Legislator Case Law & Legislation
724/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on facts, ruling lower courts correctly evaluated evidence despite alleged errors.

Case Number 724/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn second-instance judgments regarding a civil dispute. The appellants argued the lower courts erred in accepting claims of financial loss without proof, relying on an uncorroborated notarized affidavit. The court rejected this, stating the lower courts properly weighed all documentary evidence and common sense, and that factual findings are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not factual findings based on evidence evaluation, which remain unreviewable even if erroneous.

Keywords

AI generated
appeal dismissal factual findings evidence evaluation unreviewable facts civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 255/2020
Case 750/2018
Case 1864/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 724 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 724/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ζ. του Λ., κατοίκου ... και 2) Β. Ζ. του Λ., κατοίκου .... Παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Γιαμαρέλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Δ. και 2) Μ. Ζ. του Β., συζύγου Ι. Κ., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γρηγοροπούλου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις κληρονόμους του Μ. Ζ. του Β., συζύγου Ι. Κ., ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και Τ. - Ε. Κ. του Ι., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίστανται με την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2018 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Κ. του Δ. και της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....

Εκδόθηκε η απόφαση 3460/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 3-5-2018 ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η υπ'αριθ. 2218/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε η από 16-7-2019 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2193/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση των υπ' αριθ.2218/2019 και 2193/2022 αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1251/2021, ΑΠ 102/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε η δικηγόρος Αμαλία Ρομπόκη, η οποία δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ι. Κ. απεβίωσε στις 21.11.2022, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίσης αίτησης αναίρεσης, και προσκόμισε την υπ' αριθ.

πρωτ. .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. .... Περαιτέρω, δήλωσε ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου του αναιρεσίβλητου συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Μ. Ζ. (δεύτερη αναιρεσίβλητη) και η κόρη του Τ.-Ε. Κ. (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. .../2022 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου ...

και τα υπ' αριθ. πρωτ. .../2023, .../24 και .../24 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου ...). Κατόπιν τούτου, η διακοπείσα ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή.

Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 121/2021, ΑΠ 905/2019, ΑΠ 243/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ` ουσίαν και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.

Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 294/2023, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 1281/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του αποβιώσαντος την 17.8.2018 πατέρα των αναιρεσειόντων, Λ. Ζ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., την από 16.1.2008 αγωγή, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των 21.486 ευρώ στον καθένα τους, ως αποζημίωση από διαφορές συνιδιοκτητών και ποσό 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αγωγή αυτή, μετά από διαδοχικές αναβολές και ματαιώσεις, συζητήθηκε ερήμην του εναγομένου την 22.2.2018 και ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3460/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 20.5128,50 ευρώ για αποζημίωση και το ποσό των 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι συνολικά το ποσό των 22.5128,50 ευρώ.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησε ο εναγόμενος την από 3.5.2018 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 30.1.2018, επικαλούμενος ως λόγο ανωτέρας βίας για τη μη παράστασή του, αφενός μεν ότι ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του Σπυρίδων Φόρτης είχε μετακομίσει, έπαυσε να ασκεί δικηγορία και δεν τον ενημέρωσε για την ορισθείσα, μετά από αναβολή, δικάσιμο της 22.2.2018, οπότε συζητήθηκε ερήμην του η ένδικη αγωγή, αφετέρου δε ότι έπασχε από καρκίνο προστάτη και δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τις υποθέσεις του.

Στη συνέχεια, ο εναγόμενος άσκησε και την από 16.5.2018 έφεση, υπό την αίρεση απόρριψης της ήδη ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας, ισχυριζόμενος ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη. Η συζήτηση της έφεσης αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ..., ορίστηκε, με επίσπευση των εφεσιβλήτων-εναγόντων, για τη δικάσιμο της 21.3.2019, ακριβές δε αντίγραφο της έφεσης, με πράξη καταθέσεως και κλήσεως προς συζήτηση για την άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον εκκαλούντα - εναγόμενο στις 31.5.2018.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στο ακροατήριο του Μονομελούς Εφετείου ..., δεν εμφανίστηκε o εκκαλών, αλλά εμφανίσθηκε η υπογράφουσα την έφεση δικηγόρος Γεωργία Θεοδωροπούλου, ως πληρεξουσία δικηγόρος και των κληρονόμων αυτού και ήδη αναιρεσειόντων Α. Ζ. και Β. Ζ., η οποία, γνωστοποιώντας ότι o εκκαλών απεβίωσε μετά την άσκηση της έφεσης, δήλωσε ότι η δίκη συνεχίζεται από τους ανωτέρω κληρονόμους αυτού και ακολούθως ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης.

Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής και κατόπιν αυτού η άνω πληρεξουσία δικηγόρος του εκκαλούντος και των κληρονόμων αυτού και ήδη αναιρεσειόντων Α. Ζ. και Β. Ζ. δήλωσε ότι δεν παρίσταται και αποχώρησε χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Ακολούθως, το Εφετείο, με την υπ' αριθ. 2218/2019 απόφασή του, θεωρώντας ως απόντες τους ανωτέρω κληρονόμους του εκκαλούντος, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ανωτέρω ερημοδικασθέντες, κληρονόμοι του εκκαλούντος, την από 17.7.2019 ανακοπή ερημοδικίας, επικαλούμενοι αφενός μεν ότι από λόγους ανώτερης βίας και συγκεκριμένα λόγω των οξυτάτων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε εκείνο το διάστημα ο πατέρας τους, δεν κατείχε τη δέουσα σωματική, νοητική και ψυχική κατάσταση, ώστε να αντιληφθεί τη σημασία του εγγράφου που παραλάμβανε και να αντιδράσει, με αποτέλεσμα να μη λάβουν ποτέ γνώση για τον προσδιορισμό της έφεσης του πατέρα τους από τους αντιδίκους, αφετέρου δε και όλως επικουρικώς, ότι το μοναδικό έγγραφο που έλαβαν αυτοί ήταν η από 14.3.2019 κλήση για εξέταση μαρτύρων, στο οποίο όμως εκ προθέσεως γινόταν λανθασμένη αναφορά των στοιχείων προσδιορισμού της έφεσης εκ μέρους των αντιδίκων, με αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί έτσι η παράστασή τους στο δικαστήριο και να στερηθούν αυτοί τη δικονομική τους άμυνα, όπως και έγινε.

Η ανακοπή αυτή ερημοδικίας συζητήθηκε την 16.9.2021, αντιμωλία των διαδίκων, και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθ. 2193/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Κατά της απόφασης αυτής, καθώς και κατά της ως άνω ερήμην απόφασης, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την κρινόμενη από 20.6.2022 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία νομίμως πλήττεται τόσο η απορριπτική της ανακοπής υπ` αριθ. 2193/2022 απόφαση, όσο και η εκδοθείσα ερήμην των εκκαλούντων υπ` αριθ. 2218/2019 απόφαση, αφού δεν παρήλθε η προθεσμία για άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, στην οποία, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων στην κατ` έφεση δίκη, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, τα επικαλούμενα σφάλματα της οποίας παραδεκτά προβάλλονται ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται και αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί ούτε με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης.

Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία έννοια ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη.

Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 289/2020, ΑΠ ...40/2017, ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 1260/2010).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον λόγο αυτό, προσβάλλεται και η απόφαση, η οποία, κατ` αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας, αν προσάπτεται σ` αυτή, ότι παρά τον νόμο δεν δέχτηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία, διότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του διαδίκου, που ερημοδικάσθηκε, λόγος ανώτερης βίας (ΑΠ 1281/2018, ΑΠ ...06/2013, ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 1260/2010).

Ωστόσο, η κρίση προηγουμένως του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη λόγου ανώτερης βίας, εφόσον σ' αυτή στηρίζεται η ανακοπή ερημοδικίας, ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 (ή 19) του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1487/2010, ΑΠ 141/2004). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501, 502 παρ. 1, 503 παρ. 1, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ερήμην απόφαση προσβάλλεται με αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας από το διάδικο που ερημοδικάσθηκε. Αν η ερήμην απόφαση είναι επιπλέον πρωτόδικη και οριστική, υπόκειται και σε έφεση εξαρχής, δηλαδή ευθύς από τη δημοσίευσή της, γιατί η προθεσμία για την άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Συνεπώς οι προθεσμίες για την άσκηση των δύο αυτών ενδίκων μέσων αρχίζουν ταυτόχρονα από την επίδοση της ερήμην απόφασης και συντρέχουν. Στην περίπτωση αυτή η έφεση ασκείται επικουρικά, υπό την αίρεση απόρριψης της ανακοπής ερημοδικίας. Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, η έφεση στερείται πλέον αντικειμένου.

Όσο εκκρεμεί, η ανακοπή στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, η συζήτηση της έφεσης είναι απαράδεκτη (ΑΠ 2064/2022, ΑΠ 84/20..., ΑΠ 1261/2011). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και από τη μη κήρυξη απαραδέκτου της συζήτησης ενδίκου μέσου, για το ορισμένο όμως του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο που δημιουργήθηκε από την παραβίαση συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο και είχε επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθοριζομένου συγχρόνως και του νόμιμου τρόπου προβολής ή επαναφοράς του σχετικού ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας (με λόγο έφεσης ή με τις προτάσεις στο εφετείο), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 2246/2009).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται για όλους τους λόγους αναίρεσης που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παραβίαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Έτσι, είναι απαράδεκτος ως αόριστος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση έφεσης κατά πρωτόδικης ερήμην απόφασης, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας το πιο πάνω απαράδεκτο, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 84/20...).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείοντες με την από 16.7.2019 ανακοπή ερημοδικίας, ζήτησαν να εξαφανιστεί η υπ' αριθ. 2218/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε ερήμην τους και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 16.5.2018 έφεση του δικαιοπαρόχου τους Λ. Ζ. κατά της υπ' αριθ. 3460/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., επικαλούμενοι τη συνδρομή περίπτωσης ανώτερης βίας.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, με την ανακοπή τους, αφενός μεν ότι από λόγους ανώτερης βίας και συγκεκριμένα λόγω των οξυτάτων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε εκείνο το διάστημα ο πατέρας τους, δεν κατείχε τη δέουσα σωματική, νοητική και ψυχική κατάσταση, ώστε να αντιληφθεί τη σημασία του εγγράφου που παραλάμβανε και να αντιδράσει, με αποτέλεσμα να μη λάβουν ποτέ γνώση για τον προσδιορισμό της έφεσης του πατέρα τους από τους αντιδίκους, αφετέρου δε και όλως επικουρικώς, ότι το μοναδικό έγγραφο που έλαβαν αυτοί ήταν η από 14.3.2019 κλήση για εξέταση μαρτύρων, στο οποίο όμως εκ προθέσεως γινόταν λανθασμένη αναφορά των στοιχείων προσδιορισμού της έφεσης εκ μέρους των αντιδίκων και δη ότι η έφεση έλαβε γεν.

αριθ. καταθ. 4148/2018 και ειδ. αριθ.καταθ. 5065/2018, ενώ είχε γεν. αριθ. καταθ. 47880/2018 και ειδ. αριθ.καταθ. 3243/2018, με αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί έτσι η παράστασή τους στο δικαστήριο και να στερηθούν αυτοί τη δικονομική τους άμυνα, όπως και έγινε. Το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενο τα εξής: "Οι ενάγοντες Ι.

Κ. και Μ. Ζ. του Β., σύζυγος Β. Κ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς ΠρωτοδικεΙου ... την από 11.01.2008 αγωγή τους, στρεφόμενοι o μεν πρώτος κατά του αδελφού της συζύγου του, η δε δεύτερη κατά του αδελφού της και πατέρα των ήδη ανακοπτόντων, Λ. Ζ. του Β., με την οποία ζητούσαν, μετά από μετατροπή των αιτημάτων από καταψηφιστικά οε αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος, ιδιοκτήτης του ισογείου πολυκατοικίας στο ..., α) όφειλε να αποκαταστήσει την περιουσιακή ζημία που είχαν υποστεί από την, εξαιτίας της επικαλούμενης στην αγωγή παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του, μη δυνατότητά τους να εκμεταλλευθούν με εκμίσθωση κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα διαμέρισμα συνιδιοκτησίας τους (εναγόντων) στον πρώτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας όπου και το ισόγειο, ιδιοκτησίας του εναγομένου, β) όφειλε την αιτουμένη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που είχαν υποστεί από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου.

Επί της αγωγής αυτής που συζητήθηκε κατόπιν ματαιώσεων και αναβολών στις 22.02.2018 ερήμην του εναγομένου, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3460/02.04.2018 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε ότι o εναγόμενος όφειλε να καταβάλλει σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 22.628,60 ευρώ (20.628,60 ευρώ ως περιουσιακή ζημία και 2.000 ευρώ ως ηθική βλάβη), με το νόμιμο τόκο από 31.12.2004 μέχρι την εξόφληση.

Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 20.04.2018, οπότε αυτός έδωσε εντολή, όπως και οι ανακόπτοντες αναφέρουν στην ανακοπή τους, στην δικηγόρο του Γεωργία Θεοδωροπούλου προς άσκηση των ενδίκων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Πράγματι κατόπιν εντολής του εναγόμενου Λ.

Ζ. κατατέθηκε εμπροθέσμως στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου ... η από 03.05.2018 ανακοπή ερημοδικίας κατά της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς ΠρωτοδικεΙου ... καθώς επίσης συντάχθηκε και υπογράφηκε από τη δικηγόρο Γεωργία Θεοδωροπούλου η από 16.05.2018 και με αριθμό κατάθεσης ενδίκου μέσου .../2018 έφεση του εντολέα της Λ.

Ζ. κατά της ιδίας ως άνω οριστικής απόφασης, η οποία ασκήθηκε στις 18.05.2018 με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου ... οπότε και έλαβε τους παραπάνω αριθμούς (γενικό και ειδικό) κατάθεσης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης με την ένδικη ανακοπή απόφασης και τα συνοδεύοντα αυτήν πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της 21.03.2019, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 21ης.03.2019 εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η υπογράφουσα την έφεση δικηγόρος Γεωργία Θεοδωροπούλου, ως πληρεξουσία δικηγόρος των καθολικών διαδόχων του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος στις 17.08.2018 εκκαλούντος Λ.

Ζ., ήτοι ως πληρεξουσία δικηγόρος των τέκνων του Α. Ζ. του Λ. και Β. Ζ. του Λ., η οποία γνωστοποίησε το θάνατο του εκκαλούντος, δήλωσε ότι η δίκη συνεχίζεται από τα προαναφερόμενα τέκνα και μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εκκαλούντος και ακολούθως υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης. Μάλιστα, όπως οι ίδιοι οι ανακόπτοντες αναφέρουν στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής, η υπογράφουσα την έφεση δικηγόρος Γεωργία Θεοδωροπούλου δήλωσε στο Δικαστήριο στις 21.03.2019 ότι η έφεση είχε κατατεθεί υπό την αίρεση της απόρριψης της ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ήτοι της υπ' αριθ. 3460/2018 απόφασης, δικάσιμος της οποίας είχε προσδιορισθεί η 30η.01.2020, έως την οποία έπρεπε να αναβληθεί η συζήτηση της έφεσης καθώς οι κληρονόμοι του εκκαλούντος δεν είχαν λάβει γνώση της κλήσης για τη συζήτηση της έφεσης με αποτέλεσμα να μην δύνανται να παρασταθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της έφεσης.

Το Δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν από τη δικηγόρο των εκκαλούντων αίτημα αναβολής, μετά, δε, την απόρριψη του αιτήματος αυτού, η δικηγόρος των εκκαλούντων δήλωσε ότι δεν παρίσταται και αποχώρησε χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Εν συνεχεία εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμό 2218/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία το Δικαστήριο δίκασε την έφεση ερήμην των εκκαλούντων Α.

Ζ. και Β. Ζ. και την απέρριψε. συνεπεία της ερημοδικίας τους, ως ανυποστήρικτη. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ανακοπής λεκτέα τα εξής. Καταρχάς, πέραν του ότι στις 21.03.2019 εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος των εκκαλούντων όπου και υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης, το οποίο απορρίφθηκε, οπότε αυτή αποχώρησε χωρίς να καταθέσει προτάσεις, σε κάθε περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται οι ανακόπτοντες για να δικαιολογήσουν την απουσία τους στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 21ης.03.2019 και τη συνακόλουθη ερημοδικία τους δεν δύνανται να θεμελιώσουν κατά την ουσιαστική αναζήτηση της βασιμότητας του εξεταζόμενου λόγου την εκ μέρους τους επικαλουμένη συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας...

Ειδικότερα από τις προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις ουδόλως προκύπτει ότι o εκκαλών Λ. Ζ. στις 31.05.2018, που επιδόθηκε σε αυτόν αντίγραφο της έφεσης με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τις 21.03.2019, βρισκόταν σε σωματική, ψυχική και πνευματική κατάσταση τέτοια που δεν θα μπορούσε να καταλάβει τι είδους έγγραφο του είχε επιδοθεί και τι σημασία είχε αυτό ώστε να ενημερώσει τα τέκνα του σχετικά με τον προσδιορισμό δικασίμου της έφεσης.

Αντίθετα οι προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις αφορούν είτε προγενέστερο της 31.05.2018 χρονικό διάστημα είτε μεταγενέστερο του χρόνου αυτού επίδοσης διάστημα και δη το διάστημα από 23.07.2018 μέχρι 31.07.2018, δηλαδή το διάστημα είκοσι περίπου ημερών πριν από το θάνατό του όπου η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί.

Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με την από 23.07.2018 ιατρική βεβαίωση του ιατρού γαστρεντερολόγου Σ. Κ., ο εκκαλών Λ. Ζ. είχε εξετασθεί από αυτόν στις 22.11.2017, λόγω δυσκαταποσίας, δυσκολίας στην φώνηση και καταβολής δυνάμεων, από, δε, το ατομικό του ιστορικό αναφερόταν κακοήθης νεοπλασία προστάτη, αντιμετωπισθείσα με ακτινοθεραπεία και ανδρογονικό αποκλεισμό.

Ο ασθενής επανεξετάσθηκε από τον παραπάνω ιατρό στις 23.07.2018, ότε και διαπιστώθηκε ότι ήταν σημαντικά καταβεβλημένος, με μεγάλη απώλεια σωματικού βάρους και σαφή επιδείνωση της γενικής του κατάστασης και για το λόγο αυτό συνεστήθη περαιτέρω έλεγχος σε εξειδικευμένο κέντρο οισοφαγικών διαταραχών και τονίσθηκε η ανάγκη για κάλυψη των ημερήσιων αναγκών του διατροφικά ώστε να διακοπεί η φθίνουσα κατάσταση της υγείας του.

Επίσης σύμφωνα με την από 26.07.2018 ιατρική βεβαίωση της Κ. Γ., ιατρού νευρολόγου στο ΓΝΑ "...", ο Λ. Ζ. εξετάσθηκε νευρολογικώς στο ιατρείο της εν λόγω ιατρού στις 14.12.2017, και διαπιστώθηκε ότι υπέφερε από επιδεινούμενη δυσκαταποσΙα και δυσαρθρΙα, δυσφωνία με συνοδό καταβολή και απώλεια βάρους. Είχε προηγηθεί χημειοθεραπεία ενώ επίσης συστήθηκε εργαστηριακή διερεύνηση, ειδική διατροφή και φαρμακευτική αγωγή.

Τέλος σύμφωνα με την από 31.07.2018 νευροψυχολογική αξιολόγηση της Α. Λ., κλινικής νευροψυχολόγου (η οποία διενεργήθηκε δεκαεπτά μέρες πριν από τον, κατά την 17η.08.2018, θάνατό του), οι επιδόσεις του Λ. Ζ. στην πλειονότητα των νευροψυχολογικών δοκιμασιών εκτιμήθηκαν ελλειμματικές έως διαταραγμένες (Λεκτική μνήμη: o ασθενής παρουσιάζει δυσχέρεια μάθησης νέου λεκτικού υλικού.

Οπτικοχωρική μνήμη: ο ασθενής παρουσιάζει διαταραγμένες επιδόσεις σε όλες τις δοκιμές, η αυτοβιογραφική μνήμη του διατηρείται μερικώς, ελλειμματικές ως διαταραγμένες εκτιμώνται οι επιδόσεις του εξεταζόμενου στις δοκιμασίες προσοχής, ταχύτητας επεξεργασίας πληροφοριών και ψυχοκινητικής ταχύτητας, διαταραγμένη η επίδοσή του σε δοκιμασίες σύνθετης προσοχής/ενεργού μνήμης και στις δοκιμασίες επιτελικών λειτουργιών και διαταραγμένες επιδόσεις στις δοκιμασίες λεκτικής ροής, ενώ αντίθετα δεν διαπιστώθηκαν προβλήματα ως προς τη λεκτική ακουστική κατανόηση και την ικανότητα γραφής).

Η δε αντικειμενική εξέταση κατέδειξε καταθλιπτική συμπτωματολογία (GDS-short = 7). Όμως από καμία από τις παραπάνω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωματεύσεις προέκυψε ούτε από κάποιο ιατρικό σύγγραμμα αναφέρεται ότι ο πάσχων από καρκίνο του προστάτη σε μεταστατικό στάδιο και εν προκειμένω ο Λ. Ζ., δεν βρισκόταν, λόγω δυσχέρειας στη φώνηση (δυσφωνίαι δυσαρθρία), δυσκαταποσΙας και καταβολής δυνάμεων από το μεταστατικό στον οισοφάγο και στους λεμφαδένες καρκίνο του προστάτη, στη δέουσα σωματική, πνευματική και ψυχική κατάσταση ώστε να αντιληφθεί τη σημασία του εγγράφου προσδιορισμού της ασκηθείσας εφέσεως.

Η δε αναφερόμενη καταθλιπτική συμπτωματολογία δεν προκύπτει ότι ήταν τέτοιας σοβαρής μορφής που απέκλειε στις 31.05.2018 την κατανόηση των τεκταινομένων από τον εναγόμενο-εκκαλούντα Λ. Ζ. ή την επικοινωνία με τα τέκνα του και την ανακοίνωση σε αυτά της ορισθείσας για τη συζήτηση της έφεσης δικασίμου ή της επίδειξης του επιδοθέντος σε αυτόν κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία (31.05.2018) εγγράφου.

Άλλωστε, όπως οι ανακόπτοντες αναφέρουν στην ανακοπή τους, τον πατέρα τους τον αφήναν μόνο του στην οικία του κατά τις ώρες εργασίας τους διότι μπορούσε αυτός να αυτοεξυπηρετηθεΙ και συνεπώς δεν αντιμετώπιζε τέτοιο σοβαρό πρόβλημα υγείας, ψυχικής ή πνευματικής, διότι εάν πράγματι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα ψυχολογικό ή νοητικό, τότε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν θα τον άφηναν ολομόναχο χωρίς επίβλεψη κατά τις ώρες της εργασίας τους.

Σημειώνεται δε ότι η νευρολόγος Κ. Γ. στην από 14.12.2017 εξέταση του εκκαλούντος ουδέν νευρολογικής φύσεως νόσημα ή πνευματικό νόσημα με βάση κάποιο νευρολογικό πρόβλημα διέγνωσε. Σημειώνεται επίσης ότι o ανωτέρω εκκαλών ήταν μορφωμένος άνθρωπος, καθόσον ασκούσε το επάγγελμα του οδοντίατρου, και, ακόμη και εάν δεν μπορούσε ευχερώς να μιλήσει στις 31.05.2018 λόγω δυσαρθρίας ή δυσφωνίας, μπορούσε όμως να γράψει και να συνεννοηθεί με τον τρόπο αυτό με τα τέκνα του δεδομένου και του ότι στην από 31.07.2018 νευροψυχολογική αξιολόγηση της Α.

Λ., που έλαβε χώρα δύο μήνες μετά την σε αυτόν επίδοση του αντιγράφου της έφεσης με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου, αναφέρεται μεν ως συμπέρασμα ότι οι επιδόσεις του εκκαλούντος Λ. Ζ. στην πλειονότητα των νευροψυχολογικών δοκιμασιών εκτιμήθηκαν στις 31.07.2018 από ελλειμματικές έως διαταραγμένες, διαλαμβάνεται όμως ρητά (στην αξιολόγηση αυτή) ότι δεν διαπιστώθηκαν στον εξεταζόμενο προβλήματα ως προς τη λεκτική, ακουστική κατανόηση και την ικανότητα γραφής και συνεπώς αυτός ήταν ικανός στις 31.05.2018 να κατανοεί λεκτικά και ηχητικά καθώς και να γράφει.

Άλλωστε η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ότι o εκκαλών είχε διαύγεια και ήταν σαφώς σε θέση να αντιληφθεί το είδος του εγγράφου που του επιδόθηκε στις 31.05.2018 και να μιλήσει γι' αυτό στα τέκνα του και να τα ενημερώσει σχετικά με την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της έφεσης ενισχύεται από το ότι δεν υφίσταται νευρολογική εξέταση ή σχετική ιατρική γνωμάτευση για το μήνα Μάϊο του 2018 (δεν υφίστανται ιατρικές γνωματεύσεις για το διάστημα από 14.12.2017 μέχρι 23.07.2018 με την ειδικότερη μνεία ότι η μόνη νευροψυχιατρική αξιολόγηση έγινε στον εκκαλούντα στις 31.07.2018, λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του, ο οποίος επήλθε, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου, εξαιτίας σηπτικής καταπληξίας, λοίμωξης κατώτερου αναπνευστικού και νεοπλασίας προστάτη), καθώς και από το ότι o Λ.

Ζ. αμέσως μόλις του επιδόθηκε η με αριθμό 3460/2018 απόφαση του Μονομελούς ΠρωτοδικεΙου ... έδωσε εντολή ο ίδιος στη δικηγόρο του Γεωργία Θεοδωροπούλου για την άσκηση των ενδΙκων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης κατά της ως άνω απόφασης, τα οποία ασκήθηκαν στις 04.05.2018 και 18.05.2018 αντίστοιχα, το δε αντίγραφο της έφεσης με τον προσδιορισμό δικασίμου επιδόθηκε στον εκκαλούντα από τους επιμεληθέντες τον προσδιορισμό εφεσίβλητους στις 31.05.2018, δεκατρείς ημέρες μετά την άσκηση της έφεσης, διάστημα για το οποίο ουδόλως προκύπτει επιδείνωση της κατάστασης της ψυχικής και πνευματικής υγείας του εκκαλούντος.

Συνεπώς o πρώτος λόγος ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε ότι η αναγραφή στην επιδοθείσα με επιμέλεια των εφεσιβλήτων και ήδη καθ' ων η ανακοπή στους ανακόπτοντες ενόψει της συζήτησης της έφεσης του εκκαλούντος, από 14.03.2019 "κλήση/γνωστοποΙηση εξέτασης μαρτύρων", του γενικού αριθμού κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης (Γ.Α.Κ.) στο Δικαστήριο τούτο για τον προσδιορισμό δικασίμου ως ειδικού αριθμού κατάθεσης (Ε.Α.Κ.) και αντίστροφα του ειδικού αριθμού κατάθεσης ως γενικού αριθμού κατάθεσης [αντί δηλαδή να γραφεί στην κλήση-γνωστοποίηση μαρτύρων για την έκθεση κατάθεσης της έφεσης στο Εφετείο ΓΑΚ 5065/2018 και ΕΑΚ 4148/2018, αναγράφηκε ΓΑΚ 4148/2018 και EAK 5065/2018] έγινε σκοπίμως από τους εφεσίβλητους και ήδη καθ' ων η ανακοπή για λόγους στρεψοδικίας, δηλαδή με δόλο από τους τελευταίους προκειμένου να παρεμποδίσουν την παράσταση των εκκαλούντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 21-03.2019, ήτοι κατά τη συζήτηση της από 16.05.2018 έφεσης, και να τους στερήσουν τη δυνατότητα να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους.

Ούτε o μάρτυρας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με επιμέλεια των ανακοπτόντων γνώριζε να καταθέσει σχετικά παρότι ερωτήθηκε επισταμένως από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση οι καθολικοί διάδοχοι του εκκαλούντος και ήδη ανακόπτοντες μπορούσαν να λάβουν γνώση του προσδιορισμού δικασίμου της εφέσεως -- με βάση το όνομα του εκκαλούντος και των εφεσιβλήτων, τον αριθμό κατάθεσης ενδίκου μέσου αλλά και το Τμήμα του Ενοχικού (...ο) στο οποίο είχε προσδιορισθεί η έφεση και το οποίο αναγραφόταν στην από 14.03.2019 κλήση/γνωστοποΙηση -- από τη Γραμματεία του Δικαστηριου τούτου και όχι μόνο από την ειδική πλατφόρμα αναζήτησης πορείας πολιτικών υποθέσεων "w,vw. solon.gov.gr", όπως προφανώς και έγινε, αφού κατά τη δικάσιμο της 21.03.2019 εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του ...

Τμήματος του Ενοχικού (Μονομελούς), στο οποίο είχε προσδιορισθεί η συζήτηση της έφεσης, η δικηγόρος που είχε υπογράψει την έφεση, Γεωργία Θεοδωροπούλου, για λογαριασμό των εκκαλούντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος αρχικώς εκκαλούντος Λ. Ζ., η οποία υπέβαλε για λογαριασμό των εκκαλούντων Α.

Ζ. και Β. Ζ., αφού προηγουμένως εδήλωσε ότι οι συνεχίζουν τη δίκη στη θέση του αποθανόντος στις 17.08.2018 πατέρα τους, αίτημα για την αναβολή της συζήτησης της έφεσης, το οποίο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Επομένως δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω αδυναμία εμφάνισης ή μη νομότυπης παράστασης των ανακοπτόντων στη ερήμην αυτών συζήτηση της από 16.05.2018 έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, λόγω ανωτέρας βίας ήτοι λόγω ανυπαίτιου γεγονότος εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από τους ανακόπτοντες ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Συνεπώς και o δεύτερος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Έτσι που έκρινε, το δικαστήριο της ουσίας, με την υπ' αριθ. 2193/2022 απόφασή του και απέρριψε την ανακοπή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας ερημοδικίας, όπως με τον πρώτο λόγο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνονται οι αναιρεσείοντες.

Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με την ανακοπή τους και δη τον πρώτο (κύριο) λόγο της ότι η δικονομική απουσία τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 21.03.2019, οπότε συζητήθηκε ερήμην τους η από 16.05.2018 έφεση του άνω δικαιοπαρόχου τους, κατά της υπ' αριθ. 3460/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., οφείλεται σε ανωτέρα βία και δη στο ότι ο πατέρας τους, εξαιτίας της διαταραγμένης σωματικά, ψυχικά και πνευματικά κατάστασής του, ναι μεν παρέλαβε στις 31.05.2018 την κλήση των αντιδίκων του - εφεσιβλήτων για τη συζήτηση της έφεσης, η οποία προσδιορίσθηκε με επιμέλεια τους (αντιδίκων του), πλην όμως δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τί έγγραφο παρέλαβε και ποία η σημασία του ούτε και να τους μιλήσει σχετικά και να επικοινωνήσει μαζί τους λόγω και των προβλημάτων υγείας (δυσχέρειας στην ομιλία και στην επικοινωνία) που αντιμετώπιζε, με αποτέλεσμα να μην τους ενημερώσει και να μην λάβουν αυτοί (ανακόπτοντες) γνώση για τον προσδιορισμό της έφεσης από τους εφεσίβλητους και της δικασίμου που είχε ορισθεί για τη συζήτησή της και συνακόλουθα να εκδοθεί ερήμην τους η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.

Επικουρικά, ισχυρίσθηκαν ότι στην από 14.03.2019 κλήση/γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων των αντιδίκων τους - εφεσιβλήτων, η οποία επιδόθηκε σε αυτούς (ανακόπτοντες) με επιμέλεια των εφεσιβλήτων και ήδη καθ' ων η ανακοπή στις ....03.2019 - και η οποία (κλήση) ήταν εν τέλει το μοναδικό στοιχείο από το οποίο έμαθαν για τη συζήτηση της έφεσης μόλις τέσσερεις μέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο της 21.03.2019 - δεν αναγράφηκαν ορθά οι αριθμοί έκθεσης κατάθεσης και ότι αυτό έγινε σκοπίμως, δηλαδή με δόλο από τους αντιδίκους τους, προκειμένου να παρεμποδίσουν την παράσταση αυτών (εκκαλούντων) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 21.03.2019, ήτοι κατά τη δικάσιμο της συζήτησης της από 16.05.2018 έφεσης, και να τους στερήσουν τη δυνατότητα να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους, με αποτέλεσμα να δικασθούν ενώπιον του άνω Δικαστηρίου ερήμην.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε και τους δύο λόγους της ανακοπής, δεχόμενο προεχόντως ότι στις 21.03.2019 εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος των εκκαλούντων όπου και υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης, το οποίο απορρίφθηκε, οπότε αυτή αποχώρησε χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Σε κάθε δε περίπτωση, δέχθηκε, καθόσον μεν αφορά τον πρώτο (κύριο) λόγο της ανακοπής ότι από τις προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις δεν αποδείχθηκε ότι o εκκαλών Λ.

Ζ. στις 31.05.2018, που επιδόθηκε σε αυτόν αντίγραφο της έφεσης με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τις 21.03.2019, βρισκόταν σε σωματική, ψυχική και πνευματική κατάσταση τέτοια που δεν θα μπορούσε να καταλάβει τι είδους έγγραφο του είχε επιδοθεί και τι σημασία είχε αυτό ώστε να ενημερώσει τα τέκνα του σχετικά με τον προσδιορισμό δικασίμου της έφεσης, με συνέπεια να μην συντρέχει λόγος ανώτερης βίας, εξαιτίας του οποίου να ερημοδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, καθόσον δε αφορά τον δεύτερο (επικουρικό) λόγο της ανακοπής ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναγραφή στην επιδοθείσα με επιμέλεια των εφεσιβλήτων στους ανακόπτοντες ενόψει της συζήτησης της έφεσης του εκκαλούντος, από 14.03.2019 "κλήση/γνωστοποΙηση εξέτασης μαρτύρων", του γενικού αριθμού κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης (Γ.Α.Κ.) στο Δικαστήριο τούτο για τον προσδιορισμό δικασίμου ως ειδικού αριθμού κατάθεσης (Ε.Α.Κ.) και αντίστροφα του ειδικού αριθμού κατάθεσης ως γενικού αριθμού κατάθεσης έγινε σκοπίμως από τους εφεσίβλητους για λόγους στρεψοδικίας, δηλαδή με δόλο από τους τελευταίους προκειμένου να παρεμποδίσουν την παράσταση των εκκαλούντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 21-03.2019, ήτοι κατά τη συζήτηση της από 16.05.2018 έφεσης, και να τους στερήσουν τη δυνατότητα να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους.

Οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν ως λόγο ανακοπής το απαράδεκτο της συζήτησης της έφεσης, λόγω του ότι εκκρεμούσε η εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης, ούτε και ότι είχε συντρέξει περίπτωση βιαίας διακοπής της δίκης και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τα οικεία σκέλη του οποίου οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλέον το απαράδεκτο της συζήτησης της έφεσης, λόγω της εκκρεμοδικίας της άνω ανακοπής ερημοδικίας και της βιαίας διακοπής της δίκης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της με αριθ. 2193/2022 προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 21ης.03.2019 εμφανίσθηκε ενώπιον του Εφετείου, η υπογράφουσα την έφεση δικηγόρος Γεωργία Θεοδωροπούλου, ως πληρεξουσία δικηγόρος των καθολικών διαδόχων του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος στις 17.08.2018 εκκαλούντος Λ.

Ζ., ήτοι ως πληρεξουσία δικηγόρος των τέκνων του Α. Ζ. και Β. Ζ., η οποία γνωστοποίησε το θάνατο του εκκαλούντος, δήλωσε ότι η δίκη συνεχίζεται από τα προαναφερόμενα τέκνα και μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εκκαλούντος και ακολούθως υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, μετά την απόρριψη του οποίου η δικηγόρος των εκκαλούντων δήλωσε ότι δεν παρίσταται και αποχώρησε χωρίς να καταθέσει προτάσεις, με συνέπεια να εκδοθεί ακολούθως η με αριθμό 2218/2019 απόφαση του Εφετείου, με την οποία το Δικαστήριο δίκασε την έφεση ερήμην των εκκαλούντων Α.

Ζ. και Β. Ζ. και την απέρριψε συνεπεία της ερημοδικίας τους, ως ανυποστήρικτη. Σε κανένα σημείο δεν γίνεται δεκτό ότι το αίτημα αναβολής αφορούσε την εκκρεμότητα εκδίκασης της ανακοπής ερημοδικίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, ενώ και η ασκήσασα το ένδικο μέσο της έφεσης δικηγόρος εμφανίσθηκε ως πληρεξουσία δικηγόρος των καθολικών διαδόχων του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος εκκαλούντος και αφού γνωστοποίησε το θάνατο του τελευταίου, δήλωσε ότι η δίκη συνεχίζεται από τους αναιρεσείοντες, ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εκκαλούντος.

Περαιτέρω, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη 2193/2022 απόφαση του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών, που είναι, κατά νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ως προς την έννοια της ανώτερης βίας, αναφορικά με την επικληθείσα υγεία του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές:

α) ότι από τις προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις ουδόλως προκύπτει ότι o εκκαλών Λ. Ζ. στις 31.05.2018, που επιδόθηκε σε αυτόν αντίγραφο της έφεσης με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τις 21.03.2019, βρισκόταν σε σωματική, ψυχική και πνευματική κατάσταση τέτοια που δεν θα μπορούσε να καταλάβει τι είδους έγγραφο του είχε επιδοθεί και τι σημασία είχε αυτό ώστε να ενημερώσει τα τέκνα του σχετικά με τον προσδιορισμό δικασίμου της έφεσης, β) ότι οι προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις αφορούν είτε προγενέστερο της 31.05.2018 χρονικό διάστημα είτε μεταγενέστερο του χρόνου αυτού επίδοσης διάστημα και δη το διάστημα από 23.07.2018 μέχρι 31.07.2018, δηλαδή το διάστημα είκοσι περίπου ημερών πριν από το θάνατό του όπου η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί, γ) ότι από καμία από τις παραπάνω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωματεύσεις δεν προέκυψε ότι ο Λ.

Ζ. δεν βρισκόταν, λόγω δυσχέρειας στη φώνηση (δυσφωνίαι δυσαρθρία), δυσκαταποσΙας και καταβολής δυνάμεων από το μεταστατικό στον οισοφάγο και στους λεμφαδένες καρκίνο του προστάτη, στη δέουσα σωματική, πνευματική και ψυχική κατάσταση ώστε να αντιληφθεί τη σημασία του εγγράφου προσδιορισμού της ασκηθείσας εφέσεως, δ) ότι η αναφερόμενη καταθλιπτική συμπτωματολογία δεν προκύπτει ότι ήταν τέτοιας σοβαρής μορφής που απέκλειε στις 31.05.2018 την κατανόηση των τεκταινομένων από τον εναγόμενο-εκκαλούντα Λ.

Ζ. ή την επικοινωνία με τα τέκνα του και την ανακοίνωση σε αυτά της ορισθείσας για τη συζήτηση της έφεσης δικασίμου ή της επίδειξης του επιδοθέντος σε αυτόν κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία (31.05.2018) εγγράφου και ε) ότι o Λ. Ζ. αμέσως μόλις του επιδόθηκε η με αριθμό 3460/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

έδωσε εντολή ο ίδιος στη δικηγόρο του Γεωργία Θεοδωροπούλου για την άσκηση των ενδίκων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης κατά της ως άνω απόφασης, τα οποία ασκήθηκαν στις 04.05.2018 και 18.05.2018 αντίστοιχα, το δε αντίγραφο της έφεσης με τον προσδιορισμό δικασίμου επιδόθηκε στον εκκαλούντα από τους επιμεληθέντες τον προσδιορισμό εφεσίβλητους στις 31.05.2018, δεκατρείς ημέρες μετά την άσκηση της έφεσης, διάστημα για το οποίο ουδόλως προκύπτει επιδείνωση της κατάστασης της ψυχικής και πνευματικής υγείας του εκκαλούντος.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την άνω προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 246/2018, ΑΠ 1040/2017).

Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1864/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, την εκδοθείσα ερήμην του δικαιοπαρόχου τους υπ' αριθ. 3460/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία ενσωματώθηκε στην με αριθ. 2218/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου δικαιοπαρόχου τους, αποδίδοντας σ' αυτήν την πλημμέλεια ότι δέχθηκε τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι υπέστησαν περιουσιακή ζημία, εξαιτίας της επικαλούμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου πατέρα τους, χωρίς καμία απόδειξη.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της ενσωματωθείσας στην προσβαλλόμενη με αριθ. 2218/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα από τους ενάγοντες έγγραφα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις προσκομισθείσες φωτογραφίες και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.

Η δε περαιτέρω προβαλλόμενη, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι και η μοναδική απόδειξη που προσκόμισαν οι ενάγοντες στον δεύτερο βαθμό και γίνεται δεκτή από την προσβαλλόμενη 2218/2019 απόφαση, ήτοι η υπ' αριθ. 3503/2019 ένορκη βεβαίωση της κόρης τους Τ. - Ε. Κ., δεν έχει εκτιμηθεί ορθά, είναι απορριπτέα προεχόντως ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενη, καθόσον το δυτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 2218/2019 απόφασή του, δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, την έφεση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων ως ανυποστήρικτη.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠοΛΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Ιουνίου 2022 αίτηση των 1) Α. Ζ. του Λ. και 2) Β. Ζ. του Λ. για αναίρεση α) της υπ' αριθ. 2193/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., και β) της υπ' αριθ. 2218/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ