Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for failure to apply substantive law rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by heirs against a lower court's civil judgment regarding property rights. The appellants argued that the appellate court failed to properly evaluate sworn testimonies and misinterpreted contract contents, claiming violations of substantive law and interpretative rules. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly considered all evidence and that the appellants' arguments constituted unreviewable factual assessments rather than legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only violations of substantive law rules and misinterpretation of legal documents, excluding erroneous factual evaluations or assessments of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 724 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 724/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ι. Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. θυγ. Κ. Α. ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της Ε. συζ. Κ. Α., κατοίκου ..., 2Κ. Α. του Σ. ατομικά και ως καθολικού διαδόχου της Ε. συζ. Κ. Α., κατοίκου Α. Ε., 3.Σ. Α. του Κ., ως καθολικού διαδόχου της Ε. συζ. Κ. Α., κατοίκου Α. Ε. που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πάνο Αλεξανδρή Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Π. Π., το γένος Χ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεανώς Νασιοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 8/2017 του Εφετείου Ευβοίας Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-6-2017 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνηση της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).
Αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.
Μόνη η μη αναφορά των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. στην απόφαση δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που αυτές προβλέπουν. Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δήλωσης, δεν προσφεύγει σ' αυτές, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 455/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: " Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 9054/1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Α. Μ.- Π. ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος Κ. Α. προέβη στη μεταβίβαση στην κόρη του πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη Μ.
Α. λόγω γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας του ακινήτου που περιγράφεται ως εξής: "ένα οικόπεδο, που βρίσκεται μέσα στο σχέδιο πόλεως του δήμου ... και στην ..., εμβαδού...., μέσα στο οποίο υπάρχει παλαιά οικοδομή, που αποτελείται από ισόγειο, το οποίο περιλαμβάνει ένα κατάστημα επιφανείας...., ένα διαμέρισμα επιφανείας....
πρώτο πάνω από ισόγειο όροφο, ο οποίος περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα επιφανείας.....και συνορεύει με ... και ιδιοκτησίες Α. Κ., ...", το οποίο περιήλθε σε αυτόν με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθ. 950/1981 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Εξάλλου δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. ...-10-1989 δωρητηρίου συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου η Κ.
χήρα Β. Μ. το γένος Γ. και Σ. Κ. προέβη στη μεταβίβαση στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα λόγω δωρεάς εν Ζ. της κυριότητας ενός οικοπέδου εντός σχεδίου πόλης του ..., έκτασης 50 τ.μ., με την επ' αυτής παλαιά διόροφη κατεδαφιστέα οικία επιφάνειας περίπου 50 τ.μ. κατ' όροφο, το οποίο συνορεύει με οδό ... ... δημοτικό δρόμο και ιδιοκτησίες Ζ.
Σ. και Σ.-Α.. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στη δωρήτρια και δικαιοπάροχο της ενάγουσας δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 9724/1956 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου ... Κ. Π.. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στο ακίνητο της αποκλειστικής της κυριότητας περιλαμβάνεται εδαφική λωρίδα, η οποία έχει σχήμα τραπεζίου, διαστάσεων 6 μ.
στην ανατολική και 5,40 μ. στη δυτική πλευρά και 2,90 μ. στη βόρεια και νότια πλευρά του ήτοι εμβαδού 16,53 τ.μ. και αποτελείται από δύο ανισόπεδα επίπεδα: το ανατολικό, που εφάπτεται στη δυτική πλευρά της οικίας και έχει μήκος 6 μέτρα και πλάτος 0,90 μέτρα και το δυτικό, που έχει μήκος 5,76 μέτρα στην ανατολική πλευρά του έως 5,40 μέτρα στη δυτική πλευρά του και πλάτος 2 μέτρα.
Οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι αρνούνται τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ισχυριζόμενοι ότι η ως άνω επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί στην πραγματικότητα κοινόχρηστη "διάβα", συγκυριότητας των διαδίκων, από την οποία διέρχονται τόσο η ενάγουσα όσο και οι ίδιοι για να εισέλθουν στις οικίες τους.
Ειδικότερα ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς των διαδίκων πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Δυνάμει της νομίμως μεταγεγραμμένης υπ' αριθ. 4315/1-3-1903 πράξης διανομής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Δ. Γ. έλαβε χώρα η διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του Ι. Γ. Κ. απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων. Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων περιλαμβάνονταν δύο οικίες, που βρίσκονταν στο ...
στη θέση "..." ή "..." και συνόρευαν βόρεια με ιδιοκτησία Α. συζύγου Κ. Π., νότια με ιδιοκτησία Α. Κ., ανατολικά με δημόσιο δρόμο και δυτικά με οικία Γ. Σ.. Για τις οικίες αυτές αναφέρεται κατά λέξη στην εν λόγω πράξη διανομής κληρονομιάς: "εκ δύο οικιών κειμένων πλησίον αλλήλων μετά των αυλών κατά την θέσιν ... ή ...
και εντός του ... συνορευομένων προς ... με Α. Κ. Π., προς ... με Α. Κ. προς ... με Δημόσιον δρόμον και προς Δ. με οικίαν Γ. Σ., λαμβάνει εκ μεν της οικίας της κειμένης προς οίον της δημοσίας οδού ως αυτή είναι εκτισμένη και διαιρουμένη εις δύο ίσα μέρη και επί του μήκους των ήδη θεμελίων και δι' ευθείας αγομένης εις το μέσον ταύτης εξ ανατολών προς Δ.
το ήμισυ της οικίας ταύτης το προς το μεσημβρινόν κείμενον, του ετέρου ημίσεος περιελκομένου εις την Σ. Ι. Κ. ως κατωτέρω ρηθείσεται, εκ δε της ετέρας χαμωγαίου οικίας της κειμένης προς Δ. της προρρηθείσης οικίας το ήμισυ της δευτέρας ταύτης οικίας διατεμνομένης επί της βάσει του μήκους των θεμελίων της οικίας ταύτης εις δύο ίσα μέρη και δι'ευθείας αγομένης εις το μέσον και από ...
προς ... το προς Δ. κείμενον του ετέρου ημίσεος της οικίας ταύτης, τουτέστιν του ανατολικού μέρους περιελκομένου ως κατωτέρω ρηθείσεται εις την Σ. Ι. Κ., εκ δε των αυλών των ειρημένων οικιών η μεν αυλή της πρώτης οικίας η κειμένη προς ... της οικίας ταύτης και η προς μεσημβρίαν της αυτής οικίας (αλλ' η αυλή αυτή ληφθείσεται κατά το ήμισυ και συμφώνως τη γραμμή της διαχωρησάσης την πρώτην οικίαν) ως και η αυλή της δευτέρας οικίας, η κειμένη προς μεσημβρίαν της αυτής οικίας έσονται κοιναί και συνιδιόκτηται μεταξύ των Γ.
Κ. και Σ. Ι. Κ., η δε αυλή η κειμένη προς Δ. της ανωτέρω δευτέρας οικίας περιέρχεται και αυτή εις την κυριότηταν και κατοχήν του Γ. Κ. πλην των δύο μέτρων αυτής κατά μήκος και πλησίον της δυτικής πλευράς της αυλής ταύτης ένθα η αυλή συνορεύει με οικίαν Γ. Σ. άπερ θα χρησιμεύσωσιν ως είσοδοι και έξοδοι των Γ. Κ.
και Σ. Ι.Κ.. Η ημίσεια δε αυλή της πρώτης παρά την δημοσίαν οδόν κειμένης οικίας η κείμενη προς Δ. της οικίας ταύτης και προς το μέρος της Σ. Ι.Κ. ανήκει και περιέρχεται κατά πλήρην κυριότητα και κατοχήν εις αυτήν (Σ. Ι. Κ.) ως αυτή η αυλή περιλαμβάνεται μεταξύ των καθέτων γραμμών προεκτεινομένων μέχρις της δευτέρας οικίας της κειμένης προς την οικίαν Σ.
και περιλαμβανουσών το μέρος της πρώτης οικίας το περιελθόν εις την Σ. Ι. Κ.". Από την ανωτέρω νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθ. 4315/1903 συμβολαιογραφική πράξη διανομής κληρομομίας σε συνδυασμό με την αποτύπωση του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ... της 17ης Οκτωβρίου 1953 αποδεικνύεται ότι η αρχική ιδιοκτησία ήτοι πριν από τη διανομή συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία Α.
συζ. Κ. Π., νότια με ιδιοκτησία Α. Κ., ανατολικά με δημόσιο δρόμο και δυτικά με οικία Γ. Σ. με την αναγκαία επισήμανση ότι η ιδιοκτησία Α. Κ. δωρήθηκε για την ανέγερση δημοτικού σχολείου και τη δημιουργία της .... Περαιτέρω ως προς τη διανομή του εβδόμου ακινήτου, που αναφέρεται στην εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη διανομής κληρονομιάς, παρατηρείται ότι διανέμονται δύο οικίες και αντίστοιχες αυλές και δη η πρώτη οικία, που βρίσκεται πλησίον της ..., η οποία αναφέρεται ως δημόσια οδός, διαιρείται σε δύο ίσα μέρη και επί του μήκους των θεμελίων της με ευθεία, η οποία άγεται στο μέσον αυτής με κατεύθυνση από την ανατολή προς τη δύση.
Από τη διαίρεση αυτή η Σ. Κ. του Ι. έλαβε το προς βορρά της ευθείας αυτής τμήμα της οικίας και επομένως ο αδελφός της Γ. Κ. του Ι. έλαβε το προς το νότο τμήμα της οικίας. Ως προς το διαχωρισμό των αυλών των οικιών με βάση τα συμφωνηθέντα στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη διανομής κληρονομιάς ("η ημίσεια δε αυλή της πρώτης παρά την δημοσίαν οδόν κειμένης οικίας η κείμενη προς Δ.
της οικίας ταύτης και προς το μέρος της Σ. Ι. Κ. ανήκει και περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα και κατοχήν εις αυτήν (...) ως αυτή η αυλή περιλαμβάνεται μεταξύ των καθέτων γραμμών προεκτεινομένων μέχρι της δευτέρας οικίας της κειμένης προς την οικία Σ. και περιλαμβανουσών το μέρος της πρώτης οικίας το περιελθόν εις την Σ.
Ι. Κ.") η μισή αυλή, που βρίσκεται στην οικία της Σ. Κ. και δυτικά της οικίας της, περιήλθε στην κυριότητα αυτής και η υπόλοιπη μισή αυλή, που βρίσκεται δυτικά σε σχέση με την οικία του αδελφού της Γ. Κ., περιήλθε στην κυριότητα του τελευταίου. Σχετικά με την άλλη χαμώγαιο οικία, που αναφέρεται στην ανωτέρω αναφερθείσα συμβολαιογραφική πράξη διανομής κληρονομιάς, το μισό αυτής, το οποίο ορίζεται από ευθεία, που διατέμνει τη βάση των θεμελίων της οικίας αυτής και τη διαχωρίζει σε δύο ίσα μέρη και έχει η ευθεία φορά από βορρά προς νότο και ειδικότερα το ανατολικό ήμισυ της οικίας αυτής περιήλθε στη Σ.
Κ.. Ως προς τις αυλές των οικιών αυτών η αυλή της πρώτης οικίας, που βρίσκεται προς το νότο και η αυλή προς μεσημβρίαν καθώς και η αυλή της δεύτερης χαμώγαιας οικίας, η οποία βρίσκεται προς μεσημβρίαν, είναι κοινές και συγκύριοι αυτών είναι τα αδέλφια Γ. Κ.ς και Σ. Κ.. Η οικία μαζί με την αυλή της, που βρίσκεται δυτικά της ανωτέρω δεύτερης οικίας περιήλθε στην κυριότητα του Γ.
Κ. εκτός από δύο μέτρων αυτής κατά μήκος και κοντά στη δυτική πλευρά της αυλής αυτής, που χρησίμευαν ως είσοδοι και έξοδοι του Γ. και της Σ. Κ.. Σε αυτή την εδαφική λωρίδα υφίστατο συγκυριότητα των ως άνω αδελφών και αυτή εξυπηρετούσε τις οικίες αμφοτέρων. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η εν λόγω δίοδος δεν ταυτίζεται με το επίδικο εδαφικό τμήμα και δεν μπορεί να βρίσκεται σε άλλο σημείο της ιδιοκτησίας αφού η μοναδική πλευρά της αρχικής ιδιοκτησίας, που εφάπτεται δυτικά στην οικία του Γ.
Σ. είναι η ανωτέρω αναφερθείσα. Εξάλλου δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι την εποχή εκείνη, που έλαβε χώρα η διανομή της κληρονομιάς του Ι. Κ., ήταν αναγκαία η εν λόγω δίοδος, στο τέλος της οποίας οι Γ. και Σ. Κ. κατευθύνονταν ανατολικά προκειμένου να φτάσουν στην πρώτη οικία, που διαχωρίστηκε σε δύο οικίες δηλ.
αυτές των διαδίκων. Τούτο διότι νότια της αρχικής ιδιοκτησίας πριν από τη διανομή της κληρονομιάς εκεί δηλ. που σήμερα υπάρχει η ... (πεζόδρομος) υπήρχε, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, η ιδιοκτησία Α. Κ.. Εξάλλου από την αναφορά στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη διανομής κληρονομιάς ως προς την αυλή της Σ.
Κ. (ως αύτη η αυλή περιλαμβάνεται μεταξύ των καθέτων γραμμών προεκτεινομένων μέχρις της δευτέρας οικίας της κειμένης προς την οικίαν Σ. και περιλαμβανουσών το μέρος της πρώτης οικίας το περιελθόν εις την Σ. Ι. Κ.) ευχερώς συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αυλή της Σ. Κ. εκτείνεται δυτικά έχοντας νότιο όριο την ευθεία Α-Β, που διαίρεσε την πρώτη οικία και εκτείνεται η αυλή αυτή προς τη δύση μέχρι τη δεύτερη ευθεία Γ-Δ, που είναι περίπου κάθετη με την πρώτη ευθεία Α-Β.
Ειδικότερα δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 9724/12-9-1956 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου ... Κ. Γ. Π. Σ. χήρα Γ. Κ., η Σ. σύζυγος Κ. Μ. το γένος Γ. Κ. και η ... σύζυγος Χ. Σ. το γένος Γ. Κ. παραχώρησαν ως προίκα στη θυγατέρα της πρώτης και αδελφή των υπολοίπων Κ. θυγατέρα Γ. Κ. και μετέπειτα σύζυγο Β. Μ., το νότιο τμήμα της οικίας, που είχε αρχικά κληρονομήσει ο Γ.
Κ.ς και συγκεκριμένα μία διώροφη οικία, που βρίσκεται στο ..., αποτελείται από τρία δωμάτια στον πάνω όροφο, κουζίνα και ένα μικρό δωμάτιο στο μέσο των δύο ορόφων και ένα κατάστημα στο ισόγειο με την προς Δ. αυλή της και συνορεύει με δρόμο, ιδιοκτησίες Ζ.ς Σ., Σ. Ν., Α. Σ. και δρόμο. Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 10611/1 -9-1957 προικοσυμφώνου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου ...
το βόρειο τμήμα της οικίας, που αρχικώς είχε περιέλθει στο Γ. Κ. δόθηκε ως προίκα από τη Ζ. χήρα Σ. Σ. το γένος Γ. Κ. στη θυγατέρα της Σ. θυγατέρα Σ. Σ. και μετέπειτα σύζυγο Π. Κ.. Εξάλλου δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 12384/1959 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Κ. Π. η Ζ. σύζυγος Σ. Σ. και κόρη του Γ.
Κ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον υιό της Γ. Σ. του Σ. την κυριότητας μίας ισόγειας οικίας, που αποτελείται από ένα δωμάτιο με τη συνεχόμενη αυλή αυτής, που βρίσκεται βορειοδυτικά και ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου του συνεχόμενου αχυρώνα, όπου βρίσκεται νοτιοανατολικά σε σχέση με την οικία. Το μεταβιβασθέν ακίνητο συνορεύει με δρόμο Μ.
Α., ιδιοκτησία Ν. Ν. και δίοδο Μ. Α. και Κ.ς Μ.. Η δικαιοπάροχος απέκτησε την κυριότητα του μεταβιβασθέντος ακινήτου δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 3279/1931 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου ... Δ. Π.. Η αναφερθείσα στο ανωτέρω δωρητήριο συμβόλαιο δίοδος Μ. Α. και Κ.ς Μ. είναι η δίοδος, που αναφέρεται στην υπ' αριθ. 4315/1903 συμβολαιογραφική πράξη διανομής κληρονομιάς ("η δε αυλή η κείμενη προς Δ.
της ανωτέρω δευτέρας οικίας περιέρχεται και αυτή εις την κυριότητα, και κατοχή του Γ. Κ. πλην των δύο μέτρων αυτής κατά μήκος και πλησίον της δυτικής πλευράς της αυλής ταύτης ένθα (η αυλή) συνορεύει με οικίαν Γ. Σ. άπερ θα χρησιμεύσωσιν ως είσοδοι και έξοδοι των Γ. Κ. και Σ. Ι.. Κ."). Η οικία, που αναφέρεται στο υπ' αριθ. 12384/1959 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Κ. Π., είναι η ίδια χαμώγαιος οικία, που αναφέρεται στην υπ' αριθ. 4315/1903 συμβολαιογραφική πράξη διανομής κληρονομιάς και περιήλθε στην κυριότητα του Γ. Κ. του Ι., πατέρα της Ζ.ς Σ.. Η ιδιοκτησία, που περιήλθε στην κυριότητα του Γ. Σ. του Σ. (ισόγεια οικία με την αυλή της και 3/4 εξ αδιαιρέτου του συνεχόμενου με την οικία αχυρώνα) συνορεύει με την ... (σημερινός πεζόδρομος), ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.
Α., δυτικά με δίοδο Μ. Α. και Κ.ς Μ. και βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Ν.. Η ανωτέρω αναφερθείσα δίοδος βρίσκεται επομένως στο δυτικό όριο της ιδιοκτησίας, ταυτίζεται με τη δίοδο, για την οποία γίνεται λόγος στην υπ' αριθ. 4315/1903 πράξη διανομής κληρονομιάς και συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Σ.. Εξάλλου στο υπ' αριθ. 4867/1989 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...
Α. Μ.-Π., που αποτελεί τον τίτλο κυριότητας της ενάγουσας, η ιδιοκτησία Ζ.ς Σ. αναφέρεται ως όμορη της ιδιοκτησίας της Α. Σ. -Π. αλλά και στο υπ' αριθ. 9724/1956 προικοσύμφωνο, με το οποίο απέκτησε η Κ. Μ. -δικαιοπάροχος της ενάγουσας- το ακίνητο, αναφέρεται ως όμορη η ιδιοκτησία της Ζ.ς Σ.. Στο υπ' αριθ. 9724/1956 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου ...
Κ. Π., που αποτελεί τον τίτλο κυριότητας της άμεσης δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, αναφέρεται ότι η Κ. συζ. Β. Μ. κόρη του Γ. Κ. απέκτησε από κληρονομιά την κυριότητα του νοτίου μισού τμήματος οικίας "κειμένης προς οίον της δημοσίας οδού", όπως αναφέρεται στην υπ' αριθ. 4315/1903 συμβολαιογραφική πράξη διανομής κληρονομιάς, το οποίο (νότιο μισό τμήμα) συνόρευε με το άλλο ήμισυ τμήμα της οικίας, που βρισκόταν στο βορρά και ανήκε κατά κυριότητα στη Ζ.
σύζυγο Σ. Σ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 3279/1931 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου ... Δ. Π.. Εξάλλου η Σ. σύζυγος Π. Κ. και κόρη της Ζ.ς Σ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 10611/1957 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου ... Κ. Π. σε συνδυασμό με την κατάργηση της προίκας με το ν. 1329/1983 απέκτησε την κυριότητα του βορείου ημίσεος τμήματος της ανωτέρω οικίας, που είχε στην κυριότητα της η μητέρα της Ζ.
Σ., ακολούθως δε η Σ. Κ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 8523/1997 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Α. Μ.-Π. μεταβίβασε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου στην ενάγουσα. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στη δωρήτρια και άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 9724/1956 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου ...
Κ. Π.. Επίσης δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. ..3/8-5-1997 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ... η Σ. σύζυγος Π. Κ. το γένος Σ. και Ζ.ς Σ. προέβη στη μεταβίβαση στην ενάγουσα και τον υιό της Χ. Π. του Π. και Α. λόγω πώλησης της κυριότητας του βορείου τμήματος της οικίας, που αρχικώς είχε περιέλθει στον Γ.
Κ. ήτοι μίας διώροφης οικίας, η οποία βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης του Δήμου ... στην ... (... -Κ.), αποτελείται από ένα κατάστημα στο ισόγειο, εμβαδού 40,08 τ.μ. και ένα διαμέρισμα δύο δωματίων στον πρώτο πάνω από τον ισόγειο όροφο, εμβαδού 34,40 τ.μ. και συνορεύει βόρεια και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.
Α., νότια με ιδιοκτησία Κ.ς Μ., ήδη Α. Π. (ήτοι ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας) και δυτικά με ... (...-Κ.), είχε δε περιέλθει στην πωλήτρια δυνάμει του προαναφερθέντος νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 10611/1957 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου ... Κ. Π..
Συνεπώς μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα όλου του τμήματος, που αρχικά είχε κληρονομήσει ο Γ. Κ.ς και εμφαίνεται στο από Οκτώβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Λ. περιμετρικά με αριθμούς..... Με βάση όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, όπως αυτό περιγράφηκε ανωτέρω, ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας και δεν αποτελεί κοινόχρηστη "διάβα" συγκυριότητας των διαδίκων, όπως οι εναγόμενοι αβασίμως διατείνονται.
Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε στην υπ' αριθ. 12/2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο πολιτικός μηχανικός Κ. Μ., ο οποίος διορίστηκε με την υπ1 αριθ. 45/2013 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ειδικότερα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων με την υπ' αριθ. 45/2013 μη οριστική απόφαση του διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και διόρισε πραγματογνώμονα τον Κ.
Μ., πολιτικό μηχανικό, προκειμένου να γνωμοδοτήσει μετά από μελέτη της δικογραφίας και επιτόπια εξέταση του επιδίκου αν η ενάγουσα είναι κυρία της επίδικης έκτασης ήτοι εδαφικής λωρίδας κειμένης εντός σχεδίου της πόλης του ..., έκτασης 16,52 τ.μ. σχήματος τραπεζίου διαστάσεων 6 μ, 5,40 μ., 2,90 και 2,90 μ., η οποία συνορεύει ανατολικά με την οικία της ενάγουσας, δυτικά και βόρεια με ιδιοκτησία των εναγομένων και νότια με πεζοδρόμιο ή αν αποτελεί κοινό διάβα συγκυριότητας των διαδίκων, σε ποιες εδαφικές εκτάσεις της περιοχής ανήκουν οι ιδιοκτησίες, οι οποίες περιγράφονται στους τίτλους της δικογραφίας, ποια είναι τα όρια τους, αν αναφέρεται η επίδικη εδαφική λωρίδα σε αυτούς, ως τι αναφέρεται, σε ποια ιδιοκτησία περιλαμβάνεται, ποιος είναι ο χαρακτήρας της και τι εξυπηρετεί.
Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας απεφάνθη ότι: 1) σε κανένα συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν αναφέρεται το επίδικο εδαφικό τμήμα παρά μόνο στο υπ' αριθ. 9724/1956 προικοσύμφωνο της Κ.ς συζ. Β. Μ., η οποία είναι άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας ενώ σε καμία μεταγενέστερη συμβολαιογραφική πράξη δεν αναφέρεται μεταβίβαση αυτού, 2) το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία της ενάγουσας, όπως αυτή αποτυπώνεται με στοιχεία......
στο από Οκτωβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ. Λ. ενώ η ιδιοκτησία των εναγομένων αποτυπώνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία...., 3) το επίδικο εδαφικό τμήμα αναφέρεται ως αυλή δυτικά της οικίας στο υπ' αριθ. 9724/1956 προικοσύμφωνο της Κ.ς συζ. Β. Μ. δηλ. στον τίτλο κυριότητας της άμεσης δικαιοπαρόχου της ενάγουσας.
Η διώροφη οικία παραχωρήθηκε δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. 9724/1956 προικοσυμφώνου ως προίκα στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας μαζί με την προς Δ. αυλή της. Από το ίδιο το περιεχόμενο του υπ' αριθ. ...-10-1989 δωρητηρίου συμβολαίου, που συνιστά τον τίτλο κυριότητας της ενάγουσας, αποδεικνύεται ότι η δωρήτρια μεταβίβασε στην τελευταία το ίδιο ακίνητο, που περιγράφεται στο υπ1 αριθ. 9724/1956 προικοσύμφωνο συνεπώς και την προς Δ.
αυλή της οικίας, που κατέστη αντικείμενο δωρεάς. Εξάλλου ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου για το ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγομένων είναι το γεγονός ότι στην υπ' αριθ. 1283/1963 οικοδομική άδεια για την κατασκευή βοηθητικού χώρου με πλάκα από μπετόν αρμέ, που αφορά την ιδιοκτησία των εναγομένων, δεν έχει περιληφθεί αυτή ως τμήμα του ακινήτου τους, γεγονός που σημαίνει ότι αυτή δεν υπεδείχθη στο μηχανικό ως τμήμα της ιδιοκτησίας τους.
Επιπροσθέτως στο οικείο σκαρίφημα δεν υφίσταται άνοιγμα (πόρτα) μεταξύ της ιδιοκτησίας των εναγομένων και του επιδίκου εδαφικού τμήματος αλλά αντιθέτως αποτυπώνεται σκάλα στην ιδιοκτησία των εναγομένων σε επαφή με το επίδικο εδαφικό τμήμα ενώ στο από 17-10-1953 διάταγμα εγκεκριμένου σχεδίου ρυμοτομίας αποτυπώνεται το τοιχείο, που διαχωρίζει το επίδικο εδαφικό τμήμα από την ιδιοκτησία των εναγομένων, είναι ενιαίο χωρίς ανοίγματα (πόρτα) και μάλιστα, όπως επισημαίνεται στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτείνεται εντός της ιδιοκτησίας των εναγομένων κατά ένα περίπου μέτρο.
Η επίδικη εδαφική λωρίδα, η οποία έχει καλυφθεί με τσιμέντο για να μη μεταφέρονται λάσπες, εξυπηρετεί τρεις οικίες της κυριότητας της ενάγουσας δηλ. μία οικία στο ισόγειο και δύο οικίες στον άνω όροφο καθώς η πρόσβαση σε αυτά δεν είναι εφικτή από την ανισόπεδη λωρίδα πλάτους 90 εκ., που εφάπτεται δυτικά σε σχέση με την οικία της.
Τούτο διότι η πρόσβαση εμποδίζεται από καμινάδα τζακιού, που καλύπτει κατά 35 εκ. τη λωρίδα αυτή από ύφος 1,20 μ. περίπου από το επίπεδο της, η δε ανισόπεδη λωρίδα πλάτους 90 εκ. κατασκευάστηκε με ύφος περίπου 7-8 εκ. προς αποφυγή εισόδου στην οικία ομβρίων υδάτων. Επιπλέον η πρόσβαση των εναγομένων στην οικία τους είναι ευχερής από την ..., που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, πεζόδρομο, όπου υπάρχει σπαστή θύρα εισόδου αυτοκινήτου με μήκος 3,07 μ.
Εξάλλου από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980 η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Κ. χήρα Β. Μ. επέτρεψε στους εναγομένους χάριν καλής γειτονίας να κάνουν χρήση αυτής με σκοπό την τοποθέτηση αποχετευτικού αγωγού, που συνδέει το ακίνητο τους με το δημοτικό αποχετευτικό αγωγό, που διέρχεται από τον πεζόδρομο και την κατασκευή φρεατίου στη νότια πλευρά της επίδικης εδαφικής λωρίδας καθώς και να διέρχονται από αυτή.
Για το λόγο αυτό οι εναγόμενοι, οι οποίοι διέμεναν στην οικία επικαρπίας του δευτέρου εναγομένου και ψιλής κυριότητας της πρώτης εναγομένης, προέβησαν στην τοποθέτηση πόρτας στην εφαπτόμενη στη βόρεια πλευρά του επιδίκου νότια πλευρά του ακινήτου τους. Η κατάσταση είχε με τον τρόπο αυτό διαμορφωθεί μέχρι το μήνα Μάρτιο του έτους 2010, οπότε η ενάγουσα ζήτησε από τους εναγομένους να σταματήσουν να διέρχονται από αυτή και προέβη στην τοποθέτηση αυλόπορτας στην νότια εφαπτόμενη με τον πεζόδρομο πλευρά του επιδίκου εδαφικού τμήματος.
Οι εναγόμενοι ωστόσο επιμελήθηκαν της τοποθέτησης σε ύψος τριών μέτρων από το έδαφος σωλήνα υποδοχής ομβρίων υδάτων μήκους πέντε περίπου μέτρων και πλάτους είκοσι περίπου εκατοστών, που εξέρχεται στο επίδικο εδαφικό τμήμα και καταλαμβάνει την αέρινη στήλη της δυτικής της πλευράς. Στο σωλήνα αυτό διοχετεύονται τα όμβρια ύδατα τόσο της στέγης της οικίας των εναγομένων, που καταλαμβάνει το βόρειο μέρος του ακινήτου τους όσο και του κεραμοσκεπούς στεγάστρου της αυλής του, που κατασκευάστηκε στην αυλή, που βρίσκεται δυτικά του επιδίκου εδαφικού τμήματος.
Στις βόρεια και νότια άκρες του σωλήνα αυτού τοποθετήθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων δυο κάθετοι σωλήνες διαμέτρου 10 περίπου εκατοστών, που επίσης καταλαμβάνουν τα αντίστοιχα τμήματα της αέρινης στήλης του επιδίκου εδαφικού τμήματος και μέσω αυτών διοχετεύονται τα όμβρια ύδατα των κτισμάτων τους στο επίδικο εδαφικό τμήμα.
Με τις ενέργειές τους αυτές οι εναγόμενοι αμφισβητούν την κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος και παρεμποδίζουν την τελευταία στην απόλαυση του δικαιώματος της επ' αυτού". Από τα προαναφερόμενα καθίσταται φανερό ότι το Εφετείο, το οποίο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αρνητική αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δικαιοπρακτικής δήλωσης των αντισυμβαλλομένων μερών στα υπ' αριθ. 4867/1989 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...
Α. Μ.-Π. και 9724/1956 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου ... Γ. Π. και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά τους, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους και το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς η αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση.
Με το σχετικό σκέλος του τετάρτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς όμως να εξειδικεύεται το σφάλμα του Δικαστηρίου, σε τι δηλαδή συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών. Ως εκ τούτου ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, κατά το σχετικό σκέλος του, είναι προεχόντως αόριστος.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο. Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος (ΑΠ 634/2017).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Αρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ. β' ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι από το διατακτικό της πρποσβαλλόμενης απόφασης "εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση και διάγνωση που έλαβε χώρα δυνάμει αυτής καθώς ενώ από τη μια πλευρά αναγνωρίζει την αντίδικο ως κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας, από την άλλη ουδέν αναφέρει ως προς τον υφιστάμενο στο έδαφος αυτής αποχετευτικό αγωγό, ενώ ως προς τους σωλήνες των ομβρίων υδάτων γίνεται σαφής και ειδική μνεία".
Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός αναγνωρίζεται η αναιρεσίβλητη- ενάγουσα αποκλειστική κυρία του επιδίκου εδαφικού τμήματος και αφετέρου υποχρεώνονται οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι α) να μη διέρχονται από αυτό, β) να αποσύρουν το σωλήνα υποδοχής ομβρίων υδάτων των στεγών των κτισμάτων τους, ο οποίος εξέρχεται στο επίδικο εδαφικό τμήμα και καταλαμβάνει την αέρινη στήλη της δυτικής πλευράς του και τους δυο κάθετους σωλήνες που επίσης καταλαμβάνουν αντίστοιχα τμήματα της αέρινης στήλης του επιδίκου και μέσω αυτών διοχετεύονται τα όμβρια ύδατα των κτισμάτων τους στο επίδικο και γ) να μη διοχετεύουν τα όμβρια ύδατα του ακινήτου τους στο επίδικο.
Από την προαναφερόμενη διατύπωση του διατακτικού ουδεμία προκαλείται αοριστία, εμποδίζουσα τη δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή την πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τις περ. β' και γ' του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης της περ. β', σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 238, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου.
Η δε σχετική επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην όμως εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 14/2005).
Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ" έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008). Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ" έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ 794/2017).
Εξάλλου, ως προς την περ. γ', ο λόγος ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 2040/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τέταρτο κατά το σχετικό σκέλος του από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο Α) δεν έλαβε υπόψη τις από τους αναιρεσείοντες α) προταθείσα ένσταση περί απαραδέκτου, ως εκπρόθεσμης, της επαναφοράς των προτάσεων της αναιρεσίβλητης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, β) προταθείσα ένσταση περί μη λήψης υπόψη της με αριθμό 288/2016 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, γ) τον ισχυρισμό περί του ουσία αβασίμου του πρώτου λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης για τη μη ορθή εκτίμηση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και δ) τον ισχυρισμό περί του απαραδέκτου των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, λόγω του ότι η επαναφορά τους δεν έγινε κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ και Β) έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 12/2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Κ.
Μ. και την υπ' αριθ. 288/2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκληση τούτων από την αναιρεσίβλητη στις ενώπιον του προτάσεις της, ενώ "δημιουργούνται βάσιμες αμφιβολίες" περί του εάν έλαβε υπόψη τις νομοτύπως προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 9463/2012, 9464/2012 και 9889/2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Σ.ς Α.-Κ., αλλά και τα συμβόλαια με αριθμούς 4315/1903 του συμβολαιογράφου ... Δ. Γ., 950/1981, 4867/1989, 8523/1997 και 9054/1998 της συμβολαιογράφου ... Α. Μ.- Π., 3849/1932 του συμβολαιογράφου ... Δ. Π., 9724/1956, 10611/1957 και 12384/1959 του συμβολαιογράφου ... Κ. Π., καθώς επίσης, ως έγγραφα, τις με επίκληση προσκομισθείσες φωτογραφίες και την υπ' αριθ. 14889/2014 ένορκη βεβαίωση του Σ.
Κ.. Ως προς με τις υπό στοιχείο Α αιτιάσεις και ειδικότερα τις Αα και Αδ, η κατάθεση ενώπιον του Εφετείου των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, οι οποίες δεν ενσωματώνουν τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τοιαύτες, αλλά έχουν εξαρχής συνταχθεί, περιέχοντας όλα τα επικαλούμενα με επίκληση έγγραφα, υπήρξε νομότυπη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ως προς την Αβ , με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων δεν ζητείται η μη λήψη υπόψη της ένορκης βεβαίωσης, αλλά η λήψη της "με ιδιαίτερη επιφύλαξη", ενώ ως προς την Αγ, ο προβληθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, όπως στη μείζονα σκέψη αναλύεται.
Περαιτέρω, ως προς τις υπό στοιχείο Β αιτιάσεις, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των μεν προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, γίνεται ρητή επίκληση των υπό στοιχεία 21 και 24 προσκομιζομένων, ως άνω, έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και ένορκης βεβαίωσης, της δε προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τις τρεις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και τα προαναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, που ρητά άλλωστε, κατά το πλείστον, μνημονεύει, καθώς και τα λοιπά προαναφερόμενα έγγραφα.
Συνεπώς οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες, ως άνω, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, ειδικώς δε ο υπό στοιχείο Αγ απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (ΑΠ 308/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια και συγκεκριμένα, κατ' ορθήν εκτίμησή του, ότι παραμόρφωσε, εκτιμώντας εσφαλμένα, το περιεχόμενο των συμβολαίων με αριθμούς 4867/1989 και 8523/1997 της συμβολαιογράφου ... Α. Μ.-Π., 4315/1903 του συμβολαιογράφου ... Δ. Γ., 10611/1957 του συμβολαιογράφου ... Κ. Π. και 3279/1931 και 12384/1959 του συμβολαιογράφου ... Δ. Π.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη εσφαλμένη ανάγνωση, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών εγγράφων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2017 αίτηση των Μ. Κ. και Ε. Α., Κ. Α. του Σ. και Σ. Α. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 8/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ