Legislator Case Law & Legislation
723/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative court ruling on lottery winnings statute of limitations validity.

Case Number 723/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Administrative Court's decision regarding the statute of limitations for lottery winnings. The appellant argued the Ministry's short limitation period was invalid due to exceeding legislative authorization limits, while the respondent maintained the administrative act was lawful. The Court found the administrative act valid and within its authority, but reversed the lower court's application of the general five-year limitation period, ordering a remand for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3 of Law 339/1936 and 2 of Law 2038/1939; Article 90 of Law 2382/1995: An administrative act establishing a short limitation period for state lottery winnings, issued under specific authorization, is valid and does not exceed legislative limits, requiring the application of the specific six-month limitation for heirs rather than the general five-year period.

Keywords

AI generated
statute of limitations state lottery winnings administrative act validity legislative authorization heir rights Supreme Court appeal remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of Law 339/1936
Article 2 of Law 2038/1939
Article 90 of Law 2382/1995
Article 18 of Law 10.7.1929
Article 93 of Presidential Decree 284/1988

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 723 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 723/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ν. του Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Αμαλία Ρομπόκη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 15-1-2019, όπως προκύπτει από την από 26-1-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ... και κληρονομήθηκε από τους Δ. Ν. και Α. Σ. Ν., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2012 αγωγή του αρχικού διαδίκου Σ. Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2197/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1427/2018 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-6-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1251/2021, ΑΠ 102/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε η δικηγόρος Αμαλία Ρομπόκη, η οποία δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος Σ. Ν. απεβίωσε στις 15.1.2019, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίσης αίτησης αναίρεσης, και προσκόμισε την από 26-1-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ....

Περαιτέρω, δήλωσε ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου του αναιρεσίβλητου συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι τα τέκνα του Δ. Ν. και Α.-Σ. Ν. (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. .../2021 πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών του Δήμου Κεντρικής ... και ..., τα υπ' αριθ. πρωτ. .../2021 και .../2021 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου ..., και το υπ' αριθ.

πρωτ. .../2021 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου ...). Κατόπιν τούτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς. Ο αρχικώς ενάγων, Σ. Ν., με την από 11.6.2012 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εξέθετε ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2011 αγόρασε ένα ακέραιο γραμμάτιο Λαϊκού Λαχείου, αποτελούμενο από πέντε επιμέρους γραμμάτια με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ και Ε, σειράς 001, 37ης κλήρωσης και με αριθμό ..., από πρακτορείο λαχείων στην ....

Ότι κατά την κλήρωση της 13-9-2011 το ως άνω ακέραιο γραμμάτιο κληρώθηκε και κέρδισε το ποσό των 75.000 ευρώ. Ότι στα μέσα Απριλίου του έτους 2012 κατά τη διάρκεια επισκέψεώς του στο πρακτορείο που είχε αγοράσει το εν λόγω λαχείο, η πράκτορας τον ενημέρωσε ότι αυτό είχε κερδίσει, γεγονός που ο ίδιος αγνοούσε. Ότι κατόπιν επικοινωνίας της πράκτορος με τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων του Υπουργείου Οικονομικών, πληροφορήθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η καταβολή του αντιτίμου του κέρδους, διότι το δικαίωμά του είχε παραγραφεί στις 13-1-2012, τα δε κέρδη είχαν περιέλθει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Ότι αυτός είναι ηλικίας 68 ετών, διαμένει 15 χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο της πόλης της ..., ενώ μένει μόνος του μετά το θάνατο της γυναίκας του, αντιμετωπίζοντας χρόνια σοβαρά προβλήματα υγείας καρδιολογικής, αλλά και ψυχιατρικής φύσης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφό της (αγωγής), λόγω των οποίων έχει κριθεί ανάπηρος σε ποσοστό 80% και έχει λάβει σύνταξη αναπηρίας.

Ότι η ψυχική του υγεία επιδεινώθηκε ραγδαία μετά το θάνατο της συζύγου του το έτος 2005, τη σοβαρότατη ασθένεια του γαμπρού του, ο οποίος διεγνώσθη το 2010 ότι πάσχει από λευχαιμία καθώς και την ψυχική ασθένεια της κόρης του, που υποφέρει από βαρύτατη συναισθηματική διαταραχή. Ότι η μη ομαλή ψυχική του κατάσταση, σε συνδυασμό και με τη δυσμενή κατάσταση της σωματικής του υγείας, συνιστά αντικειμενικά λόγο ανωτέρας βίας, αφού δεν θα ήταν δυνατό με κάθε ανθρώπινη προσπάθεια να την αποτρέψει, δεδομένου ότι η διαταραχή του ψυχικού κόσμου καθώς και η θεραπεία αυτού, αποτελεί γεγονός το οποίο δεν μπορεί να εξαρτηθεί αποκλειστικά από την επιμέλεια και την προσπάθεια του ασθενούς, αλλά καθορίζεται από έναν συνδυασμό παραγόντων.

Ότι η κατάσταση της υγείας του αποτέλεσε εμπόδιο στο να αντιληφθεί την κερδοφορία του λαχνού που είχε αγοράσει και να εμφανιστεί, είτε αυτοπροσώπως είτε δια αντιπροσώπου, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των τεσσάρων μηνών και να ζητήσει την καταβολή των κερδών του ακέραιου γραμματίου του Λαϊκού Λαχείου που κατείχε.

Ότι κατά συνέπεια αναστέλλεται η προαναφερόμενη προθεσμία, καθόσον χρόνο διήρκησε ο λόγος ανωτέρας βίας, ήτοι από τα μέσα του έτους 2010 έως και τις 24 Μαϊου 2012. Ότι, περαιτέρω, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του α.ν. 339/1936 "περί κρατικών λαχείων" και του α.ν. 2038/1939 "περί τροποποιήσεως των διατάξεων περί κρατικών λαχείων", εκδόθηκε η υπ' αριθμ.7195/17-12-2010 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών "περί του τρόπου λειτουργίας του Λαϊκού Λαχείου" που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ.Β' 2171/2010) και η οποία στο άρθρο 16 ορίζει ότι "παραγραφή κερδών:

Το δικαίωμα για την είσπραξη του κέρδους κάθε κλήρωσης του Λαχείου παραγράφεται μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία διεξαγωγής της κλήρωσης..". Ότι η ως άνω Υπουργική Απόφαση, με την προαναφερθείσα ρύθμιση, συνιστά υπέρμετρη σύντμηση των προθεσμιών του ΑΚ και του ν. 2362/1995, κείται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και είναι ανίσχυρη, ενώ κατά το μέτρο που περιορίζει υπέρμετρα και αναιτιολόγητα τα δικαιώματα του νόμιμου δικαιούχου για την απόληψη των κερδών του λαχείου, έχει τεθεί καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών στις συναλλαγές.

Με βάση τα παραπάνω, o άνω ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 75.000 ευρώ που έχει κερδίσει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2197/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία αυτή (αγωγή) απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, κατόπιν α) παραδοχής και ως ουσία βάσιμης της προβληθείσας από το εναγόμενο ένστασης τετράμηνης παραγραφής της ένδικης αξίωσης, και β) απορρίψεως ως ουσία αβάσιμης της προβληθείσης από τον ενάγοντα, καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, αντένστασης περί αναστολής της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής λόγω ανωτέρας βίας, κατ' άρθρο 255 ΑΚ.

Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε ο ενάγων την από 23.12.2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1427/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη η έφεση του ενάγοντος, αφού κρίθηκε ότι η προαναφερθείσα υπουργική απόφαση κείται εκτός των ορίων της εξουσιοδότησης του σχετικού αναγκαστικού νόμου και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη, με συνέπεια να μην ισχύει η άνω τετράμηνη παραγραφής της ένδικης αξίωσης, αλλά η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 του Ν. 2382/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών ..." πενταετής παραγραφή, που δεν είχε παρέλθει κατά την άσκηση της αγωγής.

Κατόπιν αυτών και αφού κρίθηκε ότι μετά από τα παραπάνω παρέλκει η εξέταση της προβληθείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσας με σχετικό λόγο έφεσης από τον ενάγοντα αντένστασης περί αναστολής της παραγραφής της ένδικης αξίωσής του, ως άνευ αντικειμένου, εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσίαν η αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει στον ενάγοντα το ποσόν των 75.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε το εναγόμενο την υπό κρίση από 6.6.2018 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι αφορούν μόνο την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεσή τους. 2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της.

Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό". Με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, με νομοθετική προς τούτο εξουσιοδότηση, απευθυνόμενη κατ` αρχήν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος και ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων.

Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική επομένως διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, άσχετα αν είναι ευρεία ή στενή, δηλαδή αν περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Η ευρύτητα έτσι της εξουσιοδότησης δεν επηρεάζει το κύρος της, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο. Νομοθετική εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, προκειμένου όμως να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με "τεχνικό" ή "λεπτομερειακό" χαρακτήρα, νοούνται δε ως ειδικότερα θέματα εκείνα τα οποία αποτελούν κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης (ΟλΣτΕ 1776/2007).

Απαιτείται επομένως στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ' ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.

Μάλιστα οι ουσιαστικές αυτές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου, όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων, σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 1210/2010, ΟλΣτΕ 1892/2010, Ολ. ΑΠ 2/2021, ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 648/2011). Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης, είναι νομικά ανίσχυρες (Ολ.

ΑΠ 11/2017). Εξάλλου, στο άρθρο 3 του α.ν. 339/1936 "περί κρατικών λαχείων" ορίζεται ότι "Η εν γένει διαχείριση και υπηρεσία πάντων των κρατικών λαχείων, τελεί υπό την ανώτατη εποπτεία και έλεγχο του Υπουργού Οικονομικών", στο δε άρθρο 2 του α.ν. 2038/1939 "περί τροποποιήσεως των διατάξεων περί κρατικών λαχείων", ορίζεται ότι "1.

Η Διοικούσα Επιτροπή των Κρατικών Λαχείων αποτελεί γνωμοδοτικόν συμβούλιον, όπερ γνωμοδοτεί επί παντός θέματος αναφερομένου εις την διοίκησιν εν γένει και την διαχείρισιν των Κρατικών Λαχείων, είτε οίκοθεν, είτε προκαλούμενον υπό του Υπουργού των Οικονομικών, όστις τελικώς αποφασίζει επί παντός θέματος αφορώντος τα Κρατικά Λαχεία. 2.

Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται δια πράξεως αυτού να αναθέτη εις την Διοικούσαν Επιτροπήν την αρμοδιότητα να αποφασίζη επί θεμάτων αναγομένων εις τα της διοικήσεως και διαχειρίσεως των Κρατικών Λαχείων εξαιρέσει των κάτωθι θεμάτων: α) του εφαρμοστέου εκάστοτε συστήματος Λαχείου και του τρόπου της λειτουργίας αυτού, β) της συστάσεως πρακτορείων λαχείων, της εγκρίσεως ή τροποποιήσεως του κανονισμού της λειτουργίας των λαχείων, γ) του διορισμού πρακτόρων, και δ) του τρόπου και του χρόνου της αποδόσεως των εκ των λαχείων εσόδων εις τα δικαιούχα Ταμεία ή Οργανισμούς, δι' α θέματα αποφασίζει ο Υπουργός των Οικονομικών μετά γνώμην της Διοικούσης Επιτροπής".

Ακόμη, στο άρθρο 93 του π.δ. 284/1988 "Οργανισμός Υπουργείου Οικονομικών" ορίζεται ότι "1.- Η Επιτροπή Διοίκησης Κρατικών Λαχείων (Α.Ν.339/1936 - ΦΕΚ.512/Α- και κ.υ. απόφασης 0.208/181/1982 - ΦΕΚ.214/Β) συγκροτείται από: .... 2.- Η Επιτροπή Διοίκηση Κρατικών Λαχείων αποφασίζει για όλα τα θέματα, που αναφέρονται στη διοίκηση και διαχείριση των Κρατικών Λαχείων, με εξαίρεση:

α) Το σύστημα λαχείου και τον τρόπο λειτουργίας αυτού, που εφαρμόζεται κάθε φορά. β) Τη σύσταση πρακτορείων λαχείων και την έγκριση η τροποποίηση του κανονισμού λειτουργίας των λαχείων. γ) Το διορισμό πρακτόρων και δ) Τον τρόπο και το χρόνο απόδοσης εσόδων από τα λαχεία στα Ταμεία ή Οργανισμούς. Για όλα τα παραπάνω θέματα αποφασίζει ο Υπουργός των Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής.

Τέλος, στο άρθρο 28 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Κανονισμού Ίδρυσης και Λειτουργίας Πρακτορείων Κρατικών Λαχείων (Υπουργική Απόφαση 1053068/33/Α0013/1997, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω α.ν. 339/1936 "περί Κρατικών Λαχείων" και του ως άνω άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 2038/1939 "Περί τροποποιήσεως των διατάξεων περί Κρατικών Λαχείων, ορίζεται ότι: "2.

Η πληρωμή των κερδών των γραμματίων των λαχείων γίνεται μέσα στις προθεσμίες που είναι γραμμένες σ' αυτά... 3. Δε γίνεται πληρωμή των κερδών μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, εκτός από τις περιπτώσεις που το ποσό του κέρδους έχει κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για λογαριασμό εκείνου που θα αναγνωρισθεί ως δικαιούχος με δικαστική απόφαση.".

Με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, καθώς και α) την αριθμ. Μ 6155/1941 Υ.Α. "περί καταργήσεως του Μεγάλου Πολεμικού Λαχείου και μετονομασίας του Λαχείου του Στόλου εις Λαϊκόν Λαχείον", και β) την αριθμ. Δ641142500ΕΞ 2010 κοινή απόφαση Πρωθυπουργού και Υπουργού Οικονομικών "Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών Δημήτριο Κουσελά", εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7195/2010 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών "Τρόπος λειτουργίας του Λαϊκού Λαχείου από 1.1.2011", που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τ.

Β' 2171/31.12.2010), και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δεδομένου ότι με τη παρ.1 του δεύτερου άρθρου του Ν.4183/2013 "Κύρωση της Σύμβασης Παραχώρησης του αποκλειστικού δικαιώματος παραγωγής, λειτουργίας, κυκλοφορίας, προβολής και διαχείρισης των Κρατικών Λαχείων και άλλες διατάξεις" και έναρξη ισχύος από 29/08/2013, ορίζεται ότι: "1.

Αναστέλλεται, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Παραχώρησης, όπως αυτή ορίζεται στο κείμενο της Σύμβασης Παραχώρησης που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του παρόντος και μέχρι τη με οποιονδήποτε τρόπο λήξη της Σύμβασης Παραχώρησης, η ισχύς των κάτωθι διατάξεων, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν:...(ια) της υπουργικής απόφασης 7195/2010 "Τρόπος λειτουργίας του Λαϊκού Λαχείου από 1.1.2011" (Β`2171).

Με την απόφαση αυτή ρυθμίστηκε ο τρόπος λειτουργίας του Λαϊκού Λαχείου από 1.1.2011, περιλαμβάνων τον χρόνο των κληρώσεων του Λαχείου (παρ. 1), την εκτύπωση και κυκλοφορία του Λαχείου (παρ. 2), τα χαρακτηριστικά των γραμματίων (παρ. 3), την πώληση του Λαχείου με μετρητά (παρ. 4), την τιμή των γραμματίων (παρ. 5), την προμήθεια των πωλητών (παρ. 6), το ΙΚΑ των λαχειοπωλών (παρ. 7), τα διανεμητέα κέρδη (παρ. 8), τα κέρδη των λαχνών (παρ. 9), τον τρόπο κλήρωσης (παρ. 10), την κατανομή των κερδών του τριδύμου λαχνού (παρ. 11), την πρόσθετη χρηματοδότηση του "μεγάλου λαχνού" της κλήρωσης (παρ. 12), τη μεταφορά ποσού αδιαθέτων κερδών τρίδυμου λαχνού (παρ. 13), τις ειδικές κληρώσεις Λαϊκού Λαχείου (παρ. 14), την πληρωμή κερδών (παρ. 15), την παραγραφή των κερδών (παρ. 16), την αναβολή-ματαίωση της κλήρωσης (παρ. 17), την επιστροφή αδιάθετων γραμματίων (παρ. 18), την παρακαταθήκη γραμματίων (παρ. 19), και τις παραστάσεις των γραμματίων (παρ. 20).

Καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κερδών, ρητά ορίσθηκε στην παρ. 16 ότι: "16. Παραγραφή κερδών: Το δικαίωμα για την είσπραξη κέρδους κάθε κλήρωσης του λαχείου παραγράφεται μετά από πάροδο τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία διεξαγωγής της κλήρωσης. Το ποσόν των κερδών που δεν πληρώνονται στους τυχερούς (παραγραφές) περιέρχεται σαν τακτικό έσοδο στον Κρατικό Προϋπολογισμό.".

Από όλες τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει σαφώς ρητή ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Οικονομικών να ρυθμίσει με απόφασή του τα θέματα της διαχείρισης των Κρατικών Λαχείων, σκοπός των οποίων είναι, μεταξύ άλλων, η ταχεία και ασφαλής εκκαθάριση των σχετικών κερδών, ώστε να επακολουθήσει σωστός προγραμματισμός.

Η παραγραφή του δικαιώματος είσπραξης κερδών από Κρατικά Λαχεία εντάσσεται στην έννοια της διαχείρισης, ως αποσκοπούσα στην επίτευξη ενός βασικού στόχου της διαχείρισης που είναι η ταχεία και ασφαλής εκκαθάριση των κερδών. Ως εκ τούτου, η υπ' αριθ. 7195/2010 Υ.Α., με την οποία ορίσθηκε τετράμηνη παραγραφή είσπραξης των κερδών του Λαϊκού Λαχείου, εκδόθηκε μετά από ειδική εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 3 του α.ν. 339/1936, του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του α.ν. 2038/1939 και του άρθρου 93 του π.δ. 284/1988, ως περιλαμβανόμενη στην έννοια της διαχείρισης των Κρατικών Λαχείων από τον Υπουργό των Οικονομικών, στον οποίο ρητά παρασχέθηκε η αρμοδιότητα να "αποφασίζει επί παντός θέματος αφορώντος τα Κρατικά Λαχεία", καθώς και για τον τρόπο και χρόνο απόδοσης "των εκ των λαχείων εσόδων εις τα δικαιούχα Ταμεία ή Οργανισμούς".

Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι ανέκαθεν ίσχυε βραχυχρόνια παραγραφή είσπραξης των κερδών των Κρατικών Λαχείων, προς εξυπηρέτηση του άνω σκοπού, δηλαδή της ταχείας και ασφαλούς εκκαθάρισης των κερδών, της σχετικής προθεσμίας αναγραφομένης και στα γραμμάτια των λαχείων. Συγκεκριμένα, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΓΚΔ'/1904 "Περί συστάσεως Λαχείου του Εθνικού Στόλου" ορίσθηκε ότι "Επιτρέπεται ίνα διά Β. Διατάγματος συσταθή χρηματικόν λαχείον υπό τον τίτλον "Λαχείον υπέρ του Εθνικού Στόλου της Ελλάδος", υπαγόμενον εις την άμεσον διεύθυνσιν και εποπτείαν του Υπουργού των Οικονομικών", κατά δε το άρθρο 6 του ίδιου νόμου "Η πληρωμή των αμοιβών των κληρουμένων λαχνών γίνεται παρά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος δια χρηματικού εντάλματος, εκδιδομένου υπό του Υπουργού των Οικονομικών, επί τη προσαγωγή των κληρωθέντων γραμματίων και επ' ονόματι του κατόχου αυτών, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 11 του νόμου ΒΨΟΔ'της 16 Δεκεμβρίου 1900.

Αμοιβαί, ων δεν εζητήθη η πληρωμή εντός έτους από της κληρώσεως, παραγράφονται υπέρ του Ταμείου του Εθνικού Στόλου". Στη συνέχεια, με το άρθρο 18 του νομοθετικού διατάγματος της 10.7.1929 "περί καθορισμού του τρόπου διοικήσεως και λειτουργίας του λαχείου υπέρ του Εθνικού Στόλου και των Αρχαιοτήτων της Ελλάδος", που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, δεδομένου ότι και η ισχύς του άνω ν.δ.

ανεστάλη από 29.8.2013 με την παρ. 1 του δεύτερου άρθρου του ν. 4183/2013, ορίσθηκε ότι "Προθεσμία παραγραφής των κληρουμένων γραμματίων των Λαχείων ορίζεται εξάμηνος αρχομένη από της επιούσης εκάστης κληρώσεως", προθεσμία που ίσχυε έκτοτε μέχρι την έκδοση της άνω Υ.Α. Όπως δε προαναφέρθηκε, με την υπ' αριθμ. Μ 6155/1941 Υ.Α.

το Λαχείο του Στόλου μετονομάσθηκε σε Λαϊκό Λαχείο.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση ίσχυε εν προκειμένω η ειδική αυτή εξάμηνη προθεσμία παραγραφής των κληρουμένων γραμματίων των Λαχείων, αρχομένη από την επομένη κάθε κληρώσεως και όχι η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 του ν. 2382/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" γενική πενταετής παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, ενόψει και του με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του άνω νόμου, ρητά ορίζεται ότι οι απαιτήσεις κατά του Δημοσίου παραγράφονται μετά πέντε έτη, εφόσον άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζει βραχύτερο χρόνο παραγραφής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αρχικώς ενάγοντος, στηριζόμενη στην κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκδοθείσα υπ' αριθ. 7195/2010 Υ.Α., ισχυριζόμενο ότι ο χρόνος της παραγραφής του δικαιώματός του να εισπράξει το κέρδος του άρχισε από την επομένη της διεξαγωγής της κλήρωσης του Λαϊκού Λαχείου στις 13.9.2011 και είχε συμπληρωθεί στις 13.1.2012, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μεταγενέστερα και δη την 29.6.2012.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 2197/2016 απόφασή του δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι η υπ' αριθ. 7195/2010 Υ.Α., ρυθμίζοντας στην παρ. 16 το χρονικό διάστημα εντός του οποίου υπάρχει δυνατότητα είσπραξης των κερδών από λαχείο κατόπιν κλήρωσης, κείται εντός της παραχωρηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθώς η παραγραφή του δικαιώματος είσπραξης των κερδών από λαχείο ανάγεται στην ευρύτερη έννοια της "διαχείρισης" των θεμάτων του κρατικού λαχείου, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους αντίθετους ισχυρισμούς του ενάγοντος και δη αφενός μεν ότι η άνω Υ.Α.

κείται εκτός της παραχωρηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης και αφετέρου ότι η προαναφερόμενη προθεσμία των 4 μηνών έχει τεθεί καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών. Αφού δε απέρριψε ως ουσία αβάσιμη και την προβληθείσα από τον ενάγοντα αντένσταση περί αναστολής της παραγραφής του δικαιώματός του για είσπραξη των κερδών του λαχείου λόγω ανωτέρας βίας, απέρριψε τελικά ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή.

Με την από 23.12.2016 έφεσή του παραπονέθηκε ο ενάγων για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος με το σχετικό λόγο της έφεσής του ότι η προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση παραγραφής έπρεπε να απορριφθεί και να γίνει δεκτή η αγωγή του. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε το λόγο αυτό ως βάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2011 ο εκκαλών αγόρασε ένα ακέραιο γραμμάτιο Λαϊκού Λαχείου, αποτελούμενο από πέντε επιμέρους γραμμάτια με τα στοιχεία σειράς 001, 37ης κλήρωσης και με αριθμό ..., από πρακτορείο λαχείων στην ....

Κατά την κλήρωση της 13-92011 το ως άνω ακέραιο γραμμάτιο κληρώθηκε ως κερδοφόρο για ποσό των 75.000 ευρώ. Μέσα Απριλίου του έτους 2012 κατά τη διάρκεια επισκέψεως του στο άνω πρακτορείο, όπου είχε αγοράσει το εν λόγω λαχείο, η πράκτορας τον ενημέρωσε ότι αυτό είχε κερδίσει, γεγονός, το οποίο αυτός αγνοούσε μέχρι τότε.

Κατόπιν επικοινωνίας της άνω πράκτορος με τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων του Υπουργείου Οικονομικών, πληροφορήθηκε αυτός ότι δεν ήταν δυνατή η καταβολή του αντιτίμου του κέρδους, διότι το δικαίωμα του είχε παραγραφεί στις 13-1-2012, τα δε κέρδη είχαν περιέλθει στο εφεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο. Όμως,... η εν λόγω Υπουργική απόφαση κείται εκτός των ορίων της εξουσιοδότησης του σχετικού αναγκαστικού νόμου και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη, αφού με αυτόν (εξουσιοδοτικό νόμο) δεν χορηγείται ρητή και ειδική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών να προβλέψει χρονικό όριο διάρκειας του ένδικου δικαιώματος (είσπραξη από τον εκκαλούντα του κέρδους του λαχείου εντός τεσσάρων μηνών από την κλήρωσή του), και κατά συνέπεια να ρυθμίσει ζητήματα που άπτονται του δικαιώματος δικαστικής επιδίωξης του ένδικου δικαιώματος, μη αρκούσης προς τούτο της χορηγούμενης σε αυτόν με βάση τον άνω εξουσιοδοτικό νόμο γενικής εξουσίας να ρυθμίζει τα θέματα της διοικήσεως και της εν γένει διαχειρίσεως των κρατικών λαχείων.

Με τα δεδομένα αυτά η εκκαλουμένη απόφαση που σε αντίθετο δικανικό πόρισμα κατέληξε, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της, ότι ο εν λόγω Υπουργός με την έκδοση της άνω Υπουργικής απόφασης κινήθηκε εντός των ορίων του ως άνω εξουσιοδοτικού νόμου, και κατά συνέπεια δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση του εκκαλούντος έχει υποκύψει στην τετράμηνη παραγραφή (κατά νομική ακριβολογία ότι το ένδικο δικαίωμα αποσβέσβηκε), δεχόμενη έτσι ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προβαλλόμενη από το εφεσίβλητο ένσταση τετράμηνης παραγραφής της ένδικης αξίωσης, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κρινόμενη αγωγή, έσφαλε κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η προβαλλόμενη από το εφεσίβλητο ένσταση τετράμηνης παραγραφής ισχύουσας εν προκειμένω κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της ειδικής για το εφεσίβλητο πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης. Σημειώνεται, ακόμη, ότι μετά από όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω η εξέταση της προβαλλόμενης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα αντένστασης περί αναστολής της παραγραφής της ένδικης αξίωσής του καθίσταται ως άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου η εξέτασή της παρέλκει.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη (άρθρο 535 ΚΠοΔ), να κρατηθεί προς εκδίκαση η αγωγή στο παρόν Δικαστήριο και αφού γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιοι υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 75.000 ευρώ, ατόκως...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι δηλαδή για την ένδικη αξίωση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων δεν ισχύει η καθοριζόμενη με την άνω υπ' αριθ. 7195/2010 Υ.Α. βραχυχρόνια τετράμηνη παραγραφή, αλλά η γενική πενταετής παραγραφή του άρθρου 90 του ν. 2352/1995, λόγω του ότι η εν λόγω Υπουργική απόφαση κείται εκτός των ορίων της εξουσιοδότησης του σχετικού αναγκαστικού νόμου και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη, και δέχθηκε στη συνέχεια τον σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος, παραβίασε ευθέως αφενός μεν τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 3 α.ν. 339/1936 και 2 παρ. 1 και 2 του α.ν. 2038/1939 και της βάσει αυτών εκδοθείσας υπ' αριθ. 7195/2010 Υ.Α., τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η άνω Υ.Α., με την οποία ορίσθηκε τετράμηνη παραγραφή είσπραξης των κερδών του Λαϊκού Λαχείου, εκδόθηκε μετά από ειδική εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 3 του α.ν. 339/1936, του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του α.ν. 2038/1939 και του άρθρου 93 του π.δ. 284/1988, ως περιλαμβανόμενη στην έννοια της διαχείρισης των Κρατικών Λαχείων και συνεπώς δεν είναι ανίσχυρη, αφετέρου δε και σε κάθε περίπτωση τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν.δ.

της 10.7.1929 και του άρθρου 90 του ν. 2382/1995, με τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 του ν.δ. της 10.7.1929, ενώ ήταν εφαρμοστέα και την εφαρμογή της διάταξης άρθρου 90 του ν. 2382/1995, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, εν προκειμένω ίσχυε, σε κάθε περίπτωση, η ειδική εξάμηνη προθεσμία παραγραφής των κληρουμένων γραμματίων των Λαχείων και όχι η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 του ν. 2382/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" γενική πενταετής παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου.

Επομένως, τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους καταλογίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, ενόψει και του ότι δεν ερευνήθηκε η προβληθείσα από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων αντένσταση αναστολής της παραγραφής της ένδικης αξίωσής του, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1427/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ