Legislator Case Law & Legislation
723/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to cite specific grounds and inadmissible arguments.

Case Number 723/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision. The appellant failed to clearly cite the specific grounds for appeal, violating procedural requirements, and the court rejected arguments claiming the lower court ignored witness testimony as inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the losing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly state the specific grounds for appeal, otherwise it is inadmissible, and arguments claiming the lower court ignored evidence without proper foundation are rejected.

Keywords

AI generated
appeal procedure failure to cite grounds inadmissible appeal legal costs witness testimony procedural defect court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 32/1996
Case 618/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 723 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 723/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σεραφείμ Πολυχρόνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Λίντα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Ανώνυμης εταιρείας Γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Μανουσάκης ο οποίος δήλωσε ότι έχει ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της ανωτέρω εταιρείας και συνεχίζει τη δίκη, ως ειδικός διάδοχος, το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από αυτόν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2001 αγωγή, και 19-11-2001 πλαγιαστική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 23-9-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή και 23-9-2002 αναγκαστική παρέμβαση του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10067/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1198/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτά η αναιρεσείουσας με την από 28-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά ανέγνωσε την από 8-11-2007 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε τη καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Το Επικουρικό Κεφάλαιο (ΝΠΙΔ), ως ειδικός διάδοχος της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Αργοναυτική ΑΕΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου με την Κ3-9118/25-7-2006 (ΦΕΚ 8164/25-7-2006, τ. ΑΕ-ΕΠΕ) απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου #τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και δεν αμφισβητήθηκε από άλλο διάδικο, νόμιμα συνεχίζει εδώ τη δίκη ως προς την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία. Η κρινόμενη από 28-7-2006 αίτηση αναίρεσης όμως, σωστά απευθύνθηκε κατά της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας, διότι η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο κατάθεσής της (29-8-2006) πράγματι αγνοούσε την επελθούσα αυτή μεταβολή, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του Επικουρικού Κεφαλαίου, με τις από 20-11-2007 εκπρόθεσμες προτάσεις του (άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ), πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. , λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην

ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυατοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα παρακάτω : "Από την κατάθεση του μάρτυρα Γ1 που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του εν λόγω δικαστηρίου (οι λοιποί διάδικοι δεν εξέτασαν μάρτυρα), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, η έκθεση αυτοψίας, οι δοθείσες κατά την προανάκριση καταθέσεις, οι αριθμ. 16683/2002 και 1533/2003 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, οι ομολογίες που περιέχονται στις προτάσεις των διαδίκων η συνάγονται από αυτές (άρθρα 352, 261 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με τα διδάγματα, της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα αποδεικνύονται τα ακολούθα :

Στις 13.2.1997 και περί ώρα 11.00 ο εναγόμενος-παρεμπιπτόντως ενάγων Ψ1 (πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ...... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε ασφαλισμένο για την απέναντι στους τρίτους αστική ευθύνη στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "Αργοναυτική ΑΕΓΑ" (δεύτερη αναιρεσίβλητη) εκινείτο επί της οδού ....

στην περιοχή ..... - Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης. Η οδός αυτή στο ύψος όπου σ' αυτήν απολήγουν οι οδοί .... και ..... διαθέτει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, τα οποία αμέσως μετά τον άνω οδικό κόμβο προς την έξοδο της πόλης χωρίζονται με νησίδα ασφαλείας πλάτους 1,50 μ., καθένα από τα οποία έχει πλάτος οδοστρώματος 6,5 μ., ενώ στη διασταύρωση των ως άνω οδών 6εν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που να ρυθμίζουν την κίνηση πεζών και οχημάτων.

Ο εναγόμενος οδηγούσε κανονικά το όχημά του με ταχύτητα 25,70 χ/ω, κατά πολύ μικρότερη δηλαδή από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χ/ω (κατοικημένη περιοχή, σημ.24 εκθέσεως αυτοψίας), με πρόθεση να διασχίσει την ανωτέρω διασταύρωση και να συνεχίσει την ευθεία πορεία του προς την έξοδο της πόλεως, αφού δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στο ορατό έμπροσθεν αυτού τμήμα της οδού που έβαινε.

Κατά τον ίδιο χρόνο στη δεξιά πλευρά του ρεύματος πορείας προς την έξοδο της πόλης και παραλλήλως του πεζοδρομίου ήταν σταθμευμένα αυτοκίνητα που περιόριζαν το πλάτος αυτού, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, η κατάσταση της οδού ξηρά, υπήρχε φυσικός φωτισμός (ημέρα) και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.

Υπό τις συνθήκες αυτές η ενάγουσα Χ1 βρισκόταν στο δεξιό πεζοδρόμιο της οδού ...... σε σχέση με την πορεία του φορτηγού αυτοκίνητου, σε σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, έχοντας πρόθεση να διαπεραιωθεί στην ευρισκόμενη στο απέναντι πεζοδρόμιο στάση αστικών λεωφορείων (βλ. την από 7.5,1997 δοθείσα προανακριτική κατάθεση ιδίας), αφού προηγουμένως θα διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της οδού και κατά τα δυο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής.

Η ενάγουσα-πεζή μόλις αντιλήφθηκε ότι το αστικό λεωφορείο που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει εκινείτο στο απέναντι, ρεύμα κυκλοφορίας και ότι από στιγμή σε στιγμή θα κατέφθανε στην εκεί ευρισκόμενη στάση κατέβηκε βιαστικά από το πεζοδρόμιο και αφού κινήθηκε ανάμεσα από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα επιχείρησε ανέλεγκτα να διασχίσει το οδόστρωμα, χωρίς καθόλου να αντιληφθεί την έλευση του ΙΧΦ αυτοκίνητου του εναγομένου το οποίο εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των 7 μ.

Ο οδηγός του τελευταίου αντιληφθείς αμέσως την αιφνίδια είσοδο στο οδόστρωμα πεζής ανάμεσα από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα και ευρισκόμενος κατ' εκείνο το χρόνο σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των 7 μ. προσπάθησε να αποφύγει την παράσυρσή της θέτοντας άμεσα σε λειτουργία το σύστημα πέδησης του οχήματος του (βρέθηκαν ίχνη πεδήσεως 6,20 μ. - σημείωση 24 εκθέσεως αυτοψίας), πλην όμως επειδή, όπως προεκτέθηκε, η απόσταση που τον χώριζε από αυτήν ήταν πολύ μικρή δεν μπόρεσε να αποφύγει την παράσυρσή της.

Συγκεκριμένα το ΙΧΦ αυτοκίνητο στο μέσον περίπου του οδοστρώματος επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του στην πεζή, η οποία ακολούθως κατέπεσε στο οδόστρωμα υποστάσα σοβαρές σωματικές κακώσεις, Η κρίση του δικαστηρίου για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και ο εντεύθεν, τραυματισμός της ενάγουσας πεζής στηρίζεται στη συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και κυρίως στο φάκελο της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας. .

Οι αυτόπτες μάρτυρες Γ2 και Γ3 (βλ. σημ. 6 εκθέσεως αυτοψίας) με σαφήνεια κατέθεσαν στις δοθείσες από 1.4.1997 και 13.2.1997 προανακριτικές καταθέσεις τους, αντίστοιχα, ο μεν πρώτος "ανάμεσα από παρκαρισμένα αυτοκίνητα πετάχθηκε μια πεζή γυναίκα τρέχοντας..... μου δήλωσε την τετάρτη ημέρα της ανάρρωσης της ότι πέρασε το δρόμο για να προλάβει το λεωφορείο που ήταν ήδη απέναντι στη στάση....

στο νοσοκομείο δήλωσε σε εμένα ότι δεν είδε το αυτοκίνητο ούτε τι χρώμα είχε", ο δε δεύτερος "Βλέπω μια πεζή γυναίκα δίπλα μου εντελώς ξαφνικά να πετάγεται κάτω στο οδόστρωμα και να προσπαθεί να διασχίσει αυτό κάθετα για να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο που ήταν η στάση αστικών λεωφορείων για να πάρει το αστικό το οποίο εκείνη την ώρα πραγματοποιούσε στάση.

Δεν πρόσεξε καθόλου όμως την κυκλοφορία των σχημάτων και παρασύρθηκε από ένα αυτοκίνητο....", οι οποίες κρίνονται αξιόπιστες Σημειωτέον ότι κατά του ανωτέρω οδηγού ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο και ότι για την εν λόγω αξιόποινη πράξη κηρύχθηκε Αθώος από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσ/κης με την αριθμ. 16683/2002 απόφασή του.

Ακολούθως και κατόπιν εφέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης εκδικάσθηκε εκ νέου η υπόθεση από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης το οποίο με την αριθμ. 1533/2003 απόφασή του κήρυξε και πάλι αθώο τον κατηγορούμενο. Το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χωρά κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες και είχε ως συνέπεια να τραυματισθεί η πιο πάνω ενάγουσα-πεζή οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) της ίδιας.

Ειδικότερα, η αμέλειά της συνίσταται στο ότι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, επεχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό ......, σε σημείο όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, εξερχόμενη βιαστικά ανάμεσα από σταθμευμένα οχήματα, χωρίς καθόλου να ελέγξει πριν κατέλθει στο οδόστρωμα την κίνηση των οχημάτων και λάβει υπόψη της την ταχύτητά τους και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία τους με συνέπεια να μην αντιληφθεί καθόλου την έλευση του κανονικά κινουμένου και εγγύτατα ερχομένου φορτηγού αυτοκίνητου, που οδηγούσε ο εναγόμενος, συμφωνά και με τη δοθείσα προανακριτική κατάθεση της ίδιας, την έλευση του οποίου όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί έτσι ώστε να αποφύγει την παράσυρση και τον τραυματισμό της.

Καμιά απολύτως ευθύνη δεν φέρει ο εναγόμενος οδηγός του ΙΧΦ αυτοκίνητου καθόσον οδηγούσε το όχημά του με την προσοχή και επιμέλεια .που επιβάλλεται να καταβάλει ο κάθε συνετός οδηγός πλην όμως λόγω της αιφνίδιας και της μικρής απόστασης στην οποία το όχημα του βρισκόταν όταν η πεζή επιχείρησε την ως άνω απρόβλεπτη και αλόγιστη ενέργεια δηλαδή ανέλεγκτα και βιαστικά να επιχειρήσει να διασχίσει το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού δεν μπόρεσε να αποφύγει την παράσυρσή της παρά την τροχοπέδηση που έγκαιρα και ενδεδειγμένα ενήργησε, καθόσον τυχόν προς τα αριστερά ή δεξιά αποφευκτικός ελιγμός ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σύγκρουσή του με τα κινούμενα παραλλήλως με αυτόν οχήματα εν όψει της πυκνής κίνησης οχημάτων στο οδόστρωμα κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Σημειωτέον ο ισχυρισμός της παθούσας, ότι λόγω κακής κατάστασης των φρένων του φορτηγού αυτοκίνητου και επειδή ήταν υπερφορτωμένο δεν υπάκουσε τούτο στο φρενάρισμά του δεν αποδείχθηκε αφού η τροχαία που επιλήφθηκε του τροχαίου ατυχήματος δεν διαπίστωσε σχετική παράβαση (βλ. έκθεση αυτοψίας)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη, δέχτηκε στην ουσία τις λοιπές εφέσεις των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη 10067/2004 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσ/νίκη, καθόσον αφορά τη με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 42378/2001 αγωγή της αναιρεσείουσας και τις αναφερόμενες στον πρώτο αναιρεσίβλητο διατάξεις της, καθώς και τα αναφερόμενα στη με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 33813/2002 παρεμπίπτουσα αγωγή του Ψ1 κεφάλαιά της, κράτησε και δίκασε τις με αύξοντες αριθμούς 42372/2001 και 33813/2002 αγωγές της αναιρεσείουσας (κυρία) και του πρώτου αναιρεσιβλήτου (παρεμπίπτουσα), αντίστοιχα, τις οποίες και απέρριψε στη συνέχεια κατ' ουσίαν ως αβάσιμες.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς κα χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, που αφορούν την αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) της αναιρεσείουσας - πεζής στον άνω τραυματισμό της και την έλλειψη κάθε ευθύνης στο ατύχημα και τον τραυματισμό της αυτό του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του ως άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Η αναιρεσιβαλλομένη έχει νόμίμη βάση. Κατέληξε σε πόρισμα που είναι σαφές. Ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Δεν είναι αντιφατικές οι αιτιολογίες κατά τις οποίες : α) δεν ήταν δυνατός ο αποφευκτικός ελιγμός αριστερά ή δεξιά, λόγω των κινουμένων στην οδό οχημάτων και της στάθμευσης αυτοκινήτων δεξιά (οδός διπλής κατεύθυνσης και β) η παθούσα κτυπήθηκε στο κέντρο της οδού με την αριστερή εμπρόσθια πλευρά του οχήματος, μη διευκρινίζοντας αν είχε σχεδόν διανύσει το οδόστρωμα και πως συνδέει αυτό με τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας στην επέλευση του ατυχήματος του οδηγού.

Σύμφωνα με αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Οι αιτιολογίες επιτρέπουν σε κάθε περίπτωση τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που σωστά ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν. Συνακόλουθα, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για έλλειψη "επαρκούς, εμπεριστατωμένης και σαφούς αιτιολόγησης του διατακτικού της απόφασης, που έκρινε παντελή έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου", πέραν της αοριστίας του από το γεγονός τη μη αναφοράς στο αναιρετήριο με σαφήνεια όλων των αναγκαίων γα το ορισμένο του στοιχείων (ιδίως των πραγματικών διαπιστώσεων της προσβαλλομένης, του νομικού σφάλματος, του ισχυρισμού και των περιστατικών που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση -βλ.

ΟλΑπ 32/1996, ΑΠ 618/2007), πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος. Επίσης, όλες οι αιτιάσεις που ίδιου λόγου, με τις οποίες πλήττεται, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας, η ανέλεγκτη αναιρετικά για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

ΙΙΙ.- Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ για το λόγο, ότι το μεν δεν έλαβε υπόψη της την κατάθεση του μάρτυρα Γ1 την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι είχε διασχίσει σχεδόν όλο το οδόστρωμα και είχε ήδη πατήσει στη διαχωριστική νησίδα, το δε διότι έλαβε υπόψη της τις προανακριτικές καταθέσεις του Γ2 και Γ3 τις οποίες δεν επικαλέσθηκαν ούτε προσκόμισαν νομίμως οι ήδη αναιρεσίβλητοι.

Όμως από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ανενδοίαστα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την κατάθεση (που μνημονεύει ρητά) του ως άνω μάρτυρα που περιείχετο στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς σχηματισμό της περί υπαιτιότητας δικανικής του κρίσεως. Εξ άλλου, τόσο από τις από 1-2-2006 προτάσεις του εναγομένου-εφεσίβλητουΨ1 (πρώτου αναιρεσιβλήτου) ενώπιον του Εφετείου, όσο και από τις με ημερομηνία 27-1-2006 προτάσεις της εταιρίας με την επωνυμία "Αργοναυτική ΑΕΓΑ" (δεύτερης αναιρεσίβλητης) ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, η επισκόπηση των οποίων γίνεται παραδεκτά σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι ως άνω μεταξύ των επικαλουμένων και προσκομιζομένων εγγράφων επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της εφέσεως τους και της εφέσεως της αντιδίκου τους το σύνολο της ποινικής δικογραφίας στην οποία περιείχοντο και οι καταθέσεις των εξετασθέντων προανακριτικά μαρτύρων Γ2 και Γ3, αλλά και με ιδιαίτερη αναφορά στην κατάθεση ενός εκάστου των ως άνω μαρτύρων και την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας.

Πέραν τούτων τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων που δόθηκαν προανακριτικά έχει προσκομίσει με επίκληση και η ίδια η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των από 1-2-2006 προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

IV.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττάται στη δικαστική δαπάνη εκάστου των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2006 αίτηση της Χ1 , για αναίρεση της 1198/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία προσδιορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ