Legislator Case Law & Legislation
725/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 725/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiff against the Thessaloniki Regional Court's judgment. The plaintiff argued that the appellate court violated substantive law by rejecting a claim for moral damages based on reputational harm, citing specific articles of the Civil Code. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court had already rejected the claim as legally unfounded, and the alleged errors did not constitute a violation of substantive law rules regarding the admissibility of the suit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the lower court rejected the claim as legally unfounded, and the alleged errors do not concern the assessment of the claim's merit or legal errors during the trial.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive law violation legal unfounded claim Code of Civil Procedure moral damages reputational harm appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1, 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 299 of the Civil Code
Art. 932 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 44/1990
Supreme Court Case 28/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 725 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 725/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ - ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΜΑΘΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ Ν. ΗΜΑΘΙΑΣ Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υποκατέστησε αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΜΑΘΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ Ν. ΗΜΑΘΙΑΣ", σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτού, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 έως και 6) Ψ6, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 7) Ψ7, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παυλάκη και κατέθεσε προτάσεις, 8) Ψ8 έως και 135) Ψ135, κατοίκου ..., 136) Ψ136, κατοίκου ..., 137) Ψ137, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 138) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΑΚΡΙΤΑΣ ΑΕ, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου και κατέθεσε προτάσεις, 139) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1/5/2004, 10/6/2004, 15/8/2004, 18/9/2004, 20/9/2004, 10/10/2004, 18/8/2004, 28/12/2004 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 6/12/2004 και 7/12/2004 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/7/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 26/3/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βεροίας ... με αριθμούς: ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., καθώς και τις υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή ... του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και της δικαστικής επιμελήτριας ..., αντίστοιχα, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 4-4-2008, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους: 1) Ψ1 έως και 6) Ψ6, 7) Ψ8 έως και 134) Ψ135, 135) Ψ136 , και 136) Ψ137. Όμως, αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία τη ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, από τον ΚΟΚ (ν. 2696/1999) ορίζεται: α) με το άρθρο 12 § 1 ότι οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, β) με το άρθρο 19 §§ 1 και 2 ότι ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει πλήρης έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να ρυθμίζει την ταχύτητα αυτού, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού και γ) με το άρθρο 20 § 2 ότι εκτός κατοικημένων περιοχών το ανώτατο όριο ταχύτητας για λεωφορεία που μεταφέρουν μαθητές ανέρχεται σε 60 χλμ/ω.

Πάντως, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' και 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως του νόμου ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση, την ελάσσονα πρόταση και το συμπέρασμα (διατακτικό). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό.

Αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο ατελής, ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μη μπορεί να διαγνωστεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19. Ειδικότερα, σε σχέση με το λόγο αυτό, έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία, η οποία έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό κατά τρόπο σαφή και επαρκή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι το τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο θανατώθηκαν 21 μαθητές που επέβαιναν στο υπ' αριθ. ... ΔΧ τουριστικό λεωφορείο και υπέστησαν σωματικές βλάβες άλλα 33 άτομα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "...

Ο Ψ136 (ήδη 136ος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο (ρυμουλκό μετά ρυμουλκουμένου) φορτωμένο με ξυλεία (φύλλα μελαμίνης) ξεκίνησε στις 13-4-2003 ημέρα Κυριακή και περί ώρα 12:56' από τον ... με κατεύθυνση προς ... . Αυτός οδηγούσε επί αρκετές ώρες, χωρίς να κάνει διάλειμμα για ξεκούραση και για να ελέγξει την κατάσταση του φορτίου.

Αποτέλεσμα της μη ανάπαυσης ήταν να μειωθούν οι αντοχές του και η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τον κίνδυνο και να αντιδρά. Απογευματινές ώρες ο παραπάνω έφθασε στην περιοχή των ... . Κατά τον ίδιο περίπου χρόνο, στην ίδια περιοχή των ... εκινείτο με κατεύθυνση από ... προς ... (Χ.θ. 384 + 000) το αριθμ. ...

Δ.Χ. τουριστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας και κατοχής του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας οδηγούμενο από τον προστηθέντα στην οδήγηση Χ1, που γεννήθηκε το έτος 1947. Στο λεωφορείο αυτό επέβαιναν 49 μαθητές της πρώτης τάξης του Λυκείου ... του Δήμου ..., μαζί με τρεις συνοδούς καθηγητές τους, που επέστρεφαν από τριήμερη εκπαιδευτική σχολική εκδρομή στην ... .

Το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο ιδιοκτησίας του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, το οποίο (ΚΤΕΛ) αγόρασε μεταχειρισμένο στις 3-4-1997, με το αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης - Αλίκης Λεμπέση Βαρδουλάκη από τον ..., ήταν εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ, τύπου SR 321. Ο τύπος αυτός ήταν γραμμένος στο εμπρός τμήμα αριστερά και δεξιά των πλευρών και μέσα στο "ταμπλώ" του αυτοκινήτου.

Τα γράμματα και οι αριθμοί του τύπου (SR 321) ήταν ξεθωριασμένα, γεγονός που μαρτυρεί τη μακρόχρονη παραμονή τους στη θέση αυτή. Το όχημα αυτό έφερε αριθμό πλαισίου ... που ήταν στο εμπρός τμήμα και δεξιά στο αμάξωμα με μη εργοστασιακή συγκόλληση. Ο αριθμός αυτός ήταν χαραγμένος σε διαδοκίδα (εντοιχισμένος), όπου τον χαράσσει μεν το εργοστάσιο κατασκευής, πλην όμως το μέρος αυτό ήταν συγκολλημένο με μη εργοστασιακή συγκόλληση.

Το ανωτέρω όχημα - λεωφορείο είχε χρώμα γκρι με ανταύγειες ροζ, κίτρινο, μπορντώ κ.λ.π. Κάτω από αυτό υπήρχε χρώμα μπλε (όχι αστάρι), ενώ δεν προκύπτει ότι αυτό στο παρελθόν είχε βαφεί με το συγκεκριμένο χρώμα (μπλε). Αυτό έφερε αριθμό κινητήρα "..." που ήταν "κτυπημένος" σ' άλλο σημείο του κινητήρα και όχι στο σημείο που εργοστασιακά τοποθετείται με πινακιδάκι το οποίο πάντως δεν υπήρχε.

Στην άδεια κυκλοφορίας του παραπάνω οχήματος αναγράφεται αριθμός πλαισίου όχι "...", αλλά ο αριθμός "...", η θέση του τύπου κατασκευής είναι κενή (δεν αναγράφεται κάποιο στοιχείο), ενώ στη θέση κινητήρα ο αριθμός ... . Στο συμβόλαιο μεταβίβασης του λεωφορείου (... συμβόλαιο) αναγράφεται το πωληθέν όχημα με αριθμό πλαισίου ...

και τύπου SR 292 Η και αριθμό κινητήρα ... . Το εργοστάσιο κατασκευής ΜΑΝ βεβαίωσε ότι αυτοκίνητο με τον παραπάνω αριθμό πλαισίου ... κατασκευάσθηκε το έτος 1986 και έφυγε από το εργοστάσιο την 1-3-1987, με χρώμα λευκό σε πέρλα και με αριθμό κινητήρα ... . Το ίδιο, επίσης, εργοστάσιο βεβαίωσε ότι ο τύπος SR 321 ήταν έτους παραγωγής 1979 και δεν είχε έτος κατασκευής 1986.

Ήτοι, αυτοκίνητο τύπου SR 321 έπρεπε να είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία την 1-1-2003, ενώ αυτοκίνητο τύπου κατασκευής SR 292 Η (έτους κατασκευής δηλ. 1986) σύμφωνα με το άρθρο 9 Ν. 2446/1996 με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 9 του Ν. 711/1977, μπορούσε να κυκλοφορεί και μετά τη συμπλήρωση των 18 ετών κυκλοφορίας και η οριστική απόσυρση βάσει του νόμου αυτού μπορούσε να γίνει την 1-1-2008.

Από τα παραπάνω και ιδίως α) από τον εντοιχισμένο - συγκολλημένο αριθμό πλαισίου, β) από τον μη εργοστασιακό αριθμό κινητήρα, γ) από το μπλε χρώμα που έφερε κάτω από τη βαφή του το λεωφορείο και δ) από τον τύπο κατασκευής SR 321, αποδεικνύεται ότι το όχημα - λεωφορείο με αριθμό κυκλοφορίας ..., δεν ταυτίζεται, δεν είναι το λεωφορείο με αριθμό πλαισίου ...

εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ τύπου SR 292 Η που κατασκευάσθηκε το έτος 1986, όπως γίνεται προσπάθεια να εμφανιστεί, αλλά πρόκειται για όχημα που δεν κατασκευάσθηκε στο εργοστάσιο ΜΑΝ, αλλά συναρμολογήθηκε (με συγκόλληση και ανακατασκευή τμημάτων - μερών διαφόρων αυτοκινήτων) σε κάποιο άγνωστο συνεργείο, ή που κατασκευάσθηκε κανονικά στο εργοστάσιο ΜΑΝ το έτος 1979 και στη συνέχεια παραποιήθηκαν οι αρχικοί αριθμοί πλαισίου και κινητήρα, ήτοι επρόκειτο για αυτοκίνητο "μαϊμού" και στις δύο περιπτώσεις η προαναφερόμενη εκτός εργοστασίου παρέμβαση αποσκοπούσε στο να φαίνεται ως δήθεν έτος κατασκευής το έτος 1986 και περαιτέρω ως δήθεν διάρκεια της επιτρεπτής κυκλοφορίας του μέχρι την 1-1-2008.

Το λεωφορείο είχε πλάτος 2,31 μ. ήταν παλαιό και το αμάξωμα του έφερε ανεπίτρεπτες και μεγάλες οξειδώσεις και για το λόγο αυτό ήταν μειωμένη η αντοχή των μετάλλων του. Οι κολώνες που ήταν μεταξύ των παραθύρων ήταν σκουριασμένες και σχεδόν σάπιες στη βάση και σ' όλη την επιφάνεια. Η πίσω αριστερή κολώνα του αμαξώματος ήταν τελείως σάπια.

Επρόκειτο για ένα λεωφορείο που είχε ελάχιστη αντοχή στις καταπονήσεις με μηδαμινή αντίσταση. Το λεωφορείο αυτό πέραν των αμφιβολιών για την ενεργητική του ασφάλεια, δεν παρείχε καθόλου παθητική ασφάλεια στους επιβαίνοντες και ήταν ακατάλληλο μεταφορικό μέσο. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι είχε εκδοθεί σχετική άδεια κυκλοφορίας για το όχημα αυτό.

Πρέπει να τονισθεί εδώ ότι η νομιμότητα κυκλοφορίας του λεωφορείου είχε αμφισβητηθεί από την αρμόδια επιτροπή Συγκοινωνιών κατά το σχετικό τεχνικό έλεγχο στο οποίο υποβλήθηκε εκπρόθεσμα στις 21-4-1998 (βλ. αριθμ. Πρωτ. ... έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ημαθίας τμήμα Τ. Ε. Ο.), λόγω συγκολλήσεως του αριθμού πλαισίου.

Το γεγονός αυτό το γνώριζαν οι διοικούντες το ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, οι οποίοι αντί να στραφούν κατά του πωλητή και να διαμαρτυρηθούν για ένα τόσο σοβαρό θέμα που αφορά την ταυτότητα του λεωφορείου το οποίο θα χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά του κοινού, επέμεναν και πέτυχαν την έκδοση άδειας κυκλοφορίας. Πέραν τούτων, στη συσκευή καταγραφής της ταχύτητας του λεωφορείου (ταχογράφο) είχε τοποθετηθεί από τους προστηθέντες του ΚΤΕΛ και τον οδηγό ροοστάτης ("κλέφτης") με αποτέλεσμα οι καταγραφόμενες σ' αυτό ενδείξεις ταχύτητας να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά να είναι μικρότερες των ταχυτήτων με τις οποίες εκινείτο το όχημα, γεγονός που μπορούσε να παραπλανήσει και τον οδηγό αυτού παρόλο που γνώριζε την ύπαρξη του.

Ο εναγόμενος οδηγός Ψ136 περί ώρα 19.20' της ίδιας ημέρας, έφθασε στα ... και συγκεκριμένα στην 384, 850 χ/θ της Ν.Ε.Ο. ... - ... . Πρόκειται για τμήμα των ... που διανύει δυσχερή περιοχή του πρωτεύοντος εθνικού δικτύου, διπλής κατεύθυνσης κυκλοφορίας με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,85 μ. κάθε μιας λωρίδας που χωρίζονται με δύο συνεχείς γραμμές συνολικού πλάτους 0,25μ.

στον άξονα της οδού και δύο λωρίδες ασφαλείας ασφαλτοστρωμένων ερεισμάτων στα άκρα με πλάτος 0,85 μ. πέραν δε τούτου στην κατεύθυνση προς ... υπάρχει και χωμάτινο πρανές πλάτους 1 - 3 μέτρα, μετά δε από αυτό δένδρα και βράχοι, ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση υπάρχει χαράδρα απ' όπου διέρχεται ο ποταμός ... . Το όριο ταχύτητας ορίζεται στο σημείο αυτό σε 70 χιλ./ω κατά την κατεύθυνση ... - ... .

Επίσης, υπήρχε πινακίδα Κ- 2α που δήλωνε ότι υπήρχαν επικίνδυνες διαδοχικές στροφές η πρώτη αριστερά και τρεις πινακίδες Π-75, ήτοι διαδοχικά βέλη κατεύθυνσης που δήλωναν επικίνδυνες καμπύλες κυρίων αρτηριών. Ο φωτισμός κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ήταν ημέρας, ενώ η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή και ξηρή.

Στην αντίθετη κατεύθυνση ... προς ... χ.θ 384 + 000 υπήρχε πινακίδα Ρ-32 με αναγραφόμενο όριο ταχύτητας 80 χιλιόμετρα/ώρα και δύο πινακίδες Π-75 όπως οι σημάνσεις αυτών εκτέθηκαν παραπάνω. Ο Ψ136, λοιπόν, οδηγός του προαναφερομένου αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου ρυμουλκού μετά ρυμουλκούμενου, παρά το γεγονός ότι διερχόταν από τα ... , δηλαδή από ιδιαίτερα δυσχερές και επικίνδυνο τμήμα της εθνικής οδού ...-..., όπως προειδοποιούσαν οι υπάρχουσες πινακίδες σημάνσεως και όπως ο ίδιος γνώριζε προσωπικά λόγω της επανειλημμένης διέλευσής του από αυτό, από απερισκεψία προσέδωσε στο έμφορτο όχημά του μεγάλη ταχύτητα, ανερχόμενη σε 85 χ/ω περίπου, η οποία υπερέβαινε αισθητά την ανώτατη επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο και ήταν οπωσδήποτε υπερβολική για τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ιδίως λόγω της υπάρξεως συνεχών επικίνδυνων στροφών, της καταστάσεως του φορτίου και του υπέρβαρου της φορτώσεως.

Αποτέλεσμα της απρονοησίας του αυτής ήταν, ενώ είχε προηγηθεί αριστερή στροφή κατά την οποία η φυγόκεντρη δύναμη έφερε το κέντρο βάρους του οχήματος προς τα δεξιά λόγω της κακής συσκευασίας, στοιβασίας, πρόσδεσης και υπέρβαρου φορτίου, κατά τη χρονική στιγμή που ο οδηγός πραγματοποιούσε την αμέσως επόμενη (και απότομη) δεξιά στροφή, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος, στο οποίο, σ' αυτήν τη στροφή το κέντρο βάρους (λόγω των προαναφερθεισών συνθηκών) μετατοπίστηκε απότομα προς τα αριστερά, και να ανασηκωθούν στον αέρα οι δεξιοί τροχοί του συρμού ενόψει και της κακής καταστάσεως των ελαστικών, στις πίσω ρόδες του ρυμουλκού, ο οποίος (συρμός) πλαγιολισθαίνοντας προς τα αριστερά υπερέβη τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της εθνικής οδού και άρχισε σταδιακά να εισέρχεται στο τμήμα του οδοστρώματος το προοριζόμενο για την κίνηση των αντιθέτως ερχομένων οχημάτων δηλαδή των κατευθυνόμενων προς ..., στην αρχή κατά λίγα εκατοστά, στη συνέχεια κατά 50 εκατοστά και τελικά κατά 90 εκατοστά.

Σ' αυτό το σημείο, δηλαδή σχεδόν ένα μέτρο μέσα στο αντίθετο ρεύμα, το φορτηγό με την εμπρόσθια κολώνα της οροφής του κουβουκλίου του συγκρούσθηκε ελαφρά με την εμπρόσθια γωνία του αριθμ. κυκλοφορίας ... λεωφορείου, που προαναφέρθηκε, το οποίο κινούνταν αντίστοιχα σε απόσταση 90 εκατοστά από τη διαχωριστική γραμμή έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 70 χ/ω.

Ταυτόχρονα με την πρώτη επαφή - σύγκρουση των δύο οχημάτων, ο οδηγός του φορτηγού επιχείρησε απότομο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά χωρίς το παραμικρό αποτέλεσμα, με συνέπεια το όχημα στο σύνολό του (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο) να εισχωρήσει ακόμη περισσότερο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να "σέρνεται" με όλη την επιφάνεια της αριστερής πλευράς του ρυμουλκού επί της αριστεράς πλευράς του λεωφορείου, του οποίου ο οδηγός, μετά την πρώτη επαφή, ομοίως επιχείρησε απότομο δεξιό αποφευκτικό ελιγμό.

Ενώ το αμάξωμα του συρμού "σερνόταν ξύνοντας" όλη την αριστερή πλευρά του λεωφορείου, τα αριστερά οριζόντια παραπέτα του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου έσπασαν από την πίεση που ασκούσε εκ των έσω το μετακινηθέν προς τα αριστερά (κατά τη δεξιά στροφή) φορτίο και αποκολλήθηκε η τελευταία οριζόντια αψίδα και αιωρούμενη σε πλάγια θέση έθραυσε την αριστερή κολώνα του εμπρόσθιου ανεμοθώρακα "παρμπρίζ" του λεωφορείου, στη συνέχεια (έθραυσε) τα κολωνάκια και τους υαλοπίνακες των παραθύρων της αριστερής πλευράς του λεωφορείου και εισήλθε διαγώνια στο εσωτερικό του, ενώ ταυτόχρονα έσπασαν οι ιμάντες πρόσδεσης του φορτίου και ένα μέρος αυτού απελευθερώθηκε και εκτινάχθηκε στο εσωτερικό του λεωφορείου, του οποίου το αμάξωμα ουδέ τη στοιχειώδη αντοχή επέδειξε, στους δε νεαρούς επιβάτες ούτε ίχνος ασφάλειας παρέσχε.

Αποτέλεσμα της προαναφερθείσας εξελίξεως των σταδίων της συγκρούσεως ήταν να υποστούν σοβαρότατες σωματικές βλάβες 21 μαθητές, από τις οποίες ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος αυτών και να τραυματισθούν άλλοι 14 μαθητές, 2 καθηγητές και ο οδηγός του λεωφορείου. Στη συνέχεια, το λεωφορείο, από την ώθηση που δέχθηκε, προσέκρουσε στα δένδρα και στους βράχους δεξιά ως προς την πορεία του, ενώ το φορτηγό αυτοκίνητο, εντελώς ανέλεγκτα πλέον, συγκρούσθηκε διαδοχικά με τα οχήματα που κινούνταν κανονικά στην οδό, πίσω από το προπορευόμενο λεωφορείο των μαθητών και με την ίδια μ' αυτό κατεύθυνση.

Η σύγκρουση των δύο οχημάτων φορτηγού και λεωφορείου με τις συνέπειες αυτής οφείλεται σε κοινή πράξη με την έννοια του άρθρου 926 εδ. 1 περ. α' Α. Κ., περισσοτέρων προσώπων. Ειδικότερα, οφείλεται σε υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των αυτοκινήτων, οι οποίοι παραβίασαν διατάξεις του ΚΟΚ. Πιο συγκεκριμένα, ο εναγόμενος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου Ψ136, παρόλο α) πού γνώριζε ότι η κατάσταση των ελαστικών του οχήματος ήταν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, προβληματική με υπάρχουσα ανομοιογενή φθορά αυτών και κακή πρόσφυση στην οδό, β) που γνώριζε ότι το φορτίο είχε συσκευασθεί κατά τρόπο μη ενδεδειγμένο και είχε ο ίδιος συμμετάσχει σε υπερφόρτωση, επικίνδυνη τακτοποίηση και στοιβασία και επισφαλή πρόσδεση του φορτίου, όπως ήδη περιγράφηκε παραπάνω, γ) που επί έξι και μισή ώρες συνεχούς κινήσεως κατά τη διαδρομή, δεν είχε πραγματοποιήσει τον παραμικρό έλεγχο της καταστάσεως του φορτίου, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός θα έκανε και ο ίδιος μπορούσε να κάνει, δ) που δεν είχε διακόψει τη συνεχή οδήγηση του φορτηγού για να αναπαυθεί και να διατηρήσει την αναγκαία σωματική και διανοητική ικανότητα που θα του εξασφάλιζε αντοχή και νηφαλιότητα ("καθαρό μυαλό") για τα δύσκολα τμήματα της διαδρομής, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός θα έκανε και ο ίδιος μπορούσε να κάνει, ε) που γνώριζε ότι δεν είχε ακριβή ένδειξη της ταχύτητας του οχήματος που οδηγούσε, διότι ο πίνακας των οργάνων παρείχε εικονικό προσδιορισμό της ταχύτητας λόγω της παρέμβασης με τον ροοστάτη, και στ) που διερχόταν από το δυσχερές και επικίνδυνο (με ειδική σήμανση) τμήμα της εθνικής οδού της περιοχής των ..., εντούτοις προσέδωσε στο όχημά του ανεπίτρεπτη και υπερβολική ενόψει όλων των προαναφερθεισών περιστάσεων ταχύτητα 85 χ/ω με άμεση συνέπεια να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του παραβαίνοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 4, 12§1, 13§§2, 5, 19, 20, 32§§ 1, 2α, 3 και 81 § 13 ΚΟΚ.

Εξάλλου, ο οδηγός του λεωφορείου, Χ1, παρόλο α) που κινούνταν στα ... στο εκ των πλέον δυσχερών και επικίνδυνων (με ειδική σήμανση) τμημάτων της εθνικής οδού ... - ..., με μεγάλη κίνηση τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα (απόγευμα Κυριακής), β) που γνώριζε ότι δεν είχε ακριβή ένδειξη της ταχύτητας του λεωφορείου διότι ο πίνακας οργάνων παρείχε αναληθή προσδιορισμό της ταχύτητας λόγω της παρέμβασης με το ροοστάτη και συνεπώς όφειλε να είναι προσεκτικός στην αύξηση της ταχύτητάς του (σημειωτέον ότι γνώριζε την ύπαρξη του ροοστάτη δεδομένου ότι αυτός το πρωί της 13-4-2003 τοποθέτησε στον ταχογράφο κάρτα, οπότε αντιλήφθηκε το σχετικό γεγονός της "παρέμβασης") γ) που μετέφερε νεαρούς μαθητές, εντούτοις προσέδωσε υπερβολική ενόψει των παραπάνω περιστάσεων ταχύτητα, που όπως ειπώθηκε, ανερχόταν σε 70 χ/ω και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ώστε να ασκεί τον έλεγχο του οχήματος, όπως θα έκανε κάθε μέσος συνετός οδηγός και μπορούσε και ο ίδιος.

Το μέγεθος της ταχύτητας προκύπτει από το ότι στον "πειραγμένο" ταχογράφο κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο καταγράφηκε ταχύτητα 67 χ/ω, ενώ κατά το χρόνο του ατυχήματος 58 χ/ω, οι οποίες, βεβαίως, λόγω του ροοστάτη, απεικόνιζαν μικρότερες από τις πραγματικές ταχύτητες με τις οποίες κινούνταν το όχημα? άλλωστε, τα προαναφερθέντα Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητα που ακολουθούσαν σταθερά το λεωφορείο έβαιναν, όπως καταθέτουν οι οδηγοί τους, με ταχύτητα 70 χ/ω. Πιο συγκεκριμένα, ο οδηγός του λεωφορείου μπορούσε να αντιληφθεί (όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός) το φορτηγό να κινείται πλαγιολισθαίνοντας πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή και να εισέρχεται σταδιακά στο δικό του ρεύμα από απόσταση περίπου 127 μέτρων, δεδομένου ότι μετά την έξοδο αμφοτέρων των οχημάτων από τις στροφές υπάρχει ευθεία περίπου 127 μέτρων, και (μπορούσε) να κατευθύνει το λεωφορείο δεξιότερα καταλαμβάνοντας το χωμάτινο πρανές, το ασφάλτινο έρεισμα και τμήμα του οδοστρώματος, όπως θα έκανε κάθε μέσος συνετός οδηγός, δεδομένου ότι το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος του ασφάλτινου ερείσματος και του χωμάτινου πρανούς του ρεύματος κυκλοφορίας του όπως αναφέρθηκαν παραπάνω (3,85 + 0,85 + τουλάχιστον 1 μ., αντιστοίχως) σε συνδυασμό με το πλάτος του λεωφορείου (2,31 μ.), επέτρεπαν τέτοια κίνηση.

Παρά ταύτα, εκείνος συνέχισε την πορεία του, χωρίς να μεταβάλει τη θέση του λεωφορείου επί του οδοστρώματος, μετά δε την πρώτη σύγκρουση των δύο οχημάτων επιχείρησε όψιμα αναποτελεσματικό ελιγμό προς τα δεξιά μη ικανό να αποτρέψει την καταστροφική σύγκρουση με τις προαναφερθείσες οδυνηρές συνέπειες.

Έτσι, παραβίασε κατά την οδήγηση τις διατάξεις των άρθρων 12§1, 19 και 20 §2 του ΚΟΚ, η τελευταία δε αυτή διάταξη ορίζει ότι εκτός κατοικημένων περιοχών το ανώτατο όριο ταχύτητας για λεωφορεία που μεταφέρουν μαθητές ανέρχεται σε 60 χιλ./ω. Η αμελής δε αυτή συμπεριφορά του, σε συνδυασμό με την τουλάχιστον προβληματική κατάσταση του (μη ανθεκτικού) λεωφορείου συντέλεσε στους προαναφερόμενους θανάτους και τις σωματικές βλάβες των επιβαινόντων στο λεωφορείο.

Συνάμα, η σύγκρουση των δύο προαναφερομένων οχημάτων (φορτηγού και λεωφορείου) οφείλεται και σε συντρέχουσα υπαιτιότητα αφενός των συνιδιοκτητών και κατόχων του φορτηγού Ψ137 και ΑΑ και αφετέρου των νομίμων εκπροσώπων του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, ιδιοκτήτη του λεωφορείου. Η συγκλίνουσα αμελής συμπεριφορά και αυτών των εναγομένων, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη σύγκρουση των οχημάτων έγκειται στα ακόλουθα:

οι Ψ137 και ΑΑ εκμεταλλευόμενοι επαγγελματικά το συρμό (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο) γνώριζαν την όχι καλή κατάσταση του οχήματος τους, η οποία περιγράφηκε παραπάνω, και το διέθεσαν επί κέρδει προς χρήση στην "ΑΚΡΙΤΑΣ Α.Ε." μαζί με τον οδηγό του, σ' αυτή την κακή κατάσταση που δημιουργούσε κινδύνους κατά την κίνηση του έμφορτου οχήματος και τη διασταύρωσή του με τους λοιπούς χρήστες του οδικού δικτύου της χώρας.

Ειδικότερα, παρόλο που γνώριζαν α) ότι τα ελαστικά των τροχών ήταν φθαρμένα και είχαν κακή πρόσφυση στο οδόστρωμα, β) ότι οι καρότσες του συρμού είχαν παρατεταμένες οξειδώσεις και πρόχειρες συγκολλήσεις και ο εξοπλισμός πρόσδεσης του φορτίου (κρίκοι, ιμάντες, άγκιστρα) ήταν ελλιπής, φθαρμένος και ακατάλληλος εν γένει και γ) ότι ο πίνακας οργάνων του οχήματος εμφάνιζε ανακριβή ένδειξη ταχύτητας, λόγω επεμβάσεως με ροοστάτη, και συνεπώς παραπλανούσε τον οδηγό κατά την κίνηση του φορτηγού, εντούτοις εκείνοι το έθεσαν σε κυκλοφορία (και) για το συγκεκριμένο δρομολόγιο μεταφοράς βαρέος φορτίου φύλλων μελαμίνης και μοριοσανίδων ΜDF, ενώ όφειλαν και μπορούσαν να αποκαταστήσουν προηγουμένως τον εξοπλισμό και την ασφαλή εν γένει λειτουργία του συρμού στα προαναφερθέντα σημεία, όπως κάθε μέσος συνετός ιδιοκτήτης και κάτοχος θα έπραττε, με συνέπεια, αφού συνέτρεξε και η παράλληλη υπαίτια συμπεριφορά των άλλων εναγομένων, να προκληθεί το προπεριγραφόμενο οδυνηρό τροχαίο ατύχημα.

Εξάλλου, οι νόμιμοι εκπρόσωποι του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας, στην κυριότητα του οποίου ανήκε το λεωφορείο, χρησιμοποίησαν το όχημα αυτό για τη μεταφορά μαθητών σε σχολική εκδρομή μακρινής αποστάσεως παρόλο που α) γνώριζαν ότι το όχημα αυτό είχε υποστεί επεμβάσεις εκτός εργοστασίου, ανακατασκευές και συγκολλήσεις που μείωναν την αντοχή του, β) γνώριζαν ότι ήταν πολύ παλαιό, με φθορές στις επιφάνειες και στις κολώνες του αμαξώματος που καθιστούσαν ελάχιστη την αντοχή του και ανύπαρκτη την αντίσταση στην παραμικρή καταπόνηση, γ) γνώριζαν ότι το δήθεν έτος κατασκευής του λεωφορείου 1986 δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, και δ) γνώριζαν ότι ο πίνακας οργάνων του οχήματος εμφάνιζε αναληθή ένδειξη ταχύτητας, λόγω επεμβάσεως με ροοστάτη και συνεπώς παραπλανούσε τον οδηγό κατά την κίνηση του λεωφορείου, κάθε μέσος συνετός ιδιοκτήτης οχημάτων - επιχειρηματίας μεταφοράς προσώπων (είτε φυσικό πρόσωπο, είτε εκπρόσωπος νομικού προσώπου) θα είχε αποσύρει από την κυκλοφορία το λόγω λεωφορείο και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα χρησιμοποιούσε για τη συγκεκριμένη μεταφορά των μαθητών στη σχολική εκδρομή, όπως όφειλε να πράξει και το εναγόμενο ΚΤΕΛ (δια των εκπροσώπων του)· όμως, η κατά τα προαναφερθέντα αμελής και απερίσκεπτη συμπεριφορά των εκπροσώπων του ΚΤΕΛ Ν.

Ημαθίας είχε συνέπεια, αφού συνέτρεξε και η παράλληλη υπαίτια συμπεριφορά των άλλων εναγομένων, να προκληθεί το επίδικο τροχαίο ατύχημα με τις ως άνω οδυνηρές συνέπειες. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η σύγκρουση του φορτηγού και του λεωφορείου οφείλεται σε κοινή πράξη (αρθρ. 926 εδ. 1 περ. α' Α.Κ.) των οδηγών του φορτηγού και του λεωφορείου και των ιδιοκτητών - κατόχων των συγκρουσθέντων οχημάτων με την έννοια της αιτιώδους συμπράξεως και συμμετοχής και ειδικά της αναγκαίας αιτιότητας, αφού κάθε μία από τις ενέργειες (αμελείς συμπεριφορές) δεν ήταν ικανή χωρίς τη συνδρομή και της άλλης να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Κατ' ακολουθία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι για τους θανάτους και τον τραυματισμό των επιβαινόντων στο λεωφορείο ενέχονται εις ολόκληρον υποκειμενικά οι ιδιοκτήτες - κάτοχοι του φορτηγού και η ιδιοκτήτρια του λεωφορείου (ως προς τις αγωγές που στηρίζονται σε υποκειμενική ευθύνη αυτών) και οι δύο οδηγοί, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των εναγομένων "ΚΤΕΛ Ν.

ΗΜΑΘΙΑΣ Α.Ε.", Χ1 και "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ" περί αποκλειστικής υπαιτιότητας τρίτου (ισχυρισμοί οι οποίοι κατ' ουσία αποτελούν ενόψει της διάταξης του άρθρου 10 Ν.ΓΠΝ/1911 άρνηση της υπαιτιότητας αφού υπάρχει σύγκρουση αυτοκινήτων) ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι των αριθμ.

εκθέσεων καταθέσεως 74/2005 και 70/2005 εφέσεων των εναγομένων "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" και "ΚΤΕΛ Ν. ΗΜΑΘΙΑΣ Α.Ε." - Χ1, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Τέλος, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε την εναγομένη "ΑΚΡΙΤΑΣ Α.Ε." εις ολόκληρον υπεύθυνη κατά τη διάταξη άρθρου 922 Α.Κ. ως προστήσασα τον υπαίτιο οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου αν και με εσφαλμένη αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε και συνεπώς, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλούμενης αποφάσεως ως προς το ζήτημα της προστήσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της αριθμ.

έκθεσης κατάθεσης 89/2005 έφεσης της εναγομένης "ΑΚΡΙΤΑΣ ΑΕ". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ενώ, εξάλλου, διέλαβε στην απόφασή πλήρεις σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, ως προς την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος και οδηγού του λεωφορείου το Εφετείο δέχεται ότι αυτός, αν και διέρχονταν από τα πλέον δυσχερή και επικίνδυνα (με ειδική σήμανση) τμήματα της εθνικής οδού ...-... με μεγάλη κίνηση τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα (απόγευμα Κυριακής) και μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε ακριβή ένδειξη της ταχύτητας του λεωφορείου, λόγω της παρέμβασης που είχε γίνει στον πίνακα οργάνων με ροοστάτη, εν τούτοις, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να ασκεί τον έλεγχο του οχήματος του, αλλά οδηγούσε το λεωφορείο που μετέφερε μαθητές με την αυξημένη ταχύτητα των 70 χ/ω αντί της επιτρεπόμενης ταχύτητας των 60χ/ω και σε απόσταση 0,90 μ.

από τη διαχωριστική γραμμή, αν και από απόσταση 127 μ. μπορούσε να αντιληφθεί την πλαγιολίσθηση του φορτηγού αυτοκινήτου και την σταδιακή είσοδο αυτού στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Παρά ταύτα, αυτός (πρώτος αναιρεσείων), χωρίς να ανακόψει την ταχύτητα του λεωφορείου που οδηγούσε, συνέχισε να κινείται σε απόσταση 0,90 μ.

από τη διαχωριστική γραμμή και δεν κατηύθυνε το λεωφορείο δεξιότερα, καταλαμβάνοντας το χωμάτινο πρανές, το ασφάλτινο έρεισμα και τμήμα του οδοστρώματος, του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., δεδομένου ότι το συνολικό πλάτος αυτών (3,85 + 0,85 + 1μ.= 5,70 μ.) σε συνδυασμό με το πλάτος του λεωφορείου (2,31 μ.) επέτρεπαν τέτοια κίνηση, ενήργησε δε καθυστερημένα αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να μη μπορέσει ν' αποτρέψει την καταστροφική σύγκρουση.

Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα συντρέχει υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος για ατύχημα. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διευκρινισθεί αν αυτός μπορούσε να αντιληφθεί ότι το φορτηγό αυτοκίνητο με το ρυμολκούμενο όχημα δεν θα επανήρχετο εγκαίρως στο ρεύμα κυκλοφορίας του, ούτε να προσδιορισθεί επακριβώς πόσο περισσότερο του ενός μέτρου εισχώρησε το φορτηγό αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινισθούν περαιτέρω ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία επλήγησαν καθώς και πως τραυματίσθηκαν και θανατώθηκαν οι επιβαίνοντες στο λεωφορείο, αφού το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχεται ότι ο τραυματισμός και ο θάνατός τους είναι αποτέλεσμα της συγκρούσεως των οχημάτων.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του επελθόντος αποτελέσματος και των πράξεων και παραλείψεων των νομίμων εκπροσώπων της δεύτερης αναιρεσείουσας και της εν γένει κατάστασης του ... τουριστικού λεωφορείου δέχτηκε ότι αυτό ήταν αρκετά παλιό και έπρεπε να έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία την 1-1-2003 και προκειμένου να καταστεί δυνατή η κυκλοφορία του μέχρι 1-1-2008 είχε υποστεί παρέμβαση εκτός του εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ με την συγκόλληση και ανακατασκευή τμημάτων-μερών διαφόρων αυτοκινήτων και με την παραποίηση των αρχικών αριθμών πλαισίου και κινητήρα, ώστε να φαίνεται ως δήθεν έτος κατασκευής το έτος 1986.

Έτσι, η αντοχή των μετάλλων του ήταν μειωμένη, καθόσον έφερε ανεπίτρεπτες και μεγάλες οξειδώσεις, οι δε κολώνες μεταξύ των παραθύρων ήταν σκουριασμένες και σχεδόν σάπιες στη βάση και σ' όλη την επιφάνεια. Επίσης, η πίσω αριστερή κολώνα του αμαξώματος ήταν τελείως σάπια. Ως εκ τούτου, το εν λόγω λεωφορείο δεν παρείχε καθόλου παθητική ασφάλεια στους επιβαίνοντες και ήταν ακατάλληλο μεταφορικό μέσο.

Όμως, παρά ταύτα, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της δεύτερης αναιρεσείουσας χρησιμοποίησαν το πιο πάνω λεωφορείο για τη μεταφορά μαθητών σε σχολική εκδρομή μακρινής αποστάσεως, παρόλο που γνώριζαν ότι : α) το όχημα είχε υποστεί επεμβάσεις εκτός εργοστασίου, ανακατασκευές και συγκολλήσεις που μείωναν την αντοχή του, β) ήταν παλιό με φθορές στις επιφάνειες και στις κολώνες του αμαξώματος που καθιστούσαν ελάχιστη την αντοχή του και ανύπαρκτη την αντίσταση στην παραμικρή καταπόνηση, γ) το δήθεν έτος κατασκευής 1986 δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δ) ο πίνακας οργάνου του οχήματος εμφάνιζε αναληθή ένδειξη ταχύτητας, λόγω επεμβάσεως με ροοστάτη και, συνεπώς, παραπλανούσε τον οδηγό κατά την κίνηση του λεωφορείου.

Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν κατά τα διδάγματα τα της κοινής πείρας το συμπέρασμα ότι οι πιο πάνω πράξεις και παραλείψεις των νομίμων εκπροσώπων της δεύτερης αναιρεσείουσας συνετέλεσαν στην επέλευση του ατυχήματος και έτσι μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικά ως πρόσφορή αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος.

Κατά συνέπεια, δεν ευσταθούν οι αντίθετες αιτιάσεις που αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος για το ατύχημα και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ατυχήματος και των πράξεων και παραλείψεων των νομίμων εκπροσώπων της δεύτερης αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος, κατά ένα μέρος, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, σύμφωνα με αυτή, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ ΑΠ 1/1996, 3/1997). Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 1/1991).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα μέρος, ψέγεται από τους αναιρεσείοντες το Εφετείο διότι τάχα δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο εξέφραζαν κατ' αυτής παράπονα, ισχυριζόμενοι ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια αφενός μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των νομίμων εκπροσώπων της δεύτερης αναιρεσείουσας και της εν γένει κατάστασης του τουριστικού λεωφορείου, για την κυκλοφορία του οποίου είχε χορηγηθεί νομίμως σχετική άδεια, και του επελθόντος αποτελέσματος αφετέρου. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και ερεύνησε τη βασιμότητα του ως άνω λόγου εφέσεως, τον οποίο όμως απέρριψε κατ' ουσίαν. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται με αυτόν αιτιάσεις από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV. Η υποχρέωση για αποζημίωση περιλαμβάνει αφενός μεν τη θετική ζημία, αφετέρου δε την αποθετική. Θετική ζημία είναι η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, ενώ αποθετική ζημία υπάρχει και όταν δεν μειώνεται η περιουσία, αλλά αποτρέπεται η αύξησή της, που χωρίς το ζημιογόνο γεγονός θα επερχόταν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 εδ. β' ΑΚ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται στην αποζημίωση την οποία δικαιούται εκείνος που ζημιώθηκε παράνομα και υπαίτια, το ποσό το οποίο, αν δε μεσολαβούσε η παράνομη πράξη, θα κέρδιζε με τρόπο αντίθετο, είτε στο νόμο, είτε στα χρηστά ήθη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τη ζημία που υπέστη η δεύτερη αναιρεσείουσα, λόγω της ολικής καταστροφής κατά τη σύγκρουση του ... ΔΧ λεωφορείου, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα εξής : "... Το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο ιδιοκτησίας του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας καταστράφηκε ολοσχερώς. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω επρόκειτο για αυτοκίνητο χωρίς ταυτότητα και δεν μπορούσε κατά το νόμο να κυκλοφορεί και να χρησιμοποιείται.

Συνεπώς, το λεωφορείο δεν είχε οικονομική αξία (πλην αυτή ως σιδηρικών και άλλων υλικών που δεν αναζητείται). Από την κυκλοφορία και χρήση ενός τέτοιου αυτοκινήτου η οποία αντιβαίνει στο νόμο, δεν μπορεί να προσδοκάται κατά τη συνηθισμένη (κανονική) πορεία των πραγμάτων κέρδος και κατ' ακολουθία, δεν περιλαμβάνεται ένα τέτοιο κέρδος στο διαφυγόν που αποδίδεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 Α.

Κ. Δεν είναι σύμφωνο προς: το σκοπό του δικαίου της αποζημιώσεως να θεωρηθεί αποκαταστατέα ζημία το διαφυγόν κέρδος που θα αποκόμιζε το ενάγον ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας κατά τρόπο παράνομο από την κυκλοφορία ενός αυτοκινήτου, όπως τα χαρακτηριστικά του εκτέθηκαν πιο πάνω κατά την ανάλυση της υπαιτιότητας των μερών, και την εκμίσθωση του σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή "...

για την καθημερινή μεταφορά μαθητών των δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων της περιοχής (μαθητικά δρομολόγια) ... τη μεταφορά σπουδαστών από ΤΕΕ ... στο Νοσοκομείο ..., ... σε συλλόγους, σωματεία και ομάδες ατόμων για την πραγματοποίηση εκδρομών και περιηγήσεων". Ο εν λόγω πορισμός οφείλεται σε αιτία παράνομη, δηλαδή σε παραβίαση νόμιμης απαγόρευσης που αφορά αυτή την ίδια την δραστηριότητα από την οποία προέρχεται ο πορισμός του διαφυγόντος κέρδους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την αριθμ. 97/2005 εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε το κονδύλιο της αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 2530/282/2004 αγωγής του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας με την οποία αυτό ζητούσε την αξία του καταστραφέντος λεωφορείου, ποσού 44.021 ευρώ, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός λόγος της αριθμ.

έκθεσης κατάθεσης 70/2005 έφεσης του ενάγοντος ΚΤΕΛ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Το ίδιο δικαστήριο που με εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικό βάσιμο το κονδύλιο της αγωγής αυτής περί επιδικάσεως διαφυγόντος κέρδους από τη στέρηση της χρήσης του λεωφορείου για διάστημα 10 μηνών και 15 ημερών, ποσού 26.837 ευρώ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος της αριθμ.

έκθεσης κατάθεσης 89/2005 έφεσης της εναγομένης εταιρίας "ΑΚΡΙΤΑΣ Α. Ε." και ο πρόσθετος λόγος της αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 113/2005 έφεσης της εναγομένης "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α. Ε" που παραδεκτά ασκήθηκε με τις προτάσεις και αφορά κεφάλαιο που προσβλήθηκε με την έφεσή της (άρθρ 681 Α' παρ. 1και 520 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.).

Κατ' ακολουθία, πρέπει να γίνουν δεκτές και ως ουσία βάσιμες οι εφέσεις αυτές, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την αριθμ. καταθέσεως 2530/282/2004 αγωγή του ΚΤΕΛ Ν. Ημαθίας ΑΕ κατά των εναγομένων "ΑΚΡΙΤΑΣ Α. Ε." και "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α. Ε.", να κρατηθεί και να δικαστεί αυτή, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τις εναγόμενες αυτές ...".

Με την εκτεθείσα κρίση το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε και τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των άρθρων 86, 88, 90 και 92 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) που ρυθμίζουν ζητήματα σχετικά με τον τεχνικό έλεγχο, την άδεια κυκλοφορίας και τις πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας των οχημάτων.

Το γεγονός ότι το εν λόγω λεωφορείο είχε κριθεί κατάλληλο για την κυκλοφορία και ήταν εφοδιασμένο με άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας, δεν καθιστά την κυκλοφορία αυτού νόμιμη, αφού προερχόταν από συναρμολόγηση (με συγκόλληση και ανακατασκευή τμημάτων - μερών διαφόρων αυτοκινήτων) και σε κάθε περίπτωση έπρεπε να είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία πριν το ατύχημα (1-1-2003).

Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, αναφορικά με την επικαλούμενη από την δεύτερη αναιρεσείουσα θετική και αποθετική ζημία.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτόν αιτιάσεις από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τάχα δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την έφεση ισχυρισμό, ότι το εν λόγω λεωφορείο κυκλοφορούσε νομίμως, αφού ήταν εφοδιασμένο με τη σχετική άδεια και τις πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας και είχε κριθεί, ύστερα από τεχνικό έλεγχο, κατάλληλο για κυκλοφορία, είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

V. Κατά το άρθρο 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, "ως μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.

Όμως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.

Εν προκειμένω, ο πρώτος αναιρεσείων Χ1, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ηλικίας 56 ετών, ισχυρίστηκε με την από 7-12-2004 αγωγή του ότι κατά το ατύχημα τραυματίστηκε και υπέστη, μεταξύ άλλων, ρήξη σπλήνας συνεπεία της οποίας υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεσή της, κατέστη δε ανίκανος για εργασία από 13-4-2003 έως 30-9-2003 και απώλεσε τις μηνιαίες αποδοχές του που θα ελάμβανε από το ΚΤΕΛ ύψους 4.470 ευρώ.

Ότι λόγω της αφαίρεσης της σπλήνας η αναπηρία του είναι μόνιμη και θα τον αναγκάζει να υποβάλλεται στο μέλλον σε δαπάνες για παρακολούθηση της υγείας του και εξαιτίας της θα έχει απώλεια εισοδημάτων, αφού δεν θα μπορεί να εργάζεται ως οδηγός λεωφορείου πλέον υπερωριακά και εκτός του Νομού ..., επιπλέον ούτε μετά τη συνταξιοδότησή του θα μπορεί να εργάζεται περιστασιακά ως οδηγός ταξί ή ως εργάτης, κηπουρός κλπ για να συμπληρώνεται η σύνταξή του.

Γι' αυτό ζήτησε με την αγωγή του να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 150.000 ευρώ, ως ειδική αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, λόγω της μόνιμης αναπηρίας που υπέστη από την αφαίρεση της σπλήνας. Το ως άνω αγωγικό κονδύλιο κρίθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως μη νόμιμο, το δε Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, αφού εξαφάνισε ως προς το σημείο αυτό την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε το εν λόγω κονδύλιο της αγωγής ως αόριστο με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθενται στην αγωγή ιδιάζοντα περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι εξαιτίας των οποίων επέρχονται, συνεπεία της αφαίρεσης της σπλήνας, δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη του 56/ετούς ενάγοντος (και ήδη αναιρεσείοντος) στο μέλλον, διότι με βάση τα όσα εκτίθενται στην αγωγή προκύπτει ότι η επιδιωκόμενη αποζημίωση είναι απλώς συνέπεια της ανικανότητάς του για εργασία και απόκτησης από αυτή εισοδημάτων, που δύναται να αποκατασταθεί βάσει του άρθρου 929 ΑΚ και δεν αποτελεί συνέπεια της αναπηρίας του.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας ως αόριστο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη (ολ ΑΠ 44/1990).

VI. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ. 28/1998). Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν τα σφάλματα που αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αφορούν την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων ή νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η δεύτερη αναιρεσείουσας αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου και, συγκεκριμένα, τις διατάξεις των άρθρων 299 και 932 ΑΚ καθόσον έκρινε ότι δεν προέρχεται από αυτοκίνητο αλλά από άλλη πηγή η αξίωσή της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και η οποία οφείλεται στη βλάβη της εμπορικής της πίστεως και του εμπορικού της μέλλοντος συνεπεία της δυσφημίσεώς της εξαιτίας του ατυχήματος, με αποτέλεσμα να απορρίψει ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίο εξέφραζε παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε διατάξει το χωρισμό του σχετικού αγωγικού αιτήματος και την παραπομπή τούτου για εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, ως καθ' ύλην αρμοδίου δικαστηρίου. Όμως, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, δεν ιδρύονται στην προκειμένη περίπτωση λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και γι' αυτό ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-7-2007 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 135/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των τριών αναιρεσιβλήτων Ψ7, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΡΙΤΑΣ ΑΕ" και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει για τον καθένα, λόγω της χωριστής νομικής εκπροσώπησής τους, σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ