Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to address evidence regarding tenancy rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding property tenancy rights. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence about when the tenancy was granted and how renovation costs were incurred. The court ruled that the lower court's reasoning sufficiently addressed the core issue of who held the tenancy, making the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11γ) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court's reasoning adequately addresses the substantive issue of tenancy rights without requiring reconsideration of specific evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 723 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 723/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Νταφούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χαρίκλεια Μαρνουτσίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18160/2013 ίδιου Δικαστηρίου, 1815/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 15/01/2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1815/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 04-04-2011 αγωγή του ο αναιρεσείων Δ. Β. στρεφόμενος κατά του αναιρεσιβλήτου Π. Κ., ζήτησε να αναγνωρισθεί νομέας του επίδικου ακινήτου, διαμερίσματος, και να του αποδοθεί η νομή του, καθώς επίσης να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προξένησε με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 18160/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την αγωγή. Ασκήθηκε εκ μέρους του εναγομένου έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 1815/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε ακολούθως την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. 0 λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ180/2017, 566/2017, 596/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής αποβολής από τη νομή και του σωρευόμενου αιτήματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις αριθμ. 3048/2011 και 11283/2012 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, που εκδόθηκαν μεταξύ των ήδη διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί αιτήσεώς του για το ίδιο επίδικο ακίνητο (διαμέρισμα), η μεν πρώτη από τις οποίες τον αναγνώρισε προσωρινά νομέα του επιδίκου και του απέδωσε τούτο προσωρινά, η δε δεύτερη επικύρωσε την πρώτα στις οποίες δεν κάνει καμιά αναφορά, αν και νόμιμα με επίκληση τις είχε προσκομίσει, κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την ίδια ως άνω από τον αριθμό 11γ' πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που με επίκληση επίσης προσκόμισε στο Εφετείο, και συγκεκριμένα: 1) επίσημη φωτοτυπία του με αριθμ. πρωτ. .../1/1541-9 αποσπάσματος από το βιβλίο συμβάντων του Α.Τ.
Σίνδου και 2) τα με αριθμό 3048/2011 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που συντάχθηκαν, κατά τη συζήτηση της αιτήσεώς του, επί της οποίας εκδόθηκαν, σε 1ο και 2ο βαθμό, οι προαναφερόμενες αποφάσεις, στα οποία διαλαμβάνεται η ανώμοτη κατάθεση του καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και " ...
όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τις πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις και τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ 1662/2012, 2195/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άνω άρθρο 559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι: "... αποδείχτηκε ότι ο Π. Β. (πατέρας του αναιρεσείοντος) από την ανέγερση της οικοδομής κατοικούσε με τη σύζυγο του στο διαμέρισμα του ισογείου, 60 τ.μ., ενώ τη χρήση του άλλου διαμερίσματος του ίδιου ορόφου, εμβαδού 70 τ.μ.
που αποτελεί το επίδικο, παραχώρησε στον γιο του ενάγοντα, ο οποίος ζούσε και εργαζόταν στο ... της Γερμανίας. Ο τελευταίος επισκεπτόταν τακτικά την Ελλάδα με την οικογένειά του, σύζυγο και τέκνο και διέμενε στο επίδικο διαμέρισμα, όπου περνούσε τις καλοκαιρινές διακοπές. Ο ενάγων προέβη με δαπάνες του σε ανακαίνιση του επίδικου διαμερίσματος, κουζίνας, μπάνιου, πατωμάτων, παραθύρων και στον εξοπλισμό αυτού με πλήρη οικοσκευή ...
Το γεγονός ότι προέβη σε ανακαίνιση του διαμερίσματος και τοποθέτησε τηλεφωνική συσκευή στο όνομα της συζύγου του, που λειτούργησε από 29.03.1988 μέχρι 25.03.2007, δεν αρκεί για να προσδώσει σε αυτόν την ιδιότητα του νομέα, αφού ελλείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (διάνοια κυρίου)..." παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και παραβίασε τα διδάγματα της κοινής, κατά την έννοια της άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σε ακίνητο, όπως ορίζεται στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία," κάθε άνθρωπος μέσης μόρφωσης γνωρίζει ότι ο απλός χρήστης και κάτοχος τέτοιου διαμερίσματος περιορίζεται και μόνο στη χρησιμοποίησή του στην κατάσταση μάλιστα που βρίσκεται αυτό κατά την παράδοσή του για χρήση, ενώ αντίθετα εκείνος που κάνει τις ως άνω πράξεις διαχείρισης και επιμέλειας στο επίδικο διαμέρισμα, που δείχνουν ότι έχει την ευθύνη και τη λειτουργία του, προβαίνει και ασκεί κατά τις κρατούσες στις συναλλαγές και τα συναλλακτικά ήθη αντιλήψεις εμφανείς πράξεις νομής".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η άσκηση των πιο πάνω διακατοχικών πράξεων δεν συνιστούν, κατά προεκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, δίδαγμα κοινής πείρας για το ποιο πρόσωπο έχει την φυσική εξουσίαση με διάνοια κυρίου του επίδικου ακινήτου, είναι δηλαδή νομέας αυτού.
3. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ231/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8β' ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, ότι το εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη κατά την εκ νέου εκδίκαση της αγωγής, κατόπιν παραδοχής λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου, τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι ασκούσε στο επίδικο τις αναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις ως νομέας.
Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση,διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αφού δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη που είχε κρίνει αντίθετα, ακολούθως δε ερεύνησε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που αποτελούσαν την ιστορική βάση της αγωγής του και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβασίμους, με τις παραδοχές ότι την φυσική εξουσία επί του επιδίκου, δεν ασκούσε αυτός με διάνοια κυρίου, δηλαδή ως νομέας κατά την έννοια του άρθρου 974 ΑΚ, αλλά ως κάτοχος- χρήστης αυτού, και ότι αντίθετα κύριος και νομέας του επιδίκου ήταν ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 979, 980, 983, 984 παρ. 1, 987ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Για την απόκτηση της νομής επί πράγματος, κινητού ή ακινήτου, απαιτείται, αφενός μεν βούληση του αποκτώντος να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, αφ' ετέρου δε φυσική εξουσίαση στο πράγμα. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των στοιχείων αυτών, είναι δημιουργική του εμπραγμάτου δικαιώματος της νομής.
Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του κατέχοντος να κατέχει και εξουσιάζει το πράγμα κατά τρόπο διαρκή, απεριόριστο και αποκλειστικό, εκδηλώνεται δε με πράξεις επί του πράγματος που αρμόζουν στον κύριο αυτού (ΑΠ 1420/2003). Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (βούληση) υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, κατά κανόνα, ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου, δυνάμει ενοχικής σχέσεως ισχυρής ή όχι (ΑΠ 95/2019).
Η νομή προσβάλλεται είτε με αποβολή είτε με διατάραξη, που γίνεται από τρίτο παράνομα. Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει. Επομένως εννοιολογικά στοιχεία προσβολής της νομής είναι: α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνομη, γ) χωρίς τη θέληση του νομέα. Άλλες προϋποθέσεις, π.χ. διάρκεια της προσβολής, περιουσιακή ζημία του νομέα, χρήση βίας, γνώση ή άγνοια, υπαιτιότητα ή κακή πίστη του προσβολέα, δεν θέτει ο νόμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ948/2019, 319/2017).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης,το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Δυνάμει της 1220/1979 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (επικύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας) που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τομ. 1131 αρ. 189) ο Π.
Β. του Σ., πατέρας του ενάγοντος και παππούς του εναγομένου, απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή ενός αυτοτελούς και διαιρεμένου τμήματος του … οικοπέδου, που βρίσκεται στο .... του συνοικισμού ... του Δήμου Εχεδώρου Θεσσαλονίκης, στην οδό ... έκτασης 455 τ.μ. Ο προαναφερόμενος Π. Β. με δικά του έξοδα και υλικά ανήγειρε αυθαίρετα διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο.
Στη συνέχεια με την .../30.09.1981 άδεια προσθήκης διώροφης οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης επεξέτεινε την κατοικία και με την ...1986 άδεια ανήγειρε ισόγεια αποθήκη στο πίσω μέρος του οικοπέδου, εμβαδού 58,50 τ.μ. Ο Π. Β., ως αποκλειστικός κύριος και νομέας όλης της οικοδομής το έτος 1990 προέβη σε σύσταση οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών, με το .../1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ειδικότερα ο ισόγειος όροφος αποτελείται από δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες - διαμερίσματα, από τα οποία το ένα έχει εμβαδό 70τ.μ. περίπου και πρόσοψη στην οδό ... με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 15%, το άλλο έχει εμβαδό 60 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 15% και ο πρώτος όροφος αποτελείται από ένα διαμέρισμα, εμβαδού 110 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 40%.
Στην ανεγερθείσα αποθήκη αναλογεί ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 10%. Με το ίδιο συμβόλαιο μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής στη θυγατέρα του και μητέρα του εναγόμενου Α. Κ., την κυριότητα, νομή και κατοχή του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και του δικαιώματος της καθύψος επέκτασης της οικοδομής, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου 20%.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Π. Β. από την ανέγερση της οικοδομής, κατοικούσε με τη σύζυγο του στο διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, έκτασης 60 τ.μ. περίπου, ενώ τη χρήση του άλλου διαμερίσματος του ίδιου ορόφου, εμβαδού 70 τ.μ., που αποτελεί το επίδικο, παραχώρησε στον γιό του, ενάγοντα, ο οποίος ζούσε και εργαζόταν στο ...
της Γερμανίας. Ο τελευταίος επισκεπτόταν τακτικά την Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του, σύζυγο και ένα τέκνο και διέμενε στο επίδικο διαμέρισμα, όπου περνούσε τις καλοκαιρινές διακοπές. Ο ενάγων προέβη με δαπάνες του σε ανακαίνιση του επίδικου διαμερίσματος, κουζίνας, μπάνιου, πατωμάτων, παραθύρων και στον εξοπλισμό αυτού με πλήρη οικοσκευή.
Τον Ιούλιο του έτους 2006, με το ...13.07.2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας του Π. Β., μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή τη ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του ισογείου ορόφου, εμβαδού 60 τ.μ., στον εγγονό του - εναγόμενο, τέκνο της θυγατέρας του, παρακρατώντας την επικαρπία ισοβίως υπέρ αυτού και της συζύγου του.
Επίσης τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή τη ψιλή κυριότητα του άλλου διαμερίσματος του ισογείου ορόφου (επίδικου), εμβαδού 70 τ.μ., στον εναγόμενο, παρακρατώντας την επικαρπία ισοβίως υπέρ αυτού και συντάχθηκε το .../12.12.2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ο Π. Β. απεβίωσε στις 26.04.2010 και η σύζυγος του Ζ. προγενέστερα από αυτόν στις 11.10.2006. Από τον θάνατο του δωρητή, περιήλθε η νομή του επίδικου διαμερίσματος στον εναγόμενο, ο οποίος από το έτος 2006, μετά την επάνοδο του από τη Γερμανία είχε εγκατασταθεί σε αυτό, κατόπιν παραχώρησης από τον οιονεί νομέα - επικαρπωτή παππού του (βλ.
νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον εκκαλούντα έγγραφα ....02.2006 δήλωση μεταβολής ατομικών στοιχείων προς την αρμόδια Α' Δ.Ο.Υ., Θεσσαλονίκης και εκκαθαριστικά σημειώματα των οικ. ετών 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011). Μετά τον, θάνατο του πατέρα του, ο ενάγων, το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα Μαΐου του ίδιου έτους (2010), ήρθε στην Ελλάδα και μετέβη στο επίδικο διαμέρισμα, όπου, επιχειρώντας να ανοίξει την πόρτα, διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε αλλάξει την κλειδαριά και κατήγγειλε το γεγονός αμέσως στο AT Σίνδου.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας πατέρας του από το έτος 1982 μεταβίβασε άτυπα τη νομή του επίδικου διαμερίσματος σε αυτόν και ότι έκτοτε ασκούσε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, καθώς και ότι ο εναγόμενος - εκκαλών αυθαίρετα κατέλαβε αυτό. Ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος - εκκαλούντος περί άτυπης μεταβίβασης της νομής από τον πατέρα του και η άσκηση διακατοχικών πράξεων από αυτόν με διάνοια κυρίου, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι τη νομή του επίδικου διαμερίσματος, μέχρι τον θάνατο του είχε ο πατέρας του Π. Β., ενώ ο ενάγων είχε μόνο τη χρήση του επιδίκου, διαμένοντας σε αυτό, το χρονικό διάστημα που επισκεπτόταν την Ελλάδα από τη Γερμανία. Το γεγονός ότι προέβη σε ανακαίνιση του διαμερίσματος και τοποθέτησε τηλεφωνική συσκευή στο όνομα της συζύγου του, που λειτουργούσε από 29.03.1988 μέχρι 25.03.2007, δεν αρκεί για να προσδώσει σε αυτόν την ιδιότητα του νομέα, αφού λείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (διάνοια κυρίου).
Από την ανέγερση της οικοδομής, κύριος και νομέας αυτής, ήταν ο πατέρας του Π. Β. ο οποίος, κάθε φορά που επιθυμούσε να μεταβιβάσει κάποιο από τα περιουσιακά στοιχεία, προέβαινε στην κατάρτιση συμβολαιογραφικών εγγράφων και ειδικότερα με τα προαναφερόμενα συμβόλαια γονικής παροχής και δωρεάς μεταβίβασε τον πρώτο όροφο της οικοδομής στην κόρη του και τα διαμερίσματα του ισογείου ορόφου στον εγγονό του - εναγόμενο.
Αναφορικά με το επίδικο διαμέρισμα, ο Π. Β., ουδέποτε αποξενώθηκε από τη νομή του, την οποία διατήρησε μέχρι τον θάνατο του ως επικαρπωτής (οιονεί νομέας) και επιθυμούσε να περιέλθει αυτό στον εναγόμενο - εγγονό του, την επιθυμία του δε αυτή υλοποίησε με την κατάρτιση του προαναφερόμενου συμβολαίου δωρεάς (.../12.12.2006).
Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν νομέας του επίδικου διαμερίσματος και ότι παράνομα και χωρίς τη θέλησή του αποβλήθηκε από αυτό, ούτε ότι ο εναγόμενος επέδειξε υπαίτια συμπεριφορά με την εγκατάστασή του στο διαμέρισμα, ο οποίος, όπως παραπάνω αναφέρεται απέκτησε τη νομή μετά τον θάνατο του δικαιοπαρόχου - παππού του, ενώ εξάλλου με την 12066/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κρίθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαίτερης μεγάλης αξίας και ειδικότερα της αναφερόμενης στην απόφαση οικοσκευής του ενάγοντος, που υπήρχε εντός του επίδικου διαμερίσματος.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την ασκηθείσα από τον εναγόμενο έφεση κατά της 18160/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμη την ασκηθείσα από τον εφεσίβλητο αγωγή αποβολής από τη νομή και το σωρευόμενο αίτημα για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη πιο πάνω απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και ειδικότερα δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας και εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ποιος από τους διαδίκους είναι νομέας του επιδίκου, αφού εξέθεσε σ'αυτήν χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ειδικότερα, ότι στο επίδικο ακίνητο κατέστη κύριος και νομέας ο αναιρεσίβλητος, αιτία δωρεάς, από τον αληθή κύριο και νομέα αυτού, παππού του, Π.
Β., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../12-12-2006 συμβολαίου της συμ/φου Θεσσαλονίκης Χ. Μ. και ότι ο ανωτέρω δωρητής στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, γιο του, μόνιμο κάτοικο Γερμανίας, είχε τούτο παραχωρήσει μόνο, κατά χρήση, προκειμένου να το χρησιμοποιεί όταν έρχεται στην Ελλάδα για διακοπές, συνακόλουθα δε, ο ενάγων, αφού δεν ήταν νομέας του επιδίκου δεν αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή του.
Δεν συνιστά δε αντίφαση η παραδοχή στην προσβαλλομένη ότι: "Από το 2006 είχε εγκατασταθεί στο επίδικο διαμέρισμα ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος κατόπιν παραχώρησής του από τον επικαρπωτή παππού του", με την παραδοχή ότι:" Μετά το θάνατο του πατέρα του, που συνέβη τον Απρίλιο του 2010, ο ενάγων- αναιρεσείων ήλθε στην Ελλάδα κατά το τελευταίο δεκαήμερο του μηνός Μαΐου, μεταβαίνοντας δε στο επίδικο διαμέρισμα και επιχειρώντας να ανοίξει την πόρτα διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος είχε αλλάξει τις κλειδαριές", ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στον μεν ενάγοντα το επίδικο είχε περιέλθει μόνο κατά χρήση (κατοχή), από τον κύριο τούτου, πατέρα του Π.
Β., στον δε εναγόμενο το επίδικο περιήλθε από τον τελευταίο ( παππού του), από το έτος 2006, κατά ψιλή κυριότητα και νομή. Το ότι δεν διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, "από πότε (χρονολογία ) παραχωρήθηκε η χρήση του επιδίκου σ'αυτόν (αναιρεσείοντα) και μέχρι πότε διέμενε σ'αυτό, και το ότι δεν αιτιολογεί αν τις δαπάνες που έκανε για ανακαίνιση τις πραγματοποίησε ως χρήστης και μόνο " δεν καθιστά ελλιπείς -ανεπαρκείς τις αιτιολογίες της, καθόσον κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος από τους διαδίκους είναι ο νομέας του επιδίκου.
Οι πιο πάνω αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, που στηρίζουν το διατακτικό της, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν και εφαρμόσθηκαν.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ελλιπών- ανεπαρκών και εν μέρει, όπως αναφέρει, αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ποιος από τους διαδίκους είναι νομέας του επιδίκου είναι αβάσιμα Οι δε περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, που αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στη μη αιτιολόγηση της αποδοχής ή όχι των αποδεικτικών μέσων, και δη δικαστικής απόφασης, που εκδόθηκε σε άλλη, μεταξύ των διαδίκων, δίκη, (ασφαλιστικά νομής), καθώς και στη μη επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, πλήττουν την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες.
Συνεπώς, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι στο σύνολο του, απορριπτέος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που χάνει τη δίκη, επειδή ο αναιρεσίβλητος δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/01/2018 αίτηση για αναίρεση της 1815/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ