Supreme Court allows appeal on legal costs only, dismissing other arguments regarding evidence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision on legal costs. The appellants argued for a reversal based on procedural errors and evidence issues, while the insurance company contested the cost allocation. The court rejected the first three grounds as lacking merit or failing to meet statutory requirements but accepted the fourth, finding that the lower court incorrectly awarded costs without a specific request for such an award.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 K.P.D.; Art. 559 no. 9 K.P.D.; An appeal regarding evidence not proposed or evidence considered without proper proposal does not constitute a ground for appeal under Art. 559 no. 8; An appeal regarding legal costs is admissible if the lower court awarded costs contrary to a request for set-off or without a specific request for such award.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 724 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 724/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.....,2......., 3. ......., οι δεύτερος και τρίτη, για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του τέκνου τους ....., 4. ...... και 5. ....... .Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδάμ Αγγελόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων:1. ....... και 2. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Ζιούβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ο δε πρώτος παραστάθηκε και με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βλαδίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1941/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1961/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Για την πληρότητα του αναφερομένου στο άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει τα "πράγματα" δηλαδή τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν παραδεκτά και να αναφέρει ποιά επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Όμως δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της άνω διατάξεως και επομένως δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή περιστατικά επουσιώδη.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., γιατί έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από κανένα και συγκεκριμένα δέχτηκε, μολονότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ούτε στο πρωτοβάθμιο, ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρίστηκε τέτοια πράγματα, ότι α) δεν παρανεβλήθη ο πεζός στην πορεία του λεωφορείου και β) πρώτα χρονικά ο πεζός κατήλθε του πεζοδρομίου και άρχισε να διασχίζει κάθετα τη .... και ακολούθως το λεωφορείο εισήλθε σαυτή (.....), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου επί του ζητήματος της υπαιτιότητας, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασή τους, προέκυψαν από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού. Πέραν τούτου ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού από την επιτρεπτώς (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) γενομένη επισκόπηση των προτάσεων των εναγομένων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο προκύπτει, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι προέβαλαν προς υποστήριξη της μη υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού ότι ο πεζός έπεσε πάνω στο λεωφορείο στην πρώτη μπροστινή πόρτα δεξιά που είναι και η παραδοχή του Εφετείου.
ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην προβλεπομένη από το άρθρο 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη τα πρακτικά της υπ' αριθμόν 25.883/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την οποία με επίκληση οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και στην οποία υπήρχε ομολογία του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου ως κατηγορουμένου περί υπαιτιότητάς του στο επελθόν ατύχημα. Όμως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν συνάγεται ή όχι εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο δε εκ του άρθρου 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας δεν θεμελιώνεται αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως ομολογία.
Συνεπώς ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ελήφθη υπόψη από το Εφετείο.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον χρόνο κινήσεως του πεζού σε σχέση με την κίνηση του λεωφορείου και συγκεκριμένα εάν κινήθηκε προ του λεωφορείου ή αν επέπεσε επί του κινουμένου λεωφορείου.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Την 1.12.2001 και περί ώρα 09.45'πρωϊνή, το υπ' αριθ. .... Δ.Χ. αστικό λεωφορείο του Ο.Α.Σ.Α., το οποίο οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη των εναγομένων, ασφαλιστική εταιρία, εκτελούσε το δρομολόγιο από Αθήνα προς ...., κινούμενο με επιτρεπόμενη ταχύτητα (βάσει της ένδειξης της συσκευής του ταχογράφου του) 47 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, στον ειδικά διαμορφωμένο με αντιδρόμηση (δηλαδή με αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη των λοιπών οχημάτων) λεωφορειόδρομο των οδών .... - .....
των Αθηνών, με κατεύθυνση από ... προς...... και πλησίαζε στο ύψος της πλατείας Συντάγματος. Κατά τη στιγμή, που το παραπάνω αστικό λεωφορείο είχε διέλθει από τη διασταύρωση της οδού ..... μετά της οδού .... με πράσινη ένδειξη για τα αυτοκίνητα του επί της πορείας του υπάρχοντος, προ της εισόδου του στον εν λόγω κόμβο, φωτεινού σηματοδότη και είχε μόλις εισέλθει κανονικά στη λεωφόρο ... (αποτελούσα προέκταση της οδού .....), ο ......, ηλικίας 60 ετών, ο οποίος βρισκόταν πεζός στο εφαπτόμενο του προς .....
ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου ..... πεζοδρόμιο αυτής, από όπου διέρχεται ο άνω λεωφορειόδρομος, στο ύψος της συμβολής της με την οδό ...., προτιθέμενος να κατευθυνθεί από την πλατεία Συντάγματος προς τη λεωφόρο ...., ξεκίνησε να διασχίσει βιαστικά το οδόστρωμα του παραπάνω ρεύματος κυκλοφορίας μέσα στις εκεί υφιστάμενες διαγραμμισμένες διαβάσεις πεζών αλλά με κόκκινη για τους πεζούς ένδειξη του υπάρχοντος ρυθμιστικού της κυκλοφορίας φωτεινού σηματοδότη, ελέγχοντας μόνο την εκ δεξιών του κίνηση των αυτοκινήτων, ήτοι προς την αντίθετη από την πορεία του παραπάνω αστικού λεωφορείου κατεύθυνση και χωρίς να αντιληφθεί την εξ αριστερών του (λόγω της αντιδρομήσεως της οδού) διέλευση του τελευταίου, με αποτέλεσμα, αφού διήνυσε κάθετα μικρότερη του 1,5 μέτρου μήκους απόσταση επί του καταστρώματος του λεωφορειοδρόμου και από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση αυτού, να επιπέσει με το σώμα του στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα του διερχόμενου κατ' εκείνη τη στιγμή αστικού λεωφορείου, που είχε αρχίσει ήδη να περνάει από μπροστά του και να υποστεί από την πρόσκρουση αυτή βαριές κακώσεις κεφαλής και αυχένος, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος του.
Αποκλειστικά υπαίτιος του προπεριγραφέντος ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος θανάτου του υπήρξε ο ίδιος ο παθών, ο οποίος, επιδείξας απερισκεψία και έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, άρχισε να διασχίζει βιαστικά το οδόστρωμα, μη συμμορφωθείς προς την ερυθρά ένδειξη του επί της πορείας του υπάρχοντος φωτεινού σηματοδότη για τους πεζούς και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει με τη δέουσα επιμέλεια την κίνηση των οχημάτων και, να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακινδύνως και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους (παραβάσεις άρθρων 12 παρ.1, 38 παρ.4 εδ.
β' Κ. Ο.Κ.), όπως θα έπραττε κάθε συνετός πεζός υπό τις αυτές συνθήκες, προξενήσας, έτσι, δια της αμελούς συμπεριφοράς του, την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, δοθέντος ότι το προαναφερόμενο αστικό λεωφορείο δεν τον παρέσυρε, αλλά ο ίδιος επέπεσε στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα του, όπως αποδεικνύεται, εκτός των λοιπών στοιχείων, και από τα ανευρεθέντα επ' αυτής ίχνη τριβής επιδερμίδας και αποσπόγγιση σκόνης, που καταγράφονται στη συνταχθείσα συναφώς, από την επιληφθείσα του ατυχήματος διεύθυνση τροχαίας Αττικής της Ελληνικής Αστυνομίας, έκθεση αυτοψίας.
Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό του αστικού λεωφορείου ο οποίος, σημειωτέον, τόσο με την 25.883/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και με την 5.428/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της πρώτης τούτων, κηρύχθηκε αθώος της εναντίον του απαγγελθείσας κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σχετικά με το επίδικο ατύχημα), δεδομένου ότι αυτός, όπως προεκτέθηκε, έβαινε μέσα σε κατοικημένη περιοχή με ταχύτητα μικρότερη της εκεί επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων ωριαίως, οδηγούσε σε νηφάλια κατάσταση, αφού το αλκοτέστ, στο οποίο υποβλήθηκε από την τροχαία αμέσως μετά το ατύχημα, απέβη αρνητικό, κινείτο κανονικά με πράσινη ένδειξη του επί της πορείας του υφιστάμενου ρυθμιστικού της κυκλοφορίας σηματοδότη και, εξαιτίας της αιφνίδιας και απρόβλεπτης παρεμβολής στην πορεία του τού πεζού- και μάλιστα τη στιγμή, κατά την οποία το εμπρόσθιο τμήμα του μεγάλου μήκους οχήματος που οδηγούσε είχε διέλθει προ αυτού- δεν μπορούσε να πράξει ο,τιδήποτε προς αποτροπή του ατυχήματος ή μείωση των εξ αυτού ζημιών, διότι, εξαιτίας της κατά τα άνω ξαφνικής επιπτώσεως του θύματος στην εμπρόσθια πόρτα της δεξιάς πλευράς του λεωφορείου, δεν είχε στην διάθεση του τον απαιτούμενο για αποτελεσματική αντίδραση χρόνο.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή. Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα του πεζού και τη μη υπαιτιότητα του οδηγού του λεωφορείου.
Δεν συνιστά δε αντίφαση η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο πεζός ξεκίνησε να διασχίσει βιαστικά το οδόστρωμα του παραπάνω ρεύματος κυκλοφορίας μέσα στις εκεί υφιστάμενες διαγραμμισμένες διαβάσεις πεζών χωρίς να αντιληφθεί την εξ αριστερών του διέλευση του τελευταίου με αποτέλεσμα αφού διήνυσε κάθετα μικρότερη του 1,5 μ.
απόσταση να επιπέσει στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα του λεωφορείου, προς την παραδοχή ότι ο πεζός παρενεβλήθη της πορείας του ανωτέρω οχήματος καθ' ην στιγμήν το εμπρόσθιο τμήμα αυτού είχε διέλθει προ αυτού (πεζού) αφού και με τις δύο παραδοχές του καταλήγει ότι ο πεζός δεν παρασύρθηκε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, αλλά ότι ο παθών κινούμενος επί της διαβάσεως πεζών και έχοντας διανύσει απόσταση μικρότερη του 1,5 μ.
επέπεσε στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα του λεωφορείου, το οποίο εκινείτο κανονικά επί της λεωφορειολωρίδας με πράσινη ένδειξη του ρυθμιστικού σηματοδότη, σε αντίθεση με τον πεζό.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. IV.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη".
Ο ως άνω λόγος αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (Κ.Πολ.Δ. 106) σύμφωνα με την οποία "το δικαστήριο ενεργεί ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".
Τυπική προϋπόθεση του ως άνω λόγου είναι η νόμιμη προβολή του ισχυρισμού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό. Ουσιαστική προϋπόθεση του λόγου αυτού είναι η επιδίκαση μη αιτηθέντος ή πλέον του αιτηθέντος ή άφεση αιτήσεως αδικάστου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδοντας ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη ισχυρίζεται ότι χωρίς αίτημα των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί καταδίκης τους στη δικαστική δαπάνη (αλλά αντίθετα με αίτημα συμψηφισμού αυτής μεταξύ των διαδίκων) η προσβαλλόμενη απόφαση τους καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής τους.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού πράγματι όπως προκύπτει, τόσο από το με ημερομηνία 08.07.05 εφετήριο, όσο και τις με ημερομηνία 09.11.05 προτάσεις των ως άνω ενώπιον του Εφετείου η επισκόπηση των οποίων γίνεται παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν υπέβαλαν αίτημα καταδίκης των ήδη αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη, αλλά αίτημα συμψηφισμού αυτής, μεταξύ των διαδίκων.
V.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την δικαστική δαπάνη, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασης το ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ηττώνται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Αναιρεί την 1961/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
-
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
-
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ