Legislator Case Law & Legislation
723/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lawyer fee award due to contradictory grounds and lack of examination of change of circumstances.

Case Number 723/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a law firm against a lower court's decision awarding legal fees to a rival firm. The appellant argued that the lower court failed to examine a claim regarding the prepayment of expenses and that conditions had changed unexpectedly. The court rejected these arguments because the contradictory grounds of the appeal were inadmissible and the lower court had provided sufficient reasoning to justify the fee award.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 388 of the Civil Code: Contradictory grounds of appeal are inadmissible, and an appeal based on unexamined claims regarding unexpected changes in conditions is inadmissible if the lower court did not address them.

Keywords

AI generated
legal fees award contradictory grounds inadmissible appeal change of circumstances lawyer remuneration civil procedure code legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 46 paragraph 1, 49, 91 paragraph 1, 92, 94, 98 of Law 3026/1954
Article 713 of the Civil Code
Article 388 of the Civil Code
Articles 118 paragraph 4, 566 paragraph 1, 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 723 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 723/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο ".... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριάννα Κορδοπάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπόμπο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5566/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14/2/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 14ης Φεβρουαρίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 5566/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρία άσκησε κατά της αναιρεσειούσης την από 27ης Δεκεμβρίου 2011 αγωγή, αφορώσα διαφορά εξ αμοιβών, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμόν 193/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε την από 9ης Μαΐου 2017 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση, εν συνεχεία δε η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1, 49, 91 παρ. 1, 92, 94 και 98 Ν.Δ. 3026/1954 και 713 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση, δια της οποίας ανατίθεται σε δικηγόρο δικαστική ή εκτός δίκης εργασία, φέρει τον χαρακτήρα αμειβομένης εντολής, ο δε δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα, εκτός της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε, και την συμφωνηθείσα αμοιβή, η οποία δεν δύναται να υπολείπεται των υποχρεωτικώς εφαρμοζομένων σχετικώς κατωτάτων ορίων, τα οποία καθορίζονται δια των διατάξεων των άρθρων 98 επ.

του ως άνω Ν.Δ., ελλείψει δε ειδικής συμφωνίας το ποσόν της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται βάσει των εν λόγω κατωτάτων ορίων προσαυξανόμενο κατά την κρίση του δικαστηρίου αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.

Κατά την διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου Ν.Δ., το ελάχιστο όριο δικηγορικής αμοιβής επί συντάξεως κυρίας αγωγής ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής, ενώ κατά το εδάφιο β' της αυτής διατάξεως, επί αγωγών εκ συναλλαγματικών και γραμματίων κατά την ειδική αυτών διαδικασία το ανωτέρω ποσοστό μειούται κατά το ήμισυ.

Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 εδ. β' Ν.Δ. 3026/1954 εφαρμόζεται λόγω της ταυτότητος του λόγου και επί αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν αλλά και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου, αφού τηρείται η ιδία διαδικασία. Κατά την διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 Ν.Δ. 3026/1954, επί συντάξεως προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστο όριο αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσο προς το οριζόμενο ελάχιστο όριο δικηγορικής αμοιβής επί συντάξεως κυρίας αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος ίσο προς το ήμισυ αυτής, κατά δε την διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 του αυτού Ν.Δ., το ελάχιστο όριο δικηγορικής αμοιβής επί συντάξεως προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου είναι το διπλάσιο του καθοριζομένου από την διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 του ιδίου Ν.Δ.

ελαχίστου ορίου αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος, δεν δύναται όμως το όριο τούτο να είναι κατώτερο των δραχμών 80. Αφ' ετέρου, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, παρέχει στο δικαστήριο την δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα, η οποία πρέπει να κρατεί στις συναλλαγές, να επεκτείνει ή να περιορίσει αυτή βάσει αντικειμενικών κριτηρίων εντός των ορίων της συναλλακτικής καλής πίστεως.

Η εν λόγω διάταξη ως έχουσα έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως εφαρμόζεται και επί παροχών απορρεουσών από άλλες επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, ως είναι και η υποχρέωση του εντολέως καταβολής στον εντολοδόχο δικηγόρο της αμοιβής, την οποία δικαιούται κατά τις οικείες διατάξεις. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Εξ άλλου, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον επικαλείται ο αναιρεσείων ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει ή δεν έχει γίνει δεκτός ωρισμένος ισχυρισμός, ενώ από την εν λόγω απόφαση προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος.

Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι δικηγορική εταιρεία...Η Κοινοπραξία με την επωνυμία...και τα μέλη της Κοινοπραξίας ... άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, (ήδη αναιρεσείουσας) την από 17-4-2006 αγωγή, με την οποία ζήτησαν:

α) να αναγνωριστεί ότι η από 27-5-2006 εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης μίσθωσης χώρων εντός των σταθμών και των συρμών του Μετρό … για τη διενέργεια διαφημίσεων πελατών τους, ήταν άκυρη και επομένως η εναγομένη δεν δικαιούται την κατάπτωση εγγυητικής επιστολής συνολικού ποσού 1.273.662,32 ευρώ, β) να αναγνωριστεί ότι συνέτρεξε στο πρόσωπο της κοινοπραξίας σπουδαίος λόγος καταγγελίας εκ μέρους της, της μεταξύ αυτής και της εναγομένης σύμβασης και γ) να αναγνωριστεί ότι το ποσό αναπροσαρμογής του ετήσιου, παγίως, καταβαλλόμενου μισθώματος ανέρχεται στην τιμαριθμική αύξηση συν ποσοστό 1% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου από το δεύτερο μισθωτικό έτος και εντεύθεν μισθώματος χωρίς τη μεσολάβηση του παρενθετικού ποσοστού, το οποίο ως υπερβάλλον, είναι καταχρηστικό και για το λόγο αυτό μη δεσμευτικό γι' αυτές.

Την αντίκρουση της αγωγής αυτής η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανέθεσε στην ενάγουσα, (ήδη αναιρεσίβλητη) το χειρισμό της οποίας ανέλαβε ο εκ των εταίρων της τελευταίας, δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Μπόμπος. Επίσης, η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα και η τελευταία ανέλαβε τη διεκδίκηση ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων που της όφειλε η ανωτέρω κοινοπραξία από την ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης, συνολικού ποσού 4.326.384,25 ευρώ.

Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνιών, ο εκ των εταίρων της εναγομένης, Ιωάννης Μπόμπος, συνέταξε για λογαριασμό της εναγομένης, υπέγραψε και κατέθεσε στο αρμόδιο δικαστήριο, ήτοι Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών - Τμήμα Μισθωτικών Διαφορών και επιμελήθηκε για την επίδοσή της, στην εναγόμενη ως άνω κοινοπραξία και τα μέλη αυτής, την από 28-7-2006...αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στην τότε ενάγουσα και ήδη εναγομένη - εκκαλούσα, εις ολόκληρον η κάθε μία τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε, μετά από αναβολή, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 18-1-2007, στις 18-5-2007, οπότε συνεκφωνήθηκε και συνεκδικάστηκε με την προαναφερθείσα ασκηθείσα από τις αντιδίκους της εκκαλούσας αγωγή. Για τη συζήτηση των αγωγών αυτών, ο ανωτέρω δικηγόρος Ιωάννης Μπόμπος συνέταξε, για λογαριασμό της εκκαλούσας, υπέγραψε και κατέθεσε στο ως άνω δικαστήριο, προτάσεις με προσθήκη αντίκρουση για την υποστήριξη της αγωγής της εκκαλούσας και προτάσεις με προσθήκη αντίκρουση για την αντίκρουση της αγωγής των αντιδίκων της.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε στις 27-9-2007 η 2410/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της κοινοπραξίας και των μελών της κατά της εκκαλούσας, έγινε, στο σύνολό της δεκτή η αγωγή της τελευταίας κατά των αντιδίκων της και αναγνωρίστηκε, μετά από μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος αυτής σε αναγνωριστικό, που έγινε με δήλωση του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της, στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ότι οι αντίδικοι της εκκαλούσας οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 4.326.384,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις.

Κατά της απόφασης αυτής, οι ανωτέρω αντίδικοι της εκκαλούσας άσκησαν την από 14-2-2008...έφεση, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών...στις 3-11-2009. Την αντίκρουση της έφεσης αυτής ανέλαβε η ενάγουσα και ο εκ των εταίρων της, Ιωάννης Μπόμπος, συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε στο ως άνω δικαστήριο, για λογαριασμό της εκκαλούσας, προτάσεις και προσθήκη αντίκρουση, για την αντίκρουση της έφεσης.

Το Εφετείο Αθηνών, με την 6577/2009 απόφασή του...απέρριψε την ανωτέρω έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Για το σύνολο των ανωτέρω δικαστικών ενεργειών συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ατύπως, ως αμοιβή της ενάγουσας το ποσό των 170.000 ευρώ πλέον ποσοστού 1% επί του ποσού που θα υποχρεώνονταν οι αντίδικοι της εκκαλούσας να της καταβάλουν, με βάση την ανωτέρω αγωγή.

Το ποσό που υποχρεώθηκαν οι αντίδικοι της εκκαλούσας να της καταβάλουν...ανερχόταν σε 6.154.426,37 ευρώ, (4.326.384,25 ευρώ το κεφάλαιο + 1.828.042,12 οι τόκοι υπερημερίας) και η συμφωνημένη αμοιβή της ενάγουσας για το επιπλέον ποσό των 170.000 ευρώ, ανέρχεται στο ποσό των 61.544,26 ευρώ. Περαιτέρω, η εκκαλούσα, προκειμένου να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο, με βάση την ανωτέρω απόφαση, ανέθεσε στην ενάγουσα την έκδοση διαταγής πληρωμής, με βάση την ανωτέρω απόφαση.

Για το σκοπό αυτό, ο ίδιος, ως άνω εταίρος της ενάγουσας συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε για λογαριασμό της εκκαλούσας, την από 5-3-2010 αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, απευθυνόμενη προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 1061/2010 διαταγή πληρωμής, με την οποία διατάχθηκαν οι καθ' ων η αίτηση (ανωτέρω αντίδικοι της εκκαλούσας) να καταβάλουν στην εκκαλούσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 4.326.384,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Ακολούθως, με επιμέλεια του ανωτέρω δικηγόρου, εταίρου της ενάγουσας επιδόθηκε επίσημο αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ανωτέρω διαταγής πληρωμής στις αντιδίκους της εκκαλούσας, για πρώτη φορά στις 5-8-2010 και για δεύτερη φορά στις 27-9-2010, η δε αμοιβή των δικαστικών επιμελητών που πραγματοποίησαν τις εν λόγω επιδόσεις, ανερχόμενη στο ποσό των 707,51 ευρώ, καταβλήθηκε από την ενάγουσα.

Αμοιβή για την έκδοση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και επομένως, η ελάχιστη αμοιβή για τη δικαστική αυτή ενέργεια...ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί της αξίας του αντικειμένου της διαταγής πληρωμής και συγκεκριμένα στο ποσό των 43.263,84 ευρώ. Η εκκαλούσα κατέβαλε στην ενάγουσα, έναντι της ανωτέρω οφειλόμενης αμοιβής το ποσό των 170.000 ευρώ και παραμένει υπόλοιπο ποσό 105.515,61 ευρώ (61.544,26 + 43.263,84 + 707,51).

Ως προς το υπόλοιπο αυτό ποσό η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και αναπτύχθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, ότι η συνολική αμοιβή της ενάγουσας είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει το αιτούμενο υπόλοιπο αυτής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, που είναι το ποσό των 34.936,03 ευρώ, επικαλούμενη ότι το ποσό των 170.000 ευρώ που καταβλήθηκε στην ενάγουσα υπερβαίνει κατά πολύ τις ελάχιστες αμοιβές που προβλέπονται από τον Κώδικα των Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954), ότι η υπόθεση που χειρίστηκε η ενάγουσα δεν ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκη ούτε παρουσίαζε νομικές δυσχέρειες και δεν καταβλήθηκε ιδιαίτερη προσπάθεια από την τελευταία, ιδιαίτερα δε η έκδοση διαταγής πληρωμής απαιτούσε εργασία ελάχιστου βαθμού δυσκολίας.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελάχιστη συνολική αμοιβή της ενάγουσας για τις ως άνω δικαστικές εργασίες της, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, που αναφέρονται στην πιο πάνω σκέψη, ανέρχεται στο ποσό των 239.796,82 ευρώ [86.527,68 ευρώ (4.326.3 84,25 x 2%) για την άσκηση της αγωγής + 43.263,84 ευρώ (4.326.384,25 x 1%) για τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου + 86.527,68 ευρώ (4.326.384,25 x 2%) για τις προτάσεις αντίκρουσης της αγωγής των αντιδίκων της εκκαλούσας] και το ότι η εκκαλούσα συμφώνησε με την ενάγουσα, ανεξάρτητα από το αν η υπόθεση ήταν ή όχι ιδιαίτερα πολύπλοκη ή δυσχερής, ότι πέραν του ποσού των ευρώ θα κατέβαλλε ως αμοιβή πλέον ποσοστό 1% επί του τελεσιδίκως επιδικαζόμενου επί της ανωτέρω αγωγής ποσού, η εμμονή της ενάγουσας στην καταβολή του υπολοίπου της συμφωνηθείσας αμοιβής και της ελάχιστης αμοιβής για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στης συναλλαγές, ώστε το Δικαστήριο να προβεί στη μείωση αυτής".

Εν συνεχεία, το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσειούσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή εν όλω". Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος αυτού το αφορών στην επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας, ειδική δε μνεία γίνεται ότι απερρίφθη αναιτιολογήτως ο ισχυρισμός της αναιρεσειούσης περί συνδρομής των όρων του άρθρου 388 ΑΚ περί απροόπτου μεταβολής των συνθηκών.

Ο εν λόγω λόγος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, είναι, όσον αφορά μεν τον ισχυρισμό περί απροόπτου μεταβολής των συνθηκών, απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και την επισκόπηση των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων, το Μονομελές Εφετείο δεν απέρριψε ούτε εξήτασε τον εν λόγω ισχυρισμό, ο οποίος δεν προεβλήθη ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε ενώπιον αυτού, όσον αφορά δε τους λοιπούς ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης, αβάσιμος, αφού υπό τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Μονομελές Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 3026/1954 και του άρθρου 288 ΑΚ και την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την συνδρομή των στοιχείων των θεμελιούντων την επιδικασθείσα αξίωση δικηγορικής αμοιβής της εντολοδόχου δικηγορικής εταιρίας.

Συνεπώς, ο εν λόγω λόγος, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ωρισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε να προκύπτουν σαφώς οι νομικές πλημμέλειες οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση, συνεπώς, λόγοι αναιρέσεως αντιφάσκοντες μεταξύ τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Εν προκειμένω, με τον προαναφερόμενο πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος αυτού το αφορών την επιδίκαση δαπάνης ποσού 707,51 ευρώ καταβληθείσης εξ ιδίων από την εντολοδόχο εταιρία, προσάπτεται η αιτίαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσειούσης ότι το εν λόγω κονδύλιο έχει εξοφληθεί, ενώ με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τον προαναφερόμενο προβληθέντα παραδεκτώς ισχυρισμό της αναιρεσειούσης περί εξοφλήσεως του εν λόγω κονδυλίου. Οι ως άνω λόγοι, σωρευτικώς ασκούμενοι, αντιφάσκουν μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως ως απαράδεκτοι, αφού η χωρίς αιτιολογία απόρριψη ενός ισχυρισμού δεν είναι συμβατή με την μη λήψη αυτού υπ' όψιν από το δικαστήριο και αντιστρόφως. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14ης Φεβρουαρίου 2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 5566/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ