Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim, ruling 30-year period satisfied under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Regional Court of Rhodes regarding a property dispute. The appellant argued for ownership based on long-term possession, but the court found the structure was unauthorized and located outside the disputed land parcel. Consequently, the court upheld the lower court's finding that the respondent acquired ownership through adverse possession within the required statutory period.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 1 lit. a' of Law 510/1947; Art. 51 of Introductory Law of Civil Code; Art. 685, 2105, 2106, 2135 of Italian Civil Code 1865; Art. 1140, 1158 of Italian Civil Code 1942; Art. 1045, 1051, 974 of Greek Civil Code: Adverse possession is established when the possessor exercises dominium-like activities continuously for the statutory period defined by the law in force at the time of the acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 725 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 725/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., προσωρινά διαμένουσας στις ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Τσέλιο.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Τόλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-11-1998 και 18-12-1999 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καρπάθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 30-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο α' του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ (30-12-1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο Α.Κ., ο Εισαγ. Ν. Α.Κ. και το ν.δ. 7/10 Μαΐου 1945. Με το άρθρο 51 Εισαγ. Ν. Α.Κ. ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο το οποίο ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
Μετά την 1 Ιανουαρίου 1932 εισήχθη στη Δωδεκάνησο με το 200/31 Οκτωβρίου 1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη ο Ιταλικός Αστικός Κώδικας του 1865, από τις διατάξεις των άρθρων 685, 2105, 2106 και 2135 του οποίου προκύπτει, ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη, δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού, με διάνοια κυρίου, ακίνητο αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας, μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).
Κατά τα άρθρα δε 1140 και 1158 του Ιταλ. Α.Κ./1942, για το χρονικό διάστημα μετά την 21 Απριλίου 1942, οπότε εισήχθη στη Δωδεκάνησο, μεταξύ άλλων, και το περί κυριότητας κεφάλαιο του Ιταλ. Α.Κ./1942 με το 170/20 Απριλίου 1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, η κυριότητα αποκτάται μετά την πάροδο είκοσι ετών στη φυσική εξουσία του πράγματος από το νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί επί του πράγματος διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της κυριότητας.
Για το πριν όμως την εισαγωγή του Ιταλ. Α.Κ./1865 χρονικό διάστημα, ήτοι το διάστημα πριν την 1/1/1932 ισχύει και εφαρμόζεται στη Δωδεκάνησο ο Οθωμανικός Αστικός Κώδικας, ο οποίος αγνοεί τον θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσεως κυριότητας. Τούτο προκύπτει σαφώς από την διάταξη του άρθρου 1248 Οθωμ. Α.Κ., όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσεως κυριότητας, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 1660 Οθωμ.
Α.Κ. που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή των αγωγών υπέρ του κατόχου, χωρίς όμως η ως άνω παραγραφή να λειτουργεί και ως κτητική παραγραφή υπέρ του κατόχου (ΑΠ 1053/1982). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στις υποθέσεις Ειρηνοδικείων, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την αγωγή νομής της ήδη αναιρεσείουσας και τη συνεκδικασθείσα διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου:
Το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο εκτάσεως 35 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται, με τα στοιχεία ΟΠΝΞΟ, στο επισυναπτόμενο στην 20/2000 συνεκδικαζόμενη αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού ..., βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ...
του Δήμου ... και αποτελεί τμήμα ενός μείζονος οικοπέδου εκτάσεως 808,90 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται, με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΞΑ, στο επισυναπτόμενο στην 82/1998 συνεκδικαζόμενη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ... . Το ανωτέρω επίδικο ακίνητο, όπως και η ευρύτερη περιοχή μέχρι τη θάλασσα ...
της τοποθεσίας ..., της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας και νυν δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., ανήκε στην ιδιοκτησία του πατέρα της αναιρεσείουσας, ΑΑ, δυνάμει του .../30-02-1909 προικοσυμφώνου, ο οποίος το μεταβίβασε με άτυπη σύμβαση δωρεάς στον παππού του αναιρεσιβλήτου, ΒΒ. Η μεταβίβαση αυτή αποδεικνύεται τόσο από το από 25-03-1927 ιδιωτικό δωρητήριο έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο, ο πατέρας της αναιρεσείουσας, ΑΑ, φέρεται να δωρίζει στον παππού του αναιρεσιβλήτου, ΒΒ, ένα "μαγαζότοπο" στη θέση "...", πλησίον ιδιοκτησία του ΔΔ, όσο και από το 07-02-1943 ιδιωτικό πωλητήριο, σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος ως άνω πατέρας της αναιρεσείουσας φέρεται να πωλεί την ευρύτερη περιοχή στους ΕΕ-1 και τη σύζυγό του ΕΕ-2, εξαιρουμένου του οικοπέδου το οποίο μεταβίβασε στον ΒΒ.
Εξάλλου το γεγονός ότι το αναφερόμενο στα ανωτέρω έγγραφα ακίνητο ως "μαγαζότοπος", ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το αναφερόμενο στο ως άνω δωρητήριο έγγραφο, όμορο του επιδίκου κτίσμα, ιδιοκτησίας του ΔΔ, είναι το εμφαινόμενο στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνικού πολιτικού μηχανικού ..., με στοιχεία ΠΝΦΧ, κτίσμα, ιδιοκτησίας σήμερα του ΣΤ, ο οποίος είναι δισέγγονος του δικαιοπαρόχου του ΔΔ, και το οποίο συνορεύει από τη δυτική του πλευρά με το επίδικο ακίνητο.
Από το έτος 1927, οπότε έλαβε χώρα η ανωτέρω δωρεά, το επίδικο ακίνητο κατείχε διανοία κυρίου ο παππούς του αναιρεσιβλήτου, ΒΒ, ενεργώντας επ' αυτού, τις προσιδιάζουσες στη φύση και τη θέση του, εμφανείς πράξεις νομής, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτού βούλησή του. Ειδικότερα, το καθάριζε από τα χόρτα και άλλα άχρηστα αντικείμενα, δεδομένου ότι λόγω του αμμώδους εδάφους του δεν προσφερόταν για καλλιέργεια και παράλληλα το επέβλεπε, εμποδίζοντας τις σφετεριστικές ενέργειες τρίτων καταπατητών.
Το έτος 1966 ο παππούς του αναιρεσιβλήτου μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο, με άτυπη σύμβαση δωρεάς, στον υιό του και πατέρα του αναιρεσιβλήτου, ΓΓ, ο οποίος συνέχισε να το κατέχει διανοία κυρίου, ενεργώντας και ο ίδιος επ' αυτού εμφανείς πτάξεις, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτού βούλησή του.
Ειδικότερα το καθάριζε από χόρτα και λοιπά άχρηστα αντικείμενα και το επέβλεπε, εμποδίζοντας τις σφετεριστικές ενέργειες τρίτων καταπατητών και όταν μετά το γάμο του αποχώρησε από την ..., ανέθεσε στον ανιψιό του ΖΖ, την επίβλεψη του επιδίκου ακινήτου για λογαριασμό του. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν με σαφήνεια και ακρίβεια από την κατάθεση του μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου, ... .
Επίσης, τον Αύγουστο του έτους 1987, ο ΓΓ- δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, προέβη σε επιμέτρηση και τοπογράφηση του επιδίκου ακινήτου, όπως προκύπτει από το από Αύγουστος 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού .... Το Δεκέμβριο του 1987 ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στον αναιρεσίβλητο δυνάμει του .../22-12-1987 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Καρπάθου, Νικολάου Μαρκάκη, όπως αυτό διορθώθηκε με την .../10-02-1997 πράξη της Συμβολαιογράφου Καρπάθου Χριστίνας Καρύδα-Παπανικήτα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου.
Έκτοτε ο τελευταίος κατείχε διανοία κυρίου το επίδικο ακίνητο, ενεργώντας επ' αυτού, δια του αντιπροσώπου του και εξαδέλφου του, ΖΖ, εμφανείς πράξεις νομής, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτού βούλησή του. Ειδικότερα, ο ΖΖ συνέχισε να φροντίζει και να επιβλέπει το επίδικο ακίνητο, κατ' εντολή και λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου.
Στις 08-12-1989 ο αρχιτέκτων-μηχανικός ..., επίσης κατ' εντολή του αναιρεσιβλήτου, υπέβαλε αίτηση προς το πολεοδομικό γραφείο ... για την έγκριση του από Δεκέμβριο 1989 τοπογραφικού διαγράμματος κάλυψης οικοπέδου, με σκοπό την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση κτίσματος επί του επιδίκου ακινήτου. Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η .../13-12-1989 απάντηση του πολεοδομικού γραφείου ..., σύμφωνα με την οποία δεν ήταν δυνατή η έγκριση των υποβαλλομένων σχεδίων, διότι το επίδικο ακίνητο εστερείτο πρόσοψης επί κοινοχρήστου χώρου.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πολεοδομικού γραφείου ..., ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, ΓΓ, υπέβαλλε εγγράφως την από 17-1-1990 ένστασή του. Το έτος 1998 ο εφεσίβλητος, προσκομίζοντας στο πολεοδομικό γραφείο ..., την από 09-04-1997 βεβαίωση του Προέδρου της πρώην κοινότητας ..., στην οποία βεβαιωνόταν ότι το επίδικο ακίνητο έχει πρόσοψη σε κοινοτική οδό πλάτους 2 μ., πέτυχε την έκδοση της .../1998 οικοδομικής αδείας για την ανέγερση διωρόφου οικοδομής επί του επιδίκου ακινήτου και για το σκοπό αυτό ανέθεσε σε εργολάβο την εκτέλεση των σχετικών εργασιών.
Περαιτέρω, συνεχίζει το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω ενέργειες του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου, στις 28-07-1999, διεκόπησαν από την αναιρεσείουσα, η οποία αιτούμενη τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του, πέτυχε την έκδοση της 66/1998 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, η οποία επικυρώθηκε από την 3/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και με την οποία αναγνωρίστηκε η αναιρεσείουσα προσωρινή νομέας και κάτοχος του επιδίκου ακινήτου και διετάχθη η αποβολή του αναιρεσιβλήτου από αυτό.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, η οποία φέρεται ότι κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου και της εν γένει ευρύτερης περιοχής, με τα .../1977 συμβόλαιο δωρεάς του Συμβολαιογράφου Καρπάθου Ηλία Λαδή και .../1987 συμβόλαιο γονικής παροχής του Γενικού προξένου της Ελλάδος στη Ν. Υόρκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου, ουδέποτε άσκησε εμφανείς πράξεις νομής επ' αυτού.
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, η οποία διαμένει τα τελευταία είκοσι χρόνια στην ... και επισκέπτεται σπάνια την ..., και προηγουμένως η μητέρα της, ΗΗ, είχαν τη διαρκή επίβλεψη του επιδίκου ακινήτου και της εκεί ευρισκομένης ιδιωτικής εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής, όπως κατηγορηματικά προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε ότι η ανωτέρω εκκλησία βρίσκεται σε απόσταση 5-6- μέτρων από το επίδικο ακίνητο, ότι ποτέ δεν είδε την αναιρεσείουσα να καθαρίζει την εκκλησία και τον χώρο του επιδίκου ακινήτου και ότι την φροντίδα της εκκλησίας έχουν αναλάβει οι γείτονες που μένουν εκεί.
Η κατάθεση δε αυτή δεν δύναται να αναιρεθεί από την κατάθεση του μάρτυρος της εκκαλούσας. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα παραμονές Χριστουγέννων του έτους 1980 προέβη στην ανέγερση ενός αυθαιρέτου κτίσματος, το οποίο όμως, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον αναιρεσίβλητο από Αύγουστο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού ..., αλλά και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ίδια την αναιρεσείουσα από Μάιο 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού ..., βρίσκεται μεν εντός του οικοπέδου εκτάσεως 898,90 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελούσε αρχικά και το επίδικο, πλην όμως εκτός του επιδίκου οικοπέδου και επομένως δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως πράξη νομής επ' αυτού.
Ομοίως αποδεικνύεται από τα ανωτέρω τοπογραφικά διαγράμματα ότι η 830/1989 αγωγή που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα στις 20-02-1989 κατά των ΘΘ και ΚΚ, επί της οποίας εκδόθηκε η 245/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή της και διέταξε την αποβολή των ανωτέρω εναγομένων, αφορά επίσης τμήμα εκτάσεως 30 τ.μ., εντός του ανωτέρω μείζονος οικοπέδου, εκτάσεως 898,90 τ.μ., το οποίο όμως είναι διάφορο του επιδίκου ακινήτου και συνεπώς ούτε η ενέργεια αυτής της αναιρεσείουσας συνιστά πράξη νομής επί του επιδίκου.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος έχει καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού κατείχε αυτό διανοία κυρίου από το έτος 1987 έως τις 28-7-1999 συνυπολογιζομένου στο χρόνο αυτό και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, ήτοι του χρονικού διαστήματος από το έτος 1927 έως το έτος 1987, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε αναγνωρίσει τον αναιρεσίβλητο κύριο, νομέα και κάτοχο του επιδίκου ακινήτου και είχε διατάξει την απόδοσή του σ' αυτόν.
Έτσι που έκρινε το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου προαναφερθείσες διατάξεις του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, του Ιταλικού Αστικού Κώδικα και των άρθρων 1045, 1051 και 974 Α.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού και από τις 1 Ιανουαρίου 1932, οπότε έπαυσε να ισχύει ο Οθωμ.
Α.Κ., μέχρι και τις 28-7-1999 το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα αρκεί ώστε ο αναιρεσίβλητος να καταστεί κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με προσμέτρηση και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, αφού το άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν προβλέπει και λόγο αντίστοιχο προς το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2005 αίτηση της αναιρεσείουσας Χ για αναίρεση της 61/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ