Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on construction contract liability and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding construction contract liability. The appellants argued that the appellate court erred in interpreting a partnership agreement and misidentified the contractor's status, but the court found these arguments legally insufficient. The court ruled that the lower court correctly evaluated the evidence and that the appellant's claims constituted an error in assessment rather than a reading error, leading to the rejection of the appeal and an order for the appellant to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged error in fact-finding or evaluation of evidence is inadmissible if the lower court correctly interpreted the documents and reached a different conclusion based on a proper assessment of all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 724 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 724/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευθύμιου Αναγνώστου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Α. του Π. και 2) Π. Κ. του Μ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάνου Βογιατζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την, από 10-3-2017, αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 8353/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 914/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την, από 6-6-2019, αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 1. Με την από, 6.6.2019, και με αριθ. κατάθ. 1654/199/6.6.2019, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 914/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της, από 10-7-2018 και με αριθ. κατάθ. 2916/17-7-2018 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και 2133/18-7-2018 στο Εφετείο Θεσαλονίκης έφεσης των ηττηθέντων πρωτοδίκως εναγόντων, ήδη αναιρεσίβλητων, κατά της υπ' αριθ. 8353/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, επί της από 10-3-2017 και με αριθ. Κατάθ. 3777/2017 αγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων - εναγόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 8-6-2019, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 11-4-2019 (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ισχύοντος από 1.1.2016, κατά το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, το οποίο, όπως η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε από 23-1-2017, με τα άρθρο 35 παρ. 2 και 45 του ν. 4446/2016, ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου και τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής "Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθμ. 3 και 5 και 592 αριθμ. 1 και 3". Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την αναίρεση της υπ' αριθ. 914/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αφορά περιουσιακή διαφορά μεταξύ των διαδίκων από αμοιβή για την παροχή εργασίας (άρθρο 614 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ.), η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης της ως άνω δευτεροβάθμιας απόφασης.
Η ως άνω διαφορά, όμως, απαλλάσσεται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα εταιρεία, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης (ΑΕΔ 2/2015, ΑΕΔ 3, 4/2014).
3. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ως άνω, από 10-3-2017, ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούνται ότι ο δικαιοπάροχός τους (σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου, αντίστοιχα), Μ.
Κ. του Γ., που απεβίωσε στις 21-12-2013, με βάση την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, τους εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους του, την πρώτη κατά το δικαίωμα της επικαρπίας και τον δεύτερο κατά ψιλή κυριότητα σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2011 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Κοτσανίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε, από τον μη διάδικο Μ.
Π., την κυριότητα μιας αυτοτελούς και διαιρεμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας επί μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής, κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, και συγκεκριμένα ενός γραφείου, με χαρακτηριστικό στοιχείο τέσσερα (4), από μια υπό μέλλουσα να ανεγερθεί οικοδομή τεσσάρων γραφείων, σε αγροτεμάχιο στη Δημοτική Κοινότητα ...
του Δήμου ..., με ποσοστό εξ αδιαιρέτου συμμετοχής στο όλο αγροτεμάχιο και στα λοιπά κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, χώρους και εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής 25%, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των τμημάτων του ακάλυπτου χώρου που περιγράφονται στο άνω συμβόλαιο. Ότι την ίδια ημέρα της προαναφερθείσας αγοράς, ο προαναφερθείς δικαιοπάροχός τους, Μ.
Κ., με βάση το από 16-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης και επίβλεψης έργου που κατάρτισε, ενεργώντας ατομικά και για τον εαυτό του, με την αγοράστρια εναγομένη εταιρεία, ανέλαβε τη διαχείριση, επίβλεψη και επιστασία της ανέγερσης της ως άνω μελλοντικής οικοδομής - γραφείου, έναντι αμοιβής του, που καθορίσθηκε σε ποσοστό 20% επί του συνολικού κόστους κατασκευής του έργου, όπως αυτό προσδιορίσθηκε κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και ότι η αμοιβή του θα υπολογιζόταν και θα καταβαλλόταν τμηματικά, σε μηνιαία βάση, στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα, επί των δαπανών και εξόδων εκτέλεσης του έργου που θα έχει εκτελεστεί στον κάθε μήνα, τα οποία θα εξάγονταν με βάση τα βιβλία (ημερολόγιο και βιβλίο ταμείου) που θα τηρούσε ο ως άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων.
Ότι η ανέγερση πραγματοποιήθηκε με βάση την υπ' αριθμ. .../22-10-2009 οικοδομική άδεια του τμήματος έκδοσης αδειών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και ο δικαιοπάροχος των εναγόντων προσέφερε πράγματι τις υπηρεσίες του ασκώντας την επίβλεψη, διαχείριση και επιστασία του έργου, σύμφωνα και σε εκτέλεση όσων συμφωνήθηκαν με το προαναφερθέν συμφωνητικό, από τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2011 όταν ξεκίνησε το έργο έως και τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2013, οπότε και ολοκληρώθηκε, η ανέγερση της ως άνω αυτοτελούς ιδιοκτησίας.
Ότι το συνολικό κόστος κατασκευής του έργου, όπως προέκυπτε κατά τον υπολογισμό που συμφωνήθηκε, μετ' αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ και του ΦΠΑ επί αμοιβών αρχιτεκτόνων, πολιτικών μηχανικών, μηχανολόγων μηχανικών, μελετητών, εργοδηγών κλπ., ανήλθε σε 4.619.480,14 ευρώ, προσδιοριζόμενο λεπτομερώς στην αγωγή.
Ότι επομένως η αμοιβή του δικαιοπαρόχου τους ανέρχεται σε 923.896,02 ευρώ (4.619.480,14 Χ 20%) και ότι έναντι αυτής η εναγομένη εταιρεία κατέβαλε στον δικαιοπάροχό τους το ποσό των 12.992,63 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο των 910.903,39 ευρώ, το οποίο και αρνείται να καταβάλει. Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησαν οι ενάγοντες να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη εταιρεία οφείλει να τους καταβάλει, από κοινού, άλλως κατ' ισομοιρία, το παραπάνω ποσό, των 910.903,39 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Η υπόθεση εκδικάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντιμωλία των διαδίκων, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθ. 8353/2018 οριστική απόφασή του, δυνάμει της οποίας απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 10-7-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή και αφού δέχθηκε αυτή εν μέρει, αναγνώρισε ότι υποχρεούται η εναγομένη εταιρεία να καταβάλει από κοινού στους ενάγοντες το ποσό των τριακοσίων τριάντα χιλιάδων επτακοσίων πενήντα επτά ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών, (330.757,58), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτή έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωσή της, να προκύπτει από αυτή έμμεσα, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).
Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενό της σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 252/2016, ΑΠ 441/2015).Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει κατά τα άνω τη δήλωση βουλήσεως δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρυσθεί και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους(ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 737/2001).
Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωσή της (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοσθούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, παρά τη διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στην ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 704/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλονται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (Απ 1360/2017, ΑΠ 495/2013).
Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013). Εξ άλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθεται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Ολ ΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δηλώσεως βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 381/2021, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 451/2014).
Για το ορισμένο των σχετικών λόγων αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύτηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 381/2016, ΑΠ738/2018, ΑΠ 939/2015, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 929/2014, ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 1728/2014).
Πρέπει, επίσης, για το ορισμένο των ως άνω αναιρετικών λόγων να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τις ως άνω αιτιάσεις και να γίνεται αναφορά στο ότι κατά τη γενόμενη ερμηνεία όρων της δικαιοπραξίας έγινε παραβίαση από την προσβολή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ( ΑΠ 1348/2018, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 939/2015, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 1098/2011).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρεία, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ειδικότερα υποστηρίζει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη φύση και τον σκοπό της δικαιοπραξίας, ήτοι του από 16-6-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των μερών και συγκεκριμένα "τις συμπαρομαρτούσες συνθήκες της εποχής εκείνης", τις προηγούμενες συναλλαγές και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο, καθώς και τον δικαιοπρακτικό σκοπό, αντλώντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που προτάθηκαν από τα διάδικα μέρη, αφού προέβη σε ερμηνεία της επίμαχης δικαιοπραξίας, παρά το γεγονός ότι στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση είχε κρίνει (σελ. 19 σειρά 19-21) ότι: "Ουδόλως μπορεί να συναχθεί ότι υπήρχε ασάφεια προς τούτο και ότι συμβαλλόμενη ήταν η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας μέλος ήταν ο ως άνω πολιτικός μηχανικός".
Ότι με τις παραδοχές του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρότι διαπιστώνει έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφίβολης έννοιας στις δηλώσεις βουλήσεως που περιέχονται στο από 16.06.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, όσον αφορά το αν η ομόρρυθμη εταιρεία ή ο κληρονομούμενος ήταν ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση αυτή, προβαίνει προς ανεύρεση της αληθινής βούλησης των δηλούντων σε ερμηνεία των δηλώσεων αυτών χωρίς να προσφύγει στην αρωγή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και περαιτέρω με τις ίδιες παραδοχές παραβίασε και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς δεν διευκρινίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στην ως άνω δικαιοπραξία και αν θα έπρεπε, συνεπώς, να εφαρμοσθούν ή όχι οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, καθόσον στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται τα ακόλουθα αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχεία, ήτοι: α) οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τις ως άνω αιτιάσεις και ειδικότερα με τους όρους κατάρτισης και το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων από 16-6-2011 σύμβασης, οι οποίες δε μπορούν να αναπληρωθούν από την κατά την αναιρεσείουσα περίληψη του αιτιολογικού της απόφασης, ούτε από την αποσπασματική αναφορά του διαλαμβανόμενου στο αναιρετήριο τμήματος των εκτενών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, β) το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία, κατά την αναιρεσείουσα, εσφαλμένα ερμηνεύθηκε και γ) αν κατά τη γενόμενη ερμηνεία των αναφερόμενων όρων της ένδικης δικαιοπραξίας έγινε παραβίαση από την προσβαλλόμενη των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, υπό την έννοια ότι η ερμηνευτικώς εξενεχθείσα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν είναι σύμφωνη με τις παραπάνω αρχές, οι οποίες, να μεν δεν είναι αναγκαίο να αναλύονται και να εξειδικεύονται, θα πρέπει όμως για τη θεμελίωση των σχετικών λόγων να γίνεται επίκληση της παράβασης αυτής κατά τη γενόμενη από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμηνεία .
6. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, τα ακόλουθα: Ότι η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο ... με έδρα τη Θεσσαλονίκη, συστήθηκε με βάση το από 28-6-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας που δημοσιεύθηκε νόμιμα.
Ότι ομόρρυθμοι εταίροι και ιδρυτές της εταιρείας αυτής ήταν ο Μ. Κ. του Γ., πολιτικός μηχανικός, και η πρώτη των εναγόντων Σ. Α. του Π., που ήταν σύζυγος του Μ. Κ. και συμμετείχαν με ποσοστό 50% έκαστος στα κέρδη και στις ζημίες. Διαχειριστές της εταιρείας αυτής ήταν οι ως άνω εταίροι, οι οποίοι όμως για να δεσμεύουν την εταιρεία έπρεπε να ενεργούν από κοινού, υπογράφοντας τις κάθε είδους συμβάσεις, αξιόγραφα κλπ κάτω από την εταιρική επωνυμία.
Ότι σκοπός της εταιρείας αυτής ήταν η δραστηριοποίηση στον τομέα της κατασκευής οικοδομικών έργων και ειδικότερα η ανοικοδόμηση πολυκατοικιών και συγκροτημάτων κατοικιών και η γενική εμπορία οικοδομικών υλικών (ξυλεία, πλακίδια, είδη υγιεινής κλπ) με σκοπό το κέρδος. Στο άρθρο 8 του ως άνω συμφωνητικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας ορίστηκε ακόμη ότι "ο εκ των εταίρων Μ.
Κ. που είναι πολιτικός μηχανικός, μέλος του TEE, υποχρεούται να εκπονεί μελέτες και να πραγματοποιεί επιβλέψεις τεχνικών έργων της εταιρείας χωρίς να δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 9 "σε περίπτωση θανάτου, αφάνειας ή δικαιοπρακτικής ανικανότητας ενός από τους εταίρους η εταιρεία δεν λύνεται αλλά θα συνεχίζεται δια του επιζώντος και σε περίπτωση θανάτου ή ολοκλήρωσης της διαδικασίας της αφάνειας των κληρονόμων του θανόντος ή αφανισθέντος".
Ότι η εταιρεία αυτή λειτούργησε με έδρα την οδό ..., στον ..., και είχε αντικείμενο εμπορικό και ειδικότερα κατ' εξοχήν δραστηριοποιήθηκε στην εμπορία οικοδομικών υλικών, ενώ δεν παρείχε υπηρεσίες εκπόνησης μελετών, επιβλέψεων και επιστασιών οικοδομικών έργων, που δεν ήταν άλλωστε και ευθέως στο αντικείμενο της δραστηριότητάς της, το οποίο αφορούσε την ανοικοδόμηση πολυκατοικιών και συγκροτημάτων κατοικιών και όχι την ανεξάρτητη παροχή υπηρεσιών επιβλέψεων, επιστασιών κλπ τεχνικών έργων.
Ότι τις τελευταίες υπηρεσίες παρείχε αποκλειστικά και για τον εαυτό του ο εταίρος της, Μ. Κ. του Γ., που ήταν πολιτικός μηχανικός μέλος του TEE με AM ... και είχε κάνει φορολογικά έναρξη του επαγγέλματός του στη ΔΟΥ Καλαμαριάς με έδρα το γραφείο του στην οδό .... Άλλωστε, σύμφωνα με το προαναφερθέν καταστατικό, ο τελευταίος υποχρεούτο να εκπονεί, χωρίς να δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή, μελέτες και να πραγματοποιεί επιβλέψεις τεχνικών έργων που θα αναλάμβανε η εταιρεία στα πλαίσια του σκοπού της, ήτοι τεχνικών έργων της εταιρείας στον τομέα της κατασκευής οικοδομικών έργων και ειδικότερα ανοικοδόμησης πολυκατοικιών και συγκροτημάτων κατοικιών που θα αναλάμβανε η εταιρεία και όχι αυτοτελώς, αφού στο αντικείμενο δραστηριότητάς της δεν περιεχόταν η επίβλεψη και μελέτη έργων που αυτή δεν θα αναλάμβανε.
Όμως, τέτοιο έργο δεν ήταν το έργο που αναλήφθηκε δυνάμει του από 16-6-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης και επίβλεψης έργου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του Μ. Κ. του Γ. και της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... (οδός ...), δεδομένου ότι το έργο αυτό δεν αφορούσε ειδικότερα την ανοικοδόμηση πολυκατοικίας ή συγκροτήματος κατοικιών που να ανέλαβε η ως άνω εταιρεία.
Συγκεκριμένα, στις 16-6-2011, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../16.6.2011 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Κοτσανίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, ο Μ. Κ., ενεργώντας ατομικά στο όνομα και για λογαριασμό του, πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία εκπροσωπήθηκε από τη νόμιμη εκπρόσωπό της Β.
Τ., έναντι συνολικού τιμήματος ύψους 101.093 ευρώ, που πιστώθηκε στο σύνολό του και ρυθμίστηκε η καταβολή του κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο, ποσοστό 25/100 εξ' αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 6.222 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος του Δήμου ... του Νομού Θεσσαλονίκης, προερχόμενο από την εν τοις πράγμασι φυσική συνένωση των με αριθμούς 1.146 και 1.147 Β' Κατηγορίας αγροτεμαχίων.
Ότι στο ως άνω ποσοστό (25% εξ αδιαιρέτου) αντιστοιχούσε το δικαίωμα ανέγερσης ενός αυτοτελούς και διαιρεμένου χώρου - γραφείου (με αριθμό 4) σε μια μέλλουσα να ανεγερθεί οικοδομή, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο προαναφερθέν συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Συγκύριος του ως άνω ακινήτου, κατά το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο του 50%, ήταν ο Μ.
Π. του Δ. (ο Μ. Κ. ήταν συγκύριος του υπολοίπου 50%), οι οποίοι είχαν αποφασίσει να αξιοποιήσουν το εν λόγω αγροτεμάχιο ανεγείροντας επ' αυτού με δικές τους δαπάνες ένα συγκρότημα - οικοδομή τεσσάρων διώροφων γραφείων με υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο και δώμα, υπέβαλαν δε προς το σκοπό αυτό στο αρμόδιο Πολεοδομικό γραφείο Θεσσαλονίκης τις σχετικές μελέτες προς έκδοση οικοδομικής αδείας, η οποία εκδόθηκε στο όνομα των προαναφερόμενων ιδιοκτητών και έλαβε αριθμό .../23-10-2009.
Ότι τις σχετικές μελέτες και δη την αρχιτεκτονική μελέτη, τη μελέτη φέροντος οργανισμού, τη μελέτη ύδρευσης, αποχέτευσης, θερμομόνωσης, πυροπροστασίας και περιβάλλοντος χώρου, συνέταξε και υπέγραψε ο ως άνω πολιτικός μηχανικός Μ. Κ., ο οποίος ορίστηκε και επιβλέπων μηχανικός του έργου και ο οποίος ενεργούσε ατομικά και χωρίς να υπάρχει εμπλοκή της ως άνω εταιρείας του στο έργο αυτό.
Ότι ευθύς εξ αρχής η εναγομένη είχε πρόθεση να ανεγείρει την εν λόγω ιδιοκτησία όχι ως γραφείο αλλά ως πολυτελέστατη κατοικία της νομίμου εκπροσώπου και της οικογενείας της και για αυτόν τον λόγο αποφάσισε η ίδια να προβεί στη σχετική ανέγερση με δικά της έξοδα και δαπάνες. Προς τούτο όμως χρειαζόταν και τις υπηρεσίες διαχείρισης, επίβλεψης και επιστασίας του ως άνω έργου και για το λόγο αυτό, την ίδια ημερομηνία του πωλητηρίου συμβολαίου, η εναγομένη και ο ως άνω μηχανικός Μ.
Κ. του Γ. συμφώνησαν να αναλάβει ο τελευταίος τη διαχείριση, επιστασία και επίβλεψη του έργου ανέγερσης της ως άνω πολυτελούς κατοικίας, έργου που φερόταν ως δήθεν έργο γραφείου και αναλάμβανε να κατασκευάσει εξ ιδίων δαπανών και ευθύνη η εναγομένη και όχι η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας μέλος ήταν ο Μ.
Κ.. Ρητά δε και σαφώς τούτο ορίσθηκε και στην αρχή του ιδιωτικού συμφωνητικού που υπέγραψαν οι ως άνω, για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω, όπου η ανέγερση ορίσθηκε ως υποχρέωση της εναγομένης. Για τον λόγο αυτό υπέγραψαν το προαναφερθέν από 16-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης και επίβλεψης έργου, που καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ του Μ.
Κ., που ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό του, και της εναγομένης, που εκπροσωπείτο από την Β. Τ.. Ότι δυνάμει του συμφωνητικού αυτού ορίσθηκε επί λέξει ότι "η εναγομένη εργοδότης αναθέτει στον διαχειριστή - επιβλέποντα του έργου τη διαχείριση, επίβλεψη και επιστασία του παραπάνω έργου μέχρι την αποπεράτωσή του έναντι αμοιβής, που καθορίζεται σε ποσοστό 20% επί του συνολικού κόστους κατασκευής του έργου.
Διευκρινίζεται ότι στο συνολικό κόστος κατασκευής, επί του οποίου θα υπολογιστεί η κατά τα άνω συμφωνηθείσα αμοιβή του διαχειριστή - επιβλέποντα του έργου, περιλαμβάνονται το σύνολο του κόστους αγοράς πάσης φύσεως υλικών κατασκευής, των αμοιβών εργατοτεχνιτών, των αμοιβών υπεργολάβων, των αμοιβών συνεργείων κατασκευής, των μισθωμάτων για τη μίσθωση εργαλείων και μηχανημάτων, των εξόδων μεταφοράς και τυχόν εισαγωγής των πάσης φύσεως υλικών, των εξόδων μισθώσεως μεταφορικών μέσων, των αμοιβών αρχιτεκτόνων, των αμοιβών πολιτικών μηχανικών και μηχανολόγων μηχανικών....
ως και κάθε άλλης δαπάνης που δεν αναφέρεται ρητά στο παρόν αλλά αποτελεί αναγκαία δαπάνη για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών και για την ολοκλήρωση του έργου ...Προς το σκοπό καταγραφής των δαπανών και εξόδων εκτέλεσης του έργου, όπως επίσης και προς το σκοπό υπολογισμού της αμοιβής του διαχειριστή -επιβλέποντα του έργου θα τηρείται από τον τελευταίο:
α) το ημερήσιο ημερολόγιο του έργου, όπου θα καταγράφονται καθημερινά ο αριθμός των τεχνιτών, εργατών, εργοδηγών και μηχανικών που απασχολήθηκαν, όπως επίσης και τα υλικά και μηχανήματα που αναλώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν κάθε ημέρα στο έργο και β) βιβλίο ταμείου του έργου, όπου θα καταγράφονται καθημερινά και σε συνάρτηση με τις εγγραφές στο ημερήσιο ημερολόγιο όλες οι δαπάνες που αφορούν στην εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου με αναλυτική αιτιολογία.
Το περιεχόμενο των βιβλίων αυτών θα γνωστοποιείται στο τέλος κάθε εβδομάδας στον εργοδότη, οι δε σελίδες τους θα συνυπογράφονται από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη και οι εγγραφές σε αυτές που είναι υπογεγραμμένες θα αποτελούν πλήρη απόδειξη περί του είδους των εργασιών που εκτελέσθηκαν και περί του ύψους της απαιτούμενης προς τούτο δαπάνης.
Στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα και βάσει των εγγραφών στα παραπάνω βιβλία θα υπολογίζεται και θα καταβάλλεται η αμοιβή του διαχειριστή επιβλέποντα του έργου αναφορικά με το τμήμα του έργου, που θα έχει εκτελεσθεί. ... Ο διαχειριστής - επιβλέπων του έργου μετά από κάθε πληρωμή προσκομίζει στην εργοδότη όλα τα σχετικά παραστατικά, μεριμνά για την εμπρόθεσμη σύνταξη και υποβολή των απαιτούμενων ΑΠΔ και καταστάσεων ΦΜΥ και πρέπει να τηρεί αρχείο παραστατικών προς το σκοπό διευκόλυνσης του ελέγχου του κόστους κατασκευής.
Η εργοδότης δεν δικαιούται να εξαιρέσει τον διαχειριστή - επιβλέποντα του έργου από την επίβλεψη κάποιου στοιχείου ή τμήματος κατασκευής, διότι οι κατασκευαστικές παράμετροι αλληλοεξαρτώνται και δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους''. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που περιέχει λεπτομερή ρύθμιση των συμβατικών υποχρεώσεων των μερών με όρους σύνθετους, που προϋποθέτουν καλή γνώση και εμπειρία στην κατάστρωση σύνταξης και εκφοράς των σχετικών συμβατικών όρων, εργασία που απαιτεί γνώσεις όχι μόνο τεχνικές (πολιτικού μηχανικού - π.χ.
διαδικασία επίβλεψης) αλλά και νομικές (π.χ. καθιέρωση δικονομικής σύμβασης περί πλήρους απόδειξης των σχετικών εγγραφών στο βιβλίο ταμείου) προκύπτει αβίαστα ότι της σύνταξης αυτού προηγήθηκε στάδιο διαπραγματεύσεων βάσει των οποίων ξεκαθαρίστηκαν οι όροι συνεργασίας, μεταξύ των οποίων και τα πρόσωπα τα οποία ήταν συμβαλλόμενα στην εν λόγω σύμβαση, από την οποία ξεκάθαρα προέκυπτε ότι από την πλευρά του πολιτικού μηχανικού συμβαλλόμενος ήταν ο Μ.
Κ. του Γ., ο οποίος ήταν ο διαχειριστής και επιβλέπων του έργου. Ότι ουδόλως μπορεί να συναχθεί ότι υπήρχε ασάφεια προς τούτο και ότι συμβαλλόμενη ήταν η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας μέλος ήταν ο εν λόγω πολιτικός μηχανικός. Ότι η εναγομένη ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ισχυρίζεται και σήμερα ότι τη σύμβαση αυτή ευθύς εξ αρχής υπέγραψε ο Μ.
Κ., ενεργώντας ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, στην οποία ανατέθηκε το έργο της ανέγερσης του γραφείου. Πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, ο Μ. Κ. δεν μπορούσε από μόνος του να δεσμεύσει την εταιρεία αυτή, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν ήταν αυτή που ανέλαβε το έργο κατασκευής, αφού το έργο της κατασκευής ανέλαβε με δικές της δαπάνες η εναγομένη, η δε επίβλεψη και η επιστασία αυτοτελώς δεν ήταν μεταξύ των σκοπών της ως άνω εταιρείας, αφού η τελευταία κατά τον καταστατικό σκοπό της αναλάμβανε έργα στον τομέα της κατασκευής οικοδομικών έργων και όχι αυτοτελώς παροχή υπηρεσιών επίβλεψης, ο δε Μ.
Κ. υποχρεούτο να εκπονεί χωρίς να δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή μελέτες και να πραγματοποιεί επιβλέψεις στα πλαίσια του σκοπού της, δηλαδή μόνο ανέγερσης. Επίσης η εναγομένη ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πως αμέσως μετά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού όλες οι συναλλαγές, οι σχετικές με την επίβλεψη και ανέγερση της οικοδομής, λάμβαναν χώρα μεταξύ της εναγομένης και της ομόρρυθμης εταιρείας και ειδικότερα σαφώς προέκυπτε τούτο και από το γεγονός ότι ο Μ.
Κ. τους ανέφερε, και συμφώνησαν, ότι την προμήθεια των υλικών και τις εργασίες κατασκευής αναλάμβανε η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, εξ ου και οι καταβολές των χρημάτων που έκανε η εναγομένη εργοδότρια του έργου, όσο και οι επιταγές που αυτή εξέδιδε στα πλαίσια της συμφωνίας κατασκευής και επίβλεψης του έργου, προκειμένου τόσο να πληρώνονται τα υλικά κατασκευής που χορηγούσε η ως άνω εταιρεία, όσο και η αμοιβή της τελευταίας, να γίνεται επ' ονόματι της ομόρρυθμης αυτής εταιρείας στον τραπεζικό λογαριασμό της, επ' ονόματι της δε εκδίδονταν και οι σχετικές επιταγές και όχι ατομικά του Μ.
Κ.. Περαιτέρω ισχυρίστηκε η εναγομένη ότι το λογιστήριό της διαπίστωσε την έλλειψη αναφοράς στο ιδιωτικό εργολαβικό συμφωνητικό ότι ο Μ. Κ. ενεργούσε για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας και ενόψει του ότι οι συναλλαγές αφορούσαν την εναγομένη και την ομόρρυθμη εταιρεία, συνέστησε, για να μην υπάρχει πρόβλημα με τους φορολογικούς ελέγχους, να τακτοποιηθεί το ζήτημα.
Έτσι, στις 7-6-2012 σημειώθηκε από τους συμβαλλόμενους στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, σε παραπομπή στην πρώτη σελίδα, η προσθήκη ότι ο Μ. Κ. ενεργεί ως διαχειριστής και για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας, η παραπομπή αυτή οριοθετήθηκε με την σφραγίδα του Δήμου ... και στο τέλος του συμφωνητικού θεωρήθηκε το γνήσιο της υπογραφής του, με εντολή του δημάρχου, από τον πρόεδρο της ΤΚ ...
του Δήμου ..., Β. Ι.. Προς απόδειξη δε του εν λόγω ισχυρισμού της η εναγομένη προσκόμισε με επίκληση το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό με την προαναφερόμενη προσθήκη. Οι ενάγοντες, ενόψει του ότι είχαν υποβάλει αρμοδίως έγκληση για το αδίκημα της πλαστογραφίας, παραδεκτά και νομότυπα προσέβαλαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως πλαστή την εν λόγω προσθήκη, ήτοι ως μη τεθείσα και προερχόμενη από τον δικαιοπάροχό τους, κατονόμασαν δε ως πλαστογράφους τη Β.
Τ. και τον σύζυγό της Π. Π.. Ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η εν λόγω προσθήκη δεν φέρει την υπογραφή του Μ. Κ., αλλά ούτε την υπογραφή της νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης. Εξ αυτού του λόγου και μόνο το περιεχόμενο αυτής δεν μπορεί να αποτελέσει δέσμευση και ισχυρό όρο του εν λόγω συμφωνητικού, δεδομένου ότι εάν υπάρχουν προσθήκες σε μία έγγραφη σύμβαση απαιτείται και η υπογραφή τούτων για να παραχθεί δέσμευση και από τις προσθήκες αυτές, το ίδιο δε ισχύει και για τις παραπομπές του περιθωρίου που θεωρούνται και αυτές ως προσθήκες.
Κατά δεύτερο λόγο τα γράμματα αυτά δεν ανήκουν στον Μ. Κ.. Ακόμη δεν προέκυψε ότι η προσθήκη αυτή συντάχθηκε από τρίτο με γνώση και συναίνεση του περιεχομένου της από τον Μ. Κ.. Ότι με βάση τα προαναφερθέντα και τις συμπαρομαρτούσες συνθήκες της εποχής εκείνης δεν υπήρχε λόγος να γίνει διευκρίνιση σαφούς και πλήρους σύμβασης, που να ανατρέπει εντελώς τα συμφωνημένα δεδομένα ως προς τα πρόσωπα των συμβαλλομένων αλλά και τον υπόχρεο κατασκευής (στη δεύτερη παράγραφο της πρώτης σελίδας υπόχρεος κατασκευής ορίζεται η εναγομένη εταιρεία), αφού ουδόλως προέκυπτε ότι ευθύς εξ αρχής μεταξύ των προαναφερθέντων είχε συμφωνηθεί ότι ο Μ.
Κ. θα ενεργούσε για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία ουδόλως αναλάμβανε αυτοτελώς έργα επίβλεψης και κατασκευής, πέραν του ότι ουδέποτε μέχρι τότε αποδείχθηκε ότι ανέλαβε κάποιο άλλο έργο κατασκευής, περιορισθείσα μόνο στο εμπόριο υλικών οικοδομών. Ότι δεν προέκυψε ότι οι καταβολές ποσών στο σχετικό λογαριασμό της και η έκδοση επιταγών στο όνομά της αποδείκνυαν την κατάρτιση συμφωνίας να αναλάβει αυτή, πέραν από την παροχή και πώληση υλικών, και την κατασκευή του έργου και παραπέρα την επίβλεψη, ώστε οι σχετικές καταβολές (με μετρητά και επιταγές) να αφορούν, εκτός από την εξόφληση των υλικών και την εξόφληση της αμοιβής της, αφού ήδη, τόσο από το προοίμιο του σχετικού συμφωνητικού όσο και από το συμβόλαιο αγοράς, προκύπτει σαφώς ότι την κατασκευή του έργου ανέλαβε αποκλειστικά και μόνο η εναγομένη, οπότε δεν υπήρχε λόγος να καταρτισθεί συμφωνία κατά το περιεχόμενο της παραπομπής που ερχόταν σε σαφή αντίφαση με το περιεχόμενο του υπόλοιπου συμφωνητικού.
Τούτο προκύπτει αβίαστα και από το βιβλίο ταμείου του έργου, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, τη γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβήτησε η εναγομένη, η οποία αξίζει να σημειωθεί ότι στο πρωτόδικο Δικαστήριο ισχυρίστηκε και αυτή πως το βιβλίο αυτό τηρούσε χειρόγραφα ο Μ. Κ. και στο τέλος κάθε μήνα τους απέστειλε σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή φωτοαντίγραφά του, όπου εμφαίνονταν οι σχετικές καταχωρήσεις αναφορικά με τις εκτελεσθείσες δαπάνες του κόστους κατασκευής κάθε μήνα για τις οποίες συμφωνούσαν και προσδιόριζαν την αμοιβή, προσκόμισε (η εναγομένη) δε και αντίγραφα του εν λόγω βιβλίου από τα οποία προέκυπτε ότι το συνολικό κόστος κατασκευής ανήλθε στο ποσό των 2.234.398,82 ευρώ, όσο δηλαδή ακριβώς προκύπτει και από την μελέτη του βιβλίου που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες.
Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρει τις καταβολές των ποσών που έγιναν στο όνομα του Μ. Κ. από την εναγομένη, από τις οποίες αυτός αφαιρούσε τα έξοδα του έργου και παρακρατούσε στη συνέχεια την αμοιβή του. Ότι συγκεκριμένα από τον Ιούλιο του 2011 έως τις 30-9-2011 το κόστος του έργου ανήλθε σε 172.137,29 ευρώ και η αμοιβή του Μ.
Κ. έως τότε ανήρχετο στο ποσό των 34.427,46 ευρώ, το οποίο εισέπραξε σταδιακά στις 14-10-2011, 21-10-2011, 28-10-2011 και 4-11-2011. Ότι τον Οκτώβριο του 2011 το κόστος του έργου ανήλθε στο ποσό των 124.963,55 ευρώ και συνεπώς η αμοιβή του ενάγοντος ανήρχετο σε 24.992,71 ευρώ, ποσό το οποίο εισπράχθηκε από τον Μ. Κ. σταδιακά στις 8-11-2011, 11-11-2011 και 18-11-2011.
Ότι τον Νοέμβριο του ίδιου έτους το κόστος του έργου ανήλθε σε 89.906,26 ευρώ και η αμοιβή του Μ. Κ. στο ποσό των 17.981,25 ευρώ, το οποίο εισπράχθηκε από τον τελευταίο σταδιακά στις 25-11-2011 και στις 12-12-2011. Ότι για τον Δεκέμβριο του έτους 2011 το κόστος του έργου ανήλθε σε 99.642,04 ευρώ και συνεπώς η έως τότε αμοιβή του Μ.
Κ. ανήρχετο σε 19.928,41 ευρώ, ποσό το οποίο εισπράχθηκε από τον τελευταίο στις 30-12-2011.Ότι, συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η καταβληθείσα αμοιβή για την εκτέλεση και επίβλεψη του έργου καταβλήθηκε με διαδοχικές καταθέσεις στον λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας στην Τράπεζα Πειραιώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ η αμοιβή που αντιστοιχούσε στους μήνες από Ιούλιο έως και τον Δεκέμβριο του 2011 καταβλήθηκε από την εναγομένη σε μετρητά χρήματα και όχι με τραπεζικές καταθέσεις ή με επιταγές και επομένως το με αριθμό …/2014 τιμολόγιο, ποσού 467.504, 35 ευρώ, που εξέδωσε μονομερώς η εναγομένη για τον λόγο ότι η εταιρεία αρνείτο να της χορηγήσει εξοφλητική απόδειξη για την αμοιβή της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ότι περαιτέρω το χρονικό διάστημα από 24-1-2012 (ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η πρώτη τραπεζική καταβολή από την εναγομένη ποσού 20.000 ευρώ) έως τις 26-4-2012 (που πραγματοποιήθηκε η πέμπτη τραπεζική καταβολή ποσού 5.000 ευρώ) προκύπτει ότι εκ των ανωτέρω πέντε καταβολών οι τέσσερις πρώτες, συνολικού ποσού 80.000 ευρώ, έγιναν μεν στον τραπεζικό λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας, πλην όμως όλες καταχωρήθηκαν στο ειδικό βιβλίο υπό την ένδειξη ''ΤΑΜΕΙΟ'' και άρα οι καταβολές αυτές χρησιμοποιήθηκαν ως επί το πλείστον για την κάλυψη εξόδων του έργου.
Ότι αμέσως μετά την είσπραξη του εκάστοτε επί μέρους ποσού ο Μ. Κ. αφαιρούσε από αυτό τα μέχρι τότε έξοδα του έργου. Ως αμοιβή του για το παραπάνω διάστημα ο Μ. Κ. παρακράτησε την αναλογούσα αμοιβή (20% επί του κόστους του έργου)και εισέπραξε συνολικά το ποσό των 18.792,09 ευρώ. Ότι από το προαναφερθέν ποσό των 85.500 ευρώ των πέντε καταβολών αντιστοιχούσε σε αμοιβές του Μ.
Κ. μόνο το ποσό των 18.792,09 ευρώ. κατ' ακολουθία των ανωτέρω για τις προαναφερόμενες περιόδους η εναγομένη κατέβαλε στον Μ. Κ. το ποσό των 340.000 ευρώ σε μετρητά και το ποσό των 85.500 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε προς διευκόλυνση του Μ. Κ. και όχι γιατί η συμφωνία και η αμοιβή ανήκε στην εταιρεία.
Ότι από το συνολικό αυτό ποσό των 425.500 ευρώ ο Μ. Κ. εισέπραξε ατομικά και έναντι της αμοιβής του για το έργο το συνολικό ποσό των 116.121,92 ευρώ. Μάλιστα για τα χρήματα που έλαβε ο Μ. Κ. εξέδωσε ο ίδιος ως επιτηδευματίας από το δικό του μπλοκ τις με αριθμούς …/20-12-2012 και …/27-12-2012 θεωρημένες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς την εναγομένη ποσών 3.075 και 3.690 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ επί των αναγραφόμενων ποσών έγινε παρακράτηση φόρου από την εναγομένη.
Άρα η προαναφερόμενη προσθήκη στο από 16-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι προδήλως πλαστή και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Την πλαστότητα αυτή έκανε η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης ή κατ' εντολή της άλλο πρόσωπο το έτος 2014, όταν προέκυψε το θέμα της αμοιβής του θανόντος ήδη Μ. Κ. και η ομόρρυθμη εταιρεία αρνήθηκε να εκδώσει και χορηγήσει τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για υπηρεσίες που αυτή ουδέποτε παρείχε και έτσι η εναγομένη εξέδωσε στις 2-5-2014 μονομερώς το υπ' αριθμ.
…/2-5-2014 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για υπηρεσίες που υποτίθεται ότι της παρείχε η ως άνω εταιρεία μέχρι την έκδοση του τελευταίου τιμολογίου πώλησης υλικών στις 17-3-2014 και θεώρησης οικοδομικής αδείας στις 9-4-2014, αξίας των υπηρεσιών αυτών 379.674,80 ευρώ, αν και η αξία κόστους του έργου ακόμη και κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 2.300.000 ευρώ και η αμοιβή του Μ.
Κ. στο ποσό των 460.000 ευρώ και όχι σε αυτό των 379.674,80 ευρώ. Η εκπρόσωπος της εναγομένης είχε και το έννομο συμφέρον ώστε να εμφανίσει εξοφλημένη την αμοιβή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και να την καρπωθεί. Ότι αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από τις προσκομιζόμενες από 16-11-2016 και 24-4-2018 εκθέσεις ελέγχου της ΑΑΔΕ, που δέχθηκαν τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ότι από τις συνολικές καταβολές στην παραπάνω εταιρεία ποσού 909.769,93 ευρώ(423.160,66 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό και 486.609,93 ευρώ επιταγές σε διαταγή της εταιρείας) τα 467.593 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, αφορούσαν τη συνολική αμοιβή της ως άνω εταιρείας για την επίβλεψη του έργου, αν και το 20% της συμφωνημένης αμοιβής απέδιδε ύψος αυτής 460.000 ευρώ χωρίς το ΦΠΑ, ενόψει του ότι το συνολικό ύψος των πωλήσεων για εξόφληση τιμολογίων ειδών που η ως άνω εταιρεία πωλούσε στην εναγομένη για το έργο ανήλθε στο ποσό των 442.176,24 ευρώ.
Ειδικότερα η από 16-11-2016 έκθεση κατά την εκφορά του συμπεράσματός της, αν και θεώρησε τη σημαντικότητα των εν λόγω βιβλίων, ουσιαστικά δεν τα έλαβε υπόψη, αφού το μεν δεν τα είχε στο σύνολό τους στα χέρια της, το δε σε κάθε περίπτωση δεν τα έλαβε υπόψη με την αιτιολογία ότι πρόκειται για ανεπίσημα βιβλία που τηρούνταν μεταξύ των δύο πλευρών για δική τους διευκόλυνση, παραβλέποντας το γεγονός ότι κατά τη συμφωνία των μερών το μεν είχε συμφωνηθεί, αφού ήταν υπογεγραμμένα, να έχουν πλήρη απόδειξη, το δε, άσχετα από το γεγονός της συνυπογραφής τους, του περιεχομένου τους και του ύψους της οφειλής λάμβανε γνώση η εναγομένη κάθε μήνα και αποδεχόταν.
Ότι περαιτέρω οι από 24-4-2018 εκθέσεις ελέγχου στηρίχθηκαν στο πόρισμα της από 16-11-2016 εκθέσεως, δηλώνοντας όμως ότι ο έλεγχος αυτής είναι μερικός και αναμένει το πόρισμα της παρούσας δικαστικής αντιδικίας, καθώς και της προσφυγής που άσκησαν οι ενάγοντες στα διοικητικά δικαστήρια. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν παραστατικά αμοιβής των συνεργείων που ο δικαιοπάροχός τους χρησιμοποιούσε για το έργο, δεδομένου ότι τα παραστατικά αυτά παραδίδονταν στα χέρια της εναγομένης, πέραν του γεγονότος ότι ο μάρτυρας ανταπόδειξης Π.
Π. κατέθεσε ότι η εναγομένη απευθείας και χωρίς την παρεμβολή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων πλήρωνε τα συνεργεία. Ακολούθως δέχεται το Εφετείο ότι, εφόσον το συνολικό κόστος του έργου μέχρι το θάνατο του Μ. Κ. ανήλθε σε 1.653.787,65 ευρώ, η συνολική αμοιβή του θανόντος ανέρχεται στο ποσό των 446.879,50 ευρώ και δεδομένου ότι έλαβε το ποσό των 116.121,92 ευρώ δικαιούται το υπόλοιπο της αμοιβής, ανερχόμενης σε 330.757,58 ευρώ. 7.
Το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν (άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, εφ' όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Συγκεκριμένα για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως ή μη αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρεται:
α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτό ήταν κρίσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη του κρίσιμου αυτού ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 365/2020, ΑΠ 702/2019).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της κρίσης του τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τα οποία, αν τα είχε αυτό λάβει υπόψη του, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο Μ.
Κ. συμβλήθηκε στην ένδικη σύμβαση με την αναιρεσείουσα όχι ατομικά αλλά για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ήτοι: Α) την αμετάκλητη, με αριθ. 7729/2018, αθωωτική απόφαση του Β. Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αθωώθηκαν οι Κ. Μ., εργοδηγός και στενός συνεργάτης του Μ. Κ., Μ.
Π. και Β. Τ., για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα (οι δύο πρώτοι) και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (η τρίτη), κατά συρροή, μετά από έγκληση της πρώτης ενάγουσας. Έτσι κρίθηκαν αληθή όσα ο Κ. Μ. κατέθεσε στην 1723/2014 ένορκη βεβαίωσή του, της οποίας το περιεχόμενο παραθέτει και δη ότι ο Μ. Κ. συμβλήθηκε στο από 16-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και όχι ατομικά για τον εαυτό του.
Β) Το από 28-6-2003 καταστατικό της ομόρρυθμης αυτής εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο εκπρόσωποι και διαχειριστές της ήταν από κοινού ο Μ. Κ. και η σύζυγός του Σ. Α. (πρώτη ενάγουσα), ενώ η τελευταία είχε καταθέσει στο ως άνω ποινικό δικαστήριο ότι είχε μόνο τυπική συμμετοχή στην ομόρρυθμη εταιρεία και ότι μόνο ο σύζυγός της διοικούσε και δέσμευε την εταιρεία, ενώ αυτή ασχολιόταν με άλλο αντικείμενο, ήτοι είχε δική της επιχείρηση στην Αθήνα, με αντικείμενο το εμπόριο δαπέδων και Γ) την από 1-6-2018 και με αριθμό πρωτοκόλλου 43601/01.06.2018 ενδικοφανή προσφυγή της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας προς τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, από την οποία (προσφυγή) προκύπτει ότι οι ενάγοντες προσκόμισαν το σύνολο των βιβλίων τους, που συνιστούσαν το ταμείο του έργου που τηρούσε ο Μ.
Κ., στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων αλλά και στη Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και επί της προσφυγής αυτής δεν εκδόθηκε απόφαση από την ως άνω Διεύθυνση, εντός της νόμιμης προθεσμίας, με αποτέλεσμα αυτή να έχει σιωπηρά απορριφθεί. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος στο σύνολό του, λόγω αοριστίας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθόσον:
α) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του σκεπτικού της προαναφερόμενης απαλλακτικής απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να ερευνηθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης είναι ή όχι συμβατά με το σκεπτικό της απαλλακτικής αυτής απόφασης, αν η απαλλακτική κρίση είναι προϊόν αμφιβολιών και γενικά αν οι λόγοι απαλλαγής των αναφερόμενων σ' αυτή κατηγορουμένων θα επηρέαζαν την προκειμένη δίκη, β) δεν αναφέρεται ποιον ειδικά ουσιώδη ισχυρισμό, που θα επηρέαζε το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, θα αποδείκνυε το ως άνω, από 28-6-2003, καταστατικό της ομόρρυθμης εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο εκπρόσωποι και διαχειριστές της ήταν από κοινού ο Μ.
Κ. και η σύζυγός του Σ. Α. και γ) δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της ως άνω ενδικοφανούς προσφυγής. Σημειώνεται εδώ ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων συνιστούν μεν έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους, όχι όμως και ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων (ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 1332/2018, ΑΠ 1276/2017).
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος στο σύνολό του. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, καθώς η αναφερόμενη στην απόφαση με αριθ. 7820/2019 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον της Συμ/φου Θεσσαλονίκης Χριστίνας Γκαλιμάνη και προσκομίσθηκε παραδεκτά για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά.
8. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του, κατά τα άρθρα 341 επ. του ΚΠολΔ, συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη".
Ειδικότερα, ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε πράγματα χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε "πράγματα" χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 703/2019, ΑΠ 576/2018).
Ως ''πράγματα'' νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Δεν αποτελούν ''πράγματα'' η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό, η επίκληση αποδεικτικού μέσου από τα περιοριστικά αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ένορκη βεβαίωση, και το περιεχόμενό τους.
Με τον συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, δεν ελέγχεται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε και, κατά τούτο, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι, γενικώς, ανέλεγκτη αναιρετικώς (ΑΠ 598/2019, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 87/2013). Για το ορισμένο (παραδεκτό) αυτού του λόγου πρέπει να προσδιορίζεται ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 365/2020, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 87/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ένδικης αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν παραδεκτά τα βιβλία ταμείου το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, αν και τα έγγραφα αυτά προϋπήρχαν, με την αιτιολογία ότι "δεν είχαν πρόσβαση και δεν γνώριζαν που βρίσκονταν", γεγονός που το Εφετείο δέχθηκε ως αληθές, χωρίς αυτό να αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η παραδοχή του Δικαστηρίου ότι παραδεκτώς προσκομίστηκαν ενώπιον του Εφετείου για πρώτη φορά αποδεικτικά έγγραφα, δεν συνιστά ''πράγμα'', κατά την έννοια που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ώστε να ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
9. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα στο έγγραφο πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι προδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανόμενων στο έγγραφο, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Τούτο δε διότι αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά εκτίμηση πραγμάτων (ΟΛ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 1071/2015). Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 257/2021, ΑΠ 194/2020.
ΑΠ 600/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε: α) το περιεχόμενο της, από 11.11.2016, έκθεσης ελέγχου της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε., το οποίο παραθέτει κατά λέξη, η οποία είχε προσκομισθεί με επίκληση ενώπιόν του, από αυτή, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, Μ.
Κ., κατά την υπογραφή του, από 16-6-2011, ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτού και της εναγομένης - αναιρεσείουσας, περί αναλήψεως της επίβλεψης και διαχείρισης της ανέγερσης της αναφερόμενης παραπάνω μελλοντικής υπό ανέγερση αυτοτελούς ιδιοκτησίας της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ενεργούσε όχι ατομικά για τον εαυτό του, αλλά για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....".
Και τούτο, διότι δέχτηκε περιστατικά και στοιχεία προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνονταν στο ως άνω έγγραφο και έτσι κατέληξε σε προδήλως εσφαλμένο πόρισμα ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι συμβαλλόμενη ήταν η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία και όχι ατομικά ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, β) το περιεχόμενο του, από 28-6-2003, ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης της ομόρρυθμης εταιρείας "...." ως προς το άρθρο 8 αυτού, σύμφωνα με το οποίο ο Μ.
Κ. "υποχρεούτο να εκπονεί, χωρίς να δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή, μελέτες και να πραγματοποιεί επιβλέψεις μόνο τεχνικών έργων που θα αναλάμβανε η εταιρεία στα πλαίσια του σκοπού της". Επίσης και ως προς τον σκοπό της εταιρείας αυτής, που ήταν γενικότερα "η δραστηριοποίηση στον τομέα της κατασκευής οικοδομικών έργων...
ανοικοδόμηση πολυκατοικιών και συγκροτημάτων κατοικιών και η γενική εμπορία οικοδομικών υλικών (ξυλεία, πλακίδια, είδη υγιεινής κλπ). με σκοπό το κέρδος", με αποτέλεσμα να καταλήξει το Εφετείο σε διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, προδήλως διαφορετικού από αυτό του από 28-6-2003 καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρείας, το οποίο προσκόμισε με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να αποδείξει ότι η ομόρρυθμη εταιρεία είχε ως καταστατικό σκοπό, μεταξύ άλλων, και την επίβλεψη κατασκευαστικών έργων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο όχι εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων και ότι συνεπεία αυτής δέχεται πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά, αλλά εσφαλμένη κρίση ως προς την ερμηνεία, εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τους και τη μη συναγωγή του ορθού, κατ' αυτή, αποδεικτικού πορίσματος, περί της αλήθειας κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο Μ.
Κ. ενεργούσε για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας κατά την κατάρτιση της από 16-6-2011 δικαιοπραξίας και όχι ατομικά για τον εαυτό του και ότι στον καταστατικό σκοπό της εταιρείας αυτής ήταν και η επίβλεψη κατασκευαστικών έργων. Η αποδιδόμενη, όμως, εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τα συναγόμενα με την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων πραγματικών περιστατικών, δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων αλλά, αφού τα διέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. 10.
Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). -
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που αναφέρεται στο σκεπτικό, στην αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την από 6.6.2019 και με αριθ. κατάθ. 1654/199/6.6.2019 αίτηση αναίρεσης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της υπ' αριθ. 914/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ