εκ μέρους των εναγόντων προφορική συναίνεση και έγκριση των εντολών πώλησης των μετοχών, η οποία μάλιστα περιελάμβανε και την εξουσιοδότηση υπογραφής των μετοχών, όπως υποστηρίζει ο εναγόμενος...

Από όλα τα παραπάνω αναφερόμενα ως αποδειχθέντα συνάγεται ότι το εισπραχθέν από την πώληση των μετοχών τίμημα δεν ήταν εταιρικό περιουσιακό στοιχείο, ώστε να υπαχθεί στη διαδικασία της εκκαθάρισης κατά τη λύση της εταιρείας, αλλά ατομικό περιουσιακό στοιχείο των εναγόντων και ως προς την απαίτηση αυτού η παραίτηση τους από τυχόν εταιρικές αξιώσεις τους από τη λύση και την εκκαθάριση της εταιρείας δεν έχει έννομη επιρροή.

Ομοίως απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί καταβολής του τιμήματος των μετοχών, μετά τη διάθεση μέρους αυτού σε αγορά ακινήτων και ανακαίνιση των επιχειρήσεων της εταιρείας, δια καταθέσεως του υπολοίπου ποσού στους αριθμ... τραπεζικούς λογαριασμούς της Τράπεζας ... (υποκ/μα ...), με συνδικαιούχους τον ίδιο και τον πρώτο ενάγοντα, καθόσον η από τον οφειλέτη κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που τηρεί με συνδικαιούχο το δανειστή, σαφώς και δεν συνιστά καταβολή, αφού ο δανειστής δεν έχει την εξουσία της ανά πάσα στιγμή διάθεσης του χρηματικού ποσού της κατάθεσης, η οποία ανήκε, και, στον οφειλέτη, πέραν του ότι από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα του βιβλιαρίου καταθέσεων, δεν μπορεί να συναχθεί η προέλευση των κατατεθέντων χρηματικών ποσών, ήτοι ότι αφορούσαν το τίμημα από τις εν λόγω πωλήσεις, δεδομένου ότι δεν ταυτίζονται οι ημερομηνίες πώλησης των μετοχών με εκείνες των καταθέσεων, ούτε υπάρχει αντιστοιχία ποσών κατάθεσης και τιμήματος πωλήσεων.

Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζει ο πρώτος εναγόμενος με τους δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έβδομο λόγους της έφεσής του και δη ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τους ισχυρισμούς του ότι: α) η αγορά των μετοχών έγινε από τα διαθέσιμα χρήματα της εταιρείας και τοποθέτησε αυτές με τον αδελφό του Γ.

Α. (πρώτο ενάγοντα) σε θυρίδα της Τράπεζας ... για να χρησιμοποιηθούν προς εξυπηρέτηση των αναγκών της εταιρείας και ακολούθως ότι το εισπραχθέν τίμημα από την πώληση των μετοχών αποτελεί εταιρικό περιουσιακό στοιχείο, το οποίο υπήχθη στη διαδικασία της εκκαθάρισης λόγω λύσης αυτής και ότι παραιτήθηκαν οι ενάγοντες από κάθε αξίωσή τους που αφορούσε την εταιρική περιουσία, β) κατά την πώληση των μετοχών ενήργησε ως διαχειριστής και για λογαριασμό της εταιρείας, γ) τα χρήματα που εισέπραξε από τη μεταβίβαση των μετοχών κατατέθηκαν σε κοινούς λογαριασμούς με συνδικαιούχο τον ίδιο και δ) δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης από αδικοπραξία, είναι αβάσιμα και απορριπτέα...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι, της δεύτερης των εναγομένων ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας μέσω της οποίας πωλήθηκαν οι μετοχές των εναγόντων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, επέδειξαν βαριά αμέλεια, λαμβανομένου υπόψη ότι παρέλειψαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία για τέτοιες συναλλαγές που ήταν η ενώπιον τους οπισθογράφηση των μετοχών από τους ενάγοντες και στη συνέχεια η βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής τους.

Αντιθέτως προέβησαν στην τελευταία (βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των) παρότι δεν ετέθησαν οι υπογραφές των κυρίων των μετοχών ενώπιον τους και δεν διέθετε ο πρώτος εναγόμενος σχετικό πληρεξούσιο, με το οποίο να δίνεται σε αυτόν εντολή πώλησης των μετοχών για λογαριασμό των εναγόντων, ούτε άλλωστε φρόντισαν να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο για την εξακρίβωση της γνησιότητας των υπογραφών, αλλά και της πραγματικής βούλησης των τελευταίων περί της εκποίησης των μετοχών, όπως όφειλαν, ώστε να αποφευχθεί τυχόν κίνδυνος των συμφερόντων τους.

Από την αμέλεια δε αυτή που επέδειξαν κατέστη δυνατή η τέλεση από τον πρώτο των εναγομένων της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας πράξης σε βάρος των εναγόντων, αφού παρασχέθηκε σε αυτόν η δυνατότητα να πωλήσει τις μετοχές και εν τέλει να ιδιοποιηθεί το εισπραχθέν τίμημά τους, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στους ενάγοντες, κατά τα προεκτεθέντα και, συνεπώς, η δεύτερη των εναγομένων ευθύνεται εις ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο για την πράξη αυτή.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τον ισχυρισμό της δεύτερης των εναγομένων, τον οποίο προβάλλει, και με την μορφή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, ότι ο πρώτος εξ αυτών διαβεβαίωσε τους αρμόδιους υπαλλήλους της ότι οι υπογραφές είχαν τεθεί από τους ενάγοντες και προφορικά είχε δοθεί σε αυτόν (πρώτο εναγόμενο) η πληρεξουσιότητα και εντολή από τους τελευταίους να αναλάβει και εκποιήσει χρηματιστηριακά τις μετοχές τους, γεγονός για το οποίο δεν είχαν λόγο να αμφιβάλλουν, ενόψει του ότι επί σειρά ετών συναλλασσόταν ο πρώτος εναγόμενος ως εκπρόσωπος των εναγόντων χωρίς να υπάρχει, οποιαδήποτε αμφισβήτηση, επί πλέον δε προγενέστερα και μεταγενέστερα έκαστης χρηματιστηριακής συναλλαγής ο πρώτος εναγόμενος είχε τηλεφωνική, επικοινωνία με τους ενάγοντες, παρουσία των υπαλλήλων της και εις επήκοον αυτών, περί της τιμής πώλησης τους.

Και τούτο, διότι όπως προαναφέρθηκε, εν προκειμένω ο πρώτος εναγόμενος δεν προέβη στην πώληση των μετοχών για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας της οποίας ήταν εκπρόσωπος, αλλά οι μετοχές ανήκαν ατομικά σε έκαστο των εναγόντων, οπότε οι συναλλαγές που είχε ο πρώτος εναγόμενος με τα υποκαταστήματα ..., ...

και … της Τράπεζας ... και της δεύτερης των εναγομένων, υπό την παραπάνω ιδιότητα, δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου και την εκπροσώπηση των αδελφών του και σε εκείνες που αφορούσαν προσωπικά τους περιουσιακά στοιχεία, όπως είναι οι μετοχές. Εξάλλου, οι πωλήσεις των εν λόγω μετοχών δεν ήταν ιδιαίτερα συχνές, καθόσον κατά το έτος 1991 έγιναν μόνο δύο (2), το έτος 1993 πέντε (5) και το 1994 μία, ώστε να δημιουργηθεί η πεποίθηση στη δεύτερη εναγομένη ότι οι ενέργειες του πρώτου εναγομένου ελάμβαναν χώρα κατόπιν εντολής των εναγόντων.

Επιπροσθέτως, δεν νοείται, μία ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με μεγάλο αριθμό υπαλλήλων να αρκείται, απλώς στις προφορικές δηλώσεις του πρώτου εναγομένου περί της ύπαρξης πληρεξουσιότητας και της γνησιότητας της υπογραφής των εναγόντων και να προβαίνει σε συναλλαγές, βασιζόμενη σε τηλεφωνικές συνομιλίες αυτού, στις οποίες δεν υπάρχει βεβαιότητα περί της ταυτότητας του ετέρου προσώπου που επικοινωνεί, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, καμία από τις εξεταζόμενες ως μάρτυρες υπάλληλοι της δεύτερης των εναγομένων δεν γνώριζε προσωπικά τους ενάγοντες.

Τους ίδιους παραπάνω ισχυρισμούς προβάλλει και ο πρώτος εναγόμενος και προς επίρρωση του γεγονότος, ότι είχε την προφορική εντολή των αδελφών του για την εκποίηση των μετοχών, διατείνεται ότι, μετά τη λήψη των μετοχών από την τραπεζική θυρίδα που φυλάσσονταν, του παραδόθηκαν από τον πρώτο ενάγοντα προς το σκοπό αυτό, όπως καταθέτει, και ο εξεταζόμενος με επιμέλειά του μάρτυρας Α.

Λ., πλην όμως τούτο αναιρείται από την προαναφερόμενη από 17.7.1995 επιστολή της Τράπεζας ..., σύμφωνα με την οποία ο πρώτος ενάγων είχε επισκεφθεί τη θυρίδα, όπου φυλάσσονταν αυτές, μόλις δύο φορές κατά το έτος 1988 ήτοι τρία έτη πριν την πρώτη πώληση των μετοχών (2.5.1991). Ομοίως μη πειστική κρίνεται και η κατάθεση του ετέρου μάρτυρα του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος παρότι ο ίδιος δεν εργαζόταν στη δεύτερη εξ αυτών αλλά στο υποκατάστημα ...

της Τράπεζας ..., από το οποίο συνταξιοδοτήθηκε το μήνα Νοέμβριο του έτους 1990, ήτοι πριν την πώληση των μετοχών και δεν έχει ιδία αντίληψη του τρόπου μεταβίβασής τους, διαβεβαιώνει ότι στα πλαίσια της διαχειριστικής εξουσίας της εταιρείας των αδελφών περιλαμβανόταν και η εντολή για την πώληση των μετοχών από τον εναγόμενο.

Ούτε, άλλωστε, ο τελευταίος διατυπώνει οποιαδήποτε δικαιολογία αναφορικά με το γεγονός της ανάγκης τηλεφωνικής επικοινωνίας με τους ενάγοντες κατά την εκάστοτε χρηματιστηριακή συναλλαγή ως προς τις τιμές πώλησης των μετοχών, όταν είχε την απόλυτη συναίνεση και ανεπιφύλακτη έγκρισή τους, όπως υποστηρίζει.

Επομένως, είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι, κατά την κατάρτιση των πωλήσεων των μετοχών, οι ενάγοντες, εν γνώσει τους, παρείχαν στον πρώτο των εναγομένων έναντι της δεύτερης εξ αυτών, λόγω της επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς τους, "φαινόμενη πληρεξουσιότητα", με δικαίωμα υπογραφής των μετοχών και πώλησης αυτών, για λογαριασμό τους και οι αρμόδιοι υπάλληλοι της δεύτερης αγνοούσαν καλόπιστα και δεν μπορούσαν να γνωρίζουν την έλλειψη της πληρεξουσιότητας αυτής...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις και τους προσθέτους λόγους αυτών του αναιρεσείοντα, αφενός κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων και αφετέρου κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης ως αβάσιμες, (καθώς και την έφεση και τους προσθέτους λόγους αυτής της τέταρτης αναιρεσίβλητης ως εναγόμενης, που δεν ενδιαφέρει στην προκείμενη αναιρετική διαδικασία) και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε κάνει δεκτή την αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων σε βάρος του αναιρεσείοντος και της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΕΤΑΙΡΙΑ", καθώς και την προσεπίκληση και ενωμένη αγωγή της τελευταίας κατά του αναιρεσείοντος, ο οποίος δυνάμει έγγραφης σύμβασης είχε υποσχεθεί και αναγνωρίσει, ότι θα καταβάλλει σ’ αυτή, ό,τι αυτή υποχρεωθεί να καταβάλλει στους αναιρεσίβλητους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 138, 236, 221, 224 και 914 ΑΚ.

Ειδικότερα, δέχτηκε, ότι είχε συσταθεί μεταξύ των πρώτου και τρίτου των αναιρεσίβλητων και του αναιρεσείοντος ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία για την εκμετάλλευση πρατηρίου υγρών καυσίμων και επιχείρησης εστιατορίου-καφετέριας στη θέση "..." Αργολίδας, ότι μέλη της εταιρείας αυτής, μετά τις τροποποιήσεις του καταστατικού της, η τελευταία των οποίων έγινε στις 31-8-1988, ήταν οι προαναφερόμενοι ιδρυτές και οι μη διάδικοι Ά., σύζυγος Ε.

Α., δευτέρου αναιρεσίβλητου και ο Α. Λ., στην πραγματικότητα όμως πραγματικοί εταίροι ήταν μόνον οι τρείς πρώτοι αναιρεσίβλητοι και ο αναιρεσείων (αδελφοί), ότι ο αναιρεσείων ήταν ο διαχειριστής της εταιρείας, ότι τα εταιρικά κέρδη κατά το χρόνο λειτουργίας της εταιρείας, η οποία λύθηκε στις 31-12-1993, δεν διανέμονταν τυπικά μεταξύ των διαδίκων, πραγματικών εταίρων, αλλά κατά τακτά χρονικά διαστήματα γινόταν άτυπη διανομή αυτών, δεδομένου ότι, μετά την τακτοποίηση των υποχρεώσεων της εταιρείας, καθένας από αυτούς παρακρατούσε διάφορα χρηματικά ποσά για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών του και τα υπόλοιπα κατατίθεντο σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, ο καθένας από τους οποίους είχε ανοιχθεί στο όνομα καθενός από τους τρείς πρώτους αναιρεσίβλητους με συνδικαιούχο σε όλους τον αναιρεσείοντα.

Ότι από τους λογαριασμούς αυτούς προέβαιναν σε διάθεση χρημάτων για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και των επίδικων μετοχών, που αποκτήθηκαν στο όνομα του καθενός και όχι στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας και εντεύθεν οι μετοχές αυτές δεν αποτελούσαν εταιρικό περιουσιακό στοιχείο, ώστε να μπορούν να εκποιηθούν υπό του αναιρεσείοντος, ως ασκούντος τη διαχείριση της εταιρείας και μετά τη λύση της να μην υφίσταται απαίτηση των αναιρεσειόντων κατ’ αυτού, ως εκ της παραιτήσεώς τους από τυχόν εταιρικές αξιώσεις.

Ότι η πώληση των μετοχών υπό του αναιρεσείοντος, στον οποίο είχαν παραδοθεί προς φύλαξη, έγινε χωρίς τη συναίνεση των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων και εν αγνοία τους, την οποία και πληροφορήθηκαν μετά τη λύση της εταιρείας, όταν ενδιαφέρθηκαν για τις μετοχές τους, δεδομένου και ότι τη σχετική αλληλογραφία με τα ενημερωτικά σημειώματα με την κίνηση του χαρτοφυλακίου τους επιλαμβανόταν αυτός, ως υπεύθυνος των επιχειρήσεων και λόγω του ανώτερου μορφωτικού του επιπέδου σε σχέση με αυτούς.

Ότι ούτε εγκρίθηκε η πώληση αυτή εκ των υστέρων, αλλά ούτε και το τίμημα από την πώληση κατατέθηκε στους κοινούς λογαριασμούς που τηρούσαν οι διάδικοι και μετά ταύτα κατέληξε ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος προέβη στην πώληση χρηματιστηριακώς των άνω μετοχών, που του είχαν παραδοθεί προς φύλαξη, με την υπαίτια συνδρομή των προστηθέντων υπαλλήλων της τέταρτης αναιρεσίβλητης χρηματιστηριακής εταιρείας, για τους οποίους δεν δέχτηκε την προταθείσα υπ’ αυτής ύπαρξη "φαινομένης πληρεξουσιότητας" εκ μέρους των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων προς τον αναιρεσείοντα και εντεύθεν ιδιοποιήθηκε το αποκτηθέν τίμημα αυτών, υποχρεούται σε αποζημίωση, όπως και η τέταρτη αναιρεσίβλητη, χρηματιστηριακή εταιρεία, των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων.

Δεν ήταν δε αναγκαίος, για την επάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο προσδιορισμός, ποια ήταν τα τακτά χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία γίνονταν παρακρατήσεις υπό των εταίρων από τα κέρδη, ποιά ποσά παρακρατούσε καθένας, ούτε οι ιδιαίτερες συνθήκες απόκτησης των ένδικων μετοχών, αλλά αρκούσε η αναφορά, ότι καθένας ήταν κύριος των 220 μετοχών της Τράπεζας Εργασίας και 2.115 μετοχών της Τράπεζας ....

Η παρακράτηση δε ποσών υπό του δευτέρου αναιρεσίβλητου, Ε. Α. και εντεύθεν η απόκτηση υπ’ αυτού των μετοχών με επαρκείς αιτιολογίες προκύπτει, ότι γινόταν, διότι αυτός ήταν ο πραγματικός εταίρος της μεταξύ των διαδίκων εταιρείας, ενώ η σύζυγός του Ά., απλώς φερόταν για φορολογικούς λόγους ως εταίρος αυτής.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι οι μετοχές φυλάσσονταν σε θυρίδα, που διατηρούσε αυτός στην Τράπεζα ... στο Ναύπλιο, ότι στη χρήση της είχε καταστήσει πληρεξούσιο τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως την είχε επισκεφθεί μόνο δύο φορές και συγκεκριμένα στις 7-7-1988 και 12-10-1988 και ότι η μίσθωση της έληξε στις 11-6-1990, οπότε επιστράφηκαν τα κλειδιά, κατόπιν σχετικής αίτησης του πρώτου αναιρεσίβλητου, δεν προσδιορίζει, πως περιήλθαν οι μετοχές στην κατοχή αυτού (αναιρεσείοντος), ενόψει του ότι, αφού η μίσθωση της θυρίδας έληξε με αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, αυτός, προφανώς, παρέλαβε και τις φυλασσόμενες σ’ αυτή μετοχές.

Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα πρωτίστως, διότι ερείδεται επί αναληθούς προϋπόθεσης, δεδομένου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει παραδοχή, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, μετά τη λήξη της μίσθωσης της θυρίδας, παρέλαβε τις μετοχές στην κατοχή του. Ούτε ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της απόφασης να αναφέρεται, εάν ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά τις επισκέψεις του στη θυρίδα παρέλαβε και πόσες ή όχι μετοχές.

Στη συνέχεια, με πλήρεις αιτιολογίες η προσβαλλόμενη δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων δεν απέδωσε το τίμημα των μετοχών με κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχους τον ίδιο και τον πρώτο αναιρεσίβλητο, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα του βιβλιαρίου κατάθεσης δεν μπορεί να συναχθεί η προέλευση των κατατεθέντων χρηματικών ποσών, δεδομένου ότι δεν ταυτίζονται οι ημερομηνίες πώλησης με τις ημερομηνίες κατάθεσης, καθώς και τα κατατεθέντα ποσά με το τίμημα των πωλήσεων και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά οποιασδήποτε άλλης αιτιολογίας.

Εξάλλου, ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, με την παραδοχή της, ότι "ως διαχειριστής της εταιρίας δεν συνεπαγόταν ότι εκπροσωπούσε τους ενάγοντες σε όλες τις συναλλαγές τους, που δεν αφορούσαν την εταιρία, αλλά προσωπικά περιουσιακά τους στοιχεία", σε σχέση με την παραδοχή της, ότι "της αλληλογραφίας επιλαμβανόταν ο πρώτος εναγόμενος, ως υπεύθυνος των επιχειρήσεων", διότι με την πρώτη προκύπτει ότι τους εκπροσωπούσε στις εταιρικές υποθέσεις τους όχι όμως και στις προσωπικές τους, ενώ με τη δεύτερη ότι, επιλαμβανόταν και των προσωπικών τους υποθέσεων.

Και οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες, διότι αφορούν σε επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία δικαιολογεί το αποδεικτικό του πόρισμα. Σε κάθε περίπτωση, όλες οι άνω αιτιάσεις, καθώς και οι λοιπές, που περιέχονται στους δεύτερο, τρίτο, έβδομο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελούν αιτιάσεις σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα με την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο όμως εκτίθεται σαφώς, κατά τα παραπάνω και έτσι πλήττεται απαραδέκτως η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα, (άρθρ. 561§1 Κ.Πολ.Δ.) αλλά και με τις αιτιολογίες της απόρριψης των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών εκ μέρους του αναιρεσείοντος, οι οποίες όμως δεν αποτελούν "ζήτημα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να ελέγχεται αναιρετικά.

Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, έβδομος και ένατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( και όχι και από τον αριθ. 14 με τον ένατο λόγο κατά την αληθή νοηματική του έννοια) και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμοι.

Απορριπτέος είναι και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων, προβάλλοντας την αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα, ότι η κατάθεση από τον οφειλέτη της οφειλόμενης χρηματικής οφειλής σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό δεν συνιστά καταβολή, αφού ο δανειστής δεν έχει την εξουσία της ανά πάσα στιγμή διάθεσης του χρηματικού ποσού της κατάθεσης, διότι ανήκει και στον οφειλέτη και απορρίπτοντας, με την αιτιολογία αυτή, τον ισχυρισμό του περί καταβολής μέρους του τιμήματος των μετοχών σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τους αναιρεσίβλητους αδελφούς του, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του ν.5638/1932, καθώς και του άρθρου 2 παρ.1 του νδ 17.7/13.8.1923.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος και με επάλληλη αιτιολογία, δεχόμενο δηλαδή ότι (και για την περίπτωση που η κατάθεση από τον οφειλέτη της οφειλόμενης χρηματικής οφειλής σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό συνιστά καταβολή), από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα του βιβλιαρίου καταθέσεων, δεν μπορεί να συναχθεί η προέλευση των κατατεθέντων χρηματικών ποσών, ήτοι ότι αφορούσαν το τίμημα από τις εν λόγω πωλήσεις, δεδομένου ότι δεν ταυτίζονται οι ημερομηνίες πώλησης των μετοχών με εκείνες των καταθέσεων, ούτε υπάρχει αντιστοιχία ποσών κατάθεσης και τιμήματος πωλήσεων, η οποία αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι δεν επλήγη αποτελεσματικά, αφού ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο βάλλεται η επάλληλη αυτή αιτιολογία απορρίφθηκε ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν 3632/1928 κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή, ενώ κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα και κατά τη διάταξη του αρθρ. 20 παρ.1 του ν. 1806/1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο:

α)η πώληση της μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β)η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά...,γ)κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων... Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, που καταργήθηκαν από 1.11.2007 με το άρθρο 85 του ν. 3606/2007, εφαρμόζονται όμως στην παρούσα υπόθεση, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις ανάγονται σε προηγούμενο χρονικό διάστημα, προκύπτει, ότι η παραπάνω ετήσια παραγραφή ισχύει μόνο για αξίωση, που πηγάζει από σύμβαση χρηματιστηριακής συναλλαγής (κύριας ή και παρεπόμενης), όπως είναι και η παραγγελία χρηματιστηριακής πώλησης μετοχών (Ολ ΑΠ 16/2008).

Σε περίπτωση όμως πώλησης ονομαστικών μετοχών χρηματιστηριακώς από τρίτο, στον οποίο είχαν παραδοθεί προς φύλαξη, βάσει σύμβασης παρακαταθήκης, χωρίς εντολή και πληρεξουσιότητα του κυρίου αυτών και εν αγνοία του, με την υπαίτια συνδρομή των προστηθέντων υπαλλήλων της χρηματιστηριακής εταιρείας και ιδιοποίησης εντεύθεν από τον τρίτο, θεματοφύλακα των μετοχών, του αποκτηθέντος τιμήματος αυτών, η αξίωση του κυρίου των μετοχών κατά του τρίτου και κατά της χρηματιστηριακής εταιρείας προς αποζημίωσή του, υπό την επίκληση της εν αγνοία του και χωρίς την εντολή και πληρεξουσιότητά του πώλησης των μετοχών του από τον θεματοφύλακα, μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας και με την υπαίτια συνδρομή των προστηθέντων της, συνιστά αξίωση από αδικοπραξία και όχι από σύμβαση χρηματιστηριακής συναλλαγής (ΑΠ 1376/2011).

Η αξίωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ, παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006 4/2005).

Με τον άνω λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 27, 28/1998, ΑΠ 1047/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι στην υπό κρίση διαφορά πρόκειται για συρροή νομίμων βάσεων της αυτής αξίωσης από σύμβαση και από αδικοπραξία, που εκπηγάζουν αμφότερες από χρηματιστηριακή συναλλαγή και συνεπώς υπερισχύει της παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ.6 του ν. 3632/1928 και, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι υφίσταται συρροή αδικοπρακτικής και ενδοσυμβατικής ευθύνης, η παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία παραμένει αυτοτελής και διέπεται από τη διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ, εκτός, εάν, κατ’ εξαίρεση, η εφαρμογή της μιας ρύθμισης ματαιώνει το σκοπό της άλλης στην οποία ανήκει τελολογικά το προβάδισμα.

Στην προκείμενη περίπτωση δε, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ φαλκιδεύει την τελολογία της άνω ειδικής διάταξης του άρθρου 15 παρ.6 του ν. 3632/1928, που έχει το προβάδισμα, διότι σκοπός της είναι η ταχύτατη εκκαθάριση των διαφορών που προκύπτουν στο πλαίσιο χρηματιστηριακής συναλλαγής μεταξύ του παραγγελιοδόχου και του παραγγελέως.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο με τις ουσιαστικές παραδοχές της, δεν δέχτηκε, ότι οι ένδικες αξιώσεις των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος και της χρηματιστηριακής εταιρείας για αποζημίωση έχουν ως βάση και παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης αυτών από χρηματιστηριακή συναλλαγή, αλλά δέχτηκε ότι έχουν ως βάση την αδικοπραξία, που τέλεσε σε βάρος τους ο αναιρεσείων και οι προστηθέντες από τη χρηματιστική εταιρεία υπάλληλοί της με την πώληση των μετοχών τους εν αγνοία τους και χωρίς την εντολή και πληρεξουσιότητα τους και εντεύθεν έκρινε ότι γι’ αυτές ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και όχι η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 και απέρριψε στη συνέχεια το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε δεχθεί τα ίδια, της ένστασής του περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του 937 ΑΚ, που εφάρμοσε, ούτε τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 ΚΠολΔ, που δεν εφάρμοσε, λαμβανομένου υπόψη και ότι δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επικαλούμενη συρροή νομίμων βάσεων ή συρροή αδικοπρακτικής και ενδοσυμβατικής ευθύνης και ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης.

Περαιτέρω, με τον έκτο, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι το Εφετείο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, αναφορικά με τις μετοχές που πωλήθηκαν το έτος 1991 ως αβάσιμη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 937 ΑΚ, με την παραδοχή, ότι δεν υπόκειται αξίωση από σύμβαση, αλλά από αδικοπραξία, της οποίας οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση της ζημίας και του υπαιτίου το έτος 1994, όταν οι τράπεζες γνωστοποίησαν σ’ αυτούς την πώληση των μετοχών τους, ενώ η αγωγή ασκήθηκε το έτος 1997, ήτοι εντός της πενταετίας, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι το Εφετείο δέχτηκε και " ότι οι μετοχές αυτές φυλάσσονταν σε θυρίδα που διατηρούσε αυτός (αναιρεσείων) στην Τράπεζα ..., στη χρήση της οποίας είχε καταστήσει πληρεξούσιο τον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος όμως είχε χρησιμοποιήσει αυτή μόνο δύο φορές και δη στις 7-7-1988 και 12-10-1988, έληξε δε η μίσθωση αυτής στις 11-6-1990, οπότε επεστράφησαν τα κλειδιά (βλ.

τα από 17-7-1995 και 31-5-2007 έγγραφα της παραπάνω Τράπεζας, κατόπιν αίτησης του πρώτου ενάγοντος) ", που σημαίνει, ότι οι ένδικες μετοχές περιήλθαν στην κατοχή του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στις 11-6-1990 και συνεπώς, έκτοτε γνώριζαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι για την κατάσταση των μετοχών και τη μεταβίβασή τους από της πραγματοποίησης κάθε εκποιητικής πράξης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα περί κατοχής των μετοχών από τον πρώτο αναιρεσίβλητο από 11-6-1990 και γνώσης της μεταβίβασης τους από όλους τους αναιρεσίβλητους έκτοτε, δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά συμπεράσματα του αναιρεσείοντος.

Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010).

Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ. β’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια, ότι, ενώ είχε προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι οι αναιρεσίβλητοι αδελφοί του γνώριζαν, ότι οι μετοχές είχαν αγορασθεί από διαθέσιμα της εταιρείας τους και ότι για τυπικούς λόγους ανήκαν σ’ αυτούς, ότι είχαν πλήρη γνώση της πώλησης και ότι συναινούσαν σ’ αυτή πριν από την πώλησή τους και ότι αφού η χρηματιστηριακή εταιρεία απέστελλε σ’ αυτούς καθ’ έκαστο μήνα ενημερωτικά σημειώματα με την κίνηση του χαρτοφυλακίου τους, καθώς και οι εκδότριες τράπεζες προσκλήσεις για να συμμετέχουν στις γενικές συνελεύσεις, που ανέφεραν τον αριθμό των μετοχών, δεν αντέδρασαν μέχρι την έγερση της αγωγής, εγκρίνοντας, έτσι σιωπηρώς τις πωλήσεις.

Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό, δεχόμενο, ότι αυτοί δεν έλαβαν γνώση της πώλησης των μετοχών, διότι την αλληλογραφία όλων την επιλαμβανόταν αυτός ως υπεύθυνος των επιχειρήσεων και λόγω του ανωτέρου μορφωτικού του επιπέδου σε σχέση με τους λοιπούς αδελφούς του, ενώ, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ήταν αδύνατον επί μία εξαετία ήτοι από το έτος 1990, που έγινε η πρώτη πώληση μέχρι του έτους 1996, που άσκησαν την αγωγή, να μην παρέλαβε κανένας άλλος, πλην αυτού, την αλληλογραφία και μάλιστα την ατομική τους.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, ως προς τη γνώση των αναιρεσίβλητων σχετικά με την αγορά και την πώληση των μετοχών τους υπό του αναιρεσείοντος.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1048 περ.γ’ ΚΠολΔ προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο της ηλικίας τους. Η συμπλήρωση πρέπει να έχει λάβει χώρα μέχρι την τελευταία συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση. Μεταγενέστερη συμπλήρωση αποτελεί λόγο αποφυλάκισης κατ’ άρθρο 1052 περ.δ’ ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων, ως γεννηθείς στις 20-6-1944, δεν είχε συμπληρώσει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η οριστική απόφαση στις 18-12-2008, το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης αυτού με τον οποίο υποστήριζε, ότι είχε ήδη συμπληρώσει το παραπάνω έτος της ηλικίας του κατά τη συζήτηση της έφεσής του και δεν έπρεπε να διαταχθεί η προσωπική κράτησή του ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1048 περ. δ’ ΚΠολΔ και με πλήρεις αιτιολογίες κατάληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο δέκατος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία.

Περαιτέρω, ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται κατά τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις, αντενστάσεις, ή να αποφανθεί επί κάθε είδους αυτοτελών ισχυρισμών που αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει ότι, ενώ πρωτοδίκως και κατ’ έφεση είχε προβάλλει σε σχέση με την τέταρτη αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρεία τον ισχυρισμό, ότι η γενόμενη από αυτόν με το από 28-5-1996 έγγραφο αναγνώριση χρέους προς αυτή και συγκεκριμένα, ότι σε περίπτωση καταδίκης της θα της καταβάλλει κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλλει αυτή στους λοιπούς αναιρεσίβλητους αδελφούς του, έγινε υπό τις αναφερόμενες ειδικές συνθήκες πίεσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, κατά παράβαση των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και είναι άκυρη, το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτησή του αυτή.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, είναι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, που προκαλεί εκκρεμοδικία. Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πάλι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσής του και των προσθέτων αυτής λόγων, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την οποία και έπρεπε ως εκκαλών να επαναφέρει τον ισχυρισμό του αυτό ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι είχε προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό.

Απορριπτέος είναι και ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν απάντησε επί του ισχυρισμού του, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενέκριναν τις γενόμενες επί των μετοχών εκποιήσεις, που τον στήριζε στο ότι αυτός είχε τη γενική αντιπροσωπευτική εξουσία ως διαχειριστής να ενεργεί κάθε πράξη που αφορούσε την εταιρεία, έστω και αν για οικονομικούς ή φορολογικούς λόγους κατά το φαινόμενο εγένοντο στο όνομα κάποιου από αυτούς, ότι μια τέτοια πράξη ήταν και η αγορά και πώληση των μετοχών, ότι η πώληση τους έγινε με τη ρητή συναίνεση και έγκριση των αναιρεσίβλητων και με τη συγκατάθεσή τους να προβεί στην απαιτούμενη υπογραφή, ότι παρόλον ενημερώνονταν εγγράφως κάθε μήνα μετά από κάθε συναλλαγή δεν προέβαλαν αντίρρηση, ούτε και εκ των υστέρων μέχρι την έγερση της αγωγής και άφησε αδίκαστη την αίτησή του αυτή.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, είναι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, που προκαλεί εκκρεμοδικία. Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πάλι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα υπό την έννοια του αριθ. 8, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό και συγκεκριμένα του παρανόμου της αδικοπραξίας, σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε, όπως προκύπτει από τις αντίθετες παραδοχές του περί αυτού.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 501/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων και της τέταρτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσαν προτάσεις και έχουν διαφορετική εκπροσώπηση, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2015 αίτηση του Β. Α. του Μ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 96/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα α) των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ και β) της τέταρτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ομοίως ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ