Supreme Court allows partial appeal against court of appeal decision regarding statute of limitations defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to join two separate appeals against a Court of Appeal decision. The appellant argued the lower court improperly accepted a statute of limitations defense that had not been formally raised in the second instance. The court rejected this argument, finding the lower court's statement was merely a narrative reference to the first instance rather than a formal acceptance of the defense. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 246 KPolD; The Supreme Court may join pending appeals to expedite proceedings, and a lower court's narrative reference to a first-instance defense does not constitute a formal acceptance of a statute of limitations objection for the purpose of an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 723 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 723/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΥΠΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας Γεώργιος Γ.ς, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο αυτής τον δικηγόρο Δημήτριο Ρήγα.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-7-2005 και 20-12-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 334/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 21-5-2010 αίτησή της και ο αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων με την από 7-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε α) την από 22-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης (αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης) πρώτου, πέμπτου, έκτου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη τους, καθώς και του εβδόμου, και την απόρριψη αυτών κατά τα λοιπά, καθώς και των υπολοίπων λόγων αυτής και β) την από 17-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος) και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Α) Σύμφωνα με το άρθ. 246 ΚΠολΔ, το οποίο κατ' άρθ. 573 § 1 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του δικαστηρίου διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην κρινομένη περίπτωση κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (1-3-2011) συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι αιτήσεις (1) από 21-5-2010 της ανώνυμης εταιρείας "Περιφερειακό Πρακτορείο Διανομής Τύπου ΑΕ" (πιν. 24) και (2) από 7-6-2010 του Μ. Μ. (πιν. 25), για αναίρεση της 50/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής απόφασης, και με την συνεκδίκαση διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, αλλά και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. (Β) Ως προς την από 21-5-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "Περιφερειακό Πρακτορείο Διανομής Τύπου ΑΕ" (πιν. 24).
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρ. 7 § 1, 8 § 2, 11 § 3 και 16 § 3 του ν. 1876/1990 προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση (ΔΑ) ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν, όμως, η ισχύς της επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και τους εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, η επέκταση δε αυτή ισχύει από το χρόνο της δημοσίευσης της σχετικής περί επέκτασης της ισχύος της υπουργικής απόφασης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η ιδιότητα του μέλους των ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της ισχύος των ΔΑ, αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν απ' αυτές και συνακόλουθα στοιχείο για την θεμελίωση και το κατ' άρθ. 216 § 1 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής.
Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των αντιστοίχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του κατ' άρθ. 224 εδ. β' ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Τούτο όμως δεν απαιτείται στην περίπτωση που η ισχύς της Δ.Α., στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση, και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ για το προηγούμενο της κήρυξης της Δ.Α.
ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα (Σ.Σ.Ε. ή) Δ.Α., που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική, από το χρόνο κήρυξής της ως γενικώς υποχρεωτικής, κατά συνέπεια δε στην περίπτωση αυτή η αγωγή ουδεμία πάσχει αοριστία (ΑΠ 74/2009). Κατά μείζονα λόγο δεν δημιουργείται αοριστία, όταν στην αγωγή αναφέρεται ότι οι ΔΑ, στις οποίες ο ενάγων εργαζόμενος στηρίζει τις αξιώσεις του, έχουν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι από τις διατάξεις του άρθ. 9 §§ 4 και 5 ν. 1876/1990 που ορίζουν αντίστοιχα ότι "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και ότι "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας", συνάγεται ότι μετά την λήξη της απόφασης διαιτησίας οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης διαιτητικής απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τις από 25-7-2005 και 20-12-2006 συνεκδικασθείσες αγωγές του ο (εδώ) αναιρεσίβλητος ενάγων εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε την 16-12-1999 προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εναγομένη εταιρεία ως διανομέας στην επιχείρηση διανομής τύπου που διατηρεί αυτή στην Πάτρα και εργάσθηκε με την ιδιότητα αυτήν μέχρι την 26-4-2005, όταν η εναγομένη προέβη σε ανυπόστατη, άλλως άκυρη, καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας του καθορίζονταν από τις εκεί αναλυτικά μνημονευόμενες ΔΑ, που είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές, πλην της τελευταίας, της οποίας επέκειτο η κήρυξη ως υποχρεωτικής (μη εφαρμοζομένης, πάντως, στην κρινομένη υπόθεση, όπως θα εκτεθεί στην συνέχεια), με τις αναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, πλην των άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα εκτιθέμενα σ' αυτές ποσά ως μισθούς υπερημερίας διαφόρων χρονικών διαστημάτων, διαφορά αποζημίωσης απόλυσης (επικουρικά), απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου κ.λπ.
Είναι γεγονός ότι η εναγομένη με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της αμφισβήτησε την ιδιότητα του ενάγοντος ως μέλους της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, ο δε ενάγων δεν συμπλήρωσε κατά τούτο την αγωγή του, αυτό, όμως, δεν την καθιστά αόριστη, εφόσον αυτή περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και την ρητή μνεία ότι οι σχετικές ΔΑ είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές.
Επομένως, ο χωρίς αρίθμηση πρώτος κατά σειρά λόγος αναίρεσης (όπως και όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης), ως προς το αντίστοιχο σκέλος του κατ' εκτίμηση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, περί νομικής αοριστίας των αγωγών για την αιτία αυτή, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο αυτός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί κατά τα σκέλη του από (α) τον αριθμό 10 της ίδιας διάταξης, κατά το οποίο το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι οι διάδικοι ήσαν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμμετείχαν στις ως άνω ΔΑ, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχεται τέτοια παραδοχή (β) τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι ένδικες ΔΑ εφαρμόζονται από την δημοσίευση της σχετικής για την κήρυξή τους ως υποχρεωτικών υπουργικής απόφασης, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και (γ) από τον αριθ. 19 ως πλήρως αόριστος αλλά και αβάσιμος.
ΙΙ. Με τους δεύτερο και έκτο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγους αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τις (γραπτές) αποδείξεις ως προς τα ποσά που έλαβε ο ενάγων για το νόμιμο μισθό του, καθώς και για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές. Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα (πάντως μη καθοριζόμενα) έγγραφα αυτά.
ΙΙΙ. Ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό των εργαζομένων που απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς Οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, Ο.Α.Ε.Δ., εργατική εστία, καθώς και φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξόφλησης μισθού κ.λπ., τα οποία στη συνέχεια αποδίδει στους δικαιούχους υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση.
Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι λόγοι αναίρεσης τρίτος από τους αριθ. 20 και 11 περ.
γ' του ως άνω άρθρου, κατά τον οποίο το Εφετείο από τα μικτά ποσά που κατά την αναιρεσιβαλλομένη έπρεπε να λάβει ο ενάγων αφαιρεί τα καθαρά ποσά που έλαβε και αναφέρονται στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να λάβει υπόψη ότι ο ενάγων έλαβε τα ποσά που προέκυπταν μετά την αφαίρεση αυτών που παρακρατήθηκαν και αποδόθηκαν ως ασφαλιστικές εισφορές και Φ.Μ.Υ., με τον τρόπο δε αυτόν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, άλλως δεν τα έλαβε υπόψη, και τέταρτος από τον αριθ. 19 του αυτού άρθρου, κατά τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογίας στο ζήτημα αυτό, πρέπει ν' απορριφθούν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρ. 7 § 1, 8 § 2, 11 § 3 και 16 § 3 του ν. 1876/1990 προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση (ΔΑ), εξομοιουμένη με συλλογική σύμβαση εργασίας, ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν, όμως, η ισχύς της επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και τους εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, η επέκταση δε αυτή ισχύει από το χρόνο της δημοσίευσης της σχετικής περί επέκτασης της ισχύος της υπουργικής απόφασης και όχι αναδρομικά.
Εξάλλου, οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών καθορίζονταν, κατά το κρίσιμο εδώ χρονικό διάστημα, από τις ΔΑ (α) 28/2000 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27-7-2001 (ΥΑ 12539/2001, ΦΕΚ Β' 960) (β) 30/2003 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 8-7-2003 (ΥΑ 11386/2004, ΦΕΚ Β' 681) (γ) 39/2004 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5-11-2004 (ΥΑ 13129/2004, ΦΕΚ Β' 1643).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των ΚΥΑ 8900/1946 και 18310/1946, όπως ερμηνεύθηκαν με την 25825/1951 όμοια και όπως η δεύτερη απ' αυτές τροποποιήθηκε με την Φ.27019/1953 ΑΥΕ προκύπτει ότι ο μισθωτός, ο οποίος (α) παρέχει νυκτερινή εργασία, δηλ. κατά το χρονικό διάστημα από την 22.00' μέχρι την 06.00' της επομένης, δικαιούται προσαύξηση 25% επί των νομίμων αποδοχών του (β) εργάζεται κατά την Κυριακή δικαιούται να λάβει προσαύξηση 75% επί του 1/25 του νομίμου μισθού του και αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και σε περίπτωση μη χορήγησης αυτής επιπλέον και το 1/25 του μηνιαίου νόμιμου μισθού του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου επί αγωγών αυτού με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την άκυρη καταγγελία αυτής (για διαφορές οφειλομένων αποδοχών, αμοιβή νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές κ.λπ.) με την προσβαλλομένη 50/2010 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στην Πάτρα την 16-12-1999 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) εργάσθηκε στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία, που ασκεί επιχείρηση διανομής τύπου και περιοδικών στην Πάτρα, με ειδικότερο αντικείμενο της απασχόλησής του την διαλογή και συσκευασία των περιοδικών και εφημερίδων, αντιπαραβολή χρεωστικών ανά περίπτερο, διανομή στα περίπτερα και είσπραξη των οφειλομένων ποσών κ.λπ., μέχρι την 26-4-2005, όταν η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση αυτή, καταβάλλοντας την αποζημίωση απόλυσης, ότι οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι την απόλυσή του με βάση τις ΔΑ 28/2000, 43/2002, 30/2003, 39/2004, 23/2005 και 39/2005 που όλες έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές με αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις ανέρχονταν ειδικότερα (1) κατά το χρονικό διάστημα 1-1-2001 έως 30-6-2001 σε 590,95€ (2) από 1-7-2001 μέχρι 31-12-2001 σε 601,07€ (3) από 1-1-2002 μέχρι 30-6-2002 σε 645,25€ (4) από 1-7-2002 έως 16-10-2002 σε 660,75 € (5) από 4-9-2003 μέχρι 31-12-2003 σε 682,45€ (6) από 1/1 έως 31/8/2004 σε 726,67€ (7) από 1/9 έως 31/12/2004 σε 744,94€ και (8) από 1/1 έως 26/4/2005 σε 761,32€, ότι κατά το ως χρονικό διάστημα ο ενάγων ελάμβανε αποδοχές κατώτερες των νομίμων, δικαιούμενος για την αιτία αυτή την διαφορά που ανέρχεται συνολικά σε 3.786,66€, ότι ο ενάγων παρείχε καθημερινά μία ώρα νυκτερινής εργασίας (από 05.00'-06.00') και δικαιούται για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 5.122,64€, δηλ.
το αντίστοιχο ωρομίσθιο και την προσαύξηση αυτού κατά 25%, ότι ο ενάγων εργαζόταν κατά μέσο όρο 3 Κυριακές κάθε μήνα και επί 4 ώρες και επομένως δικαιούται για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 3.592€, δηλ. το αντίστοιχο ωρομίσθιο και την προσαύξηση 75% αυτού, ότι κατά την απόλυσή του καταβλήθηκε στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 2.311,4€, ενώ η νόμιμη αποζημίωσή του ισούταν με 3 μηνιαίους μισθούς του τελευταίου πριν από την καταγγελία μήνα, ανερχομένη, με τον συνυπολογισμό της αναλογίας των αμοιβών για τακτική νυκτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές, σε 3.479€, και επομένως δικαιούται ως οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής το ποσό των 1.168€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επεδίκασε τα ποσά αυτά, μαζί με μη εκκληθέντα κονδύλια, το μεν καταψηφιστικά το δε αναγνωριστικά, κατά τις εκεί διακρίσεις.
Σύμφωνα με τα παραπάνω: (i) Η ΔΑ 43/2002 που εφαρμόσθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική και επομένως δεν ήταν εφαρμοστέα, ενώ η επίσης εφαρμοσθείσα ΔΑ 23/2005 κηρύχθηκε υποχρεωτική από 12-7-2005 (ΥΑ 12116/2005, ΦΕΚ Β' 968), δηλ. για το μετά την λύση της σύμβασης (26-4-2005) χρονικό διάστημα. Η εφαρμογή των ως άνω ΔΑ και δη της 43/2002 και λαμβανομένου υπόψη ότι οι μεταγενέστερες ΔΑ καθόρισαν τις νόμιμες αμοιβές των υπαγομένων σ' αυτές εργαζομένων, άρα και του ενάγοντος, με βάση τις αμοιβές που είχαν διαμορφωθεί με τις προηγούμενες της 43/2002, είχε ως συνέπεια τον εσφαλμένο υπολογισμό των αποδοχών του ενάγοντος και του οφειλομένου υπολοίπου αυτών, καθώς και της αμοιβής του για νυκτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και της αποζημίωσης απόλυσης και του οφειλομένου υπολοίπου αυτής.
Την αυτή επίδραση είχε και ο ως άνω υπολογισμός της αμοιβής νυκτερινής εργασίας και για εργασία κατά τις Κυριακές. (ii) Κατά συνέπεια πρέπει να γίνουν δεκτοί οι (χωρίς αρίθμηση) λόγοι αναίρεσης κατά τα σχετικά σκέλη τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος (που αφορά τον υπολογισμό των νομίμων μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος), πέμπτος (ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής για νυκτερινή εργασία), ενώ ο αυτός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί κατά τα σκέλη του από τους αριθ. 9 και 19 του ίδιου άρθρου, αφού το δικαστήριο δεν υπέπεσε στις σχετικές αναιρετικές πλημμέλειες, έκτος (για τον υπολογισμό αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές), απορριφθεί όμως κατά το μέρος του από τον αριθ. 19, και έβδομος (που αναφέρεται στον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης και του οφειλομένου υπολοίπου της). (Γ) Ως προς την από 7-6-2010 αίτηση του Μ.
Μ..
Ι. (i) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Αν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, όπως δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών και όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. (ii) Από τα άρθ. 669 § 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθ. 281 ΑΚ, δηλ. της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθ. 174 και 180 ΑΚ.
Άκυρη ως καταχρηστική είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη και όταν αυτή υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης για προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζομένου και δη όταν γίνεται επειδή ο μισθωτός διεκδίκησε νόμιμα, εξώδικα ή δικαστικά, οφειλόμενες αποδοχές.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθ. 281 ΑΚ.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 1, 3 §§ 1 και 3 ν.2112/1920 και 5 §§ 1 και 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία, ως τυπική δικαιοπραξία, πρέπει, με την ποινή της ακυρότητας, να γίνει εγγράφως και να συνοδεύεται σε κάθε περίπτωση (εκτός από την καταγγελία λόγω υποβολής μήνυσης και ανώτερης βίας) με την καταβολή της νόμιμης γι' αυτήν αποζημίωσης.
Η καταβολή, όμως, ελλιπούς από τον εργοδότη της αποζημίωσης που δικαιούται ο μισθωτός δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ή σε εύλογη αμφιβολία αυτού ως προς το ακριβές ύψος της οφειλομένης αποζημίωσης, στην περίπτωση δε αυτή το κύρος της καταγγελίας σώζεται και ο μισθωτός έχει αξίωση μόνο για συμπλήρωση της αποζημίωσης και όχι και για μισθούς υπερημερίας για τον λόγο ότι ο εργοδότης αρνείται να δεχθεί τις υπηρεσίες του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εργαζομένου γίνεται από το φυσικό εκείνο πρόσωπο (ή πρόσωπα) που σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό εκφράζει την βούληση του νομικού προσώπου και το εκπροσωπεί στις σχέσεις του με τους τρίτους.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθ. 18 §§ 1 και 2 και 22 κ.ν. 2190/1920 προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο ενεργεί συλλογικά και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίζει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ΔΣ ή άλλα, τρίτα, πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρεία (γενικά ή μόνο για ορισμένου είδους πράξεις), στην περίπτωση δε αυτή τα ως άνω πρόσωπα είναι υποκατάστατα του ΔΣ, ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, εκφράζοντας πρωτογενώς την βούλησή του, και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό, και κατά συνέπεια αυτά μπορούν να προβούν σε έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας μισθωτού της εταιρείας, διαφορετικά, εάν δηλ.
η καταγγελία γίνει από άλλο πρόσωπο που δεν έχει την σχετική εξουσία, αυτή είναι ανυπόστατη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επί αγωγών αυτού με αντικείμενο αξιώσεις του από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την ανυπόστατη, άλλως άκυρη καταγγελία αυτής, με την προσβαλλομένη 50/2010 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στην Πάτρα την 16-12-1999 μεταξύ του ενάγοντος αναιρεσείοντος και της εναγομένης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η οποία ασκεί επιχείρηση διανομής τύπου και περιοδικών στην Πάτρα, ο ενάγων ανέλαβε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν με ειδικότερο αντικείμενο της απασχόλησής του την διαλογή και συσκευασία των περιοδικών και εφημερίδων, αντιπαραβολή των χρεωστικών ανά περίπτερο, διανομή του τύπου στα περίπτερα και είσπραξη των οφειλομένων ποσών, διαλογή, εγγραφή και καταμέτρηση επιστροφών από τα περίπτερα και κάθε συναφή εργασία, ότι με την ιδιότητα αυτή ο ενάγων εργάσθηκε, εκτός από το διάστημα από 16-10-2002 έως 4-9-2003 που απουσίασε λόγω προσωπικού κωλύματος, μέχρι την 26-4-2005, όταν η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντας ταυτόχρονα την αποζημίωση απόλυσης, με έγγραφη καταγγελία υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο του ΔΣ αυτής και νόμιμο εκπρόσωπό της κατά τον επίδικο χρόνο Γ.
Γ., στον οποίο είχε ανατεθεί η διοίκηση, εκπροσώπηση και διαχείριση των ενγένει εταιρικών υποθέσεών της, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία αυτή έγινε από την εναγομένη για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του ενάγοντος και δη επειδή αυτός ζήτησε να πληρωθεί με βάση τις νόμιμες αυξήσεις και να του καταβληθούν αποζημιώσεις για υπερωρίες, νυκτερινή εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και ότι κατά συνέπεια δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας για τον λόγο αυτόν και περιέλευσης της εναγομένης σε υπερημερία για το χρονικό διάστημα από 26-4-2005 και μετέπειτα και υποχρέωσής της καταβολής μισθών υπερημερίας, ότι με βάση τις αναφερόμενες εκεί νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 26-4-2005 ο ενάγων δικαιούται για (α) διαφορές μεταξύ του καταβλητέου και του καταβληθέντος βασικού μηνιαίου μισθού του το συνολικό ποσό των 3.786,66€ (β) αμοιβή μία ώρας νυκτερινής εργασίας που παρείχε καθημερινά το ποσό των 5.112,64€ (γ) αμοιβή εργασίας κατά τις Κυριακές το ποσό των 3.592€, ότι κατά την επίδοση της καταγγελίας καταβλήθηκε στον ενάγοντα ως αποζημίωση για την αιτία αυτή το ποσό των 2.311,4€, ενώ η νόμιμη αποζημίωση ανερχόταν στο ποσό των 3.479€ και επομένως οφείλεται το υπόλοιπο αυτής ποσού 1.168€, η μη καταβολή δε της πλήρους αποζημίωσης οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία της εναγομένης ως προς το καταβλητέο ποσό και δεν επιδρά στο κύρος της καταγγελίας.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος ενάγοντος το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως προς τα μη προσβληθέντα κονδύλια και δέχθηκε ενμέρει, κατά τα προαναφερθέντα, τις ένδικες αγωγές. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθούν: (1) Ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος Α' αυτού από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί του υποστατού και της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, αφού με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε ρητά δεκτό ότι το έγγραφο της καταγγελίας υπέγραψε ο κατά τον κρίσιμο χρόνο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης (2) Ο αυτός λόγος κατά το Β' σκέλος του από τον αριθ. 19 της ίδιας διάταξης, κατά τον οποίο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες έγινε δεκτό ότι η καταγγελία προερχόταν πράγματι από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, καθόσον, κατά τα ειδικότερα στον λόγο αυτόν αναίρεσης εκτιθέμενα και κατ' εκτίμηση αυτών, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η επίμαχη καταγγελία έγινε από τον (κατά τον κρίσιμο χρόνο) νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Γ.
Γ., όπως τούτο συνάγεται από την αντιπαραβολή του εγγράφου αυτής, που φέρει την υπογραφή του, με το προσκομισθέν με αριθ. 7776/19-7-2006 ΦΕΚ, από το οποίο προκύπτει ότι το ΔΣ της εναγομένης ανέθεσε ομόφωνα την διοίκηση, εκπροσώπηση και διαχείριση των ενγένει εταιρικών υποθέσεων στον Πρόεδρο του ΔΣ αυτής Γ. Γ., ενώ από το ως άνω ΦΕΚ δεν προκύπτει ότι η εναγομένη ανέθεσε σ' αυτόν να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας, ούτε ήταν δυνατόν από την αντιπαραβολή αυτή να προκύψει ότι το έγγραφο της καταγγελίας υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Γ.
Γ., αντίθετα δε το Εφετείο δεν προέβη σε αντιπαραβολή του εγγράφου της καταγγελίας με την μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα έγγραφη σύμβαση εργασίας, που πραγματικά υπογράφεται για λογαριασμό της εναγομένης από τον προαναφερθέντα Γ. Γ., και επιπλέον προς επίρρωση της κρίσης του αναφέρθηκε "απαξιωτικά" στον μάρτυρα απόδειξης (του ενάγοντος) αποδίδοντας μεγαλύτερη αξιοπιστία στην κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση του αναιρετικού αυτού λόγου πλήττεται στην πραγματικότητα ευθέως η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωθέντος σχετικού αποδεικτικού πορίσματος και η εκτίμηση των αποδείξεων (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ) (3) Ο ίδιος λόγος κατά το Γ' σκέλος του επίσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κρίση του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν ήταν άκυρη ως καταχρηστική, ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία έγινε για λόγους εκδίκησης και δη επειδή ο ενάγων διεκδίκησε νόμιμες αξιώσεις του, η αιτιολογία δε αυτή ουδόλως αντιφάσκει με τις περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης για την ύπαρξη αξιώσεων του ενάγοντος από την απασχόλησή του κατά την νύκτα και ορισμένες Κυριακές κάθε μήνα, ενώ εξάλλου λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας για να θεωρηθεί αυτή ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι δεν υπάρχει εμφανής γι' αυτήν αιτία (ή ότι οι λόγοι που επικαλείται ο εργοδότης είναι αναληθείς), αλλ' απαιτείται να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργαζόμενος και την καθιστούν καταχρηστική κατ' άρθ. 281 ΑΚ, οι οποίοι, κατά την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου, δεν αποδείχθηκαν στην κρινόμενη περίπτωση (4) Ως απαράδεκτος ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο με ανεπαρκή αιτιολογία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο ενάγων (α) εργαζόταν μόνο μία ώρα τη νύκτα τρεις φορές τον μήνα την Κυριακή επί τέσσερις ώρες, αν και στις αγωγές του ανέφερε το ωράριο εργασίας του και (β) δεν πραγματοποίησε καθόλου υπερωριακή εργασία, αν και ακόμη και ο μάρτυρας της εναγομένης βεβαίωσε το αντίθετο, διότι υπό το πρόσχημα της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται ευθέως η επί των πραγμάτων και της ουσίας κρίση του δικαστηρίου.
Αντίθετα, πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω πρώτος λόγος κατά το Δ' σκέλος του από την αυτή ως άνω διάταξη του αριθ. 19, κατ' εκτίμηση αυτού για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της αγωγικής βάσης για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη καταβολής κατ' αυτήν πλήρους της οφειλομένης αποζημίωσης, καθόσον, ενώ έγινε δεκτό ότι η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης οφειλόταν σε εύλογη αμφιβολία της εναγομένης ως προς το καταβλητέο ποσό, στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχονται καθόλου σχετικές παραδοχές, πραγματικά δηλ.
περιστατικά σχετικά με το ουσιώδες αυτό για την έκβαση της δίκης ζήτημα.
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", 3 §§ 1 και 3 α.ν. 539/1945, 3 §§ 16 και 17 ν. 4504/1966, 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 § 1 ν. 435/1976, 1 § 2 ν. 1082/1980 και 1 και 3 της ΥΑ 19040/1981 προκύπτει, ότι ως τακτικές αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολογίζονται τα επιδόματα (δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές και τα επιδόματα αδείας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, καταβαλλομένη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, εφόσον η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας.
Έτσι με την παραπάνω προϋπόθεση περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή εργασία, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες. Στην προκειμένη περίπτωση (και όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 26-4-2005 (μέχρι δηλ.
την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του) ο ενάγων παρείχε καθημερινά μία ώρα νυκτερινής εργασίας, δικαιούμενος για την αιτία αυτή συνολική αμοιβή ύψους 5.122,64€, καθώς και ότι εργαζόταν κατά μέσο όρο τρεις Κυριακές το μήνα (από 06.00' έως 10.00') έχοντας σχετική αξίωση για συνολικό ποσό 3.592€. Όμως, αν και δέχθηκε τις αξιώσεις αυτές, δεν υπολόγισε την αναλογία των ως άνω ποσών για τον καθορισμό της οφειλομένης διαφοράς αποδοχών και επιδόματος αδείας και επιδόματος εορτών Πάσχα του έτους 2005, αλλά επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα μη εκκληθέντα κονδύλια για τις αιτίες αυτές (διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας και επιδόματος Πάσχα), προσθέτοντας αυτά στα λοιπά επιδικασθέντα ως άνω με την αναιρεσιβαλλομένη (για εργασία κατά τη νύκτα και τις Κυριακές κ.λπ.), με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) οι αξιώσεις αυτές (διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας και επιδόματος Πάσχα) είχαν υπολογισθεί αναγκαίως χωρίς την αναλογία των προσαυξήσεων από την εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν τις αντίστοιχες αξιώσεις, δεχθέν ότι ο ενάγων δεν προσέφερε εργασία κατά τη νύκτα και τις Κυριακές.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης του ενάγοντος Μ. Μ. από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την επισήμανση και διευκρίνιση ότι δεν τυγχάνει απαράδεκτος κατ' άρθ. 562 § 2 ΚΠολΔ, ως ερειδόμενος σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο Εφετείο, καθόσον (α) αφορά σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση και (β) δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αξιώσεις για καταβολή αμοιβής κ.λπ.
νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και ως εκ τούτου κατά λογική και νομική αναγκαιότητα δεν ετίθετο θέμα συνυπολογισμού στις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας κ.λπ. της αναλογίας των αμοιβών νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές, αφού τέτοιες αξιώσεις δεν επιδικάσθηκαν και γι' αυτό η πρωτόδικη απόφαση επαρκώς προσβλήθηκε με τον 2ο λόγο της έφεσης του ενάγοντος μόνο ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη των ως άνω αξιώσεών του (για αμοιβή νυκτερινής εργασίας κ.λπ.).
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αυτής από τους αριθ. 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι το Εφετείο, δεχθέν ότι κάθε αξίωση του ενάγοντος για το διάστημα από 1-1-2000 (από παραδρομή αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη από 1-7-2000) έως 31-12-2000 "...έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ (επίδοση αγωγής 23.12.2006), κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης", αν και η εναγομένη δεν επανέφερε νόμιμα και παραδεκτά κατ' άρθ. 240 ΚΠολΔ την ένσταση αυτή στο Εφετείο, αφού με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της ανέφερε απλά ότι προσκομίζει και επικαλείται τις προτάσεις της κατά την πρωτόδικη διαδικασία, στις οποίες αναφέρεται "λέξη προς λέξη και συνολικά και οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος" των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών της, παρά το νόμο δέχθηκε "πράγματα", δηλ.
την ένσταση παραγραφής, που δεν προτάθηκαν, άλλως που δεν προτάθηκαν νόμιμα, άλλως παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω ένσταση παραγραφής. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι ο ενάγων με την έφεσή του δεν προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την παραδοχή της ένστασης παραγραφής των ως άνω αξιώσεών του (ούτε, βέβαια, η μη έχουσα, άλλωστε, έννομο προς τούτο συμφέρον εναγομένη), η οποία κατά το κεφάλαιο αυτό είχε καταστεί τελεσίδικη, η δε διατύπωση της αναιρεσιβαλλομένης περί παραγραφής των ως άνω αξιώσεων του ενάγοντος "κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης" δεν αποτελεί κρίση και παραδοχή για μη υποβληθείσα, σε κάθε περίπτωση, και δη παραδεκτά ένσταση παραγραφής, αλλά, κατά τρόπο πάντως γλωσσικά αδόκιμο, διηγηματική αναφορά στις παραδοχές και την κρίση του Πρωτοδικείου, ώστε να αποσαφηνισθούν πλήρως οι υπόλοιπες αξιώσεις του ενάγοντος που ερευνήθηκαν κατ' ουσίαν από το Εφετείο.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα λόγω της μερικής νίκης και ήττας κάθε διαδίκου (άρθ. 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις (α) από 21-5-2010 της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Περιφερειακό Πρακτορείο Διανομής Τύπου ΑΕ" και (β) από 7-6-2010 του Μ. Π.. Μ. για αναίρεση της 50/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ