Supreme Court dismisses appeal for vagueness regarding substantive law violations and evidence rules under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision on April 2, 2007. The appellant argued that the lower court violated substantive law and evidence rules but failed to specify the exact legal provisions and factual premises involved. The court ruled that these grounds were inadmissible because they lacked the required specificity mandated by the Civil Procedure Code to identify the precise legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1), 559(19), 559(20), 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must clearly identify the specific substantive law provision violated and the factual basis for the error, otherwise it is inadmissible for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 724 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 724/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ο.Ε. με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", που εδρεύει στο ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φίλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 9426/2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1522/2003 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 7828/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ εις το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αν δε απέρριψε την αγωγή γενικώς τον ισχυρισμόν ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή εάν έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των προκύπτει ή αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποίον δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά των (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, σε σχέση με την επίδικη αναγνωριστική αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης για παράβαση όρων και συμφωνιών εργολαβικού συμβολαίου, και, περαιτέρω, ότι δέχθηκε αντίθετες "εκδοχές" περί των εννόμων αποτελεσμάτων των αναγνωριστικών αγωγών, παραβιάζοντας την αρχή της ισότητας και της δικαιοσύνης, και ότι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, ο πρώτος λόγος, διότι αφενός δεν αναφέρεται σ' αυτόν η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, αφετέρου δεν αναφέρονται οι παραδοχές του Εφετείου, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, ενώ, σε σχέση με την παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, δεν αναφέρονται ποιες είναι οι αντίθετες αιτιολογίες (και όχι αντίθετες εκδοχές επί νομικού ζητήματος) της προσβαλλόμενης επί του ίδιου ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν αποτελεί όμως έγγραφο, κατά την έννοια των ως άνω άρθρων και, επομένως, δεν ιδρύει λόγο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία επιλύει νομικό ζήτημα, ως προς το νόημα και περιεχόμενο που δίδει σ' αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 13/1994 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ως προς το ζήτημα αν υπάρχει ή όχι όχληση του οφειλέτη σε περίπτωση ασκήσεως κατ' αυτού αναγνωριστικής αγωγής, ώστε να δημιουργείται υποχρέωση αυτού προς καταβολή τόκων υπερημερίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα δέχθηκε αυτή ότι δεν έπρεπε να επιδικασθούν τόκοι με την 10019/1999 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ποιο αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, ποια αποδεικτική δύναμη αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της 7828/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ