Legislator Case Law & Legislation
723/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's personal detention order due to procedural error in appeal grounds.

Case Number 723/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment ordering personal detention. The lower court had issued a detention order of seven months without a corresponding complaint in the appeal regarding that specific measure. The court ruled that the second-instance court erred by adjudicating the detention issue when the appeal did not challenge it, violating procedural requirements. Consequently, the detention order was annulled in part, and the case was remitted to a new panel of the second-instance court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A second-instance court cannot adjudicate issues not raised in the appeal, and a detention order exceeding the scope of the appeal grounds constitutes a procedural error requiring remittal.

Keywords

AI generated
personal detention order appeal grounds procedural error remittal to second instance Code of Civil Procedure annulment in part judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 723 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 723/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Δρακουλόγκωνα που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Οικονομάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/6/2001 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3382/2002 μη οριστική και 2605/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 943/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/12/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 25/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε, ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της , καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 5-7-1999 και περί ώρα 2.40, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας, κατά ποσοστό 1/2 του ενάγοντα Ψ1 και του αδελφού του ΑΑ κατά το ίδιο ποσοστό, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, από τους παραπάνω συνιδιοκτήτες αυτού, για τις έναντι τρίτων ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία και έβαινε επί της Λεωφόρου ... , με κατεύθυνση από ...

προς ... . Συνεπιβάτες στο αυτοκίνητο ήταν ο προαναφερθείς ΑΑ, αδελφός και γιος των εναγόντων αντίστοιχα, καθώς και ο ΒΒ. Όταν έφθασε στο ύψος της στροφής προς "...", λίγο πριν από τη διασταύρωση της παραπάνω λεωφόρου με την οδό ..., εκτράπηκε της πορείας του, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ο πρώτος εναγόμενος, ως μέσος συνετός οδηγός.

Ειδικότερα, αυτός κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα 180 χιλ. ανά ώρα, όταν έφθασε στο παραπάνω σημείο επιχείρησε στροφή δεξιά, χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος, να χτυπήσει αρχικά στη νησίδα της λεωφόρου, να ανατραπεί και στη συνέχεια να προσκρούσει στην εκεί υπάρχουσα κολώνα της ΔΕΗ.

Από την σφοδρότατη αυτή σύγκρουση καταστράφηκε η κολώνα της ΔΕΗ, ο δε συνεπιβαίνων του αυτοκινήτου, ΑΑ, αδελφός του ενάγοντος και γιος της ενάγουσας, τραυματίστηκε και υπέστη βαρύτατες κακώσεις θώρακος, πύκνωση των κάτω λοβών των πνευμόνων, κάταγμα δευτέρας, τρίτης, τετάρτης, πέμπτης και έκτης πλευράς της δεξιάς, από τους οποίους (τραυματισμούς) ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του την 13/7/1999, ήτοι περίπου μία εβδομάδα μετά το ατύχημα.

Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν ασκούσε την εποπτεία και τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, εκινείτο νύχτα με υπερβολική ταχύτητα, σε κατοικημένη περιοχή, όπου το όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ και επιχείρησε δεξιά στροφή, χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του.

Συνεπώς ο αντίθετος ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του αποθανόντος στο επελθόν ατύχημα, κατά ποσοστό 95%, καθότι αυτός δεν τον ενημέρωσε για τις επελθούσες μετατροπές στο αυτοκίνητο, από τις οποίες επηρεάστηκε η ευστάθεια και η ασφάλειά του, με αποτέλεσμα την ανατροπή του (άρθρο 300 ΑΚ), δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε και από τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη.

Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου, που περιέχεται και στον 1° λόγο της έφεσής του πρέπει να απορριφθεί". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του συνεπιβαίνοντος του ΙΧΕ αυτοκινήτου ΑΑ.

Το Εφετείο επιπλέον δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε συνυπαιτιότητα του θανόντος του ΑΑ για την πρόκληση του ατυχήματος. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, και ότι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται οι διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο (σελίδα 25) υπό τα στοιχεία α-η ελλείψεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ελλείψεις αυτές αφορούν τη στάθμιση, ανάλυση και εν γένει εκτίμηση των αποδείξεων.

II. Από τα άρθρα 335,338 έως 340 και 347 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι. Διαφορετικά παρέχεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.

γ του ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Η πλημμέλεια αυτή στοιχειοθετείται και όταν παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι καταλείπεται αμφιβολία αν έλαβε υπόψη συγκεκριμένο έγγραφο.

Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας απαιτείται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005).

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 723/2000, 441/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη: "α)τα συγκροτούντα την ποινική δικογραφία έγγραφα: (Έκθεση απλής αυτοψίας και Σχεδιάγραμμα Τροχαίας, προανακριτικές καταθέσεις αυτόπτη μάρτυρα ΒΒ και ιδική μου), (β) Τις δύο δικαστικές ποινικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά την ποινική διερεύνηση της υπόθεσης, ήτοι: (βα) την υπ' αρ. 55960/01 απόφαση του Τριμ.

Πλημ/κείου Αθηνών μετά της κατ' αυτής Έφεσης μου, και (ββ) την υπ' αρ. 6109/02 απόφαση του Τριμ. Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. (γ) Την από 12.11.1999 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του ... . Και (δ) τα παραστατικά ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, (ήτοι ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αρ. ..., ειδικό σήμα -Βεβαίωση ασφάλισης, αρθρ. 5 παρ.

α Ν. 489/76, απόδειξη πληρωμής ασφαλίστρων)". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

III. Κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια. 'Ετσι το Εφετείο κρίνει αν οι κατώτεροι δικαστές αποφάνθηκαν ορθώς ή όχι, επί τη βάσει των στο εφετήριο λόγων εφέσεως, δηλαδή των αποδιδόμενων από τον εκκαλούντα στην πρωτόδικη απόφαση σφαλμάτων και παραλείψεων, που συνιστούν τη νομική βάση της εφέσεως.

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προβλήθηκαν με τους λόγους της εφέσεως, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοιες πλημμέλειες, να τις εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να απαγγείλει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που προσβλήθηκε με την έφεση.

Διαφορετικά συγχωρείται αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου από το άρθρο 559, αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο (τρίτο) της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απάγγειλε προσωπική κράτηση σε βάρος του αναιρεσείοντος επτά (7) μηνών για κάθε αγωγική αξίωση, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως, ενώ η δική του έφεση απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη, η δε έφεση των αναιρεσιβλήτων αφορούσε άλλα κεφάλαια και δεν περιείχε παράπονο-λόγο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που απάγγειλε προσωπική κράτηση διαρκείας τριών (3) μηνών για την κάθε αγωγική αξίωση.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσιβλήτων δεν προκύπτει ότι αυτοί προέβαλαν παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης ως προς τη διάταξή της για την προσωπική κράτηση, το κεφάλαιο της οποίας έχει αυτοτέλεια έναντι του κεφαλαίου για την κύρια απαίτηση κι επομένως ότι θεωρείται ότι έχει συμπροσβληθεί με τους αφορούντες την απαίτηση αυτή λόγους εφέσεως.

Όμως από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, αφού κατ' αποδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε ακολούθως και το αγωγικό αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης και απήγγειλε κατά τους αναιρεσείοντες προσωπική κράτηση διάρκειας (7) μηνών αντί των τριών (3) μηνών, που είχε ορίσει η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς κατά τα ανωτέρω να υπάρχει σχετικός λόγος στην έφεση των αναιρεσιβλήτων.

Με την κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί κατά το σχετικό μέρος της η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚπολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 943/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και συγκεκριμένα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ