Legislator Case Law & Legislation
723/2016 AI generated

Appeal dismissed for lack of violation of substantive law regarding wall ownership and co-ownership rights.

Case Number 723/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Plenary First Instance Court's decision regarding the ownership of a shared wall. The appellants argued that the wall should be recognized as a co-ownership subject to special prescription, but the court found no evidence of their intent to treat it as such. The court ruled that the appellants failed to prove the necessary legal elements for acquiring co-ownership rights through special prescription.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)(a) and 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only upon proof of a violation of substantive law, including the interpretation of deeds, and the violation of common experience teachings must relate to the application of legal rules or the subsumption of facts under them.

Keywords

AI generated
special prescription co-ownership rights substantive law violation common experience teachings shared wall ownership appellate review scope legal subsumption

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 723 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 723/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Παρασκευή Καλαϊτζή , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. χήρας Θ. Α., 2)Α. Α. του Θ., 3)Β. Α. του Θ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Χρήστου Σιαμαντά.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αιμιλία Αγγελοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:37/2009 του ιδίου Δικαστηρίου, 12/2012 μη οριστική και 42/2014 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 17-9-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 17-9-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο. ‘ ‘ Αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου’ ‘ (αρ. 1 εδ.

α). ‘ ‘ Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς’ ‘ (αρ. 1 εδ β). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ( το οποίο είναι εννοιολογικώς ταυτόσημο με το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 εδ.

α ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως ιδρύεται για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋπoθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή. Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Προσέτι, τα προειπωθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απετέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητος αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ 8/2005).

Κατά την έννοια δε της εν θέματι διατάξεως του ΚΠολΔ, η οποία κατά τα ως άνω, αναφέρεται στην παράβαση των διδαγμάτων αυτών, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπαγγέλτως για την ανεύρεση της αληθούς έννοιας κανόνος δικαίου ή προς υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα εν λόγω διδάγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙ. Συφμώνως προς το άρθρο 8 του ΒΔ της 9/21-4-1836 ‘ ‘ Περί εκτελέσεως του σχεδίου της πόλεως Αθηνών’ ‘ , η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε και στις λοιπές πόλεις, κώμες και χωριά με το ΒΔ της 8-5/25-6-1842 και του Ν.ΣΚΒ/1867’ ‘ το μεταξύ των δύο οικιών μεσότοιχον θέλει οικοδομείσθαι καθ’ ημίσειαν επί αμφοτέρων των οικοπέδων της δι’ αυτό δαπάνης βαρυνούσης εξ ημισείας τους ομόρους ιδιοκτήτας απαγορευμένης της επ’ αυτού ανοίξεως θύρας άλλου ανοίγματος’ ‘ .

Κατά δε το άρθρο 11 παρ. 6 του ΠΔ της 3/ 25-4-1929 ‘ ‘ Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους’ ‘ , εκδοθέντος κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 9 και 28 του ΝΔ της 17-6/16-8-1923 ‘ ‘ περί σχεδίου πόλεων, κωμών κλπ’ ‘ μεσότοιχος ή κοινός τοίχος καλείται τοίχος ο ανεγειρόμενος επί του κοινού ορίου των δύο ομόρων ιδιοκτησιών και καταλαμβάνων μέρος εξ εκατέρας τούτων.’ ‘ Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο τοίχος μεταξύ δύο οικιών που ανεγέρθηκε υπό το καθεστώς της ισχύος των, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα του μεσοτοίχου υπό την άνω έννοια και από μόνο το γεγονός της ανεγέρσεώς του επί κοινού εδάφους των ομόρων ιδιοκτησιών, τις οποίες διαχωρίζει.

Και ναι μεν με επακολουθήσασες διατάξεις (άρθρο 50 παρ. 1 εδ.β του Β.Δ 9-8/30-9-1955 ‘ ‘ περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους ‘ ‘ , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ΒΔ της 26-7/19-8-1959),θεσπίσθηκαν διαφορετικές διατυπώσεις για την σύσταση μεσοτοίχου, (συμφωνία των ιδιοκτητών συναπτομένη με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβαλλομένη σε μεταγραφή), πλην όμως οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται επί τοίχων, που απέκτησαν, την κυριότητα του μεσοτοίχου πριν από την ισχύ των.

Όταν ο τοίχος που διαχωρίζει τα δύο όμορα ακίνητα έχει κτισθεί σε επαφή με το κοινό όριο των ιδιοκτησιών επί εδάφους όμως εξ ολοκλήρου της μιας ή της άλλης από αυτές, τότε δεν πρόκειται περί μεσοτοίχου, αλλά τοίχου, ο οποίος ανήκει αποκλειστικώς στον κύριο του εδάφους, ο οποίος έχει το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεώς του, αφού το δικαίωμα της συγχρήσεως είναι αρρήκτως συνδεδεμένο με την κυριότητα και δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χωριστής διαθέσεως εκτός εάν με εμπράγματη σύμβαση συστάσεως πραγματικής δουλείας, ο κύριος παραχωρήσει δικαίωμα χρήσεως και στον γείτονα.

Και ο τελευταίος όμως αυτός τοίχος αποκτά τον χαρακτήρα του μεσοτοίχου κατόπιν σχετικής συμφωνίας, μεταξύ των κυρίων των ομόρων ιδιοκτησιών, η οποία από το έτος 1955, κατά το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, περιορίσθηκαν οι τρόποι συστάσεως μεσοτοιχίας (άρθρο 50 παρ. 7 εδ. 1 του Β.Δ της 9-8/30-9-1955) και μετά, πρέπει να περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ενώ μέχρι το ίδιο έτος 1955,δικαίωμα μεσοτοιχίας μπορούσε να αποκτηθεί και με χρησικτησία, εάν γινόταν χρησιμοποίηση του τοίχου, ως μεσοτοίχου, με διάνοια κυρίου και εφόσον συνέτρεχαν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της χρησικτησίας, αποκτωμένης έτσι και της κυριότητος του αναλογούντος μέρους του εδάφους, επί του οποίου έχει κτισθεί ο τοίχος αυτός.

Ακόμη, κατά τις διατάξεις του ΒΡ Δικαίου του ν.8 παρ. 1, κωδ. (7,39), 9 παρ. 1 (Βασ. 50.14), γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία αν νεμηθεί αυτό συνεχώς επί μία τριακονταετία με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητος άλλου (ν.27 πανδ.(18.1), 15 παρ. 3,48 Πανδ. (41,3), 2 παρ. 4 και 7,11 πανδ. (51.4),5 παρ. 1 Πανδ. (41, 10) και 109 πανδ. (50.16).

Ωσαύτως, από τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝ.ΑΚ προκύπτει, ότι, όταν ο χρόνος της χρησικτησίας του δικαίου, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, συμπληρώνεται νωρίτερα από τον οριζόμενο στον ΑΚ βραχύτερο, η χρησικτησία συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος του δικαίου που ίσχυε πριν από τον Α.Κ, η δε καλή πίστη απαιτείται στην περίπτωση αυτήν για τον μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΑΚ χρόνο (23-2-1946, ενόψει του ότι το στοιχείο τούτο δεν απαιτείται από την διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ για την έκτακτη χρησικτησία.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη, 42/2014, απόφασή του παρεβίασε υπό την έννοια της εσφαλμένης εφαρμογής τις προρρηθείσες ουσιαστικές διατάξεις και έτσι υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 560 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ πλημμέλεια.

IV. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: ‘ ‘ Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../27-01-1988 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Χαράλαμπου Δημόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι εφεσίβλητοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά του θανόντος αδιάθετου την 28-03-1997 συζύγου και πατέρα τους Θ.

Α. του Α., ο οποίος κατέλειπε μεταξύ άλλων ποσοστό 2/32 αδιαίρετα στην πρώτη και 3/32 σε έκαστο των λοιπών ενός οικοπέδου που βρίσκεται στη συνοικία ..., που συνορεύει ανατολικά με πλατεία, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Γ., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. και Η. Γ. και νότια με την οδό ..., εμβαδού κατά το συμβόλαιο αυτό 25 τ.μ., αποτελούμενο από ισόγειο κατάστημα εμβαδού 20 τ.μ., περίπου και οικία πρώτου ορόφου εμβαδού 23 τ.μ.

περίπου. Κατά ποσοστό 8/32 το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στην πρώτη εφεσίβλητη δυνάμει του υπ’ αριθ. .../28-08-1968 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου, Παναγιώτη Λιανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, αιτία πωλήσεως από τον. Α. Π., ο οποίος ήταν συγκύριος αυτού κατά ποσοστό 1/2 αδιαίρετα και με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο μεταβίβασε για την ίδια αιτία το υπόλοιπο ποσοστό των 8/32 αδιαίρετα στο Θ.

Α.. Τέλος κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 16/32 αδιαίρετα το ίδιο ακίνητο είχε περιέλθει στην πρώτη εφεσίβλητη δυνάμει του υπ’ αριθ. .../20-08-1966 προικοσυμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 56 Ν 1329/1983, από τον πατέρα της Β. Π., ο οποίος ήταν συγκύριος αυτού κατά ποσοστό 1/2 αδιαίρετα.

Εξάλλου ο εφεσίβλητος είναι πλήρης και αποκλειστικός κύριος του όμορου προς βορά ακινήτου και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου εμβαδού 65,50 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με δημοτική πλατεία, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Γ., βόρεια με περιμετρική οδό ... (προέκταση ...) και νότια με ιδιοκτησία εκκαλούντων, μετά της εντός αυτού ανώγειας οικοδομής με υπόγειο, η οποία περιλαμβάνει υπόγεια αποθήκη εμβαδού 65,50 τ.μ., ισόγειο κατάστημα εμβαδού 59 τ.μ.

και κατοικία πρώτου ορόφου εμβαδού 58,70 τ.μ. Περιήλθε δε σ’ αυτόν κατά ποσοστό 1/2 αδιαίρετα δυνάμει του υπ’ αριθ. .../09-02-1996 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ευαγγελίας Κανδρή - Ζωγράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον πατέρα του Δ. Π., κατά το ποσοστό των 23/50 αδιαίρετα δυνάμει του υπ’ αριθ. ...14-02-1996 συμβολαίου πώλησης της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τη Μ.

σύζ. Κ. Ζ. το γένος Ν. Γ. και κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 2/50 αδιαίρετα δυνάμει του υπ’ αριθ. .../22-02- 1996 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από την ίδια ως άνω πωλήτρια. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι αμφότερες οι οικοδομές είναι λιθόκτιστες και κατασκευάστηκαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Το ισόγειο της οικοδομής του εφεσιβλήτου είναι κτισμένο κατά 78 εκ. ψηλότερα από το ισόγειο της οικοδομής των εκκαλούντων, ενώ ο πρώτος όροφος είναι ψηλότερος κατά 3,05 μ. Η ανατολική πλευρά αμφοτέρων των κτιρίων έχει μήκος 15,52 μ., ενώ ο διαχωριστικός αυτών τοίχος έχει πάχος 72 εκ. Αμφότερα τα κτίρια κατασκευάστηκαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, από τον απώτερο κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Η.

Π., ο οποίος έφτιαξε πρώτα ως κατοικία την οικοδομή του εφεσιβλήτου, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο και στη συνέχεια, ως βοηθητικό χώρο για το σταυλισμό ζώων (χάνι) το ισόγειο της οικοδομής των εκκαλούντων, το οποίο στη συνέχεια επεκτάθηκε στον πρώτο όροφο, επί εδάφους χαμηλότερου αυτού της οικίας.

Το περιστατικό εξάλλου του κοινού ιδιοκτήτη αμφοτέρων των ακινήτων συνομολογούν αμφότερες οι διάδικες πλευρές, ενώ η απεικόνιση αμφοτέρων των οικοδομών, αποπερατωμένων, σε φωτογραφία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα δεν οδηγεί αναγκαία στο συμπέρασμα ότι αυτές κατασκευάστηκαν ταυτόχρονα. Ενόψει των ανωτέρω, μέχρι το χρονικό σημείο πώλησης του ακινήτου των εκκαλούντων στο δικαιοπάροχό τους Λ.

Π., από τον Η. Π., με το υπ’ αριθ. .../27-08-1924 συμβόλαιο δυσανάγνωστου συμβολαιογράφου, δεν τίθεται θέμα μεσοτοιχίας, αφού δεν υπήρχαν ως τότε διαφορετικοί ιδιοκτήτες διαφορετικών οικοπέδων. Εξάλλου, ούτε στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο, ούτε στα επόμενα έγινε λόγος για ύπαρξη μεσοτοίχου, ή για δημιουργία μεσοτοιχίας, ενώ επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι το οικόπεδο της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων περιλαμβάνει τμήμα του εδάφους που καλύπτεται από τον επίδικο τοίχο, αφού αυτός φτάνει χαμηλότερα από τη βάση του κτιρίου των εκκαλούντων, δεδομένου ότι το κτίριο των εκκαλούντων, που κτίστηκε μεταγενέστερα, δεν διαθέτει υπόγειο, σε αντίθεση με αυτό του εφεσιβλήτου, το οποίο και προηγήθηκε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επί του επιδίκου, διαχωριστικού των δύο κτιρίων τοίχου, πλάτους 72 εκ., ο αρχικός ιδιοκτήτης αμφοτέρων είχε ανοίξει στο νότιο τοίχο της οικίας - βόρειο του χανιού τοξωτό άνοιγμα πλάτους 1,37 μ. και ύψους 2,40 μ. περίπου. Σήμερα, έμπροσθεν του ανοίγματος υπάρχει από την πλευρά της οικοδομής του εφεσιβλήτου σκάλα από οπλισμένο σκυρόδεμα, που οδηγεί στον όροφο, ενώ από την πλευρά της οικοδομής των εκκαλούντων το άνοιγμα έχει κλειστεί με ξύλινο διαχωριστικό, μετά το οποίο επίσης υπάρχει ξύλινη σκάλα που οδηγεί στον όροφο.

Το ξύλινο δάπεδο που χωρίζει το ισόγειο από τον πρώτο όροφο της οικοδομής των εκκαλούντων δεν εδράζεται στον επίδικο τοίχο, αλλά βρίσκεται απλή επαφή με αυτόν (κατά δήλωση των εκκαλούντων στον πραγματογνώμονα). Η κεραμοσκεπή του κτιρίου των εκκαλούντων δεν εισχωρεί στον επίδικο τοίχο, αλλά απλώς βρίσκεται σε επαφή με αυτόν, στη συμβολή τους δε έχει κατασκευαστεί λαμαρίνα απορροής των ομβρίων, ενώ το βάρος της κατανέμεται όχι στο βόρειο, δηλαδή τον επίδικο, αλλά στον ανατολικό και στο δυτικό τοίχο.

Εξάλλου, ούτε στο παρελθόν η στέγη διαπλεκόταν με τον επίδικο τοίχο, αφού δεν διαπιστώθηκαν κατά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αλλά και των λοιπών γνωμοδοτήσεων, ίχνη ξύλινων ζευκτών, ή κάποιο κενό στη λιθοδομή της οικοδομής του εφεσιβλήτου. Επιπλέον στον πρώτον όροφο της οικοδομής του εφεσιβλήτου υπάρχουν τρία παράθυρα διαστάσεων 1,10X1,15 τα δύο εξ αυτών και 0,40X0,55 το τρίτο, τα οποία καταλαμβάνουν σχεδόν όλο το πάχος του τοίχου (πλην 5 εκ.

από την εξωτερική του πλευρά), τα οποία καλύφθηκαν εν μέρει από την κατασκευασθείσα μεταγενέστερα στέγη του κτιρίου ιδιοκτησίας των εκκαλούντων, ενώ σήμερα είναι πάλι ορατά. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε σύζευξη μεταξύ των λοιπών οικοδομικών υλικών των δύο κτιρίων, ούτε στη δυτική τους πλευρά, στην οποία το κτίριο του εφεσιβλήτου προεξέχει αυτού των εκκαλούντων (είναι μεγαλύτερη κατά 35 εκ.), ούτε στην ανατολική (πρόσοψη), αφού δεν αποδείχθηκε ότι η οικοδομή των εκκαλούντων διαπλέκεται με οποιονδήποτε τρόπο με τον επίδικο τοίχο, ούτε ότι οποιαδήπτοτε δοκός ή λίθινο αγκωνάρι εισέρχεται σ’ αυτόν, εκτός από την ξύλινη δοκό πάνω από τα παράθυρα της πρόσοψης του κτιρίου των εκκαλούντων, που εισέρχεται κατά 5 εκ.

στον επίδικο τοίχο, στοιχείο ωστόσο το οποίο δεν επαρκεί για να θεωρηθεί ότι η μικρή αυτή διαπλοκή στήριζε την όλη οικοδομή των εκκαλούντων, εις τρόπον ώστε ο επίδικος τοίχος να χρησιμοποιείται ως μεσότοιχος, για τη στατική στήριξη της οικοδομής των εκκαλούντων, τον οποίο χρησιμοποιούσαν διανοία κυρίων οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων, καταστάντες συγκύριοι αυτού με πρωτότυπο τρόπο.

Συνεπώς, η οικοδομή . των εκκαλούντων απλά βρισκόταν σε επαφή με τον επίδικο νότιο τοίχο της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου και δεν κατασκευάστηκε έτσι ώστε να στηρίζεται στατικά σ’ αυτόν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πάροδος τόσου χρόνου, σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις που έχει δεχθεί η περιοχή και τις καθιζήσεις που έχει υποστεί το έδαφος έχουν επιφέρει σ’ αυτήν σημαντικές φθορές (μετατοπίσεις λίθινων στοιχείων), που καθιστούν απαραίτητη την αντιστήριξή της σε περίπτωση καθαίρεσης του ακινήτου του εφεσιβλήτου, ώστε να μην υποστεί και η ίδια φθορές που μπορούν να οδηγήσουν σε κατάρρευσή της, περίπτωση ωστόσο που δεν συντρέχει μόνο στις οικοδομές που στηρίζονται στατικά η μία στην άλλη, αλλά και σε ανεξάρτητες μεταξύ τους".

V. Επί τη βάσει των ανωτέρω ανελέγκτως δεκτών γενομένων περιστατικών, κατά τις προπαρατεθείσες παραδοχές της πληττομένης αποφάσεώς του το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, αναγνωριστική κυριότητος του επιδίκου ως μεσοτοίχου κατά το ήμισυ του πλάτους του και της εδαφικής λωρίδος, αντίστοιχης με το πλάτος του επιφάνειας, στην οποία ο διαφιλονικούμενος αυτός τοίχος έχει κτισθεί και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεσή τους τους κατά της εκκληθείσης πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί τα ίδια.

‘ Ετσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προμνησθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει ειρμός νομικής ακολουθίας μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις ανωτέρω διατάξεις, που εφήρμοσε, όπως η εννοιολογική ανάπτυξη γίνεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις επισκοπηθείσες ανωτέρω παραδοχές, ότι ο επίδικος τοίχος κατασκευάσθηκε μεν στο όριο των ακινήτων των διαδίκων, αλλά επί εδάφους που ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου αναιρεσιβλήτου και όχι σε τμήμα του ακινήτου, το οποίο εν έτει 1924 αγόρασε ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, ούτε εξάλλου απέκτησε την ιδιότητα του μεσοτοίχου και ως εκ τούτου δικαίωμα επ’ αυτού μεσοτοιχίας δεν απέκτησαν οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) μέχρι το έτος 1955 με έκτακτη χρησικτησία, αφού δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι δεν χρησιμοποίησαν τον επίδικο τοίχο ως μεσότοιχο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσίοντες, αδοκίμως όμως, δεν στοιχειοθετούν την φερομένη αυτή και αντιστοίχως καταλογιζομένη πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

VI. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αιτιώμενοι (κατ’ εκτίμηση),ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 560 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεχθέν, ότι η οικοδομή των αναιρεσειόντων εφάπτεται με τον νότιο τοίχο της οικοδομής του αναιρεσιβλήτου, αλλά δεν γινόταν χρήση αυτού από τους δικαιοπαρόχους τους ως μεσοτοίχου και έτσι αχθέν στην καταληκτική παραδοχή ότι δεν απέκτησαν ο τοίχος αυτός την ιδιότητα του μεσοτοίχου, και οι ίδιοι δικαίωμα μεσοτοιχίας με έκτακτη χρησικτησία, ενώ είναι αδιανόητο να μη γίνεται χρήση αυτού από το μέρος της οικοδομής τους με επιχρίσεις, ασβέστωμα αυτού, αντικατάσταση της στέγης του κτιρίου τους, που ήταν προσαρμοσμένη σ’ αυτόν και συναρμόζοντες την υδρορροή του σε αυτόν.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος εν πρώτοις ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν και εν πάση περιπτώσει, καθόσον: Υπό την επίκληση της προεκτεθείσης πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου(αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος περιλαμβάνεται στον ίδιο αναιρετικό λόγο, αποτελεί απλό επιχείρημα προς στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων, ότι απέκτησαν την συγκυριότητα του επιδίκου τοίχου με έκτακτη χρησικτησία, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να επιβληθεί στους αναιρσείοντες ως ηττωμένους διαδίκους, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν του αντιστοίχου αιτήματός του και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 176,183,191 παρ. 2, 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το κατωτέρω διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2014 αίτηση των : 1) Π. χήρας Θ. Α., 2) Α. Α. του Θ. και 3) Β. Α. του Θ., περί αναιρέσεως της 42/2014 αποφάσεως του (δικάσαντος ως Εφετείου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700). Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ