Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding inadmissible third-party intervention and lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a second-instance court decision regarding a lease dispute. The appellant argued for the admissibility of a third-party intervention by the municipality and challenged the lower court's rejection of their claims. The court ruled that the appeal was inadmissible because it lacked specific grounds for the rejection of the third-party intervention and the appellant had no legal interest to challenge the municipality's participation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation must specify the violated substantive rule, factual findings, and legal error, while appeals regarding inadmissible third-party interventions or lacking legal interest are rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 725 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 725/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεανώ Σταθοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Δάμη και 2. Δήμου ...., που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Μπεζαντέ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/1999 του ίδιου Δικαστηρίου 3249/2003 προδικαστική και 1241/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-1-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια: 1) ο φερόμενος ότι παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια, που βάσει αυτών καταγνώσθηκε και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας 2) ο ισχυρισμός αγωγικός, ένσταση και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τί υπάρχει η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές και σε τί συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει.
Η αοριστία των λόγων αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Για το ορισμένο των λόγων αυτών δεν αρκεί η ανάλυση της έννοιας που αποδίδει ο αναιρεσείων στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου. Η παράθεση των αναγκαίων παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας είναι απόλυτα σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διότι διασφαλίζει την απ' αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητά του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθένα στα δικαστήρια (σχ.
Ολ. ΑΠ 28/1998, 18/2005, 32/1996, 57/1990, ΑΠ 43/2003, 784/2006 και 618/2007). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων διατείνεται α) με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι εσφαλμένως το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 και 24 παράγραφοι 2-4 του Συντάγματος, με το να δεχθεί ότι στις περιπτώσεις που οφείλεται αποζημίωση σύμφωνα με τις διαδικασίες του ν.δ.
από 17-7-1923 και του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, όπως όταν αφαιρείται αναγκαστικά ένα ακίνητο χωρίς να αντιπαρέχεται άλλο ακίνητο στον ιδιοκτήτη του, ή όταν αφαιρείται τμήμα του ακινήτου μεγαλύτερο εκείνου του ποσοστού της υποχρεωτικής εισφοράς σε γη, δεν επέρχονται στις ιδιοκτησίες αυτές οι αναφερόμενες στην πράξη εφαρμογής εμπράγματες μεταβολές προτού ολοκληρωθούν οι παραπάνω διαδικασίες και καταβληθεί η αποζημίωση και β) με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., ότι με αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε το Εφετείο, ότι για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του από 17-7-1923 Ν.Δ/τος και του Ν.
Δ/τος 797/1971 για να επέλθει μεταβολή στην ιδιοκτησία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ενώ πρόκειται για εφαρμογή του ν. 1337/1983 που η μεταβολή στην ιδιοκτησία επέρχεται από την κύρωση και μεταγραφή της σχετικής πράξεως. Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανέλεγκτα και τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά : "Για την επίδικη ιδιοκτησία (μίσθιο) του ενάγοντος με αρ. .....
στα Ο.Τ. .. και ...της περιοχής ..... του Δήμου ... και στα πλαίσια της με αρ. Μ7/2001 Μεμονωμένης Πράξης Εφαρμογής στα ως άνω Ο.Τ., που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. ..... Απόφαση Βοηθού Νομάρχη Αθηνών, οφείλεται αποζημίωση 442,15 τ.μ., η οποία δεν έχει αποδοθεί ακόμη στον ενάγοντα λόγω μη ολοκλήρωσης της ενιαίας Πράξης Εφαρμογής του ....
Τούτο, πέραν των άλλων, προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος), αλλά και από το από .... έγγραφο της Δ/νσης Σχεδίου Πόλεως (Γραφ. ....) του Δήμου ...., μετά του συνημμένου σχεδιαγράμματος, που επικαλείται και προσκομίζει ο ίδιος ο εναγόμενος (αναιρεσείων) και όπου αναφέρεται ότι η ως άνω έκταση των 442,15 τ.μ.
απομένει για αποζημίωση, στα πλαίσια της παραπάνω με αρ. ... Μεμονωμένης Πράξης Εφαρμογής, από το Δήμο ...., στον οποίο θα αποδοθεί μετά την καταβολή της αποζημιώσεως. Έτσι ανεξάρτητα από την μεταγραφή της Πράξεως Εφαρμογής, εφόσον δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση και δεν έχει ολοκληρωθεί η Ενιαία Πράξη Εφαρμογής του ....., δεν επήλθε συντέλεση της απαλλοτριώσεως και εντεύθεν λύση της μισθώσεως και ο εναγόμενος οφείλει τα επίδικα μισθώματα και την αποζημίωση χρήσεως στον ενάγοντα και όχι στον υπέρ ού η απαλλοτρίωση Δήμο ...., όπως έκρινε το Δικαστήριο τούτο (Εφετείο) με την υπ' αριθμ. 1550/2005 (άλλη) απόφασή του, που εκδόθηκε για παρόμοιο αντικείμενο, μεταξύ των αυτών διαδίκων, αλλά για προηγούμενο χρονικό διάστημα.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του εναγομένου "περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως" του ενάγοντος, αν και με άλλη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τους ως άνω σχετικούς λόγους εφέσεως, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο εφέσεως παραπονείται ο εκκαλών-εναγόμενος ότι δεν διέταξε η εκκαλουμένη την απόδοση του μισθίου (ήτοι την αποβολή του) και με τον έκτο λόγο της εφέσεως επικαλείται αοριστία του αιτήματος της (πρώτης) αγωγής, γιατί δεν καθορίζει το χρηματικό ποσό. Ο ως άνω πέμπτος λόγος της εφέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εναγομένου να τον επικαλεστεί και ο έκτος λόγος της εφέσεως περί αοριστίας του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί κατά τα ως άνω εκτιθέμενα η αγωγή είχε ορισμένο αίτημα και δη κατά χρονικές περιόδους.
Εξ άλλου ο εκκαλών-εναγόμενος με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εφέσεως, που υποβάλλεται με τις προτάσεις του, προτείνει την ένσταση συμψηφισμού με ανταπαίτησή του. Η ένσταση όμως αυτή απαραδέκτως προτείνεται γιατί δεν αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση, ούτε συνέχονται με αυτά (άρθρ. 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και ο λόγος αυτός της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της εφέσεως ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι αποχώρησε από το μίσθιο, μετά τον επίδικο χρόνο, λόγω αποβολής του από τον Δήμο .... στις 24-10-2005. Ο λόγος αυτός αφορά άλλο χρονικό διάστημα δεν συνδέεται με συντέλεση και λύση ή μη της μισθώσεως και δεν αφορά τον ενάγοντα. Έτσι προτείνεται αλυσιτελώς και άνευ εννόμου επιρροής".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμίμη βάση, ούτε παραβίασε τις παραπάνω επικαλούμενες διατάξεις (ή άλλες), που σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε (βλ. Ολ. ΑΠ 19/2002, ΑΠ 1401 και 1284/2003). Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε το Εφετείο στις αποδιδόμενες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες. Συνακόλουθα, οι αντίθετοι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης, πέραν της αοριστίας τους για μη παράθεση στο αναιρετήριο όλων των πιο πάνω αναγκαίων για το ορισμένο τους στοιχείων, πρέπει να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται σε διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά ην οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχηματίσει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα και την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το από ... έγγραφο της Δ/σεως Σχεδίου Πόλεως του Δήμου ... (Γραφείο ....) μετά του συνημμένου σχεδιαγράμματος, με το να δεχθεί ότι οφείλεται αποζημίωση 442,15 τ.μ.
η οποία δεν έχει ακόμη αποδοθεί στον ενάγοντα λόγω μη ολοκλήρωσης της ενιαίας πράξεως εφαρμογής του .... και ότι ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της πράξεως εφαρμογής, εφ' όσον δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση, δεν επήλθε συντέλεση της απαλλοτριώσεως και εντεύθεν λύση της μισθώσεως, που είναι καταδήλως διαφορετική των όσων διαλαμβάνονται στο ως άνω έγγραφο και σχεδιάγραμμα.
Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στη συγκεκριμένη υπόθεση το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο έχει συνεκτιμήσει μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να το εξαίρει ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτικού γεγονότος, έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο σαφές πόρισμά της, ύστερα από την συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων στοιχείων (ενόρκων καταθέσεων και προσκομιζόμενων με επίκληση εγγράφων) από τα οποία συνήγαγε τα ως άνω, ήτοι ότι λόγω μη καταβολής της αποζημιώσεως των 442,15 τ.μ.
στον ενάγοντα, καίτοι μεταγράφηκε η πράξη εφαρμογής, δεν επήλθε η συντέλεση της απαλλοτριώσεως. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο εκτίμησε το έγγραφο αυτό, όπως έχει το αληθές περιεχόμενό το, κατέληξε δε στη συνέχεια, σε συνδυασμό με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε αποδεικτικό συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
ΙΙΙ.- Με τούς τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως και παραδεκτά προβληθέντες ισχυρισμούς του α) περί ελλείψεως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος προς άσκηση των δύο συνεκδικαζομένων αγωγών για καταβολή μισθωμάτων, καταγγελία της συμβάσεως της μισθώσεως για καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων από δυστροπία και έκπτωση από την καταβληθείσα εγγύηση, αφού η σύμβαση μισθώσεως είχε λήξει αυτοδικαίως από της μεταγραφής της πράξεως εφαρμογής και β) τον με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της εφέσεως προβληθέντα ισχυρισμό του, ότι αποχώρησε αναγκαστικά από το μίσθιο ακίνητο μετά την επίδοση αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου περί αποβολής του. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει με σαφήνεια, ότι το Εφετείο απάντησε στους ως άνω ισχυρισμούς του (αναιρεσείοντος) εναγομένου και τους απέρριψε. 'Ολοι οι λόγοι (κύριοι και πρόσθετοι) απορρίφθηκαν, όπως και η έφεση του αναιρεσείοντος στο σύνολό της.
IV.- Οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις τους εκείνες με τις οποίες (κατά τα οικεία μέρη), υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
V.- Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείο, το μεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος που ασκήθηκε το πρώτο ενώπιόν του ως απαράδεκτη και ερήμην του προσεπικληθέντος Δήμου ..., το δε απέρριψε ως αόριστη την από τον τελευταίο ασκηθείσα κύρια παρέμβαση.
Στην αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχεται κάποια αιτίαση, όσον αφορά την απόρριψη της ανακοινώσεως δίκης και της προσεπικλήσεως, επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως καθόσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, Δήμο .... Η ίδια αυτή αίτηση αναιρέσεως, όσον αφορά την απορριφθείσα κύρια παρέμβαση του Δήμου ...., εν όψει του ότι ο αναιρεσείων εδώ νίκησε και δεν νικήθηκε, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτη, για έλλειψη κάποιου, ειδικού εννόμου συμφέροντος (που δεν αποδεικνύεται) του αναιρεσείοντος.
Ο παριστάμενος εδώ Δήμος ...., του οποίου η κύρια παρέμβασή του, έχει απορριφθεί ως αόριστη, με το σημείωμά του που κατέθεσε ζητεί "να εκδοθεί αναβλητική απόφαση με σκοπό τη συνεκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την από 6-7-2007 αντίθετη δική του (αρ. κατ. 1272/2007) κατά της ίδιας απόφασης", που έχει κατατεθεί στον 'Αρειο Πάγο στις 15-11-2007, χωρίς ακόμη να προσδιορισθεί δικάσιμος για εκδίκασή της.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου το αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι έτσι δεν διευκολύνεται, ούτε επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ.).
VII.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 18 Ιουλίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 4542/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για καθένα αναιρεσίβλητο σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ