Supreme Court allows appeal against second instance decision due to insufficient and contradictory reasoning regarding property ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Dodecanese Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court failed to provide clear legal reasoning regarding the legal relationship between the heir and the property owners, specifically concerning the validity of a 1989 agreement. The court found the second instance judgment's reasoning insufficient and contradictory, particularly regarding the necessity of establishing a specific legal basis for the heir's possession, and thus ordered the case to be sent back to a newly constituted court of appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the second instance decision lacks a legal basis due to insufficient or contradictory reasoning on a matter of decisive importance, requiring remittal to a newly constituted court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 724 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 724/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Παρασκευή Καλαϊτζή , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Α. κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Καραγκούνη.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Χ. του Β. κατοίκου ..., ατομικώς και ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Μ. Χ. του Β., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Στρατή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσεσιβλήτου και του δικαιοπαρόχου αυτού, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 95/2014 Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 21-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 17-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, ''αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης''. Η συμφώνως προς την εν λόγω πρόβλεψη έλλειψη νόμιμης βάσεως ενσκήπτει (και) όταν, κατά τα άνω εκτιθέμενα, οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχουν αντιφατικότητα, (δηλαδή σε περίπτωση αλληλοαναιρέσεώς τους), ή ανεπάρκεια, (εννοιολογικά ισοδύναμα της οποίας συνιστούν η ασάφεια, όπως και η (αιτιολογική) ενδοιαστικότητα).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ψέγει το Εφετείο Δωδεκανήσου, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στο κατ' άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ σφάλμα, καθόσον με ασαφή (=ενδοιαστική) αιτιολογία δέχθηκε, ότι η δικαιοπάροχός του (εναγομένου - αναιρεσείοντος) Κ. Ν., είχε, (όπως και η μητέρα της Σ.) την κατοχή των ευρισκομένων στην ... επιδίκων ακινήτων ως αντιπρόσωπος των εναγόντων,(υπεισελθόντων στην κληρονομία των γονέων τους). Η ασάφεια, ειδικότερα και συμφώνως προς τα εμπεριεχόμενα στο αναιρετήριο, εστιάζεται στην αδιευκρίνιστη απόφανση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Κ. Ν. υπεισήλθε ως (φερομένη) κάτοχος στα επίδικα ακίνητα, όπως και προ αυτής η μητέρα της Σ., μη αποσαφηνιζομένων των απαραιτήτων και προσηκουσών αντιστοίχως επ' αυτού λεπτομερειών, επί της σχετικώς αναφερομένης φράσεως '' ... με τους ίδιους όρους ...''.
Η (λόγω ασάφειας) ανεπάρκεια της αιτιολογίας επιτείνεται, (όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων), διότι δεν αιτιολογείται, (κατά τα ως άνω με ειρμό δικανικού συλλογισμού) η υπεισέλευση της Κ. Ν. στα επίδικα ακίνητα μετά τον θάνατο του πατέρα των εναγόντων Β. Χ. και με ποιούς όρους κατά το διάστημα της διαμονής της στην Αθήνα (1963 -1986) είχε αυτή προβεί στην εκμίσθωσή τους στον Ν. Μ.. Επίσης, κατά τον αναιρεσείοντα, ασάφεια(ενδοιαστικότητα) επιρρίπτεται και στην αναγκαίως με τα προηγούμενα συνεχόμενη αιτιολογία της μνημονευόμενης συνάψεως μεταξύ του πρώτου ενάγοντος, (φερομένου, κατά την σχετική παραδοχή, ως ενεργήσαντος και για λογαριασμό του αδελφού του - δευτέρου ενάγοντος), και της Κ. Ν., συμβάσεως χρησιδανείου στις 8-9-1989 εν σχέσει προς τα τέσσερα πρώτα από τα διαφιλονικούμενα ακίνητα και αναλυτικότερα, καθόσον αφορά στην αναγκαιότητα καταρτίσεώς της υπό την εκδοχή της υπάρξεως έννομης σχέσεως (αδιευκρίνιστης) μεταξύ της Κ. Ν. και του πατέρα των εναγόντων Β. Π..
ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, έχουν ως ακολούθως : '' Στη νήσο ... και στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητος ... βρίσκονται τα κάτωθι ακίνητα: 1) 'Ενα ακίνητο μετά του επ' αυτού κτίσματος στη θέση "Κ. Ρ." εντός των ορίων του οικισμού Α., εκτάσεως του μεν οικοπέδου 126,70 τ.μ.
της δε οικίας 34,79 τ.μ., όπως το οικόπεδο αυτό φαίνεται με τους αριθμούς 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,1 στο από Φεβρουάριο του 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ν. Π., το οποίο συνορεύει βόρεια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με κοινοτικό δρόμο, 2) ένα οικόπεδο στη θέση "Α." εντός του οικισμού Α., έκτασης 386,73 τ.μ., όπως το οικόπεδο αυτό φαίνεται με τους αριθμούς 1,2,3,4,5,6,7,1 στο από Φεβρουάριο του 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ν.
Π., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Κ., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Σ. και εν μέρει με δρόμο, νότια με δρόμο και δυτικά με ιδιοκτησία Χ., 3) ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "Κ." ή "Π.", εκτάσεως 234, 16 τμ., όπως το οικόπεδο αυτό φαίνεται με τους αριθμούς 1,2,3,4,5,6,1 στο από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω μηχανικού, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Α.
Φ., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Π., νότια με οδό και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, 4) ένα οικόπεδο στη θέση "Α." εντός του οικισμού Α., έκτασης 1.055,93 τ.μ. όπως το οικόπεδο αυτό φαίνεται με τους αριθμούς 1,2,3,4,5,1 στο από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου ως άνω αρχιτέκτονα μηχανικού, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ.
Δ., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Χ., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Μ. και δυτικά με δρόμο και 5) ένα οικόπεδο στη θέση "Ε. Κ.", έκτασης 38,13 τμ., όπως το οικόπεδο αυτό φαίνεται με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Α στο από Νοέμβριο του 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Φ.
Π., ανατολικά με κοινοτική οδό, νότια και δυτικά επίσης με κοινοτική οδό. Τα ακίνητα ανήκαν αρχικά στην ιδιοκτησία του παππού των εναγόντων και της δικαιοπαρόχου του εναγομένου Κ. συζ. Ι. Ν. το γένος Γ. Π., Μ. Χ.. Το έτος 1930 ο τελευταίος τα έδωσε ως προίκα λόγω του γάμου του στον πρωτότοκο γιό του Β. Χ., πατέρα των εναγόντων, ο οποίος τα καλλιεργούσε με δημητριακά και διέμενε στο πρώτο απ' αυτά μέχρι το 1940 περίπου.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής ο Β. Χ. εγκαταστάθηκε στο … για λόγους βιοπορισμού και ανέθεσε στην ετεροθαλή αδελφή του (από άλλη μητέρα) Σ., μητέρα της δικαιοπαρόχου του εναγομένου, την καλλιέργεια και επίβλεψη των ακινήτων για λογαριασμό του, η οποία (Σ.) τα καλλιεργούσε με ελιές και δημητριακά, συνέλλεγε τους καρπούς και τα επέβλεπε μέχρι το θάνατο της το 1960.
Έκτοτε τις πράξεις αυτές ασκούσε με τους ίδιους όρους η θυγατέρα της Κ. το γένος Γ. Π. συζ. Ι. Ν., η οποία κατά το χρονικό διάστημα 1963 έως 1986, που διέμενε στην Αθήνα, τα είχε εκμισθώσει στο Ν. Μ.. Οι ενάγοντες, οι οποίοι κατοικούσαν μόνιμα ο μεν πρώτος στις ΗΠΑ, ο δε δεύτερος στην Αθήνα, δεν είχαν ασχοληθεί προσωπικά με τα ακίνητα αυτά, κατά το έτος όμως 1985 που απεβίωσε ο πατέρας τους υπεισήλθαν - μαζί με τη μητέρα τους Μ.
το γένος Ε. Σ., που απεβίωσε όμως κι αυτή το έτος 1986 στην δια αντιπροσώπου ασκούμενη από τον πατέρα τους νομή των ακινήτων, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι. Στις 8-9-1989 με το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο θεωρήθηκε και βεβαιώθηκε ως προς το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ...
Γ. Σ. ο πρώτος ενάγων χρησιδάνεισε προς τη δικαιοπάροχο του εναγομένου Κ. Ν. 27 συνολικά ακίνητα, προκειμένου αυτή να τα χρησιμοποιεί σύμφωνα με τον προορισμό τους με την υποχρέωση να τα παραδώσει στο χρήστη σε πρώτη ζήτηση. Μεταξύ των χρησιδανεισθέντων ακινήτων περιλαμβάνονται και τα πρώτα τέσσερα από τα προαναφερόμενα επίδικα ακίνητα και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. 1 της αγωγής ταυτίζεται με το υπ' αριθμ 1 της σύμβασης χρησιδανείου, το υπ' αριθμ. 2 ταυτίζεται με το υπ' αριθμ. 9 της σύμβασης, το υπ' αριθμ. 3 ταυτίζεται με το υπ' αριθμ. 2 της σύμβασης χρησιδανείου και το υπ' αριθμ. 4 της αγωγής ταυτίζεται με το υπ' αριθμ. 8 της σύμβασης.
Με τον τρόπο αυτό η δικαιοπάροχος του εναγομένου αφενός αναγνώρισε την κυριότητα του πρώτου ενάγοντος στα ως άνω τέσσερα ακίνητα (και στα υπόλοιπα 23 βέβαια), αφετέρου δε κατείχε πλέον αυτά ως χρησάμενη, ασκώντας τη νομή στο όνομα του χρήστη, με αποτέλεσμα όσο διαρκούσε η σύμβαση αυτή και δη μέχρι την άσκηση της αγωγής να μην μπορεί να χρησιδεσπόσει επί των ακινήτων αυτών, κατά τα προαναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη της απόφασης.
Παράλληλα κατά την ίδια ημερομηνία που συνήφθη η σύμβαση χρησιδανείου, δηλαδή στις 8-9-1989 ο πρώτος ενάγων με ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε το πέμπτο από τα επίδικα ακίνητα στην Ά. Κ. του Ι. για αόριστο χρόνο, προκειμένου αυτή να το χρησιμοποιεί ως φρυγανότοπο έναντι μηνιαίου μισθώματος 100 δραχμών, το οποίο κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι εύλογο, λαμβανομένης υπόψη της εποχής στην οποία αναφέρεται η μίσθωση, της κατάστασης του μισθίου (ημικατεδαφισμένη οικία) και της χρήσης του (για εναποθέτηση και φύλαξη ξύλων).
Το ακίνητο αυτό κατείχε η ως άνω Ά. Κ. ως μισθώτρια μέχρι του θανάτου της, ο οποίος προσδιορίζεται χρονικά από το μάρτυρα του ενάγοντος σε δέκα χρόνια περίπου πριν τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, δηλαδή κατά το έτος 2000, χωρίς να αποδεικνύεται ότι μέχρι τότε η δικαιοπάροχος του εναγομένου εναντιώθηκε ή αμφισβήτησε με οποιονδήποτε τρόπο τη μίσθωση αυτή.
Κατά τη σύναψη και των δύο ως άνω συμβάσεων ο πρώτος ενάγων ενεργούσε προφανώς για λογαριασμό και του αδελφού του δεύτερου ενάγοντος, εφόσον ο τελευταίος με την άσκηση της αγωγής και τους περιεχόμενους σ' αυτήν ισχυρισμούς του συνάγεται ότι συναινούσε και ενέκρινε τις ενέργειες αυτές του αδελφού του.
Η Κ. Ν. καταθέτει στην υπ' αριθμ. 584/21-9-2007 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον της συμβολαιογράφου … Ζ. Ρ. ότι ο αρχικός ιδιοκτήτης των επιδίκων ακινήτων Μ. Χ.ς, παππούς, όπως προαναφέρθηκε, της ιδίας και των εναγόντων, απεβίωσε το έτος 1938 αφήνοντας διαθήκη, με την οποία όριζε ότι όποιο από τα δύο παιδιά του, δηλαδή ο πατέρας των εναγόντων Β.
και η μητέρα της ιδίας Σ., φροντίσει τον ίδιο και την τότε σύζυγο του Κ. Κ., γιαγιά των εναγόντων, θα πάρει όλη την περιουσία του. Έτσι μετά το θάνατο και της Κ. Κ. το 195…, επειδή η μητέρα της εφρόντιζε τόσο την Κ. Κ. όσο και τον παππού της, απέκτησε αυτή (η μητέρα της) όλη την περιουσία του Μ. Χ. σύμφωνα με τη διαθήκη του, και μετά και το θάνατο της Σ.ς, όλη αυτή η περιουσία περιήλθε στην ίδια.
Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί της Κ. Ν. δεν αποδεικνύονται, διότι δεν προσκομίζεται διαθήκη του Μ. Χ. με τέτοιο περιεχόμενο. Αντιθέτως όμως αποδεικνύεται από την κατάθεση της ότι όλη η περιουσία του απώτερου δικαιοπαρόχου Μ. Χ. αποτελείτο από τα ακίνητα που αναφέρονται στη σύμβαση χρησιδανείου (στην οποία περιλαμβάνονται και τα τέσσερα πρώτα επίδικα) και στη σύμβαση μίσθωσης (πέμπτο επίδικο), όπως ισχυρίζονται και οι ενάγοντες, και ότι ο ανωτέρω δεν είχε άλλη ακίνητη περιουσία στην ....
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι μεν ενάγοντες κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ήσαν συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος των επιδίκων ακινήτων, αφού ενέμοντο αυτά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας δι' αντιπροσώπου, προσμετρώντας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα τους, η δε δικαιοπάρχος του εναγομένου Κ.
Ν., όπως και η μητέρα της Σ. πριν απ' αυτή, δεν κατέστησαν κυρίες αυτών επίσης με έκτακτη χρησικτησία, γιατί όλες τις πράξεις νομής τις ασκούσαν επ' αυτών ως αντιπρόσωποι και για λογαριασμό αρχικά του πατέρα των εναγόντων και μετά το θάνατο του για λογαριασμό των ιδίων. Επομένως, με το υπ' αριθμ. 500/28-12-2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Ζ.
Ρ., με το οποίο η Κ. Ν. επώλησε στον εναγόμενο πέντε επίδικα ακίνητα, ο τελευταίος δεν απέκτησε κυριότητα με παράγωγο τρόπο, εφόσον η πωλήτρια δεν ήταν κατά το χρόνο εκείνο κυρία των ακινήτων, ούτε βέβαια και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τις προτάσεις του.
Συνεπώς, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας".
IV. Το Εφετείο επί τη βάσει των επισκοπηθεισών αυτών παραδοχών δέχθηκε την (πρωτοδίκως επί της ουσίας απορριφθείσα) διεκδικητική αγωγή των εναγόντων, (από τους οποίους ο πρώτος, Μ.Χ. απεβίωσε την …-8-2013 στον Καναδά, όπου κατοικούσε) κατά παραδοχή της από 30-8-2010 εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης, 203/2010, αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Εν τούτοις, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διατυπώνει, κατά τα ανελέγκτως δεκτά υπ' αυτού γενόμενα, στο πόρισμά του, ακραδάντως σαφή και εναργή δικανική πεποίθηση και κρίση όσον αφορά στον δικανικό του συλλογισμό της υπεισελεύσεως της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος στην κατοχή των επιδίκων ακινήτων ως αντιπροσωπεύσασας τους ενάγοντες '' ...
με τους ίδιους όρους ...'' όπως και πριν από αυτήν η μητέρα της Σ., της εν λόγω φράσεως επισκιαζομένης από την θολότητα της ασάφειας, κατά τα άνω εκτιθέμενα, αφού δεν καθίσταται εναργές το αυτονόητον, ήτοι η εξειδικευμένη αιτιολόγηση της υπάρξεως της ακριβούς έννομης σχέσεως μεταξύ της Κ. Ν. και του πατέρα των εναγόντων Β.
Χ. αρχικώς και, μετά τον θάνατό του το 1985, μεταξύ των εναγόντων και της Κ. Ν.. Προσέτι, ασάφεια αιτιολογίας έχει εμφιλοχωρήσει και στο ζήτημα της μη μνείας της αναγκαιότητος (και των λοιπών λεπτομερειών) καταρτίσεως του προμνησθέντος (φερομένου) χρησιδανείου, κατά τα ως άνω, εν έτει 1989,ασάφεια η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προειπωθείσα ανεπαρκή αιτιολόγηση της έννομης σχέσεως του Β.
Χ. και της Κ. Ν., καθώς και των ιδίων των εναγόντων και της Κ. Ν. κατά την χρονική περίοδο 1960/8-9-1989, εντός της οποίας και δη, κατά το διάστημα 1963/1986, φέρεται αυτή, κατά την ασαφή παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, λόγω διαμονής της στην Αθήνα να είχε εκμισθώσει τα επίδικα ακίνητα στον Ν. Μ..
Μετά ταύτα, το Εφετείο, κατά τα ως άνω '' διολίσθησε '' στην προσαπτόμενη πλημμέλεια και ως εκ ταύτης κατέστησε την πληττομένη απόφασή του αναιρετέα, παρελκούσης πλέον της διερευνήσεως του δευτέρου(τελευταίου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων καταλογίζει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι βαρύνεται με τις κατ' άρθρ. 559 αρ. 8, 11α ΚΠολΔ πλημμέλειες, υπό την έννοια, ότι, (όπως αιτιάται), παρά την υπ' αυτού προσήκουσα προβολή του ισχυρισμού της αμφισβητήσεως της υπογραφής της Κ. Ν. στο ανωτέρω συμφωνητικό της 8-9-89 το δικαστήριο έλαβε αυτό υπόψιν και '' παρασύρθηκε'' στις προρρηθείσες πλημμέλειες.
V. Κατά συνέπεια, η εν λόγω εφετειακή απόφαση πρέπει να αναιρεθεί (εν όλω), κατά παραδοχήν ως βασίμου του προλεχθέντος πρώτου λόγου αναιρέσεως. Μετ' αναίρεσιν η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερον δικασάντων( αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά παραδοχήν του αιτήματός του, στον ηττώμενο αναιρεσίβλητο και να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 §4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 95/2014 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Δωδεκανήσου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ποσό της οποίας ορίζει σε τρεις χιλιάδες επτακόσια ευρώ (3.700). Και Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ