Legislator Case Law & Legislation
723/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence distortion claim, ruling it is an unreviewable fact-finding error.

Case Number 723/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a loan dispute. The appellant argued the Court of Appeal distorted bank documents proving loan repayment, but the Court found this constituted an unreviewable assessment of facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's costs were transferred to the State Fund due to the appellants' absence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the distortion of evidence is inadmissible if the lower court merely considered the document alongside other evidence without excluding it as the sole basis for its finding, as this constitutes an unreviewable assessment of facts rather than a legal error.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of evidence unreviewable fact finding bank documents loan repayment code of civil procedure state fund costs

Cited Legislation

AI generated
Article 122 of the Code of Civil Procedure
Article 128(4) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(3) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 723 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 723/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργαλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. (J.) Ά. (A.) Κ. (C.) συζύγου Ρ. (R.) Β. (V.), το γένος Λ. (L.) Γ. (W.), 2) Ρ. (R.) Β. (V.) Κ. (C.) του Σ. (C.), κατοίκων ... ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Aπό τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 1985Δ' και 1986Δ'/7-7-2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Καβάλας, Σ. Α., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους (άρθρ. 122 επ., 128 παρ. 4, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). IΙ. Με την κρινόμενη από 15-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 228/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 191/2014 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που είχε κάνει δεκτή την από 19-11-2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής των αναφερομένων ποσών, λόγω μη απόδοσης του αναφερομένου δανείου.

Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 382/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι Βρετανοί υπήκοοι και κατοικούσαν στη Μεγάλη Βρετανία. Το έτος 2004 αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα και ειδικότερα στο νησί της .... Για το λόγο αυτό επισκέφθηκαν τον εναγόμενο, ομόρρυθμο εταίρο της εταιρίας με την επωνυμία "..." και έδρα το ... ..., με αντικείμενο παροχή μεσιτικών υπηρεσιών, επένδυση και αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας και του ανέθεσαν προφορικώς να μεριμνήσει για την εξεύρεση οικοπέδου στο νησί, όπου σκόπευαν στη συνέχεια να ανεγείρουν κατοικία, με μέριμνα του εναγομένου.

Προκειμένου να καταστεί εφικτή η εκτέλεση της εντολής, οι ενάγοντες χορήγησαν στον εναγόμενο το με αριθμό .../10-9-2004 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ... Ρ. Τ., σύμφωνα με το οποίο του παρείχαν, μεταξύ άλλων, την εντολή και πληρεξουσιότητα να αγοράζει στο όνομα και για λογαριασμό τους κατ' ισομοιρίαν για τον καθένα, οποιοδήποτε ακίνητο, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, να διεκπεραιώνει οποιαδήποτε διαδικασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση της εντολής και να τους εκπροσωπεί έναντι οποιωνδήποτε αρχών.

Επίσης οι διάδικοι, στις 6-10-2004 άνοιξαν τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό σε ευρώ στην πρώην ... Τράπεζα και στις 6-10-2005 τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό στην ίδια τράπεζα, σε συνάλλαγμα και συγκεκριμένα σε λίρες Αγγλίας, με δικαιούχους και τους τρεις διαδίκους. Στους λογαριασμούς τους οι ενάγοντες κατέθεταν διάφορα χρηματικά ποσά, κυρίως στον δεύτερο σε λίρες Αγγλίας, τα οποία στην τελευταία περίπτωση μεταφέρονταν στο λογαριασμό που τηρούσαν οι διάδικοι σε ευρώ.

Από το λογαριασμό σε ευρώ ο εναγόμενος προέβαινε σε τμηματικές αναλήψεις, με τη χρήση του βιβλιαρίου και κατέβαλε το εκάστοτε τίμημα, καθώς και τις εκάστοτε δαπάνες που αφορούσαν στους ενάγοντες. Ειδικότερα στο λογαριασμό συναλλάγματος κατατέθηκε στις 27-10-2005 το ποσό των 107.553,33 λιρών Αγγλίας, προερχόμενο από την πώληση της οικίας των εναγόντων στη Μεγάλη Βρετανία και την 1-11-2005 μεταφέρθηκε στο λογαριασμό σε ευρώ το αντίστοιχο ποσό των 156.802 ευρώ (με βάση την ισοτιμία της λίρας προς το ευρώ που ήταν 0,68443).

Πέραν του ανωτέρω χρηματικού ποσού, οι ενάγοντες κατέθεταν σταδιακά και άλλα χρηματικά ποσά στους ανωτέρω λογαριασμούς τους, από τους οποίους έκανε ανάληψη ο εναγόμενος. Ο τελευταίος διεκπεραίωσε την εντολή ανευρέσεως οικοπέδου και με το με αριθμό .../30-12-2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Κ.

Π. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 50% σε έκαστο, ένα οικόπεδο με αριθμό τεμαχίου 13, εμβαδού 300 τ.μ., που βρίσκεται στη ... ... .... Το συμβόλαιο υπέγραψε ως πληρεξούσιος, τόσο του πωλητή όσο και των αγοραστών, ο εναγόμενος, ενώ το τίμημα, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, ανήλθε στο ποσό των 10.000 ευρώ, με εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. 10.500 ευρώ.

Στην πραγματικότητα το τίμημα ανήλθε σε μεγαλύτερο ποσό, ως προς το ύψους του οποίου διαφωνούν οι διάδικοι, όπου οι μεν ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτό ανερχόταν σε 19.750 ευρώ (όπως τους δήλωσε ο εναγόμενος), ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγομένου το τίμημα ανήλθε στο ποσό των 26.500 ευρώ και δαπάνησε επιπλέον το ποσό των 3.000 ευρώ για έξοδα συμβολαίου.

Ανεξαρτήτως από το ποιο είναι το ακριβές ύψος του τιμήματος, αυτό είχε σε κάθε περίπτωση εξοφληθεί μέχρι την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου, δηλαδή μέχρι την 30-12-2005, με αναλήψεις που έγιναν από τον εναγόμενο από τον λογαριασμό σε ευρώ των εναγόντων. Περαιτέρω, με το από 26-4-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων και του Χ.

Κ., συμφωνήθηκε ο δεύτερος, ως εργολάβος οικοδομών, να κατασκευάσει εντός του ως άνω οικοπέδου και να παραδώσει έτοιμη προς οίκηση στους ενάγοντες μια μονοκατοικία, σε χρονικό διάστημα ενός έτους, έναντι αμοιβής 110.000 ευρώ, την οποία και κατασκεύασε. Στην οικία αυτή έγιναν και πρόσθετες εργασίες, οι οποίες σύμφωνα με τους ενάγοντες ανήλθαν στο ποσό των 1.350 ευρώ, ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγομένου ανήλθαν στο ποσό των 10.000 ευρώ, πλέον του ποσού των 5.000 ευρώ που δαπανήθηκε για την έκδοση της οικοδομικής αδείας.

Οι ανωτέρω δαπάνες για την ανέγερση της οικίας πραγματοποιήθηκαν σε χρόνο μετά την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του εργολάβου και των εναγόντων, δηλαδή μετά την 26-4-2006 και μέχρι τον Ιανουάριο του 2007, από αναλήψεις που πραγματοποίησε ο εναγόμενος από τον λογαριασμό σε ευρώ των εναγόντων.

Τέλος ο εναγόμενος προέβη στην αγορά δύο αυτοκινήτων για λογαριασμό των εναγόντων, για τα οποία δαπανήθηκε σύμφωνα με τους ενάγοντες το ποσό των 12.000 ευρώ και σύμφωνα με τον εναγόμενο το ποσό των 14.000 ευρώ. Το ακριβές ύψος έκαστης δαπάνης προς εκτέλεση της εντολής, το οποίο οι ενάγοντες στηρίζουν σε όσα τους ανέφερε ο εναγόμενος, ενώ ο τελευταίος στηρίζει σε ένορκες καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να προσκομίζει έστω και μια απόδειξη για τα χρήματα που κατέβαλε (είτε προς τον εργολάβο είτε για την αγορά του οικοπέδου είτε για την αγορά των αυτοκινήτων), δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, αλλά τυχόν δίκης μεταξύ των διαδίκων από τη σύμβαση της εντολής.

Στις 16-3-2006 ο ενάγων ανέλαβε από τον με αριθμό ... λογαριασμό σε ευρώ των εναγόντων το ποσό των 30.000 ευρώ, χωρίς να τους ενημερώσει σχετικά. Όταν οι ενάγοντες επισκέφθηκαν τη ..., περί τα τέλη Μαρτίου 2006, ενόψει της υπογραφής της συμβάσεως έργου, για την ανέγερση της μονοκατοικίας, ο εναγόμενος τους ενημέρωσε ότι έλαβε το ποσό αυτό από το λογαριασμό τους, για προσωπικές του ανάγκες, λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε.

Οι ενάγοντες, ενόψει της φιλικής σχέσεως και της σχέσεως εμπιστοσύνης που είχαν αναπτύξει με τον εναγόμενο, συμφώνησαν να του χορηγήσουν το ποσό αυτό ως άτοκο δάνειο, με τον όρο να τους επιστραφεί μέχρι το τέλος του έτους 2006. Κατά τον τρόπο αυτό περί τα τέλη Μαρτίου 2006 καταρτίστηκε ατύπως σύμβαση δανείου μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου, ποσού 30.000 ευρώ, αποδοτέο ατόκως μέχρι τις 31-12-2006.

Ωστόσο, παρότι παρήλθε ο συμφωνηθείς χρόνος αποδόσεως του δανείου, ο εναγόμενος δεν τους επέστρεψε το ως άνω ποσό, το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η ανάληψη του ποσού αυτού εντάσσεται στις αναλήψεις που διενήργησε στα πλαίσια της συμβάσεως εντολής με τους ενάγοντες, προκειμένου να καλύψει με αυτό δαπάνες, τις οποίες τελικώς δεν κάλυψε.

Επίσης ισχυρίστηκε ότι, λόγω μη καλύψεως των δαπανών, επέστεψε το ως άνω ποσό, στις 23-5-2006, αφενός καταθέτοντας το ποσό μίας επιταγής που είχε εκδώσει ο ίδιος, με χρέωση ατομικού του λογαριασμού, ύψους 25.000 ευρώ και αφετέρου με κατάθεση μετρητών ύψους 4.770 ευρώ, με μεταφορά από ατομικό λογαριασμό του, αφού παρακράτησε το ποσό των 230 ευρώ για να καλύψει κάποια δαπάνη των εναγόντων, προέβαλε δε για το λόγο αυτό τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με την έφεση του, την ένσταση εξοφλήσεως.

Ο πρώτος ισχυρισμός του αποδεικνύεται αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Ειδικότερα κατά την ημερομηνία που διενεργήθηκε η ανάληψη από τον εναγόμενο του ως άνω ποσού των 30.000 ευρώ, δεν επρόκειτο να καταβληθεί κάποια δαπάνη για λογαριασμό των εναγόντων, αφού το οικόπεδο είχε ήδη αγοραστεί και εξοφληθεί, ενώ η σύμβαση έργου δεν είχε υπογραφεί, αλλά καταρτίστηκε 1,5 μήνες αργότερα και τα αυτοκίνητα δεν αποκτήθηκαν τον ανωτέρω χρόνο, ούτε το κόστος τους ανήλθε στο ποσό αυτό.

Συνεπώς η ανάληψη αφορούσε σε εξυπηρέτηση προσωπικών αναγκών του εναγομένου, ο οποίος τη συγκεκριμένη περίοδο αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι κατά τον χρόνο εκείνο υπήρχαν πολλές προσημειώσεις, αλλά και κατασχέσεις εγγεγραμμένες στα ακίνητα ιδιοκτησίας του.

Μάλιστα το παραστατικό της τράπεζας (ένταλμα πληρωμής) για την ανάληψη του ποσού των 30.000 ευρώ είναι και το μοναδικό παραστατικό που παρέδωσε ο εναγόμενος στους ενάγοντες, γιατί αφορούσε διαφορετική έννομη σχέση από αυτήν της εντολής. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποδεικνύεται πλήρως ότι το ανωτέρω ποσό των 30.000 ευρώ αντιπροσωπεύει δάνειο των εναγόντων προς τον εναγόμενο και δεν αποτελεί κονδύλιο που διαχειρίστηκε ο τελευταίος στα πλαίσια της εντολής.

Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδίως από την κίνηση του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού, σε συνδυασμό με τα γραμμάτια εισπράξεως της τράπεζας, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέθεσε στις 23-5-2006, στο λογαριασμό αυτόν των εναγόντων, αφενός το ποσό μίας τραπεζικής επιταγής που είχε εκδώσει ο ίδιος, με χρέωση ατομικού του λογαριασμού, ύψους 25.000 ευρώ και αφετέρου σε μετρητά το ποσό των 4.770 ευρώ, με μεταφορά από ατομικό λογαριασμό του, που διατηρούσε στην ίδια τράπεζα.

Η κατάθεση του συνολικού ποσού των 29.770 ευρώ, δεν αποδεικνύεται ότι έγινε από τον εναγόμενο προς εξόφληση της συγκεκριμένης οφειλής του δανείου, διότι κατ' αρχάς δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο που να αναγράφει ως αιτιολογία την εξόφληση οφειλής. Εξάλλου από τις 16-3-2006, που ο εναγόμενος ανέλαβε το ποσό των 30.000 ευρώ, μέχρι την κατάθεση του ποσού των 29.770 ευρώ στις 23-5-2006, ο ίδιος ανέλαβε από τον λογαριασμό των εναγόντων επιπλέον το ποσό των 220 ευρώ στις 11-4-2006, το ποσό των 40.000 ευρώ στις 3-5-2006 και το ποσό των 615 ευρώ στις 5-5-2006.

Συνεπώς από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το κατατεθέν στις 23-5-2006 ποσό αποτελεί τμήμα του δανείου του εναγομένου και όχι μέρος του ποσού των 40.835 ευρώ που ανέλαβε στο διάστημα που μεσολάβησε και τελικώς δεν χρησιμοποίησε. Εκτός δε των ανωτέρω ποσών, κατά τη διάρκεια του έτους 2006, ο εναγόμενος ανέλαβε από τον ίδιο λογαριασμό το ποσό των 64.700 ευρώ (μη υπολογιζόμενου του ποσού των 9.000 ευρώ που ανέλαβε και εν συνεχεία κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό), συνεπώς κατά τη διάρκεια του έτους 2006 προέβη σε αναλήψεις συνολικού ύψους 135.535 ευρώ.

Κατά το έτος 2005 ανέλαβε από τον ίδιο λογαριασμό το ποσό των 46.287 ευρώ και κατά το έτος 2007 το ποσό των 28.659,45 ευρώ. Τα ποσά που ανέλαβε, συνολικού ύψους 210.481,50 ευρώ, υπερκάλυπταν τις δαπάνες που όφειλε να καταβάλει για λογαριασμό των εναγόντων για την αγορά του οικοπέδου, την κατασκευή της μονοκατοικίας και την αγορά των αυτοκινήτων, συνολικού ύψους 143.100 ευρώ.

Ακόμη και εάν προστεθεί στο δαπανηθέν ποσό το ποσό των 29.770 ευρώ, που κατέθεσε ο εναγόμενος στον λογαριασμό στις 23-5-2006, δεν αποδεικνύεται η εξόφληση του επίδικου δανείου, αφού η διαφορά μεταξύ αναληφθέντων ποσών αφενός και κατατεθέντων και δαπανηθέντων ποσών αφετέρου ανέρχεται στο ποσό των 37.611,50 ευρώ, υπερκαλύπτουσα το ποσό του δανείου, ύψους 30.000 ευρώ.

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται βέβαια ότι το ποσό που δαπάνησε ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 168.500 ευρώ, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν προσκομίζει έγγραφα για τον ισχυρισμό του αυτό, αλλά τις αόριστες και ασαφείς καταθέσεις των μαρτύρων του. Ειδικότερα προσκομίζει ένορκη βεβαίωση του Χ. Κ., εργολάβου, ο οποίος αναφέρει γενικώς ότι το κόστος κατασκευής της μονοκατοικίας ανήλθε σε 125.000 ευρώ, ενώ θα έπρεπε ο εναγόμενος να προσκομίσει αποδείξεις των τμηματικών καταβολών του ποσού της αμοιβής στον εργολάβο-μάρτυρα, καθώς και την εξοφλητική απόδειξη για το σύνολο του ποσού, που ο μάρτυρας εξέδωσε τον Ιανουάριο του 2007 και ο τελευταίος στην ένορκη βεβαίωση θα έπρεπε να προσδιορίσει με σαφήνεια πότε έγιναν οι επιμέρους καταβολές, ποιο ποσό αφορούσε κάθε καταβολή και πόσο ήταν το κόστος κάθε επιμέρους πρόσθετης εργασίας, για την οποία έλαβε αμοιβή πέραν της συμβάσεως.

Ομοίως και για την αγορά του οικοπέδου, αναφέρονται γενικώς οι μάρτυρες στο ύψος του ποσού, χωρίς να προκύπτει αυτό από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Ενόψει των ανωτέρω η ένσταση εξοφλήσεως που προέβαλε ο εναγόμενος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι η αξίωση των εναγόντων από τη σύμβαση δανείου ύψους 30.000 ευρώ είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Επομένως η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416, 806 επ. ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 806 επ.

και τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 416 ΑΚ. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και επιπλέον περί μη συνδρομής αυτών ως προς τη διάταξη που δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι η αναφερόμενη κατάθεση από τον αναιρεσείοντα στις 23-5-2006 του συνολικού ποσού των 29.770 ευρώ στον κοινό λογαριασμό των διαδίκων δεν έγινε προς εξόφληση της συγκεκριμένης οφειλής του δανείου, ενώ ουδεμία αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές της ως προς το εν λόγω ζήτημα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΙV. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι ο Εφετείο, κρίνοντας τη βασιμότητα της προβληθείσας απ' αυτόν ένστασης εξόφλησης της οφειλής του από το ένδικο δάνειο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλουμένων και νομίμως προσκομισθέντων απ' αυτόν εγγράφων και συγκεκριμένα των γραμματίων είσπραξης με αριθμό πράξης ...

ποσού 25.000 ευρώ και με αριθμό πράξης ... ποσού 4.770 ευρώ της πρώην ... Τράπεζας της Ελλάδος και ήδη …. Τράπεζας, από τα οποία προκύπτει ότι κατέθεσε στον με αριθμό ... κοινό με τους αντιδίκους του τραπεζικό λογαριασμό το συνολικό ποσό των 29.770 ευρώ, δεχόμενο ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν αποδεικνύουν ότι η καταβολή έγινε απ' αυτόν προς εξόφληση της συγκεκριμένης οφειλής του δανείου, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία άλλη οφειλή του προς αυτούς, δεχόμενο έτσι το Εφετείο ότι αυτά έχουν περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενό τους, ότι δηλαδή αποδεικνύουν την καταβολή προς εξόφληση της οφειλής του.

Πλην όμως το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτών (εγγράφων) κάτι διαφορετικό από το πραγματικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα, με πρόσχημα την εν λόγω πλημμέλεια, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και τα παραπάνω έγγραφα, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν περιλαμβάνεται, ενόψει της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-6-2019 αίτηση του Γ. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 228/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ a