Legislator Case Law & Legislation
725/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to file within the twenty-day statutory deadline.

Case Number 725/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for issuing an uncovered check, ruling it inadmissible. The appellant filed the appeal on October 25, 2005, well beyond the twenty-day period required by law after the judgment was entered into the official register. The court rejected the claim of force majeure or lack of notification by the defense lawyer as insufficient grounds for extending the deadline.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473(1), 473(3), 476(1), 513(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure: An appeal filed after the expiration of the statutory period is inadmissible unless force majeure is proven.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal statutory deadline force majeure criminal appeal procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 473(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 473(3) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 476(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 513(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 583(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 725 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 725/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου Aντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη-Εισηγητή και Φώτιο Καϋμενάκη, ΑρεοπαγίτεςΜε την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 97802/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "EFG.EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1990/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 623/15-12-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, την από 25-10-05 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..... , που άσκησε για λογαριασμό του ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Φραγκίσκος Βαρθαλίτης, κατά της 97.802/00 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για έκδοση ακάλυπτης επιταγής [άρθρο 79 Ν.5960/33] σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών με τριετή αναστολή, και εκθέτω τα ακόλουθα:

2-Κατά το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, κατά μεν της παρ.1 του άρθρου 473 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών ή πρόκειται για βούλευμα, από την επίδοση τούτων στο δικαιούμενο, κατά δε την παρ.2 αυτού, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του δικαστηρίου.

3-Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων αναιρεσιβάλλει την 97.802/00 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, που τον δίκασε κατόπιν της εφέσεως που άσκησε κατά της πρωτόδικης 58.273/99 καταδικαστικής του Μον/λούς Πλημμ/κείου Αθηνών, μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας που δικαιούταν. Συγκεκριμένα, ενώ η καταδικαστική αυτή απόφαση εκδόθηκε με την εκπροσώπησή του από τον εξουσιοδοτημένο δικηγόρο του Ιωάννου Λεωνίδα και επομένως οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων τρέχουν σαν να ήταν παρών, και αυτή καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο των καταχωριζομένων αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών στις 21-2-01,εντούτοις άσκησε την αίτηση αναιρέσεως μετά την εκπνοή της δεκαήμερης προθεσμίας και δη με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25-10-05, ήτοι μετά την πάροδο τεσσερεσήμισυ περίπου ετών.

Ως δικαιολογία της εκπρόθεσμης άσκησης προβάλλει τον ισχυρισμό ότι «ο παραστάς δικηγόρος μου ουδέποτε με ειδοποίησε, ακόμα και αν συζητήθηκε η έφεσή μου».Ο προβαλλόμενος αυτός ισχυρισμός του δεν είναι βάσιμος, καθόσον όφειλε να ενημερωθεί για την καταχώριση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε και δικάσθηκε η κατόπιν δικής του εφέσεως υπόθεσή του και επομένως δεν συνιστά τούτος λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα που τον παρεμπόδισε να ασκήσει εμπρόθεσμα το ένδικο τούτο μέσο.

4-Κατ' ακολουθίαν, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου [σε Συμβούλιο] επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε, κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩΑ-Να απορριφθεί η από 25-10-05 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου .... , κατά της 97.802/00 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, καιΒ-Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των 210 Ε.

Ο ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΦΩΤΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 507 και 473 παρ.1,3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, ει΄ναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, αν ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά την απαγγγελία αυτής, ή είκοσι ημέρες στην περίπτωση που ασκήθηκε κατά καταδικαστικής απόφασης με δήλωση εκείνου που καταδικάστηκε ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκηθεί εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στη προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθ.97802/2000 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία απαγγέλθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (αφού αυτός εκπροσωπήθηκε από συνήγορο στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠΔ, με αποτέλεσμα να θεωρείται παρών και έτσι να μη χρειάζεται επίδοση της παραπάνω απόφασης), καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου στις 21-2-2001, όπως τούτο προκύπτει από την επ'αυτής σχετική βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματεά.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο .... κατά της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, με δήλωση του, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25-10-2005. Δηλαδή, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε πολύ μετά την πάροδο των είκοσι (20) ημερών από την επομένη της καταχώρισης της προσβαλλόμενης απόφασης καθαρογραφημένης στο ως άνω ειδικό βιβλίο.

Στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν γίνεται επίκληση ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, πλην της δηλώσεως του αναιρεσείοντος «ότι η αναίρεση πρέπει να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη αφού ο παραστάς αντ΄εμού δικηγόρος ουδέποτε με ειδοποίησε ακόμα και αναζητήθηκε η έφεσή μου».

Η δήλωση όμως αυτής δεν θεμελιώνει λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-10-2005 αίτηση του ..... , για αναίρεση της με αριθ.97802/2000 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ