Legislator Case Law & Legislation
723/2013 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal, ruling employee entitled to 50% severance as he met full pension conditions.

Case Number 723/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the Second Instance Court's decision awarding severance pay to a long-serving employee. The employee resigned after 33 years of service, and the court found he met the conditions for full retirement pension, entitling him to the higher 50% severance rate under Article 8 of Law 3198/1955. Consequently, the court rejected the bank's arguments and ordered the bank to pay the difference in the calculated amount.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 para. 1 of Law 3198/1955; Employees who have met the conditions for full retirement pension are entitled to 50% severance pay upon voluntary resignation with employer consent, rather than the 40% rate for those who have not.

Keywords

AI generated
severance pay calculation voluntary resignation full retirement pension employee rights Labor Law 3198/1955 employer consent severance rate

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 para. 1 of Law 3198/1955
Art. 6 § 1 of Law 2112/1920
Art. 5 § 1 of Law 435/1976
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 723 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 723/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1678/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1484/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 5-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/ 1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 § 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ.

αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 § 4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 § 1 του Ν. 435/ 1976, ορίζονται τα εξής:

Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Μ. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.

Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.

Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα, προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 1110/1986). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού.

γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.

Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ (Ολ) 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την αναιρεσείουσα στις 17-5-1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπάλληλος και με την ιδιότητά του αυτή εργάστηκε έκτοτε σ' αυτήν και εξελίχθηκε βαθμολογικώς μέχρι και το βαθμό του Τμηματάρχη.

Ο αναιρεσίβλητος ο οποίος γεννήθηκε στις 24-11-1946 αποχώρησε από την εργασία του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 21-11-2006, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας (60ου έτους), που προβλεπόταν όσον αφορά του Τμηματάρχες από το άρθρο 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, στον οποίο είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψή του.

Η αποχώρηση αυτή του αναιρεσιβλήτου έγινε μετά τη συμπλήρωση πραγματικής υπηρεσίας 33 ετών, 6 μηνών και 4 ημερών από της αρχικής τοποθέτησής του στην Τράπεζα και κατόπιν υποβολής εκ μέρους του εγγράφως της παραίτησής του από την υπηρεσία της Τράπεζας. Συγκεκριμένα υπέβαλε την από 25-10-2006 αίτησή του, με την οποία ζητούσε την παραίτησή του από τις 21-11-2006, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ. 1256/27-10-2006 πράξη Διοικητή, από το αρμόδιο όργανο της Τράπεζας σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του Γενικού Κανονισμού της Κατάστασης των υπαλλήλων της, δηλαδή, εντός μηνός από της υποβολής της δήλωσης παραίτησης και διεγράφη αυτός από τη δύναμη του προσωπικού της Τράπεζας από 21-11-2006, αφού διαπιστώθηκε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για αναβολή αποδοχής της παραίτησής του, ούτε εκκρεμούσε σε βάρος του πειθαρχική δίκη.

Η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου διεπόταν από τον άνω συμβατικής ισχύος κανονισμό που προέβλεπε τη λύση της σύμβασης εργασίας του με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας και επομένως ήταν ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο κανονισμό οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας του, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού.

Υπήρχε συνεπώς διαλυτική αίρεση στην ως άνω σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου κατά τα άρθρα 669 και 202 του ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραίτησης που υποβλήθηκε από αυτόν και έτσι η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εργοδότριάς του που αποδέχθηκε την παραίτησή του από τότε που ζήτησε ο αναιρεσίβλητος να ισχύσει αυτή, με συνέπεια να δικαιούται ο αναιρεσίβλητος την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφιο α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωση.

Ειδικότερα ο αναιρεσίβλητος ως υπάλληλος της αναιρεσείουσας Τράπεζας που παραιτήθηκε από την υπηρεσία μετά 33 έτη, 6 μήνες και 4 ημέρες απασχόλησης σ' αυτή, χωρίς να έχει συμπληρώσει το προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού όριο ηλικίας (το 60ο έτος για τους Τμηματάρχες), γενομένης δεκτής από την αναιρεσείουσα της αίτησης παραίτησής του, υπαγόταν στους μισθωτούς του εδαφίου α' Ν. 3198/1955, που δικαιούνταν λόγω της αποχώρησής του με τη συγκατάθεση της εργοδότριάς του, ως αποζημίωση το 50% της αποζημίωσης που θα λάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την Τράπεζα και όχι το 40% του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου (8 Ν. 3198/1955), λόγω του ότι, έχοντας συνολικό συντάξιμο χρόνο αναγνώρισης πρόσθετου 34 έτη, 6 μήνες και 1 ημέρα (που υπολογίζεται ως 35 έτη κατά το καταστατικό του Ταμείου), είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης από το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας Ελλάδος και το Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων Τράπεζας Ελλάδος, καθόσον το τελευταίο αυτό ποσοστό (40%) οφείλεται όταν ο μισθωτός έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, τις οποίες δεν είχε ο αναιρεσείων (θα συμπλήρωνε το προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις του γενικού κανονισμού όριο των 60 ετών ως τμηματάρχης για τη λήψη πλήρους σύνταξης στις 31-12-2006) ... .

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει από την εναγομένη ως αποζημίωση του εδαφίου α' του άρθρου 8 Ν. 3198/1955 την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της καταβλητέας και καταβληθείσας αποζημίωσης, ανερχόμενης στο ποσό των 40.839,36 € (55.839,36 - 15.000). Απέρριψε δε τους σχετικούς λόγους της έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3198/1955, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την προβλεπόμενη από το εδ. α' της παρ. 1 άρθρου 8 αποζημίωση, περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως και αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-2-2012 αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. για αναίρεση της 1484/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ