Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding signature authenticity and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to examine the authenticity of a lease contract and incorrectly identified the disputed property boundaries. The court ruled that questioning signature authenticity is merely a denial of fact rather than an independent claim, and the boundary description was a conclusion drawn from evidence, not a separate request.
Legislator headnote
AI generatedArt. 280(2) C.Pol.D.; Art. 559(9)(c) C.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the challenged decision left an independent claim unexamined; however, a denial of a fact (such as signature authenticity) or a conclusion drawn from evidence does not constitute an independent claim under Article 559(9)(c).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 724 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 724/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ο οποίος δεν άφησε τα στοιχεία του στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ...εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μινέρβα.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως πιο πάνω σημειώνεται, εμφανίστηκε ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος και ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος της αντιδίκου, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής μετά ταύτα δε ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι δεν παρίσταται και αποχώρησε από το ακροατήριο, στη συνέχεια δε το δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 329/1995 μη οριστική, 16/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2006 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-9-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 18-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή η διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "θεωρείται με εμφανιζόμενος ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν γίνεται δεκτή από το δικαστήριο", εφαρμόζεται αναλόγως και στην κατ' αναίρεση δίκη, παρότι δεν περιλαμβάνεται, στις διατάξεις που παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αφού η με αυτό παραπομπή δεν διατυπώνεται περιοριστικώς, η δε εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως εναρμονίζεται με την κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ δυνατότητα αναβολής της συζητήσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν προσκρούει στις περί ερημοδικίας ενώπιον αυτού διατάξεις του άρθρου 576 του ιδίου Κώδικα, από τις οποίες συνάγεται ότι επί ερημοδικίας κάποιου διαδίκου ερευνάται αν εκείνος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εκ της σειράς του πινακίου παρέστη για τον αναιρεσείοντα δικηγόρος, ο οποίος ζήτησε μόνο αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, μετά δε την απόρριψη του ως άνω αιτήματός του δήλωσε ότι δεν παρίσταται και αποχώρησε από το ακροατήριο.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή της προπα-ρατιθέμενης διάταξης, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Εφόσον όμως προκύπτει, από την ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ..., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως μετά της επ' αυτής υπάρχουσας πράξης ορισμού δικασίμου προς συζήτηση αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, ο οποίος θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, σε περίπτωση που η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επιπλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφρασε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την ένδικη από 23-6-1993 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που συνίσταται στο ότι "στο ιστορικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγράφεται ότι τον Οκτώβριο του 1991 έφραξα αυθαίρετα τη μοναδική είσοδο του επιδίκου. Η σκέψη αυτή της αναιρεσιβαλλομένης δεν απεδείχθη. Άλλωστε, κατά τη δίκη της από 12-11-1992 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που ήγειρε κατ' εμού η αντίδικος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης αποδείχθηκε ότι την ως άνω ημερομηνία δεν τοποθέτησα...". Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται κανένα από τα προαναφερόμενα ως απαιτούμενα για το ορισμένο αυτού στοιχεία, δεν κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις. Δεν συνιστά δε, κατ' άρθρο 240 του αυτού Κώδικα, που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, νόμιμη επίκληση του εγγράφου στο Εφετείο η περιεχόμενη στις προτάσεις ενώπιον αυτού γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επαναυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ ΑΠ 9/2000, 14/2005, 23/2008).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της μη λήψεως υπόψη της 227/6-8-1992 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μυτιλήνης, την οποία προσκόμισε ο αναιρεσείων στο Εφετείο προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί κτήσεως με χρησικτησία ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου. Του εγγράφου όμως αυτού, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου με χρονολογία 23-3-2006 προτάσεις του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση απ' αυτόν στο Εφετείο, εφόσον στις προτάσεις αυτές, στις οποίες ενσωματώνονται κατ' αντιγραφή και οι προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνεται μόνη η μη συνιστώσα κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση του εν λόγου εγγράφου, φράση "επειδή προσάγω και επικαλούμαι άπαντα τα εις την πρωτόδικη δίκη προσαχθέντα έγγραφα". Επομένως, το Εφετείο, νομίμως δεν έλαβε υπόψη του το παραπάνω έγγραφο και απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως.
IV. Επειδή ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και η αιτιολογημένη άρνηση αυτών, ούτε τα συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο αυτού μέρος, λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, η από τον αρ. 8 περ. β' του Άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση ... με σύνορα ιδιοκτησίας ..., ποταμό και δρόμο, ενώ με την έφεσή μου είχα επισημάνει ότι το επίδικο βρίσκεται στη θέση ..., αλλά συνορεύει με δημοτική οδό προς ..., ποταμό και ιδιοκτησία ..." με συνέπεια να γεννάται σύγχυση ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα όρια του επίδικου συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής, τα δε όρια του επιδίκου που δέχθηκε η προσβαλλόμενη συνιστούν συμπέρασμα αυτής που άντλησε από την εκτίμηση των αποδείξεων, σ' αμφότερες συνεπώς τις περιπτώσεις δεν συνιστούν πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια.
V. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας και η οποία δημιουργεί αντίστοιχα εκκρεμότητας δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από την προεκτεθείσα διάταξη πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, άφησε αδίκαστη την προταθείσα με την έφεση του αναιρεσείοντος αμφισβήτηση της γνησιότητας των υπογραφών που υπήρχαν επί του από 27 Αυγούστου 1985 μισθωτηρίου συμβολαίου, που συντάχθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του αδελφού της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας των υπογραφών στο προαναφερόμενο ιδιωτικό έγγραφο δεν συνιστά αίτηση υπό την προεκτεθείσα έννοια της επικαλουμένης διατάξεως. Περαιτέρω, αν η ως άνω επικαλούμενη πλημμέλεια ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, ωσαύτως, να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής σε ιδιωτικά έγγραφα συνιστά άρνηση πραγματικού γεγονότος που είχε το βάρος να επικαλεστεί και ήδη να αποδείξει ο διάδικος που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το έγγραφο και ως εκ τούτου δεν έχει χαρακτήρα "πράγματος" κατά την έννοια της άνω διατάξεως, δηλαδή αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού που συνθέτει την ιστορική βάση και άρα στηρίζει το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-9-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 154/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ