Legislator Case Law & Legislation
724/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award, upholding franchise contract termination and damages.

Case Number 724/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision rejecting the cancellation of an arbitration award. The appellant, a franchisee, argued that the franchise agreement was invalid due to lack of formal approval, while the respondent, the franchisor, contended that obligations were validly assumed by the franchisee's president. The court ruled that the Second Instance Court correctly applied the law, finding that the president's actions constituted a valid assumption of obligations under the franchise agreement, thereby upholding the arbitration award.

Legislator headnote

AI generated

Articles 670 to 673, 675 and 676 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final decision rejecting an annulment request is inadmissible if the grounds relied upon are unfounded based on the established facts and correct application of law.

Keywords

AI generated
annulment appeal arbitration award franchise agreement assumption of obligations code of civil procedure franchise termination damages award

Cited Legislation

AI generated
Articles 670 to 673, 675 and 676 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 236 of the Civil Code
Article 238 of the Civil Code
Article 7 of Law 2190/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 724 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 724/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κάππο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AUTOVISION SAKAR ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πελέκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2008 αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης της ήδη αναιρεσείουσας-καλούσας που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 5774/2008 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 28/9/2009 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 245/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 11/3/2014 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 27/4/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 670 έως 673, 675 και 676 ΚΠολΔ υπ’ αριθ. 5774/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Το δικαστήριο αυτό με την άνω απόφασή του απέρριψε την από 5-3-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης περί ακύρωσης της υπ’ αριθ. 6/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Διαιτητικού Δικαστηρίου, με την οποία η αναιρεσείουσα, λόγω καταγγελίας υπό της αναιρεσίβλητης της μεταξύ τους υφιστάμενης σύμβασης δικαιόχρησης υπηρεσιών παροχής δικαιώματος διενέργειας τεχνικών ελέγχων οχημάτων στην περιοχή Χανίων Κρήτης, για σπουδαίο λόγο, υποχρεώθηκε α) να απέχει από κάθε όμοια ή παρεμφερή επιχείρηση επί ένα χρόνο από την καταγγελία και β) να καταβάλλει για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 167.736,00€ και περαιτέρω αναγνωρίσθηκε ότι αυτή οφείλει στην αναιρεσίβλητη για διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 156.042,00€. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868 και 869 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι διαφορές ιδιωτικού δικαίου υφιστάμενες ή μέλλουσες να προέλθουν από ορισμένη έννομη σχέση, πλην των εργατικών διαφορών, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολόγησαν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς.

Ειδικά για τις μελλοντικές διαφορές απαιτείται, πέραν της εξουσίας διάθεσης των μερών και τήρηση έγγραφου τύπου, που είναι συστατικός, και δεν μπορεί να αναπληρωθεί με την επίκληση άλλων αποδεικτικών μέσων. Με τη συμφωνία περί διαιτησίας επί των μελλοντικών διαφορών μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία ορισμένες ή και όλες οι ιδιωτικού δικαίου διαφορές από ορισμένη έννομη σχέση, που μπορούν να γεννηθούν στο μέλλον, σε οποιαδήποτε διάταξη του νόμου και αν στηρίζονται κατά δε τη διάταξη του αρθ. 897 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.

η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί αν η συμφωνία για τη διαιτησία είναι άκυρη. Η διάταξη , αυτή είναι ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο εφαρμογής του αρθ. 559 αρθ.1 και 19 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 7δ του ν. 2190/1920 που προστέθηκε με το άρθρο 7 του π.δ. 409/1986 (προς εναρμόνιση με την Οδηγία 68/151/ΕΟΚ), πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρίας ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και σε ολόκληρο.

Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρία για τις πράξεις που έγιναν ρητά στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο εάν, μέσα σε τρεις μήνες από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις. Η προθεσμία των τριών μηνών δεν είναι αποκλειστική, δηλαδή η Α.Ε. μπορεί να αναλάβει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και μετά την παρέλευση του τριμήνου, οπότε ευθύνεται τόσο η ίδια όσο και οι ιδρυτές σε ολόκληρο.

Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν για την Α.Ε., οι ιδρυτές της και κατά το προϊδρυτικό στάδιο, δηλαδή και πριν από την κατάρτιση του καταστατικού της. Η δήλωση της βούλησης της εταιρίας για ανάληψη των άνω υποχρεώσεων μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η Α.Ε.

εκπληρώνει προϊδρυτικές υποχρεώσεις των ιδρυτών της (ΑΠ 747/2011, ΑΠ 778/2006, ΑΠ 709/1998). Χωρίς η δήλωση αυτή να έχει την έννοια της έγκρισης όπως θεσμοθετείται στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 236 και 238 ΑΚ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση που δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, η δικαιοπραξία είναι άκυρη, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ενώ στην περίπτωση που η τήρηση του τύπου ορίσθηκε από τα μέρη η παράλειψή του επάγεται ακυρότητα της δικαιοπραξίας, εφόσον δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετη βούληση και περαιτέρω ότι αν ο νόμος ή τα μέρη όρισαν για τη δικαιοπραξία έγγραφο τύπο, το έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 31-7-2003 καταρτίσθηκε σύμβαση δικαιόχρησης (γνωστή ευρύτερα ως FRANCHISING) υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα μεταξύ της εναγόμενης και της ενάγουσας υπό σύσταση τότε ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι.Κ.Τ.Ε.Ο Χανίων A.E." η οποία ενεργούσε δια του Ε.

Χ. Ζ., ιδρυτικού μέλους αυτής. Με τον υπ’ αριθ. Η’ όρο της ως άνω συμβάσεως συμφωνήθηκε ρήτρα διαιτησίας για την επίλυση διαφορών από την εν λόγω σύμβαση franchising, ενώ με τον ΑΙ όρο αυτής καθορίσθηκε ότι "η παρούσα σύμβαση θα πρέπει να επικυρωθεί εντός του πρώτου δεκαημέρου από την έναρξη δραστηριότητας της (η οποία δεν πρέπει να απέχει πέραν των δυο μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσης) υπό σύσταση σήμερον εταιρείας του λήπτη μέσω του νομίμου εκπροσώπου της άλλως παύει να ισχύει αυτοδικαίως".

Η υπό σύσταση ανώνυμη εταιρεία του λήπτη συνεστήθη με το υπ’ αριθ. ..31-7-2003 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Αντ. Μαρκάκη και καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 12/8/2003 με την ΕΜ 2584/12.8.03 πράξη του Νομάρχη Χανίων (ΦΕΚ 9086/27-8-2003 τ. Ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης).

Κατά το υπ’ αριθ. 21 παρ. 1 άρθρο του καταστατικού της εν λόγω εταιρείας, το Διοικητικό Συμβούλιο έχει τη διοίκηση (διαχείρηση και διάθεση) της εταιρικής περιούσιας και την εκπροσώπηση της εταιρείας, ενώ αποφασίζει για όλα γενικώς τα ζητήματα που αφορούν την εταιρεία μέσα στα πλαίσια του εταιρικού σκοπού, με εξαίρεση εκείνα τα οποία, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Γενικής Συνελεύσεως, κατά την παρ.

δε 2 του ίδιου άρθρου το ΔΣ. μπορεί με απόφαση του να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων (εκτός εκείνων που απαιτούν συλλογική ενέργεια) καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης. Επομένως, το Δ.Σ.

της εταιρείας είναι αρμόδιο για κάθε απόφαση που αφορά τη διοίκηση και διαχείρηση των υποθέσεων της εταιρείας μεταξύ των οποίων είναι η έγερση αγωγών και η συνομολόγηση διαιτητικών συμβάσεων, μπορεί δε να αναθέτει την εξάσκηση των δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων και τη συνομολόγηση διαιτησίας, σε ένα ή σε περισσότερα μέλη του ή σε τρίτους.

Όπως δε προκύπτει από το 29/9/03 πρακτικό συγκρότησης σε σώμα Δ.Σ. της ενάγουσας (ΦΕΚ 11019/16-10-03 ΤΑΕ - ΕΠΕ) το Δ.Σ. της ενάγουσας εταιρείας μέχρι τη σύγκληση της πρώτης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων (30-6-2005) συγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής: 1) Ι. Χ. του Ε., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, 2) Α. Ζ. του Χ., Αντιπρόεδρος και 3) Β.

σύζυγος Ι. Χ. - Χ. το γένος Σ., μέλος, ενώ ορίσθηκε ότι την εταιρεία εκπροσωπεί και δεσμεύει με την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Ι. Χ. και σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του ο Αντ/δρος Α. Ζ.. Μετά την κατά τ’ ανωτέρω νόμιμη σύσταση της ενάγουσας στις 12/8/2003, ο αντιπρόεδρος της ενάγουσας, Α.

Ζ. (και αδελφός του Ιδρυτικού μέλους αυτής Ε. Ζ.), αφού προηγουμένως κατέβαλε στην εναγόμενη το οφειλόμενο ποσό των 7.500 ευρώ που παρέμενε ως υπόλοιπο του δικαιώματος εισόδου της ενάγουσας στο σύστημα δικαιόχρησης και παρέλαβε το υπ’ αριθ. Σειρά .../1.9.2003 παραστατικό που εκδόθηκε από την εναγόμενη, έθεσε στις 30/9/03 την σφραγίδα της ενάγουσας στην τελευταία σελίδα της από 31/7/03 συμβάσεως Franchise Υπηρεσιών στην θέση του "λήπτη" επί της υπογραφής του ιδρυτικού μέλους (και βασικού μετόχου με ποσοστό 67ο/ο) Ε.

Ζ.. Με την θέση της σφραγίδας της ενάγουσας εταιρείας στην σύμβαση δικαιόχρησης επί της υπογραφής του ιδρυτικού μέλους αυτής αλλά και με τις παραπάνω ενέργειες του αντιπροέδρου της ενάγουσας Α. Ζ., που εκπροσωπούσε και δέσμευε την ενάγουσα εταιρεία και ο οποίος ενήργησε μέσα στον κύκλο των αρμοδιοτήτων του, εγκρίθηκε από την ενάγουσα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 7δ.

N. 2190/90, τόσο ρητά όσο και σιωπηρά η από 31/7/03 σύμβαση δικαιόχρησης και η περιεχομένη σ’ αυτήν συμφωνία υπαγωγής στην διαιτησία η οποία είναι έγκυρη και δεσμεύει την ενάγουσα. Επομένως ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθ. 6/2008 απόφασης του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε αυτή α) να απέχει από κάθε όμοια ή παρεμφερή επιχείρηση επί ένα χρόνο από την καταγγελία και β) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 167.736,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αίτησης και αναγνωρίστηκε ότι η ίδια οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 156.042,00 ευρώ, επικαλούμενη ότι η περιλαμβανόμενη, στη μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης σύμβαση δικαιόχρησης, συμφωνία περί υπαγωγής των εξ αυτής ή εξ αφορμής αυτής διαφορών σε διαιτησία, είναι άκυρη, διότι η σύμβαση υπογράφηκε, όταν ήταν υπό σύσταση από το ιδρυτικό μέλος αυτής, χωρίς στη συνέχεια να υπογραφεί και να επικυρωθεί από το νόμιμο εκπρόσωπό της, όπως είχε συμφωνηθεί και με σχετικό όρο της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 159, 160, 869 παρ.1 εδ.1 Κ.Πολ.Δ. και 7 δ του ν.2190/ 1990 που εφάρμοσε, αλλ’ ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 236 και 238 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε. Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε το Εφετείο ότι μετά τη νόμιμη σύσταση της ενάγουσας στις 12/8/2003, ο αντιπρόεδρος αυτής Α.

Ζ., που εκπροσωπούσε και δέσμευε την ενάγουσα εταιρεία και ο οποίος ενήργησε μέσα στον κύκλο των αρμοδιοτήτων του, αφού προηγουμένως κατέβαλε στην εναγόμενη το οφειλόμενο ποσό των 7.500 ευρώ που παρέμενε ως υπόλοιπο του δικαιώματος εισόδου της ενάγουσας στο σύστημα δικαιόχρησης και παρέλαβε το υπ’ αριθ.

Σειρά .../1.9.2003 παραστατικό που εκδόθηκε από την εναγόμενη, έθεσε στις 30/9/03 τη σφραγίδα της ενάγουσας στην τελευταία σελίδα της από 31/7/03 σύμβασης Franchise Υπηρεσιών στη θέση του "λήπτη" επί της υπογραφής του ιδρυτικού μέλους (και βασικού μετόχου με ποσοστό 67ο/ο) Ε. Ζ. και ότι έτσι σιωπηρά αναλήφθηκαν από την ιδρυθείσα ήδη εταιρία, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 δ του ν. 2190/1920, οι υποχρεώσεις που απέρρεαν από την από 31-7-2003, κατά το ιδρυτικό στάδιο, συναφθείσα εγγράφως μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του προαναφερθέντος ιδρυτικού μέλους της αναιρεσείουσας σύμβασης δικαιόχρησης, στην οποία έγγραφη σύμβαση περιλαμβάνεται και η συμφωνία υπαγωγής των άνω διαφορών στη διαιτησία, η οποία είναι έγκυρη, αφού τηρήθηκε, κατά το ιδρυτικό στάδιο, ο προβλεπόμενος γι’ αυτή έγγραφος τύπος.

Η τήρηση δε έγγραφου τύπου για τη δήλωση της αναιρεσείουσας, μετά την απόκτηση της νομικής προσωπικότητάς της, περί ανάληψης των υποχρεώσεων από την ανωτέρω σύμβαση δικαιόχρησης και την περιλαμβανόμενη σ’ αυτή συμφωνία περί διαιτησίας δεν απαιτείτο, διότι δεν πρόκειται περί έγκρισης της σύμβασης κατά τα άρθρα 236 και 238 ΑΚ, παρά τον αβάσιμο χαρακτήρα και διατύπωση της προσβαλλομένης για "έγκριση και επικύρωση" των αναληφθεισών δεσμεύσεων του προϊδρυτικού σταδίου, της αναιρεσείουσας αλλά περί δήλωσης που έγινε στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συμβατικής πρόβλεψης και σε εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 7 δ του ν.2190/1920, η οποία μπορεί να γίνει και σιωπηρά και περαιτέρω η τήρηση έγγραφου τύπου δεν ορίστηκε ως απαιτούμενη για την επικύρωση της συμφωνίας ούτε με τον ως άνω όρο ΑΙ της σύμβασης.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. απόφασης του 5774/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ