Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment, ruling intervention was supplementary and admissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Nara Kamitsie AE against the Second Instance Court's eviction judgment. The appellant argued the intervention by the successor company was principal and admissible, while the defendants contended it was supplementary and inadmissible. The court rejected these claims, finding the intervention supplementary and the eviction judgment legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArt. 558, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed against parties who were not opposing parties to the appellant, and an intervention is supplementary if it does not introduce an independent right to oppose the main claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 724 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 724/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΡΑ ΚΑΜΙΤΣΙΕ ΕΛΛΑΣ, ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Μπέζα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΡΟΥΑΣΑΝ ΚΟΛΩΝΑΚΙ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" και κατά σύντμηση "ΚΡΟΥΑΣΑΝ ΚΟΛΩΝΑΚΙ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, 3) Ψ3, κατοίκων ..., 4) Ψ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τζαβέλλα και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2006 αγωγή των 2ου, 3ου και 4ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 8/9/2006 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5208/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/1/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 28/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται, ότι ως διάδικοι, κατά των οποίων απευθύνεται παραδεκτά η αναίρεση, νοούνται μόνο οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι δε και τυχόν διάδικοι, που μετείχαν στη δίκη, χωρίς να είναι αντίδικοι του αναιρεσείοντος και συνεπώς, αν η αναίρεση στρέφεται και κατά τέτοιων διαδίκων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα οι τρεις τελευταίοι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες-εκμισθωτές, είχαν ασκήσει αγωγή απόδοσης του μισθίου κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης-εναγομένης-μισθώτριας και στη δίκη επί της αγωγής αυτής παρενέβη προσθέτως υπέρ των ως άνω εναγόντων-αναιρεσιβλήτων η εταιρία με την επωνυμία Γ.
Πατούρα και υιοί ΑΕ η αναιρεσείουσα, αφού είχε μεταβιβαστεί σ' εκείνη το μίσθιο κατάστημα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών, με την 18/2007 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία να αποδώσει το μίσθιο κατάστημα στην παρεμβάσα εταιρία. Κατά της απόφασης αυτής η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 12-1-2007 έφεση, την οποία απηύθυνε κατά των εναγόντων ήδη τριών τελευταίων αναιρεσιβλήτων και της προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάσας εταιρίας.
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που την έκανε δεκτή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση. Μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης την παρεμβάσα εταιρία διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχος η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι οι τρεις τελευταίοι αναιρεσίβλητοι δεν ήταν αντίδικοι, αλλά ομόδικοι με την αναιρεσείουσα στην έκκλητη δίκη και επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που απευθύνεται και κατ' εκείνων είναι ως προς αυτούς απορριπτέα ως απαράδεκτη.
II. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον τέταρτο λόγο της έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας και έκρινε αυτόν βάσιμο κατ' ουσίαν, παρότι ο λόγος αυτός δεν είχε προταθεί νομίμως και επομένως ισοδυναμεί με μη προβληθέντα ισχυρισμό, αφού κατά την άποψή της ήταν αόριστος. Από την επισκόπηση όμως των προτάσεων της αναιρεσείουσας, που νομίμως έχει καταθέσει αμυνόμενη κατά της έφεσης της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι δεν προέβαλε ισχυρισμό για αοριστία του ως άνω λόγου έφεσης, η αοριστία δε του δικογράφου δεν είναι από τους ισχυρισμούς που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και δεν αφορά ειδικώς τη δημόσια τάξη. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
III. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για το ορισμένο του λόγου αυτού της αναίρεσης επί παρανόμου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέτρων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση αυτών.
Πρέπει ακόμη να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα ..., που προσήγαγαν οι ίδιοι προς εξέταση, επειδή "η κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλεια των εναγόντων εκουσίου αντιπροσώπου τους κρίθηκε, κατόπιν ισχυρισμού της εναγόμενης, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λήφθηκε υπόψη από την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία ως προς την παραδοχή αυτή δεν βάλλεται με λόγο έφεσης και συνεπώς η εν λόγω κατάθεση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και από το δικαστήριο αυτό ...".
Ο λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν παρατίθεμαι το περιεχόμενο της επίμαχης κατάθεσης του μάρτυρα, ούτε προσδιορίζονται οι ειδικότεροι ισχυρισμοί, για την απόδειξη των οποίων έγινε προσαγωγή του.
IV. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ειδικότερα, προβάλλει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις παρότι αυτές είχαν ληφθεί χωρίς να κλητευθεί και η προσθέτως παρεμβάσα δικαιοδόχος των εναγόντων. Ο λόγος είναι απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι είχε επικαλεστεί το αποδιδόμενο απαράδεκτο των ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα, κρίσιμα για την ένσταση καταχρήσεως, που η αναιρεσίβλητη εταιρία προέβαλε, και εντεύθεν την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Στις 26-1-2000 υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων και της μητέρας τους ΑΑ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπούνταν στην Ελλάδα από τον ΒΒ και της εναγομένης, εκπροσωπούμενης από το νόμιμο εκπρόσωπό της ΓΓ, το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες και η ως άνω μητέρα τους ήταν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι κατά ποσοστό 1/6 καθένας από τους πρώτους και 3/6 η τελευταία ενός ισογείου καταστήματος με υπόγειο, κειμένου στην ... και συγκεκριμένα στη συμβολή της πλατείας ... αριθμ. ... με την οδό ... αριθμ. ..., το οποίο έχει πρόσοψη επί της ως άνω πλατείας και αποτελείται από ενιαίο χώρο εμβαδού 31 τ.μ.
και αντίστοιχο υπόγειο χώρο εμβαδού 12,50 τ.μ. Το ακίνητο αυτό οι ανωτέρω με το ως άνω συμφωνητικό μισθώσεως το εκμίσθωσαν στην εναγόμενη εταιρία, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα παραγωγής και πώλησης παντός είδους φαγητών, τροφίμων, γλυκισμάτων, αναψυκτικών κλπ, ενώ συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα μπορούσε να μεταβάλει τη συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου υπό τους αναφερόμενους στο εν λόγω συμφωνητικό όρους.
Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών με έναρξη την 1η Φεβρουαρίου 2000 και λήξη την 31η Ιανουαρίου 2012. Το μηνιαίο μίσθωμα για το πρώτο έτος της μίσθωσης συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.000.000 δρχ, ποσό το οποίο η μισθώτρια εταιρία όφειλε να καταβάλει μέσα στις πέντε πρώτες ημέρες κάθε μισθωτικού μήνα, καταθέτοντας αυτό στον με αριθμό ...
λογαριασμό του ΒΒ στην Τράπεζα Citibank. Με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι η εναγόμενη θα βαρύνεται με την υποχρέωση καταβολής του ανάλογου τέλους χαρτοσήμου από ποσοστό 3,6% επί του μισθώματος και ότι το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κάθε έτος κατά ποσοστό 5% στην περίπτωση που ο τιμάριθμος του κόστους ζωής του προηγηθέντος δωδεκαμήνου είναι ίσος ή μικρότερος του 5%, ενώ σε περίπτωση που ο τιμάριθμος ήταν μεγαλύτερος του 5% το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κατά τόσο ποσοστό ώστε η ετήσια αναπροσαρμογή να υπερβαίνει κατά δύο μονάδες τον τιμάριθμο κόστους ζωής, η δε αναπροσαρμογή θα υπολογίζεται πάντοτε επί του καταβαλλόμενου μισθώματος κατά το εκάστοτε τελευταίο έτος.
Οι εκμισθωτές παρέδωσαν την χρήση του μισθίου στην εναγομένη, η οποία από 1-2-2000 χρησιμοποιούσε αυτό ως κατάστημα παραγωγής και πώλησης παντός είδους φαγητών, τροφίμων, κρεατοσκευασμάτων, γλυκισμάτων, ειδών αρτοποιίας κλπ διέπεται δε η εν λόγω μίσθωση από τις διατάξεις του ΠΔ 34/1995. Στη συνέχεια η εκμισθώτρια ΑΑ μεταβίβασε στους λοιπούς συνεκμισθωτές-γιούς της, το ποσοστό συγκυριότητάς της στο μίσθιο από 3/6 κατ' ισομοιρία, δηλαδή κατά το 1/3 στον καθένα, λόγω γονικής παροχής, με το ...
συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Μικρού, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών από 20-4-2004. Έτσι οι ενάγοντες, ως νέοι κτήτορες, υπεισήλθαν στη θέση της συνεκμισθώτριας μητέρας τους ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από την ως άνω μίσθωση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά από τις συμφωνηθείσες αναπροσαρμογές και με δεδομένο ότι ο ανακοινωθείς από την Τράπεζα της Ελλάδος στο τέλος του έτους 2003 τιμάριθμος κυμάνθηκε κάτω του 5%, το μηνιαίο μίσθωμα για το μισθωτικό έτος 1-2-2004 μέχρι 31-1-2005 ανερχόταν στο ποσό των 3.567,13 ευρώ, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου από 128,42 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 3.695,50 ευρώ.
Άλλωστε το ύψος του μισθώματος κατά τον ως άνω χρόνο δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, συναγομένης, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, ως προς το θέμα αυτό και ομολογίας. Η εναγομένη, αν και έκανε ανενόχλητη χρήση του μισθίου, δεν τήρησε τη συμβατική της υποχρέωση για καταβολή του μισθώματος μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μισθωτικού μήνα, ο οποίος, ενόψει του χρόνου έναρξης της μίσθωσης (1-2-2000), ταυτίζεται με τον ημερολογιακό μήνα, κατά το χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2004 μέχρι 31-1-2005.
Ειδικότερα, η εναγομένη καθυστέρησε να καταβάλει μέρος του μισθώματος του μήνα Αυγούστου του έτους 2004 από ποσό 620,23 ευρώ, καθώς και τα μισθώματα με το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2004 κι Ιανουαρίου 2005 συνολικού ποσού 18.477,75 ευρώ και έτσι περιήλθε σε υπερημερία περί την καταβολή των εν λόγω μισθωμάτων.
Οι ενάγοντες και η συνεκμισθώτρια μητέρα τους, ενόψει της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της μισθώτριας-εναγομένης, κοινοποίησαν στην τελευταία την από 7-1-2005 εξώδικη διαμαρτυρία τους-πρόσκληση με την οποία διαμαρτυρήθηκαν σ' αυτή για την καθυστέρηση καταβολής των ως άνω μισθωμάτων και την κάλεσαν να εκπληρώσει τη συμβατική της υποχρέωση για καταβολή αυτών (μισθωμάτων), που ανέρχονταν μαζί και με το οφειλόμενο μέρος του μισθώματος του μήνα Αυγούστου, κατά τους υπολογισμούς τους, στο συνολικό ποσό των 19.092,73 ευρώ, δηλώνοντας συγχρόνως ότι, σε περίπτωση που δεν έστεργαν στην πληρωμή του άνω ποσού, θα προέβαιναν στην άσκηση κάθε δικαιώματος τους που απορρέει από την άνω σύμβαση μισθώσεως.
Η εναγομένη με την από 14-1-2005 εξώδικη απάντηση και πρόσκληση, η οποία κοινοποιήθηκε στον πληρεξούσιο και αντίκλητο των άνω συνεκμισθωτών στις 14-1-2005 αρνήθηκε την επικαλούμενη από τους τελευταίους δυστροπία της περί την καταβολή των μισθωμάτων και δήλωσε ότι έναντι του ποσού των 19.092,73 ευρώ είχε ήδη καταβάλει το ποσό των 14.047,48 ευρώ, ενώ την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 14-1-2005 του γνωστοποίησε την καταβολή του υπολοίπου ποσού των 5045,25 ευρώ.
Τα μισθώματα αυτά πράγματι η εναγομένη εξόφλησε ολοσχερώς μετά την κοινοποίηση σ' αυτή της ως άνω εξώδικης διαμαρτυρίας, καταθέτοντας στο λογαριασμό του εκουσίου αντιπροσώπου των εναγόντων ΒΒ στη Citibank, όπως με το μισθωτήριο είχε συμφωνηθεί, στις 10-1-2005 το ποσό των 14.047,48 ευρώ και στις 14-1-2005 το ποσό των 5.045,25 ευρώ.
Στη συνέχεια η εναγομένη εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μισθίο και να καταβάλει ανελλιπώς το συμφωνημένο μίσθωμα μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μισθωτικού μήνα. Στις 1-2-2006 το μηνιαίο μίσθωμα, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων για την αναπροσαρμογή του μισθώματος και λαμβανομένου υπόψη ότι ο ανακοινωθείς τιμάριθμος για τα έτη 2004 και 2005 κυμάνθηκε σε ποσοστά κάτω του 5%, είχε αναπροσαρμοστεί στο ποσό των 3.932,75 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου από 141, 57 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 4.074,32 ευρώ.
Η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2006 και μέχρι 1-6-2006 κατέβαλε στους ενάγοντες ως μηνιαίο μίσθωμα με το αναλογούν χαρτόσημο το ποσό των 3.879,23 ευρώ, δηλαδή κατέβαλε ποσό μικρότερο του οφειλομένου κατά 195,10 ευρώ. Συγκεκριμένα κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα η εναγομένη παρέλειψε να καταβάλει τη συμφωνημένη αναπροσαρμογή του μισθώματος από 5% με το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου.
Το οφειλόμενο αυτό ποσό, ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των 780,4 ευρώ, η εναγομένη το κατέβαλε στους ενάγοντες τμηματικά καταθέτοντας τμήμα αυτού από 193,62 ευρώ μαζί με το μίσθωμα του μήνα Ιουνίου στις 5-6-2006 και το υπόλοιπο στις 14-6-2006. Σημειώνεται, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη για το μίσθωμα του Ιουλίου 2006 κατέβαλε ποσό μικρότερο του οφειλομένου κατά 1,33 ευρώ, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι το ως άνω μίσθιο κατάστημα με το από 28-4-1986 μισθωτήριο συμφωνητικό είχε εκμισθωθεί από τον ΔΔ, πατέρα της μητέρας των εναγόντων ΑΑ, εκπροσωπούμενο από τον ΒΒ, στον ΓΓ για το χρονικό διάστημα από 1-6-1986 μέχρι 31-5-1992, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα είτε πώλησης κρουασάν, μπριός και ειδών σφολιάτας, είτε για οποιαδήποτε άλλη εμπορική δραστηριότητα και χρήση.
Μετά τη λήξη της μίσθωσης αυτής το μίσθιο εκμισθώθηκε από τους ως άνω εκμισθωτές στην εναγόμενη εταιρία με την τότε επωνυμία "Κρουασάν κολωνάκι ΑΕ", εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο του ΔΣ της ΓΓ με το από 21-12-1992 μισθωτήριο συμφωνητικό, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 και μέχρι 31-12-1998, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης κρουασάν, μπριός και ειδών σφολιάτας.
Ακολούθως μετά από διαπραγματεύσεις, το μίσθιο κατάστημα εκμισθώθηκε δυνάμει του ως άνω από 26-1-2000 μισθωτηρίου συμφωνητικού στην εναγόμενη εταιρία. Για τη σύναψη της σύμβασης αυτής και προκειμένου οι εκμισθωτές, δια του ως άνω εκουσίου αντιπροσώπου τους, να συναινέσουν στη συνομολόγηση 12ετούς διάρκειας μίσθωσης, η εναγομένη κατέβαλε στον τελευταίο το ποσό των 30.000.000 δρχ ως "αέρα".
Για την καταβολή του ποσού αυτού με σαφήνεια καταθέσει ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών (... ένορκη βεβαίωση) ο μάρτυρας ΕΕ, ο οποίος ήταν παρών κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου συμφωνητικού, στις 26-1-2000, στα γραφεία της εναγομένης, στην οδό ... αρ. ... και την καταβολή του ως άνω ποσού. Η εν λόγω κατάθεση ενισχύεται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και του ΣΤ (...
ένορκη βεβαίωση), οι οποίοι, ως εργαζόμενοι στα ως άνω γραφεία της εναγομένης και των λοιπών εταιριών του ΓΓ, με σαφήνεια καταθέτουν για την καταβολή εκ μέρους της εναγομένης ενός σημαντικού ποσού ως αέρα για το μίσθιο και δεν αναιρείται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη κατέβαλε και ένα σημαντικό για την ανακαίνιση του μισθίου, το οποίο ανέρχεται περίπου στα 20000000 δρχ, και δαπανήθηκε από αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2000 μέχρι 31-12-2001.
Από της συνάψεως της επίμαχης σύμβασης μισθώσεως η εναγομένη έκανε ανενόχλητη χρήση του μισθίου και κατέβαλε ανελλιπώς το συμφωνημένο μίσθωμα στους ενάγοντες καταθέτοντας αυτό στον ορισθέντα με τη σύμβαση τραπεζικό λογαριασμό του εκουσίου αντιπροσώπου τους ΒΒ μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μισθωτικού μήνα και αυτό διήρκεσε επί 4 1/2 έτη.
Η πρώτη καθυστέρηση καταβολής μισθώματος έλαβε χώρα, όπως παραπάνω εκτέθηκε, κατά το χρονικό διάστημα Αυγούστου 2004 μέχρι και 31-1-2005 και το οφειλόμενο ποσό, το οποίο ανήλθε κατά τους υπολογισμούς των εναγόντων στο συνολικό ποσό των 19.092,73 ευρώ, καταβλήθηκε από την εναγομένη ολοσχερώς αμέσως μετά την όχλησή της από τους ενάγοντες, η οποία έλαβε χώρα στις 7-1-2005.
Στη συνέχεια η εναγομένη κατάβαλε το συμφωνηθέν μίσθωμα εμπρόθεσμα μέχρι το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2006, οπότε μέχρι το μήνα Ιούνιο του ίδιου έτους κατέβαλε αυτό μειωμένο κατά το ποσό των 195,10 ευρώ. Το συνολικά οφειλόμενο από την αιτία αυτή ποσό των 780,4 ευρώ η εναγομένη κατέβαλε τμηματικά κατά τα ανωτέρων μέσα στο μήνα Ιούνιο 2006 και χωρίς να αποδεικνύεται ότι για την καθυστέρηση αυτή των 195,10 ευρώ μηνιαίως υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή όχληση εκ μέρους των εναγόντων καθ' όλη τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η εναγομένη κατέβαλε μηνιαίο μίσθωμα μικρότερο κατά το ανωτέρω ποσό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες, δια του ως άνω εκουσίου αντιπροσώπου τους, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2006 διαπραγματεύονταν την πώληση του μισθίου καταστήματος. Τελικά συμφωνήθηκε η πώληση του μισθίου στην παρεμβαίνουσα εταιρία. Έτσι την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής, με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου, η οποία έλαβε χώρα στις 27-7-2006, υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων, εκπροσωπούμενων από τον ΒΒ και της παρεμβαίνουσας εταιρίας με την επωνυμία "Γ Πατούρας και Υιοί ΑΕ", το, νόμιμα μεταγραφέν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, με αριθμό ...
πωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Παπασωτηρίου δυνάμει του οποίου οι πρώτοι μεταβίβασαν στην δεύτερη το μίσθιο κατάστημα λόγω πωλήσεως αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 1.950.000 ευρώ. Με το εν λόγω συμβόλαιο οι πωλητές μεταβίβασαν το μίσθιο μαζί με τις αγωγές για απόδοση της χρήσης του μισθίου.
Με βάση όσα έγιναν δεκτά παραπάνω η εναγομένη καθυστέρησε από δυστροπία την καταβολή των ως άνω μισθωμάτων και της αναπροσαρμογής του μισθώματος και αν και αυτή κατέβαλε ολοσχερώς την σχετική οφειλή της, με συνέπεια να επέλθει απόσβεση της σχετικής ενοχής και παύση της υπερημερίας της, δεν ανατράπηκε και ο λόγος απόδοσης του μισθίου πουμε την καθυστέρηση γεννήθηκε.
Όμως, ενόψει του ύψους του μηνιαίου μισθώματος, το οποίο ανερχόταν κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2006 μέχρι 31-5-2006 στο ποσό των 4.074,32 ευρώ, η καθυστέρηση στην καταβολή του ποσού της αναπροσαρμογής από 195,10 ευρώ, το οποίο αποτελεί το 1/20 του συνολικού μηνιαίου μισθώματος, αναφέρεται σε καθυστέρηση ποσού που υπολείπεται ελάχιστα του οφειλομένου και είναι ασήμαντο σε σχέση με το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα, ενώ οι εκμισθωτές δεν ισχυρίζονται ότι η καθυστέρηση καταβολής του μικρού αυτού ποσού τους δημιούργησε ή μπορούσε να τους δημιουργήσει οικονομική βλάβη ή δυσχέρεια εκπλήρωσης δικών τους υποχρεώσεων.
Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η εναγομένη καθυστερεί συστηματικά το μίσθωμα και συνεπώς δεν ενεργεί καλόπιστα. Η μικρή ποσοτικά καθυστέρηση στην καταβολή του μισθώματος του παραπάνω τετραμήνου χρονικού διαστήματος, σε συνδυασμό με το γεγονός: α) ότι η εναγομένη κατέβαλε το οφειλόμενο για την αιτία αυτή συνολικό ποσό των 780,4 ευρώ εντός του μήνα Ιουνίου του 2006 χωρίς να μεσολαβήσει οιαδήποτε όχληση εκ μέρους των εναγόντων, β) ότι η εναγομένη καθυστέρησε μεν στο παρελθόν τα μισθώματα που αναφέρονταν στο χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2004 μέχρι 31-1-2005, αλλά τα εξόφλησε ολοσχερώς μέσα στο μήνα Ιανουάριο 2005 χωρίς οι ενάγοντες να ζητήσουν για το λόγο αυτό την απόδοση της χρήσης του μισθίου, ενώ είχαν γεγενημένο σχετικό δικαίωμα, γ) ότι η εναγομένη τόσο από την έναρξη της μίσθωσης (1-2-2000) και μέχρι τον μήνα Αύγουστο 2004, όσο και κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της 1-2-2005 μέχρι και 1-2-2006 κατέβαλε κανονικά και εμπρόθεσμα τα μισθώματα, εξακολούθησε δε την εμπρόθεσμη καταβολή και μετά την περίοδο της τελευταίας καθυστέρησης, δ) ότι η εναγομένη δαπάνησε για την ανακαίνιση του ως άνω μισθίου καταστήματος το ποσό των 20.000.000 δρχ περίπου και κατέβαλε για "αέρα" το ποσό των 30.000.000 δρχ προκειμένου να συναινέσουν οι ενάγοντες δια του ως άνω εκουσίου αντιπροσώπου τους στην εκμίσθωσή του για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, ενώ ήδη ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου στο μέσον περίπου της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης χωρίς να έχει προλάβει να αποσβέσει τα ανωτέρω καταβληθέντα ποσά για "αέρα" και δαπάνες ανακαίνισης με συνέπεια να υποστεί σημαντική ζημία, εάν υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το μίσθιο, ενώ η χρονική διάρκεια καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων των ως άνω μηνών δεν επέφερε ουσιαστική βλάβη των συμφερόντων των εναγόντων, η με την ένδικη αγωγή ασκούμενη αξίωση των τελευταίων για απόδοση σ' αυτούς της χρήσης του μισθίου ακινήτου αντιτίθεται στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τον πέμπτο λόγο της έφεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο επ' αυτής της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή απόδοσης του μισθίου κατά παραδοχή της ενστάσεως καταχρήσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού περιέχει στις παραδοχές του τα αναγκαία περιστατικά που καταδεικνύουν ότι η αξίωση των συνιδιοκτητών υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και αρκεί το ότι αναφέρει πως η άσκηση αυτού είναι καταχρηστική, ενόψει του γνωστού περιεχομένου της έννοιας αυτής, ενώ δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι υπήρξε καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων και της τελικής παραδοχής ότι δεν υπάρχει συστηματική καθυστέρηση, έτσι ώστε το Εφετείο δεν υπέπεσε ούτε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, ο οποίος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση των ανωτέρω πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και όσα επιπλέον ιστορούνται σ' αυτόν πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
V. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με το να χαρακτηρίσει την παρέμβαση που άσκησε η εταιρία που εκείνη διαδέχθηκε ως καθολική ανάδοχος, ως αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και να κρίνει το αίτημά της για απόδοση σ' αυτήν του μισθίου καταστήματος ως μη νόμιμο, ενώ η παρέμβαση αυτή ήταν κύρια και το αίτημά της νόμιμο, παραβίασε τις αναφερόμενες διατάξεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της παραπάνω παρέμβασης, αυτή πράγματι έχει χαρακτήρα πρόσθετης παρέμβασης, αφού δεν εισάγεται με αυτή αυτοτελές δικαίωμα της παρεμβάσας με το οποίο αυτή αντιποιείται το αντικείμενο της δίκης έναντι αμφότερων των διαδίκων μερών της αγωγής σε κάθε δε περίπτωση είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή και την παρέμβαση κατ' ουσίαν, κατ' αποδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος απόδοσης μισθίου.
VI. Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης η αναιρείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα έλαβε υπόψη την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος και κατ' αυτής, παρά το ότι η ένσταση ήταν απαράδεκτη ως προς εκείνη, διότι η αναιρεσίβλητη-μισθώτρια δεν είχε καταθέσει προτάσεις και εναντίον της (παρεμβάσας). Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός, περί απαραδέκτου της ένστασης, είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού η προβολή της ένστασης, που έγινε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφορούσε το αγωγικό δικαίωμα και στρεφόταν και κατά της προσθέτως παρεμβάσας, που παρέστη και δεν άσκησε δικό της διαφορετικό δικαίωμα, ανεξάρτητα του ότι οι προτάσεις που η αναιρεσίβλητη κατέθεσε και ήταν προαιρετικές δεν στρεφόταν και κατά της προσθέτως παρεμβάσας, με την έφεση δε και τους πρόσθετους λόγους, που η αναιρεσίβλητη άσκησε, επανέφερε την πιο πάνω ένσταση και κατά της παρεμβάσας εταιρίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2008 αίτηση της εταιρίας ΝΑΡΑ ΚΑΜΙΤΣΙΕ ΑΕ για αναίρεση της 5208/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει, για κάθε μέρος που είχε ξεχωριστή νομική εκπροσώπηση και συγκεκριμένα για την πρώτη σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ και για τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο από αυτούς σε επτακόσια (700) ευρώ ενιαία.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 24 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ