Legislator Case Law & Legislation
725/2015 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against lower court ruling on joint liability and damages.

Case Number 725/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Third Instance Court of Athens regarding a civil dispute over damages. The appellants sought to overturn a judgment awarding significant compensation to victims of alleged torts committed by bank employees. The court found the lower court's reasoning on joint liability and the assessment of damages sufficient and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 300, 559(1)(a), 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's decision on joint liability and damages is not subject to cassation if it contains adequate, clear, and consistent reasoning, even if the appellate party disputes the factual premises or the specific application of the board member's liability.

Keywords

AI generated
joint liability tort damages cassation appeal code of civil procedure legal reasoning bank employee tort judicial review

Cited Legislation

AI generated
Article 300 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Law 4055/2012, Article 12(2)
Law 4055/2012, Article 113

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 725 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 753/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Κουκούτση και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Γ., 2) Α. Κ. του Α., συζύγου Ι. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπύρου και κατέθεσαν προτάσεις.Αριθμός 725/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "PROBANK Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε.-Χ. Σ. του Γ. και 2) Β. Τ. του Χ., κατοίκων ... και προσωρινά διαμενουσών στην …, οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καραμπά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3144/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 414/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-5-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 31-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12-2-2010 αγωγή τους, όπως το αίτημα αυτής παραδεκτά περιορίστηκε με τις προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι ήδη αναιρεσίβλητες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αρχικά εναγομένης, της οποίας ειδική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλει το ποσό των 4.325.833 ευρώ στην καθεμία και να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει το ποσό του 1.000.000 ευρώ στην καθεμία ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας που τελέσθηκε σε βάρος τους από τον αναφερόμενο προστηθέντα υπάλληλό της και συγκεκριμένα υπεξαιρέσεως των αναφερόμενων χρηματικών ποσών που παρέδιδαν σ' αυτόν προκειμένου να τα επενδύσει σε προθεσμιακά ομόλογα. Η αρχικά εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων ότι, από τα ζητούμενα με την αγωγή ποσά, τα αναφερόμενα επί μέρους ποσά και συνολικά 3.815.263 ευρώ αναλήφθηκαν από τις ίδιες τις ενάγουσες ή από πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από αυτές. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος επαναφέρθηκε ενώπιον του εφετείου με λόγο εφέσεως, δεν συνιστούσε νόμιμη ένσταση εξοφλήσεως αλλά άρνηση του ύψους της ζημίας των εναγουσών.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά την απόρριψη της προβληθείσης από αυτήν ενστάσεως εξοφλήσεως, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., είναι απαράδεκτος διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα εκ πλαγίου διάταξη δεν ήταν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εφαρμοστέα εν προκειμένω.

Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ.α Α.Κ. "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της". Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρεώσεως προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η εκκαλούσα (ήδη τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση) είναι ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, δραστηριοποιούμενη ήδη από το έτος 2001 στην ελληνική επικράτεια με την ίδρυση υποκαταστημάτων εντός και εκτός Αθηνών, ενώ είναι και μητρική εταιρεία και θεματοφύλακας των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειρίζεται η εταιρεία με την επωνυμία "Profund Ανώνυμη Εταιρεία Αμοιβαίων Κεφαλαίων" και το διακριτικό τίτλο "Profund ΑΕΔΑΚ".

Οι εφεσίβλητες από το έτος 2006 διατηρούσαν στο υποκατάστημα της εκκαλούσας τράπεζας επί της οδού Σωκράτους 17, στην Αθήνα τον με αρ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, στον οποίο μάλιστα είχε κατατεθεί στις 18-7-2007, με εννέα επιταγές ποσών 500.000, 2.000.000, 2.000.000, 2.038.000, 2.000.000, 1.000.000, 2.040, 500.000 και 200.000 ευρώ αντίστοιχα, το συνολικό ποσό των 10.240.000 ευρώ, προερχόμενο από πώληση προς την ανώνυμη εταιρεία "Ν.

Δ. Α.Ε." ενός κληρονομιαίου ακινήτου, κειμένου επί της ..., στη ... . Στα πλαίσια λοιπόν αυτής της συναλλακτικής σχέσης των διαδίκων η πρώτη εφεσίβλητη (κόρη), εκπροσωπούσα και τη δεύτερη (μητέρα της), είχε επικοινωνία με τον υποδιεθυντή του εν λόγω υποκαταστήματος της εκκαλούσας Δ. Τ., τον οποίο μάλιστα γνώριζε, έχοντας απευθυνθεί σ' αυτόν προς ανεύρεση αγοραστή του ακινήτου της, προκειμένου να προβεί στην κατά το δυνατόν αποδοτικότερη και συμφέρουσα, κατά τις διαβεβαιώσεις του, τοποθέτηση των χρημάτων τους.

Κατόπιν λοιπών σχετικών επενδυτικών συμβουλών και υποδείξεών του, η πρώτη εφεσίβλητη επείσθη στις 19-7-2007 να εκδοθεί για το μεγαλύτερο μέρος της κατάθεσης προθεσμιακό ομόλογο διαρκείας αρχικά ενός μηνός, αφού προηγουμένως ζήτησε να εκδοθούν δύο τραπεζικές επιταγές ποσών 355.542,06 και 23.951,04 ευρώ αντίστοιχα εις διαταγή της Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Ε.Ε. και της Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού (οι εφεσίβλητες διαμένουν κυρίως στην …), έτσι ώστε να ανταποκριθεί σε τρέχουσες οικονομικές της υποχρεώσεις, καθώς και να μείνει ελεύθερο προς χρήση το ποσό των 120.000 ευρώ στον παραπάνω λογαριασμό. Στη συνέχεια ανανεωνόταν ανά δίμηνο η εν λόγω προθεσμιακή κατάθεση και σε κάθε χορήγηση νέου τίτλου (οι οποίοι δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εκκαλούσα εναγομένη) συνυπολογίζονταν και τα ποσά των τόκων, των ενδιαμέσων αναλήψεων, εμβασμάτων ή έκδοσης τραπεζικών επιταγών για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών των εφεσιβλήτων.

Μάλιστα στις 7-12-2007 ο παραπάνω υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της εκκαλούσας, με την αιτιολογία ότι η ένδικη κατάθεση ενσωματωνόταν πλέον στους τίτλους των εκδοθέντων προθεσμιακών ομολόγων, ακύρωσε το βιβλιάριο καταθέσεων του ως άνω κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου των εφεσιβλήτων και την ίδια ημέρα άνοιξε τον με αρ. ...

λογαριασμό, με τη συμφωνία να κατατίθενται σ' αυτόν οι τόκοι των προθεσμιακών ομολόγων, ενώ παράλληλα εκδόθηκε και το σχετικό αμοιβαίο κεφάλαιο της εταιρείας "Profund ΑΕΔΑΚ". Σημειώνεται μάλιστα ότι παρόλο που στους πιο πάνω τίτλους αποτυπωνόταν ως ποσοστό επιτοκίου 6,5% και 7%, ο υπάλληλος της εκκαλούσας δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει ως δέλεαρ, για να διατηρήσουν οι εφεσίβλητες τις καταθέσεις τους στην εκκαλούσα τράπεζα, το "κλείσιμο" των κεφαλαίων με μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου από το σύνηθες στις τραπεζικές συναλλαγές, αγνοώντας τις σχετικές αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 1/462/7-2-2008 άρθρο 8 παρ.1 πεδ.

Απόφαση Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, πράξεις στις οποίες οι ενάγουσες δεν είχαν κάποια ανάμιξη και ούτε όφειλαν να γνωρίζουν, καθόσον τις σχετικές αιτήσεις συμμετοχής με αμοιβαίο κεφάλαιο της εν λόγω εταιρείας, στην πίσω όψη της οποίας αναγραφόταν "εγγυημένη απόδοση 7%" χορήγησε ο προαναφερθείς προστηθείς υπάλληλος της εκκαλούσας ...

Στα πλαίσια λοιπόν των επενδυτικών της κινήσεων η πρώτη εφεσίβλητη προέβη σε μια σειρά ανανεώσεων των ως άνω τίτλων, έτσι ώστε στις 2-1-2009 να έχει ανανεωθεί αμοιβαίο κεφάλαιο ύψους 2.500.000 ευρώ, ενώ στις 4-2-2009 ομόλογο προθεσμιακής κατάθεσης ύψους 7.000.000 ευρώ, διαρκείας 120 ημερών με ετήσιο επιτόκιο 6,5% και αποδιδόμενο ποσό τόκων κατά τη λήξη του (4-6-2009) ύψους 151.666 ευρώ.

Το ενσωματούμενο δε στους ως άνω τίτλους συνολικό ποσό των 9.500.000 ευρώ αποτελούσε το υπόλοιπο της αρχικής ως άνω κατάθεσης στον κοινό λογαρισμό των εφεσιβλήτων όπως διαμορφώθηκε μετά από διαδοχικές επενδυτικές κινήσεις αλλά και αναλήψεις της πρώτης εξ αυτών ποσών προερχομένων των μεν 740.000 ευρώ από μείωση του κεφαλαίου, των δε υπολοίπων 1.491.405,31 ευρώ από τόκους του αρχικού κεφαλαίου των 10.240.000 ευρώ που κατατέθηκε στις 18-7-2007 στον υπ' αριθμ. ...

κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της εναγομένης τράπεζας. Ειδικότερα το σύνολο των τραπεζικών συναλλαγών που οι ενάγουσες πραγματοποίησαν από 18-7-2007 μέχρι 24-6-2009 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 2.231.405,14 ευρώ και είναι οι ακόλουθες: [παρατίθενται στη συνέχεια αναλυτικά οι συναλλαγές]. Αντίθετα οι επικαλούμενες από την εναγομένη-εκκαλούσα...

συναλλαγές-αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών από την πρώτη των εναγουσών-εφεσιβλήτων και συγκεκριμένα 3.815.263 ευρώ ... και 927.000 ευρώ ... πρέπει ν' απορριφθούν ως αναπόδεικτες, καθόσον από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι τεθείσες υπογραφές της ανωτέρω ενάγουσας (πρώτης) επί των αντίστοιχων παραστατικών είναι πλαστές, αφού έχουν παραχθεί με τη μέθοδο της δουλικής απομίμησης ...

Όμως κατά το μήνα Ιούνιο 2009 οι εφεσίβλητες, ευρισκόμενες στην Ιταλία, ενημερώθηκαν μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων τους από διευθυντικά στελέχη της εκκαλούσας πρώτον ότι οι παραπάνω εκδοθέντες τίτλοι ήταν πλαστοί και κατασκευασμένοι και τα φερόμενα ως ενσωματούμενα σ' αυτούς κεφάλαια ανύπαρκτα και εξανεμισμένα και δεύτερον ότι ο ως άνω υποδιευθυντής, σε βάρος του οποίου (αλλά και άλλων υπαλλήλων) εκκρεμούν σοβαρές κατηγορίες για τέλεση ποινικών αδικημάτων σχετικά με την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, είχε εξαφανιστεί.

Ο ως άνω υποδιευθυντής είχε μεταξύ άλλων την εντολή να παρουσιάζει στο επενδυτικό κοινό προγράμματα ομολόγων προθεσμιακών καταθέσεων και αμοιβαίων κεφαλαίων και να παραλαμβάνει τις σχετικές αιτήσεις συμμετοχής των υποψηφίων επενδυτών, ενώ οποιαδήποτε πράξη έπρεπε να φέρει και την υπογραφή του άλλου εξουσιοδοτημένου προς τούτο προσώπου και συγκεκριμένα του Σ.

Μ., προϊσταμένου ταμείου του εν λόγω υποκαταστήματος. Αμφότεροι με τις υπογραφές τους δέσμευαν τόσο την εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία όσο και τη θυγατρική αυτής εταιρεία "Profund ΑΕΔΑΚ". Έτσι, αντίθετα από τα αναμενόμενα και διαβεβαιούμενα από τον ως άνω προστηθέντα υπάλληλο της εκκαλούσας, διαπιστώθηκε από τις εφεσίβλητες ότι τα κεφάλαια που θεωρούσαν ως ενσωματωμένα ασφαλώς στους ένδικους ως άνω τίτλους είχαν εξανεμιστεί, η δε ευθύνη για την αντισυμβατική όσο και αδικοπρακτική συμπεριφορά των ως άνω προστηθέντων οργάνων της βαρύνει την εκκαλούσα καθόσον, ενώ οι προστηθέντες υπάλληλοί της βρισκόταν υπό τις εντολές και οδηγίες της και δεν ήταν επιτρεπτό, επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας τους, να παραβαίνουν τους νόμους και τους γενικούς κανόνες ως προς τις εργασίες που τους είχαν ανατεθεί, παρά ταύτα αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα τράπεζα δεν ασκούσε τον απαραίτητο εσωτερικό έλεγχο, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης και πρόληψης τέτοιων ενεργειών και παρατυπιών των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς, με σχέση μέσου προς σκοπό, με τις θέσεις απασχόλησης των ως άνω υπαλλήλων της.

Οι όποιες ενέργειες έχουν λάβει χώρα εκ μέρους των οργάνων επιθεώρησης της εκκαλούσας τράπεζας εκ των υστέρων, είχαν κατασταλτικό και μόνο χαρακτήρα και επεδίωκαν την απόδοση ευθυνών. Μάλιστα για το σκοπό αυτό (πέραν της από 5-3-2010 μηνυτήριας αναφοράς των εφεσιβλήτων κατά του Δ. Τ. και κάθε άλλου υπευθύνου), έχει υποβληθεί μήνυση και από την ίδια την εκκαλούσα ...

Ουδόλως δε απεδείχθη από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι οι εφεσίβλητες βαρύνονται με οιουδήποτε βαθμού πταίσμα στην επέλευση της ως άνω ζημίας τους, την οποία η εκκαλούσα αρνείται επίμονα να αποκαταστήσει παρά τις συνεχείς οχλήσεις τους προς αυτήν ... Δεδομένου του κλίματος εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί από την ομαλή και κερδοφόρα συνεργασία των εφεσιβλήτων με τον Δ.

Τ. και του ότι η πρώτη εξ αυτών εστερείτο ειδικών γνώσεων καθόσον ασχολείται με τη ζωγραφική και η συμμετοχή της σε εταιρεία ήταν τυπική, είχε δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση στις εκκαλούσες [το ορθό: εφεσίβλητες] ότι τα επενδυόμενα κατά καιρούς ποσά, τα οποία αποτελούν το συνολικώς ιδιοποιηθέν παρανόμως κεφάλαιο των 9.651.666 ευρώ, ήταν ενσωματωμένα στους ως άνω επίδικους τίτλους, έτσι ώστε να μην αποτυπώνονται ούτε στις κινήσεις των νέων λογαριασμών που άνοιξαν αλλ' ούτε και του κοινού αρχικού (το σχετικό βιβλιάριο του οποίου είχε άλλωστε ακυρωθεί) και να μην είναι δυνατός ο έλεγχος αυτών.

Έτσι δεν μπορούσαν να πράξουν οτιδήποτε προκειμένου να αποτρέψουν την σε βάρος τους παρανομία, η πρόληψη της οποίας άλλωστε ήταν αποκλειστική ευθύνη των ελεγκτικών μηχανισμών της εκκαλούσας τράπεζας. Να σημειωθεί μάλιστα ότι έχουν καταγραφεί δεκάδες άλλα, όμοια με το παρόν, περιστατικά ιδιοποίησης των χρηματικών καταθέσεων πελατών της εκ μέρους των ως άνω υπαλλήλων της, για κάποια από τα οποία υπεβλήθη σχετική μήνυση από το Συνήγορο του Καταναλωτή και τα οποία δεν είχαν επίσης διαγνωστεί έγκαιρα από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, γεγονός που αποδεικνύει την πλήρη έλλειψη οποιουδήποτε αποτελεσματικού ελεγκτικού συστήματος στους προστηθέντες υπαλλήλους της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρείας.

Άλλωστε οι ένδικοι τίτλοι ήταν μεν πλαστοί και σκαναρισμένοι, όμως έφεραν τις υπογραφές των εξουσιοδοτημένων προς τούτο υπαλλήλων της εκκαλούσας τράπεζας, έτσι ώστε να μη γεννάται κάποια υποψία στις εφεσίβλητες ως προς τη γνησιότητά τους. Με βάση δε και τους κανόνες της κοινής λογικής και των συναλλαγών δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί από την πρώτη εφεσίβλητη και από οποιονδήποτε συναλλασσόμενο να είναι σε θέση να αντιληφθεί τυχόν έλλειψη υδατογραφήματος ή διαφορά μεγέθους γραμματοσειράς στους εν λόγω τίτλους ...

Αποδείχθηκε επίσης ότι στον ως άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου δεν υπήρχαν κατά το χρόνο έκδοσης των ενδίκων τίτλων τα απαιτούμενα διαθέσιμα κεφάλαια, καθόσον οι επικαλούμενες από την εκκαλούσα χρεώσεις αυτού, πέραν του ποσού που γίνεται δεκτό από τις εφεσίβλητες ως αναληφθέν, οφείλονται ακριβώς στην παράνομη δράση του Δ.

Τ., ο οποίος χωρίς εντολή της χρησιμοποιούσε "σκαναρισμένες" υπογραφές της πρώτης εφεσίβλητης σε παραστατικά ανάληψης ποσών, την απομίμηση της υπογραφής της σε εκδοθείσες επιταγές ... μετέφερε χρηματικά ποσά σε άλλους λογαριασμούς, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η συναλλακτική συμπεριφορά της πρώτης εφεσίβλητης ουδεμία αντικανονικότητα εμφάνιζε, οι οποιεσδήποτε δε σχετικές πράξεις και ενέργειες γίνονταν είτε από την ίδια είτε με ρητή εξουσιοδότηση εντολοδόχων της είτε με πάγιες εντολές της προς την εκκαλούσα.

Σημειώνεται δε ότι η τελευταία δεν αμφισβητεί ειδικά τη γνησιότητα των προηγούμενων ανανεωθέντων τίτλων ούτε και την ενσωμάτωση σ' αυτούς υπαρκτών κεφαλαίων και δεδομένου ότι ουδεμία συμπαιγνία του προστηθέντος υπαλλήλου της και των εφεσιβλήτων αποδείχθηκε ούτε "σπάσιμο" των τίτλων κατά το χρόνο που παρήλθε (από 4-4-2008 έως 2-1-2009 όσον αφορά το αμοιβαίο κεφάλαιο και από 3-10-2008 έως 4-6-2009 όσον αφορά το προθεσμιακό ομόλογο), συνάγεται ότι στους ως άνω χρόνους έπρεπε να υπάρχουν (αν δεν είχε μεσολαβήσει η κατά τα προαναφερθέντα αφαίμαξή τους) τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια των 2.500.000 και 7.000.000 αντίστοιχα, με απόδοση μάλιστα του τελευταίου κατά τη λήξη του (4-6-2009) ύψους 151.666 ευρώ.

Επομένως η ζημία (θετική), την οποία [εννοείται: υπέστησαν] οι ενάγουσες-εφεσίβλητες από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης-εκκαλούσας τράπεζας ανέρχεται συνολικά σε 9.651.666 ευρώ και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ως άνω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της ...

Πέραν αυτών όμως η προαναφερθείσα υπαίτια και παράνομη ταυτόχρονα συμπεριφορά των προστηθέντων στην υπηρεσία της εκκαλούσας υπαλλήλων, συνιστά αντίθετη στα χρηστά ήθη εκτροπή από τους κανόνες της επιβαλλόμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και είναι ιδιαίτερα μεγάλη και σοβαρή, έτσι ώστε να γεννάται ευθύνη της εκκαλούσας όχι μόνο για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας των εφεσιβλήτων, ισόποση του ιδιοποιηθέντος κεφαλαίου των (2.500.000 + 7.000.000 + 151.666) 9.651.666 ευρώ αλλά και για χρηματική ικανοποίησή τους ένεκα της ηθικής βλάβης που αυτές υπέστησαν.

Το ύψος αυτής ενόψει του βαθμού του πταίσματος των προστηθέντων υπαλλήλων της εκκαλούσας τράπεζας, της προσβολής της προσωπικότητας των εφεσιβλήτων, της έντονης στενοχώριας και θλίψης που δοκίμασαν, του μεγέθους της ζημίας που υπέστησαν, της κοινωνικής και οικονομικής θέσης των διαδίκων μερών και των εν γένει συνθηκών τελέσεως του αδικήματος, αποτιμάται στο ποσό των 50.000 ευρώ για καθεμία των εφεσιβλήτων...

το οποίο κρίνεται ως εύλογο και κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου ...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αρχικά εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί μερικώς την αγωγή ως βάσιμη για τα ίδια ποσά. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ.

ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αβασιμότητας της ενστάσεως συνυπαιτιότητας των εναγουσών στην επελθούσα ζημία τους, την οποία είχε προβάλει η αρχικά εναγομένη. Το δε αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη "εστερείτο ειδικών γνώσεων καθόσον ασχολείται με τη ζωγραφική και η συμμετοχή της σε εταιρεία ήταν τυπική", δεν έχει την έννοια ότι "η ιδιότητα του μέλους του ΔΣ ανώνυμης εταιρείας λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση της ύπαρξης του συντρέχοντος πταίσματος υπό τη μορφή της αμέλειας, μόνον εάν η συμμετοχή στην εταιρεία είναι ουσιαστική", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά χρησιμοποιήθηκε από το εφετείο ως επιχείρημα για την ανωτέρω κρίση του.

Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 2-4-2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Μαΐου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία", ως ειδικής διαδόχου της τέως τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Probank Α.Ε.", για αναίρεση της 414/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 28 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ