Supreme Court dismisses appeal against inheritance court ruling on will invalidity and heir shares.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs against the Patras Court of Appeal's decision rejecting their inheritance claim. The lower court found the contested will invalid due to lack of proper execution and determined the heirs were co-heirs entitled to specific shares. The court upheld this ruling because the appellate court correctly applied substantive law regarding will validity and inheritance distribution without omitting relevant facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision is based on sufficient grounds and correctly applied substantive law regarding will validity and inheritance shares.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 725 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 725/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Π. του Ι., κατοίκου ... 2)Α. συζ. Π. Ζ. το γένος Ι. Π. κατοίκου ..., 3)Ε. συζ. Χ. Σ. το γένος Ι. Π. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σάββα Παραστατίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. χήρας Χ. Π., το γένος Δ. Δ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου Α.-Κ. Π. κατοίκου ομοίως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βουβάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2010, 62/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 4-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 83/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσειόντων, κατά της 62/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο [ολΑΠ 3/1997, ολΑΠ 469/1984].
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα απέρριψε την έφεσή τους κατά της 62/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 14-4-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ατομικά και με την ιδιότητα της ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Α.-Κ.
και αναγνωρίστηκε ότι α) είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη, που φέρεται ότι συντάχθηκε και υπογράφηκε από την Α. χήρα Ι. Π. και β) ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας και της ανήλικης και μετά τον θάνατο αυτού, εκείνες είναι συγκύριες των περιγραφόμενων ακινήτων, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς τους, που παραδεκτά είχαν προτείνει και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη <<...ότι η ένδικος διαθήκη δημοσιευθείσα νομίμως από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου και ήδη κηρυχθείσα κυρία, ουδόλως είναι πλαστή και άκυρος, αντιθέτως, συνετάγη καθ' ολοκληρίαν και εγράφη υπό της συνταξάσης αυτήν διαθέτιδος Α.
χήρας Ι. Π. το γένος Σ., μετά ταύτα δε υπεγράφη υπό της ιδίας αποκλειστικώς και μόνον. Ήτοι πρόκειται περί γνησίας και καθόλα εγκύρου διαθήκης, δεδομένου ότι η διαθέτις από μόνη συνέταξε ιδιοχείρως και η ίδια τη διαθήκη της, τούτο άλλωστε επιβεβαιώθηκε ενόρκως και από μάρτυρες, οι οποίοι γνώστες της γραφής και υπογραφής της διαθέτιδος, εβεβαίωσαν περί του αυθεντικού και γνησίου της γραφής και υπογραφής αυτής, μετά ταύτα δε, η ως άνω διαθήκη δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία.
Άλλωστε, δέον όπως σημειωθεί ότι εξ ολοκλήρου σειράς εγγράφων, τα οποία προσαγάγαμε και επεκαλέσθημεν, ιδία δε εγγράφων, τα οποία έχουν υπογραφεί από την ως άνω διαθέτιδα κατά χρόνο παρελθόντα, προ της συντάξεως της διαθήκης, άρα κατά χρόνο ανύποπτο, κατά πάσα δε περίπτωση εγγράφων, τα οποία έχουν κατατεθεί υπό της διαθέτιδος ενώπιον δημόσιων υπηρεσιών, που απαιτείται αυτοπρόσωπος παράστασις του αιτούντος και υποβολή αυτού εις έλεγχον ταυτοπροσωπίας, προκύπτει ότι τουλάχιστον η υπογραφή της διαθέτιδος, ήτοι η υπογραφή που η διαθέτις θέτει εις τα έγγραφα αυτά, είναι ακριβώς, με πάσα λεπτομέρεια και ακρίβεια, η ίδια υπογραφή, που έχει τεθεί και εις την επίμαχον διαθήκην.
Εκ των ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η υπό κρίσιν διαθήκη είναι καθόλα έγκυρος και ισχυρά, ενόψει του ότι έχει γραφεί και υπογραφεί δια χειρός της συνταξάσης αυτήν διαθέτιδος, εκ τούτου, δε, αποτυπώνει την πραγματική, γνήσια και αυθεντική βούληση της διαθέτιδος. Οι δε, περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσιβλήτου, ήτοι, ότι δήθεν η ως άνω διαθήκη δεν εγράφη και δεν υπεγράφη υπό της <<φερομένης>> κατά την ενάγουσα, ως συνταξάσης αυτήν, είναι απολύτως απαράδεκτοι, έωλοι, αβάσιμοι και ανεπέρειστοι, και εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου επιρρωνύονται.
Εξάλλου η ως άνω αποβιώσασα μητέρα μας δια της ως άνω διαθήκης της εγκατέστησε ως μοναδικό της κληρονόμο επί ολοκλήρου της κινητής και ακινήτου αυτής περιουσίας τον εξ ημών πρώτο Γ. Π.. Την επαχθείσαν δε, εις τον πρώτο εξ ημών κληρονομία ο α' εξ ημών απεδέχθην ρητώς, άλλως σιωπηρώς, δια της παρελεύσεως απράκτου της κατά νόμον απαιτουμένης τετραμήνου προθεσμίας από του χρόνου επαγωγής της εις εμέ προς αποποίησιν.
Ως εκ τούτου, το ποσοστό συγκυριότητος επί των επικοίνων ακινήτων για μεν τον πρώτο εξ ημών ανέρχεται εις 7/16 αδιαιρέτως, ήτοι/16 εξ αδιαιρέτου από την πατρική κληρονομία και 4/16 εξ αδιαιρέτου από την μητρική κληρονομία, και για μια εκάστη εκ των 2ας και 3ης εξ ημών ανέρχεται σε 3/16 αδιαιρέτως, ενώ συγχρόνως το ποσοστό συγκυριότητος του αποβιώσαντος αδελφού μας Χ.
Π., που προέρχεται μόνον από την επαχθείσαν σε αυτόν πατρική κληρονομία, ανέρχεται σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επί των επικοίνων ακινήτων>>. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα στα πλαίσια της γενικής και ανεπτυγμένης άρνησης της ιστορικής βάσης της αγωγής, καθώς και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων αντλούμενα από τις αποδείξεις και, επομένως, δεν θεμελιώνουν τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ο οποίος για τον λόγο αυτό είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν. Από τη χρονολογία, πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Η ιδιόγραφη διαθήκη δεν υποβάλλεται σε κανένα άλλο τύπο. Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν συστατικούς όρους εγκυρότητας της διαθήκης.
Η ιδιόγραφη διαθήκη για να έχει αποδεικτική ισχύ, πρέπει ολόκληρο το περιεχόμενό της όπως και η χρονολογία της να έχουν γραφεί ιδιοχείρως, δεν αρκεί δηλαδή να είναι απλώς και μόνο ιδιοχείρως υπογεγραμμένο το κείμενό της σύμφωνα με το άρθρο 443 ΚΠολΔικ.
Συνεπώς, η αναγνώριση ή η απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής δεν αρκεί για να ισχύσει το τεκμήριο της γνησιότητας του περιεχομένου ιδιόγραφης διαθήκης. Απαιτείται και η αναγνώριση ή απόδειξη της γνησιότητας του περιεχομένου και της χρονολογίας της. Το βάρος απόδειξης της γνησιότητας, έχει αυτός που επικαλείται τη γνησιότητα.
Η διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ, αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης, δεν μπορεί δηλαδή η ιδιωτική βούληση να παραμερίσει έστω και κατά το ελάχιστο, τις διατυπώσεις σύνταξης που ορίζει ο νόμος. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.
Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για την έγερση αναγνωστικής αγωγής είναι να έχει ο ενάγων έννομο προς τούτο συμφέρον το οποίο πρέπει να είναι άμεσο υπό την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον για έγερση αναγνωριστικής αγωγής για την αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτη, ως και οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμοι ή κληροδόχου [ΑΚ 1710].
Σύμφωνα δε, με τη διάταξη του άρθρου 1719 ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ολΑΠ 1/1999, ολΑΠ 24/1992].
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Στις ….9.1987 πέθανε στο Νοσοκομείο "Ο Άγιος Σάββας" η Α.
χήρα Ι. Π., γεννηθείσα το έτος 19.., κάτοικος εν ζωή Ε. Α.. Αυτή, κατά το χρόνο του θανάτου της, ήταν συγκύρια, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους: 1) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου ποτιστικού, εκτάσεως 1.000 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Χ." της κτηματικής περιφέρειας Ε. Α. και συνορεύει γύρωθεν με αγροτικό δρόμο και με αγροτεμάχια ιδιοκτησίας Κ.
Τ., Γ. Ο. και Ε. Λ., 2) κατά ποσοστό 4/10 εξ αδιαιρέτου μιας οικίας, αποτελουμένης από ισόγειο και ημιανώγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 180 τ.μ., περίπου, κτισμένης σε τμήμα, εμβαδού 1.415,46 τ.μ, ενιαίου οικοπέδου εμβαδού 1.887,46 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού του δημοτικού διαμερίσματος Ε. του Δήμου Δ. και συνορεύει δυτικά με την οδό Κ., νότια με κοινοτικό αρδευτικό αυλάκι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Σ.
Π., ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Σ. και με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Π., το δε ως άνω τμήμα συμμετέχει στο ενιαίο οικόπεδο με ποσοστό συνιδιοκτησίας 750/1000 αδιαίρετα και συνορεύει δυτικά με την οδό Κ., νότια εν μέρει με έτερο τμήμα κάθετης ιδιοκτησίας Α. Π. και εν μέρει με κοινοτικό αρδευτικό αυλάκι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Σ.
Π., ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Σ. και με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Π., 3) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου ποτιστικού, εμβαδού 11 στρεμμάτων, περίπου, που βρίσκεται στη θέση "Π." της ίδιας ως άνω κτηματικής περιφέρειας και συνορεύει γύρωθεν με δενδροπερίβολα ιδιοκτησίας Μ.
χας Π. Σ., Γ. Κ., Κ. Α., Σ. Δ., κληρονόμων Π. Γ., Χ. Η. (από δυο πλευρές και Ά. συζ. Δ. Γ., 4) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου ξηρικού, εμβαδού δύο (2) στρεμμάτων, περίπου, που βρίσκεται στη θέση "Γ." ή "Χ." της ίδιας ως άνω κτηματικής περιφέρειας και συνορεύει γύρωθεν με αγροτικό δρόμο και με σταφιδάμπελους ιδιοκτησίας Κ.
Μ., Α. Μ. και Σ. Π., 5) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου ποτιστικού, εμβαδού 2,5 στρεμμάτων, περίπου, που βρίσκεται στη θέση "Π." της ίδιας ως άνω κτηματικής περιφέρειας και συνορεύει γύρωθεν με αγροκτήματα ιδιοκτησίας Κ. Α., Π. Δ., Χ. Γ. και Χ. Η. και 6) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου ξηρικού, εκτάσεως 4 στρεμμάτων, περίπου, που βρίσκεται στη θέση "Κ." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Ρ.
του Δήμου Δ. και συνορεύει γύρωθεν με δημόσιο δρόμο, αγροτικό δρόμο, και αγρούς ιδιοκτησίας Α. Δ., Δ. Ρ., Ε. Μ., Ι. Π. και Χ. Η.. Στις 5.7.2005 ο πρώτος εναγόμενος Γ. Π., εμφάνισε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου την από 1.8.1985 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της παραπάνω θανούσας, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 115/2005 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 159/2005 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου και με την οποία φέρεται ότι η θανούσα άφησε ως μοναδικό κληρονόμο της τον πρώτο εναγόμενο γυιό της.
Ειδικότερα η διαθήκη αυτή είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΔΙΑΘΗΚΗ Σήμερα την 1η Αυγούστου του 1985 Η Α. Π. του Ι. χήρα έχοντας την λογικήν της ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ να αφήση κληρονόμο της τον γυιό της Γ. Π. του Ι. και της Α. σε κινητά και ακίνητα και υψιλές κυριότητες η Διαφέτουσα Α. Π. (υπογραφή)". Ωστόσο η παραπάνω διαθήκη δεν έχει γραφεί ούτε έχει χρονολογηθεί ούτε έχει υπογραφεί από την ως άνω θανούσα.
Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε ο διορισθείς με την υπ' αριθ. 36/2010 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνώμονας Ι. Δ., ειδικός δικαστικός γραφολόγος, στην συνταχθείσα από αυτόν από 12.7.2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αντιπαραβάλλοντας την υπό έλεγχο γραφή και υπογραφή της ιδιόγραφης διαθήκης με άλλα έγγραφα που φέρουν την αναμφισβήτητη υπογραφή της θανούσας, ήτοι τα υπ' αριθ. .../6.12.1976, .../7.3.1977 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Α.
Ε. Φ. και το υπ' αριθ. .../15.2.1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Φ. Κ., καθώς και ιδιόγραφες γραφές της θανούσας (συνταγές μαγειρικής) σε δέκα τέσσερις (14) γραμμωτές σελίδες τετραδίου . Ειδικότερα από την συγκριτική αντιπαραβολή του κειμένου της υπό έλεγχο διαθήκης και των παραπάνω εγγράφων, ο ως άνω γραφολόγος αποφαίνεται, ως προς την γραφή και υπογραφή της διαθήκης, ότι:
α) η γραφή-υπογραφή παρουσιάζει μέτριο ρυθμό και ελεγχόμενη χάραξη, β) τα γράμματα είναι σφαιρικά και μεγαλύτερα του κανονικού, γ) οι αποστάσεις είναι ακανόνιστες, δ) οι άξονες των γραμμάτων είναι κυρίως κάθετοι, ε) η περισπωμένη είναι κυματοειδής και στ) οι λέξεις είναι ορθογραφημένες, ενώ ως προς τα γνήσια στοιχεία της θανούσας του συγκριτικού υλικού, αποφαίνεται, αντίστοιχα, ότι:
α) ο ρυθμός χάραξης είναι φυσιολογικός, β) τα γράμματα είναι σφηνοειδή και έχουν κανονικό μέγεθος, γ) οι αποστάσεις είναι κανονικές, δ) οι άξονες των γραμμάτων έχουν σαφή και μόνιμη κλίση προς τα δεξιά, ε) η περισπωμένη είναι επίπεδη και στ) παρατηρούνται πολλά ορθογραφικά λάθη. Από τον ίδιο γραφολόγο επισημαίνεται ότι, παρά το γεγονός ότι το δειγματικό υλικό εξετάσθηκε σε φωτοαντίγραφα (πλην της επίδικης διαθήκης, η οποία εξετάσθηκε στο πρωτότυπό της) , αυτό κρίθηκε κατάλληλο για την υπόψη γραφολογική διερεύνηση, καθόσον περιλαμβάνει υπογραφές - γραφή σε μεγάλη έκταση, είναι αναμφισβήτητης γνησιότητας, αφού προέρχεται κυρίως από δημόσια έγγραφα (συμβόλαια) και είναι πλησιόχρονο προς το χρόνο χάραξης της υπό έλεγχο διαθήκης.
Ακόμα επισημαίνεται ότι παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση που χαράχθηκαν οι δειγματικές υπογραφές διαπιστώθηκαν χαρακτηριστικές ομοιότητες σε ιδιόρρυθμα γραμμικά σχήματα που σημαίνει ότι η χαράκτης είχε σταθερό υπογραφικό τύπο. Μετά από αυτά ο παραπάνω γραφολόγος αποφαίνεται κατηγορηματικά ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν χαράχθηκε, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπογράφηκε από τη θανούσα Α.
Π. αλλά από τρίτο άτομο με ελεύθερη απόδοση, δηλαδή χωρίς προσπάθεια απομίμησης της γραφής και υπογραφής της τελευταίας . Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η ειδική δικαστική γραφολόγος Λ. Α.-Α., η οποία συνέταξε την από 27.2.2007 βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης , κατόπιν εντολής της ενάγουσας. Ειδικότερα η ως άνω γραφολόγος, αφού αντιπαρέβαλε την κρινόμενη διαθήκη με τα αναφερόμενα στην ως άνω βεβαίωση γνήσια έγγραφα της θανούσας και του πρώτου εναγομένου αποφαίνεται ότι η υπό έλεγχο από 1.8.1985 ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει γραφεί, ούτε υπογράφει από τη φερόμενη ως διαθέτιδα Α.
Π., ούτε στα πλαίσια αυθόρμητης χάραξης, ούτε στα πλαίσια εσκεμμένης αλλοίωσης της γνήσιας χάραξης της ή αλλοίωσης οφειλόμενης στο γήρας ή σε ασθένεια και ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι τόσο οι εγγραφές (γραφή και αριθμογραφή) όσο και η υπογραφή αυτής έχουν χαραχθεί από το γραφικό φορέα των εγγραφών σύγκρισης (που αποδίδονται στον Γ.
Π.), στα πλαίσια τροποποίησης του οικείου γραφικού και υπογραφικού του μοντέλου, χωρίς καταβολή προσπάθειας πιστής μίμησης του γραφικού και υπογραφικού προτύπου της Α. Π.. Οι επιστημονικές απόψεις των παραπάνω ειδικών δικαστικών γραφολόγων δεν αναιρούνται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν προέβη σε αποδοχή της κληρονομιάς, την οποία φέρεται ότι κατέλιπε σ' αυτόν η θανούσα μητέρα του με την υπό κρίση διαθήκη, γεγονός που καταδεικνύει τη γνώση του περί της μη γνησιότητας αυτής.
Με βάση τα παραπάνω η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από την θανούσα Α. Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τελευταία, κατά τον χρόνο του θανάτου της άφησε πλησιέστερους συγγενείς της και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τα φυσικά τέκνα της, ήτοι τον Χ.
Π. και τους εναγόμενους, οι οποίοι την κληρονόμησαν κατ' ισομοιρία , ήτοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Επομένως το κληρονομικό, εξ αδιαθέτου, μερίδιο καθενός από αυτούς, επί των παραπάνω καταληφθέντων ακινήτων, ανέρχεται επί του υπ' αριθ. 2 ακινήτου σε ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου και επί των λοιπών ακινήτων σε ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου.
Στις 20.7.2004 πέθανε, χωρίς να αφήσει διαθήκη ο εκ των ως άνω κληρονόμων Χ. Π. και κληρονομήθηκε από την ενάγουσα, σύζυγό του, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και την εκπροσωπούμενη από αυτή ανήλικη Α.-Κ., που είναι το μοναδικό φυσικό τέκνο του, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου. Επομένως το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο επί των παραπάνω ακινήτων ανέρχεται, της ενάγουσας επί του υπ' αριθ. -2- σε ποσοστό 1/40 εξ αδιαιρέτου και επί των λοιπών σε ποσοστό 1/64 εξ αδιαιρέτου και της ανήλικης επί του υπ' αριθ. -2- σε ποσοστό 3/40 εξ αδιαιρέτου και επί των λοιπών σε ποσοστό 3/64 εξ αδιαιρέτου.
Δυνάμει της υπ' αριθ. 9640/11.4.2005 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου … Κ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα, ενεργούσα ατομικά για τον εαυτό της και ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα της ως άνω ανήλικης θυγατέρας της αποδέχθηκε αφενός για λογαριασμό του αποβιώσαντος συζύγου της και πατέρα της ανήλικης την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά της μητέρας του Α.
χας Ι. Π. και αφετέρου για λογαριασμό της ίδιας και ανήλικης την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του τελευταίου. Έτσι αυτές κατέστησαν συγκύριες, δυνάμει της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, επί των παραπάνω ακινήτων, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε όμοια και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι:
α) η παραπάνω ιδιόγραφη είναι άκυρη, β) ο Χ. Π. κληρονόμησε την μητέρα του Α. χα Ι. Π. κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί των παραπάνω ακινήτων και γ) η ενάγουσα και η εκπροσωπούμενη από αυτή ανήλικη θυγατέρα της είναι συγκύριες των ακινήτων αυτών κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά τα ποσοστά, τα οποία περιήλθαν σε αυτές από την κληρονομιά του συζύγου και πατέρα, αντίστοιχα, Χ.
Π., ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία>>. Με την ως άνω κρίση του και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, το Εφετείο και περιέλαβε στην απόφασή του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε δηλαδή των άρθρων 1710, 1719, 1721, 1813, 1820, 1846, 1198 ΑΚ που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια ότι α) η επίδικη διαθήκη της διαθέτιδος Α. χήρας Ι. Π. δεν έχει συνταχθεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από την ίδια τη διαθέτη και συνεπώς είναι άκυρη, β) κληρονόμος αυτής εξ αδιαθέτου και συγκύριος κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά υπήρξε ο ήδη θανών γιός της Χ.
Π., σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας της ανήλικης θυγατέρας του, γ) συγκύριες των ίδιων ακινήτων κατά τα ίδια ποσοστά είναι η ενάγουσα και η ανήλικη θυγατέρα της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και δ) έχουν άμεσο έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης, προκειμένου να περιέλθει σε αυτές, κατά το προσήκον ποσοστό, η κληρονομία της διαθέτιδος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης <<...Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν προέβη σε αποδοχή της κληρονομιάς, την οποία φέρεται ότι κατέλιπε σ' αυτόν η θανούσα μητέρα του με την υπό κρίση διαθήκη, γεγονός που καταδεικνύει τη γνώση του περί της μη γνησιότητας αυτής...>>, αφορά σε επιχείρημα του Δικαστηρίου και δεν συνιστά αιτιολογία, ώστε να επιδέχεται μομφή από την ερευνώμενη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-5-2014 αίτηση για αναίρεση της 83/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλίων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ